fbpx

«Διαμάντι του Αλεξάντερ Μακέντρικ από το 1955, ουγγρική ραψωδία, ληστεία, Σαρλίζ Θερόν και Δρ. Κνοκ » Οι ταινίες της εβδομάδος από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Οι παλαιότεροι, ειδικά όσοι διαθέτουν ζουμερά, κινηματογραφικά βιώματα εφηβικής και νεανικής ηλικίας, θα το απολαύσουν τα μάλα. Οι νεότεροι θα εισβάλλουν σε ένα δυνατό mood, που θα μείνει αξέχαστο. Περί τίνος πρόκειται; Μα, θερινός κινηματογράφος με ταινία άλλης εποχής και μάλιστα μαύρη κωμωδία. Δεν υπάρχει καλύτερη αίσθηση για τους original σινεφίλ από ένα δίωρο μέσα σε μικρές οάσεις με το άσπρο πανί να προβάλλει κάποια «τέρατα» υποκριτικής, που άφησαν βαθύ το χνάρι τους στην λεωφόρο της 7ης Τέχνης. Πιάστε εικόνα άλλων εποχών: Τριάντα και βάλε βαθμούς Κελσίου θερμοκρασία, βραδινός, έναστρος ουρανός, γαζίες, νυχτολούλουδα, γεράνια, φτέρες, χοντρόκορμες μουσμουλιές και ψηλή, φουντωτή πρασινάδα στα πλάγια, πάνινες, άσπρες καρέκλες, χαλικάκι λευκό στο έδαφος, καλαμπόκι στο χέρι και φουλ παγωμένο, αναψυκτικό σε μπουκάλι με στενό καλαμάκι ανάμεσα στα πόδια. Ασπρόμαυρη ή έγχρωμη εικόνα, συμφωνική ορχήστρα στο score και τα μεγάφωνα να ανοίγουν κέντες στους θεατές, είτε με τα κοφτά, σπαρτιάτικα, είτε με τα φλύαρα, είτε με τα λιγωτικά μουσικά μέτρα ανάλογα με το είδος της ταινίας. Αστυνομική περιπέτεια, κωμωδία ή ερωτικό δράμα και το αρχοντικό δίδυμο της γειτονιάς, οι χήρες κυρίες, η Αγλαΐα συντροφιά με την Ουρανία μπροστά σου, μεταφέροντας στο κρανίο τους το φριζαρισμένο εκρού μαλλί σε κουπ καρμπολάχανο και ασορτί χρώματος, με τις κεφαλότριχες, ζακετάκια στους ώμους τους. Ραντισμένες, μάλιστα, όσο δεν παίρνει άλλο, από το άφθονο L’Air du Temps της Nina Ricci, προσκαλώντας άπαντα τα κουνούπια της συνοικίας σε πλούσιο, βραδινό μπουφέ και open bar. Μέσα σε όλα ήταν και τα τζιτζίκια, οι σπαστικοί, οι μονότονοι και συνήθως οι παράτονοι μεν, οι γλυκύτατοι, δε, θερινοί τραγουδιστάδες, να συνοδεύουν ηχητικά την καλά δεμένη αίσθηση της απαράμιλλης, βραδινής, καλοκαιρινής ψυχαγωγίας. Και την φωτεινή δέσμη της λάμπας από την μηχανή προβολής; Μην την ξεχνάμε… Ξεκινούσε από το όχι καλά μονωμένο καμαράκι με τον δικό της ήχο και απλωνόταν ακούραστα σαν φανταστικό κοσμοδρόμιο στην σκούρα διαδρομή του κενού της ανοιχτής αίθουσας, ακριβώς πάνω από τα κεφάλια μας, τερματίζοντας στον βαμβακερό τοίχο, συνδέοντας τον ρεαλισμό με το παραμύθι. Αμ οι τζαμπατζήδες; Αυτή η περίεργη «μαρίδα» των πέριξ σκαρφαλωμένη στα πλατιά κλαδιά της ηλικιωμένης συκιάς του διπλανού, έρμου οικοπέδου. Η πιτσιρικαρία η αμίλητη, η ακούνητη, πίσω από το πυκνό του δένδρου για να μην τους πάρει πρέφα ο αιθουσάρχης και τους διαολοστείλει, παρακολουθούσε με τους οφθαλμούς ορθάνοιχτους το «Κατάλληλο άνω των 17». Χρόνος άχρονος για όποιους έχουν βιώσει τέτοιες όμορφες εικόνες ως παιδιά και ως νέοι. Θαρρώ, λοιπόν, ότι επιβάλλεται η επιλογή μιας αρκετά παλαιότερης, σπουδαίας ταινίας, άνω του μισού αιώνα κόσμημα, που άφησε εποχή και μέσα της πρωταγωνιστεί ένα καρέ «ημίθεων» ηθοποιών. Θερινός «σινεμάς», σύγχρονος, πια και μοντέρνος, αλλά με την ίδια ζεστή επαφή του παρελθόντος, την ίδια ατμόσφαιρα, όπου κι αν βρίσκεται στην Ελλάδα μας και φιλοξενεί το δυνατό, το σπουδαίο των κινηματογραφικών μας μνημών μας, σίγουρα είναι μια εγγυημένη έξοδος ανεξαρτήτου ημέρας της εβδομάδας. Πόσο μάλιστα, όταν προβάλλει μοναδικές παλιές ταινίες σε αποκατεστημένες κόπιες. Είναι εμπειρία ύψιστου βαθμού. Μοιάζει με χρονοκάψουλα, ή με μαγικό ελιξίριο που τονώνει τους παλαιότερους και συμπληρώνει τους νεότερους με το «ευ» της ιστορίας μας. Ακόμα κι αν το μπαρ του κινηματογράφου δεν σερβίρει, πια, Ταμ Ταμ, Μπυράλ και σάμαλι…          

«Η Συμμορία των Πέντε»

(The Ladykillers)

 

  • Είδος: Κωμωδία (Έτος 1955) Έγχρωμο
  • Σκηνοθεσία: Αλεξάντερ Μακέντρικ
  • Με τους: Αλεκ Γκίνες, Πίτερ Σέλερς, Σέσιλ Πάρκερ, Χέρμπερτ Λομ, Ντάνι Γκριν, Κέιτι Τζονσον
  • Διάρκεια: 97’
  • Διανομή: Bibliotheque
  • Η ταινία είναι σε επανέκδοση με αποκατεστημένες κόπιες
  • Προβάλλεται μόνο στους κινηματογράφους: Σινέ «Θησείο»Σινέ «Ριβιέρα» (Εξάρχεια) – Σινέ «Όαση» (Παγκράτι)

Αν και γεννήθηκε στην Βοστώνη, ακολούθησε τον δρόμο της καταγωγής των κηδεμόνων του προς την Σκωτία μεριά, όπου και σπούδασε τα της 7ης Τέχνης. Ο αγγλικός κινηματογράφος είναι αυτός που ανέδειξε τον καταπληκτικό Αλεξάντερ Μακέντρικ (8 Σεπτεμβρίου 1912 – 22 Δεκεμβρίου 1993) με ταινίες, αρχικά,  ακέραια στερεωμένες στην γνωστή φόρμα της βρετανικής σχολής. Γέννημα θρέμμα των γνωστών «Ealing Studios» του δυτικού Λονδίνου, μετά τον Β’ ΠΠ ο Μακέντρικ μεγαλούργησε. Λεπτεπίλεπτος, πειθαρχημένος, πάντα ευγενικός και ουσιώδης στα πλάνα του, τονίζει τους χαρακτήρες των έργων του με πανέμορφη, εσωτερική διάθεση και τέχνη, που πραγματικά σε σκλαβώνει. Αισθητστής και συνάμα θιασώτης του ήπιου topsy-turvy κινεί την κάμερα με άνεση, θεατρικότητα και απόλυτο έλεγχο στα δυο ακραία σημεία, χαϊδεύοντας τον θεατή με μια συνεχόμενη αγωνία στην πλοκή δοσμένη από απαλό, βασανιστικό, μεταξένιο γάντι. Κάτι σαν τον δικό μας, τον «γαλαζοαίματο» και «αριστοκράτη» του ελληνικού σινεμά, Γιώργο Τζαβέλλα. Οι ταινίες τού Αλεξάντερ Μακέντρικ είναι αριστουργήματα και δικαίως αναγνωρίζεται ως ένας από τους μεγάλους εκφραστές της ακμάζουσας μεταπολεμικής, αγγλικής, κινηματογραφικής βιομηχανίας. Η πρώτη του ταινία προβάλλεται το 1949 με το τίτλο «Whisky Galore» (Ουίσκι Δίχως Δελτίο). Το 1952 ο Μακέντρικ μεταφέρει στην μεγάλη οθόνη το δραματικό βιβλίο παιδικής φαντασίας «The Day is Ours» της Αγγλίδας συγγραφέως και δασκάλας Χίλντα Λιούς με τον κινηματογραφικό τίτλο «Μάντι». Το 1951 προβάλει το υψηλό μέγεθος της ωριμότητας του, σκηνοθετώντας την ταινία «The Man in the White Suit» (Ο Άνθρωπος με το Άσπρο Κοστούμι) ένα ταινιακό κράμα με δίκαιο κέρασμα στην σάτιρα, το δράμα και την επιστημονική φαντασία, ανακαλύπτοντας στο πρόσωπο και τις υποκριτικές δυνατότητες του Άλεκ Γκίνες την θεατρική πλαστικότητα που αναζητάει. Ακολουθεί το 1955 το καινοτόμο από πολλές απόψεις «The LadyKillers» (ελλ. τίτλος: Η Συμμορία των Πέντε), σε παραγωγή των «Ealing Studios», που προβάλλεται αυτή την εβδομάδα με αποκατεστημένες κόπιες, πάλι με τον Άλεκ Γκίνες στον πρωταγωνιστικό ρόλο εντελώς αλλαγμένο (είναι η 17η κατά σειρά ταινία του μεγάλου ηθοποιού), μαζί με τον 30χρονο τότε Πίτερ Σέλερς στην 5η κατά σειρά μεγάλου μήκους ταινία του. Η ταινία του Αλεξάντερ Μακέντρικ κερδίζει μια υποψηφιότητα Όσκαρ στην κατηγορία Σεναρίου για την εμπνευσμένη πένα του Αμερικανού, σεναριογράφου Ουίλιαμ Ρόουζ (βραβείο Όσκαρ για το «Μάντεψε Ποιος θα Έρθει το Βράδυ») και γίνεται ένα όχι τόσο επιτυχημένο ριμέικ το 2004 από τους Αδελφούς Ίθαν και Τζοέλ Κοέν με πρωταγωνιστή τον Τομ Χάνκς. Η πρώτη, αυθεντική έκδοση του 1955 παραμένει αξεπέραστη. Το εστέτ ύφος τού Μακέντρικ διασχίζει τον Ατλαντικό και πλασάρεται στο Χόλιγουντ το 1957 με την ταινία αριστούργημα «Sweet Smell of Success» (Η Γλυκιά Μυρωδιά της Επιτυχίας) και πρωταγωνιστές τον Τόνι Κέρτις και τον Μπερτ Λανκάστερ σε ένα καταπληκτικό φιλμ εξαίσια ριζωμένο στον κύκλο των noir ηρώων με διαχρονική δύναμη. Ίσως η μεγάλη ερμηνεία της καριέρας του Λανκάστερ, την οποία απόλαυσα το 2012 στις Νύχτες Πρεμιέρας του Κινηματογραφικού Φεστιβάλ της Αθήνας. Έπειτα από τρεις ταινίες, ο Αλεξάντερ Μακέντρικ to 1969 περνάει τις πύλες της Ακαδημαϊκής καριέρας, αποδεχόμενος την έδρα του καθηγητή στο Τμήμα Κινηματογράφου του Ινστιτούτου Καλών Τεχνών της Καλιφόρνιας, σπουδαία έδρα που την κράτησε με επιτυχία μέχρι λίγο καιρό πριν αποχωρήσει από τα γήινα το 1993 προσβεβλημένος από βαριά πνευμονία.

Ο ευγενικός προφέσορ Μάρκους (Άλεκ Γκίνες – απολαυστικός), επισκέπτεται την Αγγλίδα, χήρα γριούλα κυρία Γουίλμπερφορς (Κέτι Τζόνσον, πολύ καλή) για να νοικιάσει ένα από τα δωμάτια του σπιτιού της. Την παρακαλεί να έχει την ησυχία του, όταν ακόμα τέσσερις φίλοι του θα τον επισκέπτονται για να επιδίδονται σε πολύωρες πρόβες ως ερασιτεχνικό, πενταμελές, μουσικό σχήμα εγχόρδων. Ενθουσιασμένη η μοναχική χήρα καπετάνιου με τους τρεις παπαγάλους στο σπίτι της αποδέχεται τον καινούργιο ενοικιαστή και την μικρή απαίτηση του. Καταφθάνουν και οι άλλοι τέσσερις: ο «Ταγματάρχης» (Σέσιλ Πάρκερ – πολύ καλός), ο Λούις (Χέρμπερτ Λομ, πολύ καλός), ο κ. Λόουσον, γνωστός και ως «Παλαιστής» (Ντάνι Γκριν, καλός) – το απίθανο ψευδώνυμο του είναι «one round» (του ενός γύρου) –  και ο κ. Ρόμπινσον (Πίτερ Σέλερς – απίθανος) γνωστός και ως Χάρι. Βέβαια καμιά σχέση δεν έχουν με την μουσική αυτά τα πέντε μούτρα, αλλά είναι μια συμμορία ληστών με αρχηγό τον εγκέφαλο της σπείρας, τον προφέσορ Μάρκους που σχεδιάζουν την ληστεία της χρηματαποστολής στον κοντινό σταθμό του τρένου.  Εμπλέκουν την γριούλα στο κόλπο, εν αγνοία της, η ληστεία πετυχαίνει και ένα μικρό, αδέξιο λάθος φέρνει τα πάνω κάτω. Η γιαγιά καταλαβαίνει πως είναι οι ληστές του τρένου και η συμμορία αποφασίζει να την δολοφονήσει.

Έξι ηθοποιοί στο κινηματογραφικό «σανίδι» του Αλεξάντερ Μακέντρικ αποδίδουν την γουστόζικη πένα του Ουίλιαμ Ρόουζ σε μια μαύρη κωμωδία καταστάσεων με πλούσιο, αγγλικό, θεατρικό στήσιμο. Ο Άλεκ Γκίνες στην πρώτη του ερμηνευτική περίοδο, όπως και ο Πίτερ Σέλερς πλαισιωμένοι από το ευλύγιστο, μεταπολεμικό, made in England, καστ και τον υπέροχο Τσέχο ηθοποιό Χέρμπερτ Λομ (τον θυμάστε ως τον φουκαρά επιθεωρητή στον «Ροζ Πάνθηρα», που περνάει τον τάραχο του από τον Πίτερ Σέλερς), νεότατος εδώ, να προσφέρουν για 97 λεπτά της ώρας πραγματικό σινεμά στις αισθήσεις μας. Η έντιμη και καλοπροαίρετη γριούλα, κ Γουίλμπερφορς (Κέιτι Τζόνσον, καθαρόαιμη, θεατρική περσόνα, απολαυστικός ο χαρακτήρας της) με τους παπαγάλους της μεταμορφώνεται από την αγαθοσύνη της το βασικό στοιχείο της ανατροπής.  Μην χάσετε την ταινία, είναι πραγματικό κέντημα μιας άλλης εποχής.     

«1945»

 

  • Είδος: Δράμα εποχής (Α/Μ)
  • Σκηνοθεσία: Φέρεντς Τόροκ
  • Με τους: Πίτερ Ρούντολφ, Μπενς Τασνάντι, Ταμάς Ζάμπο Κίμελ
  • Διάρκεια: 91’
  • Διανομή: Neo Films

Εάν έχεις την οποιαδήποτε απορία για την ξαφνική παρουσία ενός άγνωστου ανθρώπου στον χώρο σου, αμέσως ρώτα τον, ποιος είναι και τι θέλει. Όταν δεν προβαίνεις σε αυτή την απλή, κοινωνική διαδικασία συστάσεων, παρά αρχίσεις να εικάζεις τι και πως, τότε είσαι βαθιά, έως το μεδούλι των οστών σου, ένοχος για κάποιο κρυφό και βδελυρό ατόπημα. Παραμένοντας ανενημέρωτος, φοβισμένος και πανικόβλητος, ευθύς οι εικασίες σου μετασχηματίζονται σε Νέμεση και ανάλογα με την λαδιά που έχεις διαπράξει σε εξολοθρεύουν. Ωραιότατη βάση για να αναπτυχθεί εξαιρετικά η κατάμαυρη ιστορία του 47χρονου Ούγγρου σκηνοθέτη Φέρεντς Τόροκ. Είναι το ασπρόμαυρο πορτρέτο, σε μορφή καταγραφής-διαμαρτυρίας της πολύπαθης Ουγγαρίας, ακριβώς μετά την λήξη του Β΄ ΠΠ, εξ΄ ου και ο τίτλος της ταινίας «1945». Είναι αυτό που βίωσε και η χώρα μας με την γερμανική κατοχή και τους γερμανόφιλους, Έλληνες, δοσίλογους (ο Θεός να τους κάνει Έλληνες), που άρχισαν να απολαμβάνουν, δυστυχώς έως σήμερα οι απόγονοι τους, τα «δώρα» των ναζί για την άριστη συνεργασία και την καλή διαγωγή τους στο Γ΄ Ράιχ. Είναι ο επίλογος ενός ματωμένου ημερολογίου, που υπάνθρωποι γύρω μας εκμεταλλεύτηκαν τις δολοφονικές διώξεις συνανθρώπων μας και πλούτισαν.  Σάμπως, μια από τα ίδια δεν συμβαίνει και σήμερα, εν ονόματι, πάντα, της «ευρωπαϊκής ένωσης», της «ευρωπαϊκής ακεραιότητας» και του «ευρωπαϊκού ιδεώδους;», πανάθεμα με; Το θέμα του σκηνοθέτη Τόροκ αμιγώς επικεντρωμένο στην γνωστή κακοποίηση των Ούγγρων Ιουδαίων από τους ναζί (διώξεις, στρατόπεδα συγκεντρώσεως, δημεύσεις περιουσιών και μεταφορά αυτών στα «καλόπαιδα» των γερμανόφιλων Ούγγρων), ουδεμία στιγμή εκστομίζει την λέξη «ναζί», «Γερμανία», «Γ΄ Ράιχ», «δοσίλογος», παρά η πλοκή και φυσικά η χρονολογία που εκτυλίσσεται το σενάριο προσφέρουν το αυτονόητο. Έξυπνο! Το συγκεκριμένο καλοστημένο τέχνασμα, δίνει διαχρονικότητα στο θέμα, σαν να μην άλλαξε τίποτα από το 1945 έως σήμερα και η ιστορία να επαναλαμβάνεται ακριβώς στο ίδιο μοτίβο. Το σπουδαίο του Τόροκ είναι η άμεση θεατρικότητα στο  δωρικό στήσιμο της ταινίας και η απουσία χρωμάτων, παραμένοντας στο ασπρόμαυρο που εκφράζει μεν την καλλιτεχνικότητα της ταινίας με την φωτογραφική σπουδή του γκουρού Ελέμερ Ραγκάλι, αλλά και το ασπρόμαυρο καταβάσιο στην γενικότερη ψυχοσύνθεση των θυμάτων και των ενόχων. Άσπρα και μαύρα ή το αντίθετο σε κάθε τι ρημαγμένο, σε κάθε τι που δεν διορθώνεται και πέρα για πέρα παραμένει ακριβά ζυγισμένο στην μισαλλοδοξία, στην προδοσία, τον φθόνο και την σιωπηρή τιμωρία.

Ζεστή αυγουστιάτικη ημέρα του 1945, η βόμβα σε Χιροσίμα και Ναγκασάκι έπεσαν, ο πόλεμος κτύπησε την λήξη του και οι κάτοικοι του μικρού, ουγγρικού χωριού, ελεύθεροι από την γερμανική κατοχή (φαινομενικά) είναι αφοσιωμένοι στην προετοιμασία για το γάμο του γιου του τοπικού κοινοτάρχη. Καταφθάνουν, όμως, στον σταθμό των τρένων δύο Ορθόδοξοι Ιουδαίοι, κουβαλώντας κάποια μυστηριώδη μπαούλα. Οι χωρικοί παθαίνουν αμόκ, τρέμοντας στην ιδέα πως πρόκειται για επιζώντες από τα ναζιστικά στρατόπεδα θανάτου, που επέστρεψαν ζωντανοί για να διεκδικήσουν την χαμένη τους περιουσία. Αυτές τις περιουσίες των Ιουδαίων, δηλαδή, που οι ναζί, έπειτα από την αιχμαλωσία του τοπικού ιουδαϊκού στοιχείου, την παρέδωσαν με συνοπτικές διαδικασίες στους «φίλους», τους Ούγγρους γερμανόφιλους. Η παρουσία των Σοβιετικών στρατιωτών στο χωριό είναι ήδη έντονη παντού. Οι φίλα προσκείμενοι στην νέα κατάσταση πραγμάτων που διαφαίνεται στον πολιτικό ορίζοντα της χώρας είναι εμφανής και όσοι αποδέχτηκαν ακίνητα, τιμαλφή, κτήματα κατατρεγμένων Ιουδαίων βρίσκονται σε κατάσταση πανικού. Το ευτράπελον της υπόθεσης είναι, ότι ο αστυνόμος του χωριού και «μπράβος» του τομαριού, χαφιέ κοινοτάρχη, κυκλοφορεί ακόμα με γερμανική στολή δίχως τα εθνόσημα ή τα οπλόσημα των Ες Ες, χρησιμοποιώντας και την γνωστή τρίκυκλη μοτοσυκλέτα με το καλάθι (απίθανο), προσφορά των κατακτητών. Το πρόσφατο, αισχρό παρελθόν αναδύεται με την άφιξη των δυο μαυροφορεμένων και βλοσυρών Ιουδαίων. Οι ευθύνες μετατίθενται από τον έναν, αναλόγως με το σθένος του καθενός ουτιδανού, στον άλλον και όσο διαρκεί η πεζοπορία των δυο σιωπηλών ανδρών (μοιάζει με νεκρική πομπή δυο ανθρώπων), από τον σταθμό του τρένου έως την πλατεία του χωριού, ακολουθώντας το αργό κάρο με τα δυο αινιγματικά μπαούλα τους, η μικρή, αγροτική κοινότητα, που συμπεριφέρθηκε χυδαία και προδοτικά στους συντοπίτες τους Ιουδαίους, μοιάζει να έχει αρπάξει στο κεφάλι ατομική βόμβα. Άπαντες αναφέρουν, ότι οι υποτιθέμενοι νεκροί γύρισαν από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και θέλουν πίσω τα υπάρχοντα τους (φρικτό!). Γίνεται το σώσε σ΄ αυτό το στιβαρό δημιούργημα του  Φέρεντς Τόροκ (και συν-σεναριογράφος με τον Γκάμπορ Σάντο), μετρώντας το βαθύ ρήγμα του σκότους που επικρατεί στην ανθρώπινη φύση. Οι ερμηνείες απίθανες και ενώ δεν υπάρχει, καθ΄ όλη την διάρκεια της ταινίας, πουθενά η έντονη βία, η εσωτερικότητα του δημιουργήματος εκπέμπει δύναμη, ατόφιο πνεύμα, ειρωνεία και, ας πούμε, μια μικρή δόση ικανοποίησης ως προς το αισχρόν και το ποτατόν του θέματος, που είναι η αναίδεια και η ύβρις προς τους συνανθρώπους μας σε ζοφερές εποχές.  

«Η Ληστεία»

(Money)

 

  • Είδος: Θρίλερ περιπέτεια
  • Σκηνοθεσία: Γκέλα Μπαμπλουανί
  • Με τους: Βενσάν Ροτιέ, Ζορζ Μπαμπλουανί, Λουί-Ντο ντε Λενσάν, Ολιβιέ Ραμπουρντέν, Μπενουά Μαζιμέλ, Σαρλότ Βαν Μπερβεσελές
  • Διάρκεια: 90’
  • Διανομή: Weird Wave

Επικεντρωμένο σενάριο στην δράση παραβατικών ενεργειών, όχι απαραίτητα από ανθρώπους τους περιθωρίου, αλλά από ψυχές που αναζητούν το καλύτερο σήμερα και αύριο στον πανταχόθεν διαβρωμένο κοινωνικό ιστό. Είναι η καινούργια ταινία του Γκέλα ή Τζέλα Μπαμπλουανί, σκηνοθέτη του υπέροχου «13 Τζαμέτι» (2005) και της αμερικανικής ολοκλήρωσης του με το  «13» (2010), ανεβάζοντας ένα σούπερ κάστ από Τζέισον Στέιθαμ, Μίκι Ρουρκ, Μάικλ Σάνον και Σαμ Ράιλι. Ο Μπαμπλουανί λατρεύει τον υπόκοσμο,  όταν, μάλιστα εμπλέκονται σε αυτόν απλοί, αδαείς φτωχοδιάβολοι, τσίτα στην απόγνωση, που για να κερδίσουν μια θέση στον ήλιο, πέφτουν σε «αρπαχτές» και, ω την ατυχία τους, τέτοιες «αρπαχτές» συνήθως είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με ότι πιο φονικό υπάρχει. Η τυχαιότητα και η ανατροπή είναι τα καλά εργαλεία σε κάθε ταινία του και με αυτά στήνει τα αιματηρά δόκανα στην πλοκή. Θριλερικού ύφους και η «Ληστεία» με άφθονες ανατροπές, καλή σκηνοθεσία σενάριο με κάποια λαθάκια (Ζορζ Μπαμπλουανί και Βινσέντ Ροτιέρ) και η αγωνία να στέκει στην ακμή των αιχμηρών στύλων της μιας ανάσας. Ο Γεωργιανός σκηνοθέτης και γιός του σκηνοθέτη Τεμούρ Μπαμπλουάνι, έφυγε από την Τυφλίδα σε ηλικία 17 χρόνων για σπουδές κινηματογράφου στην Γαλλία και από εκεί άρχισε να ανοίγει τα φτερά του με επιτυχίες και βραβεία. Η ταινία διαθέτει ρυθμό, ένταση, καλές ερμηνείες, ευφάνταστη σκηνοθεσία και ο συνεργάτης του, ο Ταριέλ Μελιάβα σε άψογη φόρμα με καλή φωτογραφία. Φυσικά ο αδελφός τού σκηνοθέτη, ο Ζορζ Μπαμπλουανί ξανά έχει τον πρωταγωνιστικό ρόλο, όπως και στο «13 Τζαμέτι». Όλη η πλοκή της ταινίας διαδραματίζεται σε μια νύχτα κι αυτό ανεβάζει την αδρεναλίνη, καθώς η μια ανατροπή γεννά την επόμενη.

Παιδικοί φίλοι, μετανάστες, ο Ντανί (Ζορζ Μπαμπλουανί, καλός) και ο Ερίκ (Βενσάν Ροτιέ, καλός) δεν είναι παράνομοι αλλά εργάζονται στο λιμάνι της Χάβρης για να τα φέρουν βόλτα. Ο Ντανί έχει κάποιες συναναστροφές με την σέρβικη συμμορία της γειτονιάς, αποπληρώνοντας τυπικά και σταθερά ένα δάνειο. Η αδελφή του Ερίκ, η Άλεξ (Σαρλότ Ντε Μπερβεσέλ, καλή) είναι παρούσα σε ένα νταραβέρι «νονών» με τον γραμματέα πολιτικής προστασίας σε ένα παρακμιακό φαγάδικο, να παραδίδουν οι μαφιόζοι μια βαλίτσα με χρήματα στον διεφθαρμένο αξιωματούχο, Μερσιέ (Λουί – Ντο Ντε Λενσάν, πολύ καλός) για να κάνει τα στραβά μάτια στο τεράστιο φορτίο ναρκωτικών που καταφθάνει στο λιμάνι. Η Άλεξ παρακολουθεί την πορεία της βαλίτσας και αμέσως ενημερώνει τον Ντανί και τον Ερίκ, πως μπορούν να κλέψουν εύκολα τα χρήματα από το σπίτι, λύνοντας το οικονομικό τους πρόβλημα μια για πάντα. Σχεδιάζουν τον τρόπο, αλλά μόλις μπαίνουν στο σπίτι, αντικρίζουν τον διεφθαρμένο πολιτικό έτοιμο να περάσει θηλιά στο λαιμό του και να αυτοκτονήσει, διότι η δίωξη συνέλαβε τους κακοποιούς, κατέσχεσε το φορτίο ναρκωτικών στο λιμάνι και ο αξιωματούχος βρέθηκε στο ικρίωμα των Μ.Μ.Ε. ως συνεργάτης της μαφίας. Από την μια η λαϊκή κατακραυγή, ο δημόσιος διασυρμός του πολιτικού ανδρός και από την άλλη τα τηλεφωνήματα από την πλευρά των μαφιόζων, του Σαρλ (Ολιβιέ Ραμπουρντέν, καλός, τον θυμάστε από την «Αρπαγή», ως ο Γάλλος πράκτορας), που θέλει πίσω την βαλίτσα με τα χρήματα. Η ληστεία τελικά ολοκληρώνεται, ο κρατικός λειτουργός γλυτώνει μεν την αυτοκτονία αλλά είναι σε άθλια κατάσταση, και οι τρεις φίλοι εξαφανίζονται από το σπίτι με την μπάζα μοιρασμένη σε ίσα μέρη και ο καθένας παίρνει τον δρόμο του. Ο άπληστος Ερικ, όμως μαζί με την αδελφή του Αλέξ θα επιστρέψουν στο σπίτι για να αρπάξει και το παραπάνω του, που είναι το χρηματοκιβώτιο με ό,τι έχει μέσα. Και τα παρατράγουδα αρχίζουν.

«Ο Γιατρός Βλάπτει Σοβαρά την Υγεία»

(Knock)

 

  • Είδος: Κομεντί
  • Σκηνοθεσία: Λορέν Λεβί
  • Με τους: Ομάρ Σι, Αλέξ Λουτζ, Ανά Ζιραρντό
  • Διάρκεια: 90’
  • Διανομή: Seven Films

Ριμέικ της παλιάς ταινίας του Γάλλου Γκι Λεφράνκ, χρονολογίας 1951, με πρωταγωνιστή, τότε, τον θεατρικό ηθοποιό Λουί Ζουβέ. Ο θεατρικός ρόλος του Δόκτορος Knock (Κνοκ), σφράγισε χαρακτήρα στον Γάλλο ηθοποιό Ζουβέ, που τον ακολούθησε έως το τέλος της ζωής του, ας πούμε, σαν τον «Θύμιο» του δικού μας Κώστα Χατζηχρήστου. Ο Ζουβέ τον χαρακτήρα τού πανέξυπνου γιατρού Κνοκ τον καθιέρωσε αρχικά στο γαλλικό θέατρο, περί το 1923, ρόλος γραμμένος από τον διάσημο ποιητή και συγγραφέα Ζιλ Ρομέν (ιδρυτής και κυριότερος εκπρόσωπος του «ουνανιμιστικού» κινήματος, δεκαέξι φορές προτάθηκε για Νόμπελ Λογοτεχνίας) και έπειτα πέρασε στην μεγάλη οθόνη. Την σύγχρονη μεταφορά του εμβληματικού Γάλλου επαρχιακού γιατρού ανέλαβε η σεναριογράφος, σκηνοθέτης του θεάτρου και του κινηματογράφου Λορέν Λεβί. Τον λευκό γιατρό Κνοκ – Λουί Ζουβέ, αντικαθιστά ο πληθωρικός και ωραίος μαύρος ηθοποιός Ομάρ Σι («Άθικτοι», «Τζουράσικ Παρκ», «X-Men»).

Η ταινία ξεκινάει στην Μασσαλία του 1955 με τον μικροαπατεώνα Κνοκ (Ομάρ Σι, καλός) να είναι μπλεγμένος άγρια και με ημερομηνία λήξης από ένα τζογαδορίστικο χρέος, που εάν δεν το καταβάλει σε εικοσιτέσσερις ώρες θα του κοστίσει την ζωή. Κάπατσος και ευγενικός όπως είναι πείθει τον καπετάνιο επιβατηγού πλοίου να τον πάρει μαζί του ως γιατρό στο εξάμηνο ταξίδι στην Ινδία για να σωθεί από τους διώκτες του. Παντελώς άσχετος από την επιστήμη της ιατρικής διαβάζει συνεχώς τόμους επί τόμων στο πλοίο, εξυπηρετεί μικροσυμβάντα και αρχίζει να φτιάχνει αλοιφές και μαντζούνια για να θεραπεύσει πλούσιες τρελοαμερικάνες που τσουρουφλίζονται από την συνεχή έκθεση τους στο ήλιο. Η επιτυχία του κομπογιαννίτη γιατρού στα παρασκευάσματα είναι μεγαλειώδης και οι τιμές που τα πουλάει αστρονομικές. Ο Κνοκ φτιάχνει μια καλή χρηματική μπάζα για να σπουδάσει πέντε χρόνια στην Ιατρική Σχολή της Μασσαλίας, διαβλέποντας, πως η συγκεκριμένη επιστήμη έχει πολύ «ψωμί», καθώς όλοι ενδιαφέρονται για την υγεία τους και ουδείς διστάζει να βάλει βαθιά το χέρι στην τσέπη, αρκεί να γίνει ή να είναι καλά. Με το πέρας των ιατρικών του σπουδών του και πτυχίο με την βούλα, μεταφέρεται ως τοπικός γιατρός σε ένα πλούσιο χωριό των γαλλικών Άλπεων με υψηλό βιοτικό επίπεδο. Το Σεν Μορίς γίνεται ο οικονομικός παράδεισος του γιατρού Κνοκ, αφού ο ηλικιωμένος, προκάτοχός του, ο Δρ Παρπαλέ (Νικολά Μαριέ, καλός) διένυσε μακρόχρονη θητεία στο αλπικό χωριό, διατηρώντας τους ασθενείς του υγιέστατους, καθώς κανείς δεν έπασχε από καμία νόσο, παρά από ελάχιστα αρθριτικά, κι αυτά στους ηλικιωμένους κατοίκους. Ο Κνοκ, όμως, είδε απέραντες προοπτικές σε αυτό χωριό. Βάζει στο κόλπο τον φαρμακοποιό και την γυναίκα του, που επί προηγούμενου γιατρού Παρπαλέ ,το γεμάτο αράχνες και σκόνη φαρμακείο είχε στοιχειώσει από πελατεία και ευθύς αρχίζει να μοιράζει ασθένειες σε πλούσιους και φτωχούς, γεμίζοντας χρήμα και δόξα. Αυτά τα δυο παράξενα φαινόμενα, μαζί με τον ίδιο, καταφερτζή Κνοκ μπήκαν στο στόχαστρο του λαμόγιου ιερέα, που ολοένα έβλεπε το ποίμνιο του να εξαφανίζεται με κατεύθυνση το ιατρείο του Κνοκ, αλλά και οι οβολοί των πιστών να μειώνονται αισθητά. Ο ωραίος και αυστηρός γιατρός, που η μπίζνα του τρέχει με χίλια, γίνεται μήλο της έριδος από τις θεότρελες νυμφομανείς του χωριού, αλλά και υποκείμενο σεβασμού από τους προύχοντες του τόπου. Αποτρέπει κάθε είδους σεξουαλική επαφή με τις πωρωμένες κυρίες και ερωτεύεται σφόδρα την όμορφη Αντέλ (Ανά Ζιραρντό, καλή), την παρατρεχάμενη μιας εύπορης τσιφλικού, η οποία Αντέλ πάσχει από φυματίωση. Με δικά του έξοδα, ο ερωτευμένος γιατρός, την στέλνει σε ακριβό σανατόριο για να θεραπευτεί και όσο η νεαρή κουράρεται το παράνομο παρελθόν του Κνοκ έρχεται στο Σεν Μορίς για να συναντήσει τον επιχειρηματία γιατρό. Καλοφτιαγμένη γαλλική κομεντί με το γέλιο της, το δραματικό στοιχείο της από την  Λορέν Λεβί, που όλη η ταινία είναι κρεμασμένη πάνω στον καλό Ομάρ Σι, ο οποίος τα καταφέρνει περίφημα. Οι όποιες προεκτάσεις του θέματος, όπως: όλοι έχουμε δικαίωμα στην υγεία και στην αρρώστια, επιστήμη και θρησκεία, διαβαίνουν γρήγορα και επιδερμικά τα καταπράσινα τοπία των Άλπεων, παραμένοντας ευχάριστα στον γραφικό, σιδηροδρομικό σταθμό του χωριού. Ό,τι πρέπει για θερινό σινεμά.       

«24 Ωρες Προθεσμία»

(24 Hours to Live)

 

  • Είδος: Δράση, Περιπέτεια
  • Σκηνοθεσία: Μπράιαν Σμερζ
  • Με τους: Ιθαν Χοκ, Ξου Κινγκ, Πολ Αντερσον, Λίαμ Κάνινγκχαμ, Ρούτγκερ Χάουερ
  • Διάρκεια: 100’
  • Διανομή: Spentzos Films

Ο Τράβις (Ιθαν Χοκ), ένας πρώην στρατιώτης των ειδικών δυνάμεων αγωνίζεται να ξεπεράσει τον ξαφνικό θάνατο της γυναίκας και του γιού του. Ένας παλιός του συνάδελφος τον πλησιάζει και του κάνει μια δελεαστική πρόταση με μεγάλο οικονομικό όφελος. Να αναλάβει μια επικίνδυνή αποστολή δολοφονίας για λογαριασμό ενός πανίσχυρου μυστικού οργανισμού. Ο Τράβις θα δεχθεί την πρόταση αλλά λίγο πριν ολοκληρώσει την αποστολή του θα γίνει αντιληπτός με αποτέλεσμα να δεχθεί πυρά από την Ιντερπόλ. Και ενώ νομίζει ότι όλα τελείωσαν ξυπνάει στο τραπέζι μια χειρουργικής αίθουσας.

«Tully: Τα Παιδιά είναι Ευτυχία;»

(Tully)

 

  • Είδος: Κοινωνικό
  • Σκηνοθεσία: Τζέισον Ράιτμαν
  • Με τους: Σαρλίζ Θερόν, Μακένζι Ντέιβις, Ρον Λίβινγκστον, Μαρκ Ντουπλάς
  • Διάρκεια: 92’
  • Διανομή: Tanweer

Το δίδυμο, Τζέισον Ράιτμαν και Ντιάμπλο Κόντι, που μας χάρισε το ξεχωριστό και οσκαρικό «Juno» επιστρέφει με μία κομμένη και ραμμένη στα μέτρα του ιστορία με πρωταγωνίστρια τη βραβευμένη με Όσκαρ, και ταλαιπωρημένη για τις ανάγκες της ταινίας, Σαρλίζ Θερόν. Ο τέσσερις φορές υποψήφιος για Όσκαρ σκηνοθέτης Τζέισον Ράιτμαν («Ραντεβού στον Αέρα») ενώνει και πάλι τις δυνάμεις του με τη σεναριογράφο Ντιάμπλο Κόντι σε μία τρυφερή, αιχμηρή και συγκινητική κομεντί που αποφεύγει τα κλισέ και τολμά να εξερευνήσει την ωμή πραγματικότητα πίσω από το προσωπείο της μητρότητας.

Η Μάρλο (Σαρλίζ Θερόν), μια παντρεμένη γυναίκα με δυο παιδιά, είναι έγκυος στο τρίτο, και με μισή καρδιά δέχεται το καλοπροαίρετο δώρο του αδελφού της (Μαρκ Ντουπλάς) για «νυχτερινή νταντά», με την ελπίδα να ελαττώσει λίγο το στρες της καθημερινότητας της. Η «νυχτερινή νταντά» Τάλι (Μακένζι Ντέιβις) έχει τη μορφή μιας όμορφης, ανεξάρτητης φοιτήτριας που θα τη βοηθήσει όχι μόνο να βρει περισσότερο χρόνο να ξεκουραστεί, αλλά και να αλλάξει εντελώς τη ζωή της με τον πιο απρόσμενο τρόπο.

Η σύλληψη του Tully έγινε το 2015, λίγο καιρό αφού η  Ντιάμπλο Κόντι γέννησε το τρίτο της παιδί. Με δύο μικρά παιδιά που απαιτούσαν πολύ χρόνο και ενέργεια, η Κόντι δεν έτρεφε ψευδαισθήσεις για την ικανότητα της να χειριστεί την εξουθενωτική κατάσταση σε συνδυασμό με την έλλειψη ύπνου που φέρνει ένα νεογέννητο. Προσέλαβε μια νυχτερινή νταντά, που ερχόταν στο σπίτι της στις 10 τη νύχτα και πρόσεχε το μωρό μέχρι νωρίς το επόμενο πρωί. Οι υπηρεσίες αυτού του είδους έχουν γίνει όλο και πιο δημοφιλείς μέσα σε μία δεκαετία, ειδικά ανάμεσα στις εργαζόμενες γυναίκες που ζουν σε μεγάλες πόλεις. Αλλά η Κόντι δεν ήξερε την ύπαρξη τους μέχρι την επιτυχία του Juno που την έφερε στο Λος Άντζελες για να δουλέψει στον χώρο του θεάματος. «Μεγάλωσα στο Ιλινόι και δεν είχα ακούσει για τις νυχτερινές νοσοκόμες. Μου φάνηκε παράξενη ιδέα αλλά και πολύ έξυπνη» παρατηρεί η σεναριογράφος. «Στο πρώτο μου παιδί ήμουν πεισματικά αντίθετη με την ιδέα. Το ίδιο και στο δεύτερο. Στο τρίτο, κατάπια την περηφάνια μου. Η νυχτερινή νταντά με βοήθησε με τη φροντίδα του μωρού κι έτσι μπορούσα να είμαι ξεκούραστη το πρωί για τα δύο μεγαλύτερα παιδιά μου. Ήταν μια αποκαλυπτική εμπειρία. Γιατί ακόμα και με τη βοήθεια, είσαι κουρασμένη. Ήταν σοκαριστικό πόσο την αγάπησα, γιατί ένιωθα ότι ήταν ο σωτήρας μου». Αυτή η εμπειρία της έδωσε την ιδέα για μία ταινία για την επιλόχεια προσπάθεια μιας γυναίκας και την απρόσμενα νεαρή νταντά που τη ξαναφέρνει στη ζωή.

«Ο Γιατρός Βλάπτει Σοβαρά την Υγεία»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

«Ο Γιατρός Βλάπτει Σοβαρά την Υγεία»

(Knock)  

  • Είδος: Κομεντί
  • Σκηνοθεσία: Λορέν Λεβί
  • Με τους: Ομάρ Σι, Αλέξ Λουτζ, Ανά Ζιραρντό
  • Διάρκεια: 90’
  • Διανομή: Seven Films

Ριμέικ της παλιάς ταινίας του Γάλλου Γκι Λεφράνκ, χρονολογίας 1951, με πρωταγωνιστή, τότε, τον θεατρικό ηθοποιό Λουί Ζουβέ. Ο θεατρικός ρόλος του Δόκτορος Knock (Κνοκ), σφράγισε χαρακτήρα στον Γάλλο ηθοποιό Ζουβέ, που τον ακολούθησε έως το τέλος της ζωής του, ας πούμε, σαν τον «Θύμιο» του δικού μας Κώστα Χατζηχρήστου. Ο Ζουβέ τον χαρακτήρα τού πανέξυπνου γιατρού Κνοκ τον καθιέρωσε αρχικά στο γαλλικό θέατρο, περί το 1923, ρόλος γραμμένος από τον διάσημο ποιητή και συγγραφέα Ζιλ Ρομέν (ιδρυτής και κυριότερος εκπρόσωπος του «ουνανιμιστικού» κινήματος, δεκαέξι φορές προτάθηκε για Νόμπελ Λογοτεχνίας) και έπειτα πέρασε στην μεγάλη οθόνη. Την σύγχρονη μεταφορά του εμβληματικού Γάλλου επαρχιακού γιατρού ανέλαβε η σεναριογράφος, σκηνοθέτης του θεάτρου και του κινηματογράφου Λορέν Λεβί. Τον λευκό γιατρό Κνοκ – Λουί Ζουβέ, αντικαθιστά ο πληθωρικός και ωραίος μαύρος ηθοποιός Ομάρ Σι («Άθικτοι», «Τζουράσικ Παρκ», «X-Men»).

Η ταινία ξεκινάει στην Μασσαλία του 1955 με τον μικροαπατεώνα Κνοκ (Ομάρ Σι, καλός) να είναι μπλεγμένος άγρια και με ημερομηνία λήξης από ένα τζογαδορίστικο χρέος, που εάν δεν το καταβάλει σε εικοσιτέσσερις ώρες θα του κοστίσει την ζωή. Κάπατσος και ευγενικός όπως είναι πείθει τον καπετάνιο επιβατηγού πλοίου να τον πάρει μαζί του ως γιατρό στο εξάμηνο ταξίδι στην Ινδία για να σωθεί από τους διώκτες του. Παντελώς άσχετος από την επιστήμη της ιατρικής διαβάζει συνεχώς τόμους επί τόμων στο πλοίο, εξυπηρετεί μικροσυμβάντα και αρχίζει να φτιάχνει αλοιφές και μαντζούνια για να θεραπεύσει πλούσιες τρελοαμερικάνες που τσουρουφλίζονται από την συνεχή έκθεση τους στο ήλιο. Η επιτυχία του κομπογιαννίτη γιατρού στα παρασκευάσματα είναι μεγαλειώδης και οι τιμές που τα πουλάει αστρονομικές. Ο Κνοκ φτιάχνει μια καλή χρηματική μπάζα για να σπουδάσει πέντε χρόνια στην Ιατρική Σχολή της Μασσαλίας, διαβλέποντας, πως η συγκεκριμένη επιστήμη έχει πολύ «ψωμί», καθώς όλοι ενδιαφέρονται για την υγεία τους και ουδείς διστάζει να βάλει βαθιά το χέρι στην τσέπη, αρκεί να γίνει ή να είναι καλά. Με το πέρας των ιατρικών του σπουδών του και πτυχίο με την βούλα, μεταφέρεται ως τοπικός γιατρός σε ένα πλούσιο χωριό των γαλλικών Άλπεων με υψηλό βιοτικό επίπεδο. Το Σεν Μορίς γίνεται ο οικονομικός παράδεισος του γιατρού Κνοκ, αφού ο ηλικιωμένος, προκάτοχός του, ο Δρ Παρπαλέ (Νικολά Μαριέ, καλός) διένυσε μακρόχρονη θητεία στο αλπικό χωριό, διατηρώντας τους ασθενείς του υγιέστατους, καθώς κανείς δεν έπασχε από καμία νόσο, παρά από ελάχιστα αρθριτικά, κι αυτά στους ηλικιωμένους κατοίκους. Ο Κνοκ, όμως, είδε απέραντες προοπτικές σε αυτό χωριό. Βάζει στο κόλπο τον φαρμακοποιό και την γυναίκα του, που επί προηγούμενου γιατρού Παρπαλέ ,το γεμάτο αράχνες και σκόνη φαρμακείο είχε στοιχειώσει από πελατεία και ευθύς αρχίζει να μοιράζει ασθένειες σε πλούσιους και φτωχούς, γεμίζοντας χρήμα και δόξα. Αυτά τα δυο παράξενα φαινόμενα, μαζί με τον ίδιο, καταφερτζή Κνοκ μπήκαν στο στόχαστρο του λαμόγιου ιερέα, που ολοένα έβλεπε το ποίμνιο του να εξαφανίζεται με κατεύθυνση το ιατρείο του Κνοκ, αλλά και οι οβολοί των πιστών να μειώνονται αισθητά. Ο ωραίος και αυστηρός γιατρός, που η μπίζνα του τρέχει με χίλια, γίνεται μήλο της έριδος από τις θεότρελες νυμφομανείς του χωριού, αλλά και υποκείμενο σεβασμού από τους προύχοντες του τόπου. Αποτρέπει κάθε είδους σεξουαλική επαφή με τις πωρωμένες κυρίες και ερωτεύεται σφόδρα την όμορφη Αντέλ (Ανά Ζιραρντό, καλή), την παρατρεχάμενη μιας εύπορης τσιφλικού, η οποία Αντέλ πάσχει από φυματίωση. Με δικά του έξοδα, ο ερωτευμένος γιατρός, την στέλνει σε ακριβό σανατόριο για να θεραπευτεί και όσο η νεαρή κουράρεται το παράνομο παρελθόν του Κνοκ έρχεται στο Σεν Μορίς για να συναντήσει τον επιχειρηματία γιατρό. Καλοφτιαγμένη γαλλική κομεντί με το γέλιο της, το δραματικό στοιχείο της από την  Λορέν Λεβί, που όλη η ταινία είναι κρεμασμένη πάνω στον καλό Ομάρ Σι, ο οποίος τα καταφέρνει περίφημα. Οι όποιες προεκτάσεις του θέματος, όπως: όλοι έχουμε δικαίωμα στην υγεία και στην αρρώστια, επιστήμη και θρησκεία, διαβαίνουν γρήγορα και επιδερμικά τα καταπράσινα τοπία των Άλπεων, παραμένοντας ευχάριστα στον γραφικό, σιδηροδρομικό σταθμό του χωριού. Ό,τι πρέπει για θερινό σινεμά.       

«Η Ληστεία»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

«Η Ληστεία»     

(Money) 

  • Είδος: Θρίλερ περιπέτεια
  • Σκηνοθεσία: Γκέλα Μπαμπλουανί
  • Με τους: Βενσάν Ροτιέ, Ζορζ Μπαμπλουανί, Λουί-Ντο ντε Λενσάν, Ολιβιέ Ραμπουρντέν, Μπενουά Μαζιμέλ, Σαρλότ Βαν Μπερβεσελές
  • Διάρκεια: 90’
  • Διανομή: Weird Wave

Επικεντρωμένο σενάριο στην δράση παραβατικών ενεργειών, όχι απαραίτητα από ανθρώπους τους περιθωρίου, αλλά από ψυχές που αναζητούν το καλύτερο σήμερα και αύριο στον πανταχόθεν διαβρωμένο κοινωνικό ιστό. Είναι η καινούργια ταινία του Γκέλα ή Τζέλα Μπαμπλουανί, σκηνοθέτη του υπέροχου «13 Τζαμέτι» (2005) και της αμερικανικής ολοκλήρωσης του με το  «13» (2010), ανεβάζοντας ένα σούπερ κάστ από Τζέισον Στέιθαμ, Μίκι Ρουρκ, Μάικλ Σάνον και Σαμ Ράιλι. Ο Μπαμπλουανί λατρεύει τον υπόκοσμο,  όταν, μάλιστα εμπλέκονται σε αυτόν απλοί, αδαείς φτωχοδιάβολοι, τσίτα στην απόγνωση, που για να κερδίσουν μια θέση στον ήλιο, πέφτουν σε «αρπαχτές» και, ω την ατυχία τους, τέτοιες «αρπαχτές» συνήθως είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με ότι πιο φονικό υπάρχει. Η τυχαιότητα και η ανατροπή είναι τα καλά εργαλεία σε κάθε ταινία του και με αυτά στήνει τα αιματηρά δόκανα στην πλοκή. Θριλερικού ύφους και η «Ληστεία» με άφθονες ανατροπές, καλή σκηνοθεσία σενάριο με κάποια λαθάκια (Ζορζ Μπαμπλουανί και Βινσέντ Ροτιέρ) και η αγωνία να στέκει στην ακμή των αιχμηρών στύλων της μιας ανάσας. Ο Γεωργιανός σκηνοθέτης και γιός του σκηνοθέτη Τεμούρ Μπαμπλουάνι, έφυγε από την Τυφλίδα σε ηλικία 17 χρόνων για σπουδές κινηματογράφου στην Γαλλία και από εκεί άρχισε να ανοίγει τα φτερά του με επιτυχίες και βραβεία. Η ταινία διαθέτει ρυθμό, ένταση, καλές ερμηνείες, ευφάνταστη σκηνοθεσία και ο συνεργάτης του, ο Ταριέλ Μελιάβα σε άψογη φόρμα με καλή φωτογραφία. Φυσικά ο αδελφός τού σκηνοθέτη, ο Ζορζ Μπαμπλουανί ξανά έχει τον πρωταγωνιστικό ρόλο, όπως και στο «13 Τζαμέτι». Όλη η πλοκή της ταινίας διαδραματίζεται σε μια νύχτα κι αυτό ανεβάζει την αδρεναλίνη, καθώς η μια ανατροπή γεννά την επόμενη.

Παιδικοί φίλοι, μετανάστες, ο Ντανί (Ζορζ Μπαμπλουανί, καλός) και ο Ερίκ (Βενσάν Ροτιέ, καλός) δεν είναι παράνομοι αλλά εργάζονται στο λιμάνι της Χάβρης για να τα φέρουν βόλτα. Ο Ντανί έχει κάποιες συναναστροφές με την σέρβικη συμμορία της γειτονιάς, αποπληρώνοντας τυπικά και σταθερά ένα δάνειο. Η αδελφή του Ερίκ, η Άλεξ (Σαρλότ Ντε Μπερβεσέλ, καλή) είναι παρούσα σε ένα νταραβέρι «νονών» με τον γραμματέα πολιτικής προστασίας σε ένα παρακμιακό φαγάδικο, να παραδίδουν οι μαφιόζοι μια βαλίτσα με χρήματα στον διεφθαρμένο αξιωματούχο, Μερσιέ (Λουί – Ντο Ντε Λενσάν, πολύ καλός) για να κάνει τα στραβά μάτια στο τεράστιο φορτίο ναρκωτικών που καταφθάνει στο λιμάνι. Η Άλεξ παρακολουθεί την πορεία της βαλίτσας και αμέσως ενημερώνει τον Ντανί και τον Ερίκ, πως μπορούν να κλέψουν εύκολα τα χρήματα από το σπίτι, λύνοντας το οικονομικό τους πρόβλημα μια για πάντα. Σχεδιάζουν τον τρόπο, αλλά μόλις μπαίνουν στο σπίτι, αντικρίζουν τον διεφθαρμένο πολιτικό έτοιμο να περάσει θηλιά στο λαιμό του και να αυτοκτονήσει, διότι η δίωξη συνέλαβε τους κακοποιούς, κατέσχεσε το φορτίο ναρκωτικών στο λιμάνι και ο αξιωματούχος βρέθηκε στο ικρίωμα των Μ.Μ.Ε. ως συνεργάτης της μαφίας. Από την μια η λαϊκή κατακραυγή, ο δημόσιος διασυρμός του πολιτικού ανδρός και από την άλλη τα τηλεφωνήματα από την πλευρά των μαφιόζων, του Σαρλ (Ολιβιέ Ραμπουρντέν, καλός, τον θυμάστε από την «Αρπαγή», ως ο Γάλλος πράκτορας), που θέλει πίσω την βαλίτσα με τα χρήματα. Η ληστεία τελικά ολοκληρώνεται, ο κρατικός λειτουργός γλυτώνει μεν την αυτοκτονία αλλά είναι σε άθλια κατάσταση, και οι τρεις φίλοι εξαφανίζονται από το σπίτι με την μπάζα μοιρασμένη σε ίσα μέρη και ο καθένας παίρνει τον δρόμο του. Ο άπληστος Ερικ, όμως μαζί με την αδελφή του Αλέξ θα επιστρέψουν στο σπίτι για να αρπάξει και το παραπάνω του, που είναι το χρηματοκιβώτιο με ό,τι έχει μέσα. Και τα παρατράγουδα αρχίζουν.

«1 9 4 5»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

«1945»   

  • Είδος: Δράμα εποχής (Α/Μ)
  • Σκηνοθεσία: Φέρεντς Τόροκ
  • Με τους: Πίτερ Ρούντολφ, Μπενς Τασνάντι, Ταμάς Ζάμπο Κίμελ
  • Διάρκεια: 91’
  • Διανομή: Neo Films

Εάν έχεις την οποιαδήποτε απορία για την ξαφνική παρουσία ενός άγνωστου ανθρώπου στον χώρο σου, αμέσως ρώτα τον, ποιος είναι και τι θέλει. Όταν δεν προβαίνεις σε αυτή την απλή, κοινωνική διαδικασία συστάσεων, παρά αρχίσεις να εικάζεις τι και πως, τότε είσαι βαθιά, έως το μεδούλι των οστών σου, ένοχος για κάποιο κρυφό και βδελυρό ατόπημα. Παραμένοντας ανενημέρωτος, φοβισμένος και πανικόβλητος, ευθύς οι εικασίες σου μετασχηματίζονται σε Νέμεση και ανάλογα με την λαδιά που έχεις διαπράξει σε εξολοθρεύουν. Ωραιότατη βάση για να αναπτυχθεί εξαιρετικά η κατάμαυρη ιστορία του 47χρονου Ούγγρου σκηνοθέτη Φέρεντς Τόροκ. Είναι το ασπρόμαυρο πορτρέτο, σε μορφή καταγραφής-διαμαρτυρίας της πολύπαθης Ουγγαρίας, ακριβώς μετά την λήξη του Β΄ ΠΠ, εξ΄ ου και ο τίτλος της ταινίας «1945». Είναι αυτό που βίωσε και η χώρα μας με την γερμανική κατοχή και τους γερμανόφιλους, Έλληνες, δοσίλογους (ο Θεός να τους κάνει Έλληνες), που άρχισαν να απολαμβάνουν, δυστυχώς έως σήμερα οι απόγονοι τους, τα «δώρα» των ναζί για την άριστη συνεργασία και την καλή διαγωγή τους στο Γ΄ Ράιχ. Είναι ο επίλογος ενός ματωμένου ημερολογίου, που υπάνθρωποι γύρω μας εκμεταλλεύτηκαν τις δολοφονικές διώξεις συνανθρώπων μας και πλούτισαν.  Σάμπως, μια από τα ίδια δεν συμβαίνει και σήμερα, εν ονόματι, πάντα, της «ευρωπαϊκής ένωσης», της «ευρωπαϊκής ακεραιότητας» και του «ευρωπαϊκού ιδεώδους;», πανάθεμα με; Το θέμα του σκηνοθέτη Τόροκ αμιγώς επικεντρωμένο στην γνωστή κακοποίηση των Ούγγρων Ιουδαίων από τους ναζί (διώξεις, στρατόπεδα συγκεντρώσεως, δημεύσεις περιουσιών και μεταφορά αυτών στα «καλόπαιδα» των γερμανόφιλων Ούγγρων), ουδεμία στιγμή εκστομίζει την λέξη «ναζί», «Γερμανία», «Γ΄ Ράιχ», «δοσίλογος», παρά η πλοκή και φυσικά η χρονολογία που εκτυλίσσεται το σενάριο προσφέρουν το αυτονόητο. Έξυπνο! Το συγκεκριμένο καλοστημένο τέχνασμα, δίνει διαχρονικότητα στο θέμα, σαν να μην άλλαξε τίποτα από το 1945 έως σήμερα και η ιστορία να επαναλαμβάνεται ακριβώς στο ίδιο μοτίβο. Το σπουδαίο του Τόροκ είναι η άμεση θεατρικότητα στο δωρικό στήσιμο της ταινίας και η απουσία χρωμάτων, παραμένοντας στο ασπρόμαυρο που εκφράζει μεν την καλλιτεχνικότητα της ταινίας με την φωτογραφική σπουδή του γκουρού Ελέμερ Ραγκάλι, αλλά και το ασπρόμαυρο καταβάσιο στην γενικότερη ψυχοσύνθεση των θυμάτων και των ενόχων. Άσπρα και μαύρα ή το αντίθετο σε κάθε τι ρημαγμένο, σε κάθε τι που δεν διορθώνεται και πέρα για πέρα παραμένει ακριβά ζυγισμένο στην μισαλλοδοξία, στην προδοσία, τον φθόνο και την σιωπηρή τιμωρία.

Ζεστή αυγουστιάτικη ημέρα του 1945, η βόμβα σε Χιροσίμα και Ναγκασάκι έπεσαν, ο πόλεμος κτύπησε την λήξη του και οι κάτοικοι του μικρού, ουγγρικού χωριού, ελεύθεροι από την γερμανική κατοχή (φαινομενικά) είναι αφοσιωμένοι στην προετοιμασία για το γάμο του γιου του τοπικού κοινοτάρχη. Καταφθάνουν, όμως, στον σταθμό των τρένων δύο Ορθόδοξοι Ιουδαίοι, κουβαλώντας κάποια μυστηριώδη μπαούλα. Οι χωρικοί παθαίνουν αμόκ, τρέμοντας στην ιδέα πως πρόκειται για επιζώντες από τα ναζιστικά στρατόπεδα θανάτου, που επέστρεψαν ζωντανοί για να διεκδικήσουν την χαμένη τους περιουσία. Αυτές τις περιουσίες των Ιουδαίων, δηλαδή, που οι ναζί, έπειτα από την αιχμαλωσία του τοπικού ιουδαϊκού στοιχείου, την παρέδωσαν με συνοπτικές διαδικασίες στους «φίλους», τους Ούγγρους γερμανόφιλους. Η παρουσία των Σοβιετικών στρατιωτών στο χωριό είναι ήδη έντονη παντού. Οι φίλα προσκείμενοι στην νέα κατάσταση πραγμάτων που διαφαίνεται στον πολιτικό ορίζοντα της χώρας είναι εμφανής και όσοι αποδέχτηκαν ακίνητα, τιμαλφή, κτήματα κατατρεγμένων Ιουδαίων βρίσκονται σε κατάσταση πανικού. Το ευτράπελον της υπόθεσης είναι, ότι ο αστυνόμος του χωριού και «μπράβος» του τομαριού, χαφιέ κοινοτάρχη, κυκλοφορεί ακόμα με γερμανική στολή δίχως τα εθνόσημα ή τα οπλόσημα των Ες Ες, χρησιμοποιώντας και την γνωστή τρίκυκλη μοτοσυκλέτα με το καλάθι (απίθανο), προσφορά των κατακτητών. Το πρόσφατο, αισχρό παρελθόν αναδύεται με την άφιξη των δυο μαυροφορεμένων και βλοσυρών Ιουδαίων. Οι ευθύνες μετατίθενται από τον έναν, αναλόγως με το σθένος του καθενός ουτιδανού, στον άλλον και όσο διαρκεί η πεζοπορία των δυο σιωπηλών ανδρών (μοιάζει με νεκρική πομπή δυο ανθρώπων), από τον σταθμό του τρένου έως την πλατεία του χωριού, ακολουθώντας το αργό κάρο με τα δυο αινιγματικά μπαούλα τους, η μικρή, αγροτική κοινότητα, που συμπεριφέρθηκε χυδαία και προδοτικά στους συντοπίτες τους Ιουδαίους, μοιάζει να έχει αρπάξει στο κεφάλι ατομική βόμβα. Άπαντες αναφέρουν, ότι οι υποτιθέμενοι νεκροί γύρισαν από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και θέλουν πίσω τα υπάρχοντα τους (φρικτό!). Γίνεται το σώσε σ΄ αυτό το στιβαρό δημιούργημα του  Φέρεντς Τόροκ (και συν-σεναριογράφος με τον Γκάμπορ Σάντο), μετρώντας το βαθύ ρήγμα του σκότους που επικρατεί στην ανθρώπινη φύση. Οι ερμηνείες απίθανες και ενώ δεν υπάρχει, καθ΄ όλη την διάρκεια της ταινίας, πουθενά η έντονη βία, η εσωτερικότητα του δημιουργήματος εκπέμπει δύναμη, ατόφιο πνεύμα, ειρωνεία και, ας πούμε, μια μικρή δόση ικανοποίησης ως προς το αισχρόν και το ποτατόν του θέματος, που είναι η αναίδεια και η ύβρις προς τους συνανθρώπους μας σε ζοφερές εποχές.        

«Η Συμμορία των Πέντε»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

 «Η Συμμορία των Πέντε»                          

(The Ladykillers) 

  • Είδος: Κωμωδία (Έτος 1955) Έγχρωμο
  • Σκηνοθεσία: Αλεξάντερ Μακέντρικ
  • Με τους: Αλεκ Γκίνες, Πίτερ Σέλερς, Σέσιλ Πάρκερ, Χέρμπερτ Λομ, Ντάνι Γκριν, Κέιτι Τζονσον
  • Διάρκεια: 97’
  • Διανομή: Bibliotheque
  • Η ταινία είναι σε επανέκδοση με αποκατεστημένες κόπιες
  • Προβάλλεται μόνο στους κινηματογράφους: Σινέ «Θησείο»Σινέ «Ριβιέρα» (Εξάρχεια) – Σινέ «Όαση» (Παγκράτι)

Αν και γεννήθηκε στην Βοστώνη, ακολούθησε τον δρόμο της καταγωγής των κηδεμόνων του προς την Σκωτία μεριά, όπου και σπούδασε τα της 7ης Τέχνης. Ο αγγλικός κινηματογράφος είναι αυτός που ανέδειξε τον καταπληκτικό Αλεξάντερ Μακέντρικ (8 Σεπτεμβρίου 1912 – 22 Δεκεμβρίου 1993) με ταινίες, αρχικά,  ακέραια στερεωμένες στην γνωστή φόρμα της βρετανικής σχολής. Γέννημα θρέμμα των γνωστών «Ealing Studios» του δυτικού Λονδίνου, μετά τον Β’ ΠΠ ο Μακέντρικ μεγαλούργησε. Λεπτεπίλεπτος, πειθαρχημένος, πάντα ευγενικός και ουσιώδης στα πλάνα του, τονίζει τους χαρακτήρες των έργων του με πανέμορφη, εσωτερική διάθεση και τέχνη, που πραγματικά σε σκλαβώνει. Αισθητστής και συνάμα θιασώτης του ήπιου topsy-turvy κινεί την κάμερα με άνεση, θεατρικότητα και απόλυτο έλεγχο στα δυο ακραία σημεία, χαϊδεύοντας τον θεατή με μια συνεχόμενη αγωνία στην πλοκή δοσμένη από απαλό, βασανιστικό, μεταξένιο γάντι. Κάτι σαν τον δικό μας, τον «γαλαζοαίματο» και «αριστοκράτη» του ελληνικού σινεμά, Γιώργο Τζαβέλλα. Οι ταινίες τού Αλεξάντερ Μακέντρικ είναι αριστουργήματα και δικαίως αναγνωρίζεται ως ένας από τους μεγάλους εκφραστές της ακμάζουσας μεταπολεμικής, αγγλικής, κινηματογραφικής βιομηχανίας. Η πρώτη του ταινία προβάλλεται το 1949 με το τίτλο «Whisky Galore» (Ουίσκι Δίχως Δελτίο). Το 1952 ο Μακέντρικ μεταφέρει στην μεγάλη οθόνη το δραματικό βιβλίο παιδικής φαντασίας «The Day is Ours» της Αγγλίδας συγγραφέως και δασκάλας Χίλντα Λιούς με τον κινηματογραφικό τίτλο «Μάντι». Το 1951 προβάλει το υψηλό μέγεθος της ωριμότητας του, σκηνοθετώντας την ταινία «The Man in the White Suit» (Ο Άνθρωπος με το Άσπρο Κοστούμι) ένα ταινιακό κράμα με δίκαιο κέρασμα στην σάτιρα, το δράμα και την επιστημονική φαντασία, ανακαλύπτοντας στο πρόσωπο και τις υποκριτικές δυνατότητες του Άλεκ Γκίνες την θεατρική πλαστικότητα που αναζητάει. Ακολουθεί το 1955 το καινοτόμο από πολλές απόψεις «The LadyKillers» (ελλ. τίτλος: Η Συμμορία των Πέντε), σε παραγωγή των «Ealing Studios», που προβάλλεται αυτή την εβδομάδα με αποκατεστημένες κόπιες, πάλι με τον Άλεκ Γκίνες στον πρωταγωνιστικό ρόλο εντελώς αλλαγμένο (είναι η 17η κατά σειρά ταινία του μεγάλου ηθοποιού), μαζί με τον 30χρονο τότε Πίτερ Σέλερς στην 5η κατά σειρά μεγάλου μήκους ταινία του. Η ταινία του Αλεξάντερ Μακέντρικ κερδίζει μια υποψηφιότητα Όσκαρ στην κατηγορία Σεναρίου για την εμπνευσμένη πένα του Αμερικανού, σεναριογράφου Ουίλιαμ Ρόουζ (βραβείο Όσκαρ για το «Μάντεψε Ποιος θα Έρθει το Βράδυ») και γίνεται ένα όχι τόσο επιτυχημένο ριμέικ το 2004 από τους Αδελφούς Ίθαν και Τζοέλ Κοέν με πρωταγωνιστή τον Τομ Χάνκς. Η πρώτη, αυθεντική έκδοση του 1955 παραμένει αξεπέραστη. Το εστέτ ύφος τού Μακέντρικ διασχίζει τον Ατλαντικό και πλασάρεται στο Χόλιγουντ το 1957 με την ταινία αριστούργημα «Sweet Smell of Success» (Η Γλυκιά Μυρωδιά της Επιτυχίας) και πρωταγωνιστές τον Τόνι Κέρτις και τον Μπερτ Λανκάστερ σε ένα καταπληκτικό φιλμ εξαίσια ριζωμένο στον κύκλο των noir ηρώων με διαχρονική δύναμη. Ίσως η μεγάλη ερμηνεία της καριέρας του Λανκάστερ, την οποία απόλαυσα το 2012 στις Νύχτες Πρεμιέρας του Κινηματογραφικού Φεστιβάλ της Αθήνας. Έπειτα από τρεις ταινίες, ο Αλεξάντερ Μακέντρικ to 1969 περνάει τις πύλες της Ακαδημαϊκής καριέρας, αποδεχόμενος την έδρα του καθηγητή στο Τμήμα Κινηματογράφου του Ινστιτούτου Καλών Τεχνών της Καλιφόρνιας, σπουδαία έδρα που την κράτησε με επιτυχία μέχρι λίγο καιρό πριν αποχωρήσει από τα γήινα το 1993 προσβεβλημένος από βαριά πνευμονία.       

Ο ευγενικός προφέσορ Μάρκους (Άλεκ Γκίνες – απολαυστικός), επισκέπτεται την Αγγλίδα, χήρα γριούλα κυρία Γουίλμπερφορς (Κέτι Τζόνσον, πολύ καλή) για να νοικιάσει ένα από τα δωμάτια του σπιτιού της. Την παρακαλεί να έχει την ησυχία του, όταν ακόμα τέσσερις φίλοι του θα τον επισκέπτονται για να επιδίδονται σε πολύωρες πρόβες ως ερασιτεχνικό, πενταμελές, μουσικό σχήμα εγχόρδων. Ενθουσιασμένη η μοναχική χήρα καπετάνιου με τους τρεις παπαγάλους στο σπίτι της αποδέχεται τον καινούργιο ενοικιαστή και την μικρή απαίτηση του. Καταφθάνουν και οι άλλοι τέσσερις: ο «Ταγματάρχης» (Σέσιλ Πάρκερ – πολύ καλός), ο Λούις (Χέρμπερτ Λομ, πολύ καλός), ο κ. Λόουσον, γνωστός και ως «Παλαιστής» (Ντάνι Γκριν, καλός) – το απίθανο ψευδώνυμο του είναι «one round» (του ενός γύρου) –  και ο κ. Ρόμπινσον (Πίτερ Σέλερς – απίθανος) γνωστός και ως Χάρι. Βέβαια καμιά σχέση δεν έχουν με την μουσική αυτά τα πέντε μούτρα, αλλά είναι μια συμμορία ληστών με αρχηγό τον εγκέφαλο της σπείρας, τον προφέσορ Μάρκους που σχεδιάζουν την ληστεία της χρηματαποστολής στον κοντινό σταθμό του τρένου.  Εμπλέκουν την γριούλα στο κόλπο, εν αγνοία της, η ληστεία πετυχαίνει και ένα μικρό, αδέξιο λάθος φέρνει τα πάνω κάτω. Η γιαγιά καταλαβαίνει πως είναι οι ληστές του τρένου και η συμμορία αποφασίζει να την δολοφονήσει.

Έξι ηθοποιοί στο κινηματογραφικό «σανίδι» του Αλεξάντερ Μακέντρικ αποδίδουν την γουστόζικη πένα του Ουίλιαμ Ρόουζ σε μια μαύρη κωμωδία καταστάσεων με πλούσιο, αγγλικό, θεατρικό στήσιμο. Ο Άλεκ Γκίνες στην πρώτη του ερμηνευτική περίοδο, όπως και ο Πίτερ Σέλερς πλαισιωμένοι από το ευλύγιστο, μεταπολεμικό, made in England, καστ και τον υπέροχο Τσέχο ηθοποιό Χέρμπερτ Λομ (τον θυμάστε ως τον φουκαρά επιθεωρητή στον «Ροζ Πάνθηρα», που περνάει τον τάραχο του από τον Πίτερ Σέλερς), νεότατος εδώ, να προσφέρουν για 97 λεπτά της ώρας πραγματικό σινεμά στις αισθήσεις μας. Η έντιμη και καλοπροαίρετη γριούλα, κ Γουίλμπερφορς (Κέιτι Τζόνσον, καθαρόαιμη, θεατρική περσόνα, απολαυστικός ο χαρακτήρας της) με τους παπαγάλους της μεταμορφώνεται από την αγαθοσύνη της το βασικό στοιχείο της ανατροπής.  Μην χάσετε την ταινία, είναι πραγματικό κέντημα μιας άλλης εποχής.     

«Tully: Τα Παιδιά είναι Ευτυχία;»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

«Tully: Τα Παιδιά είναι Ευτυχία;»             

(Tully)                  

  • Είδος: Κοινωνικό
  • Σκηνοθεσία: Τζέισον Ράιτμαν
  • Με τους: Σαρλίζ Θερόν, Μακένζι Ντέιβις, Ρον Λίβινγκστον, Μαρκ Ντουπλάς
  • Διάρκεια: 92’
  • Διανομή: Tanweer

Το δίδυμο, Τζέισον Ράιτμαν και Ντιάμπλο Κόντι, που μας χάρισε το ξεχωριστό και οσκαρικό «Juno» επιστρέφει με μία κομμένη και ραμμένη στα μέτρα του ιστορία με πρωταγωνίστρια τη βραβευμένη με Όσκαρ, και ταλαιπωρημένη για τις ανάγκες της ταινίας, Σαρλίζ Θερόν. Ο τέσσερις φορές υποψήφιος για Όσκαρ σκηνοθέτης Τζέισον Ράιτμαν («Ραντεβού στον Αέρα») ενώνει και πάλι τις δυνάμεις του με τη σεναριογράφο Ντιάμπλο Κόντι σε μία τρυφερή, αιχμηρή και συγκινητική κομεντί που αποφεύγει τα κλισέ και τολμά να εξερευνήσει την ωμή πραγματικότητα πίσω από το προσωπείο της μητρότητας.

Η Μάρλο (Σαρλίζ Θερόν), μια παντρεμένη γυναίκα με δυο παιδιά, είναι έγκυος στο τρίτο, και με μισή καρδιά δέχεται το καλοπροαίρετο δώρο του αδελφού της (Μαρκ Ντουπλάς) για «νυχτερινή νταντά», με την ελπίδα να ελαττώσει λίγο το στρες της καθημερινότητας της. Η «νυχτερινή νταντά» Τάλι (Μακένζι Ντέιβις) έχει τη μορφή μιας όμορφης, ανεξάρτητης φοιτήτριας που θα τη βοηθήσει όχι μόνο να βρει περισσότερο χρόνο να ξεκουραστεί, αλλά και να αλλάξει εντελώς τη ζωή της με τον πιο απρόσμενο τρόπο.

Η σύλληψη του Tully έγινε το 2015, λίγο καιρό αφού η  Ντιάμπλο Κόντι γέννησε το τρίτο της παιδί. Με δύο μικρά παιδιά που απαιτούσαν πολύ χρόνο και ενέργεια, η Κόντι δεν έτρεφε ψευδαισθήσεις για την ικανότητα της να χειριστεί την εξουθενωτική κατάσταση σε συνδυασμό με την έλλειψη ύπνου που φέρνει ένα νεογέννητο. Προσέλαβε μια νυχτερινή νταντά, που ερχόταν στο σπίτι της στις 10 τη νύχτα και πρόσεχε το μωρό μέχρι νωρίς το επόμενο πρωί. Οι υπηρεσίες αυτού του είδους έχουν γίνει όλο και πιο δημοφιλείς μέσα σε μία δεκαετία, ειδικά ανάμεσα στις εργαζόμενες γυναίκες που ζουν σε μεγάλες πόλεις. Αλλά η Κόντι δεν ήξερε την ύπαρξη τους μέχρι την επιτυχία του Juno που την έφερε στο Λος Άντζελες για να δουλέψει στον χώρο του θεάματος. «Μεγάλωσα στο Ιλινόι και δεν είχα ακούσει για τις νυχτερινές νοσοκόμες. Μου φάνηκε παράξενη ιδέα αλλά και πολύ έξυπνη» παρατηρεί η σεναριογράφος. «Στο πρώτο μου παιδί ήμουν πεισματικά αντίθετη με την ιδέα. Το ίδιο και στο δεύτερο. Στο τρίτο, κατάπια την περηφάνια μου. Η νυχτερινή νταντά με βοήθησε με τη φροντίδα του μωρού κι έτσι μπορούσα να είμαι ξεκούραστη το πρωί για τα δύο μεγαλύτερα παιδιά μου. Ήταν μια αποκαλυπτική εμπειρία. Γιατί ακόμα και με τη βοήθεια, είσαι κουρασμένη. Ήταν σοκαριστικό πόσο την αγάπησα, γιατί ένιωθα ότι ήταν ο σωτήρας μου». Αυτή η εμπειρία της έδωσε την ιδέα για μία ταινία για την επιλόχεια προσπάθεια μιας γυναίκας και την απρόσμενα νεαρή νταντά που τη ξαναφέρνει στη ζωή.

«24 Ωρες Προθεσμία»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

«24 Ωρες Προθεσμία»            

(24 Hours to Live)  

  • Είδος: Δράση, Περιπέτεια
  • Σκηνοθεσία: Μπράιαν Σμερζ
  • Με τους: Ιθαν Χοκ, Ξου Κινγκ, Πολ Αντερσον, Λίαμ Κάνινγκχαμ, Ρούτγκερ Χάουερ
  • Διάρκεια: 100’
  • Διανομή: Spentzos Films

Ο Τράβις (Ιθαν Χοκ), ένας πρώην στρατιώτης των ειδικών δυνάμεων αγωνίζεται να ξεπεράσει τον ξαφνικό θάνατο της γυναίκας και του γιού του. Ένας παλιός του συνάδελφος τον πλησιάζει και του κάνει μια δελεαστική πρόταση με μεγάλο οικονομικό όφελος. Να αναλάβει μια επικίνδυνή αποστολή δολοφονίας για λογαριασμό ενός πανίσχυρου μυστικού οργανισμού. Ο Τράβις θα δεχθεί την πρόταση αλλά λίγο πριν ολοκληρώσει την αποστολή του θα γίνει αντιληπτός με αποτέλεσμα να δεχθεί πυρά από την Ιντερπόλ. Και ενώ νομίζει ότι όλα τελείωσαν ξυπνάει στο τραπέζι μια χειρουργικής αίθουσας.

Ο Κώστας και ο Κωνσταντίνος Χαρδαβέλλας συζητούν με την Τίνα Πανώριου

Τίνα Πανώριου

Τίνα Πανώριου

panoriout@gmail.com

«…η δημοσιογραφία στα δικά μου μάτια δεν είχε ποτέ σασπένς. Ίσως γιατί ξέρω πώς είναι όταν τα φώτα σβήνουν.» (Κωνσταντίνος Χαρδαβέλλας)

Ο Κώστας Χαρδαβέλλας γεννήθηκε στον Πειραιά, το1945 και σπούδασε δημοσιογραφία στην Αθήνα. Πρωτοεμφανίστηκε στη δημοσιογραφία κατά την περίοδο της Χούντας, στην εφημερίδα «Έθνος». Η πρώτη του τηλεοπτική εμφάνιση έγινε το 1977, με την παρουσίαση της εκπομπής «Πρόσκληση στο στούντιο στην ΕΡΤ». Συμμετείχε στην ψυχαγωγική εκπομπή «Σάββατο πρωί, Κυριακή βράδυ» το 1978, ενώ μαζί με τους δημοσιογράφους Γιάννη Δημαρά και Γιώργο Λιάνη παρουσίαζε την πετυχημένη και πολυσυζητημένη εκπομπή της εποχής εκείνης «Ρεπόρτερς», στην ΥΕΝΕΔ το 1982 και μετέπειτα στην ΕΡΤ2. Το 1993 πήγε στο Mega, όπου παρουσίαζε δύο τηλεοπτικές εκπομπές: το «60 λεπτά χωρίς ρεπορτάζ» και το «Ρεπορτάζ στην ομίχλη». Το 1995 μετακινείται στο Star, όπου μέχρι το 1999, συνέχιζε να παρουσιάζει την εκπομπή «Ρεπορτάζ στην ομίχλη». Τον ίδιο χρόνο παρουσιάζει, την εκπομπή «Πρεμιέρα». Το 2000 πηγαίνει στον ΑΝΤ1 και παρουσιάζει την ενημερωτική εκπομπή «9η Εντολή», ενώ τον επόμενο χρόνο επιστρέφει στην ΕΤ1, όπου παρουσίασε την ενημερωτική εκπομπή «Www.άνθρωποι.gr.» Το 2002 μετακινείται στο Alter, όπου παρουσίαζε, τρείς ενημερωτικές εκπομπές: το «Χωρίς ρεπορτάζ ΙΙ», την εκπομπή «Ο Αθέατος Κόσμος» και την εκπομπή «Οι Πύλες του ανεξήγητου». Το 2013 εντάσσεται στο GR TV, με τον «Αθέατο Κόσμο». Λίγο αργότερα πηγαίνει στο Extra 3, επίσης με τον «Αθέατο Κόσμο». Λίγο μετά, εντάσσεται στο δυναμικό του Epsilon TV, όπου παρέμεινε μέχρι το 2016, παρουσιάζοντας το Κεντρικό δελτίο του σταθμού και δύο εκπομπές τις «Εξελίξεις» και την ψυχαγωγική «Όλοι οι καλοί χωράνε». Ταυτόχρονα από το 2011, αρθρογραφεί στην εφημερίδα «Real News» και στον  «Newsbomb», ενώ τα Σαββατοκύριακα, παρουσιάζει ενημερωτική εκπομπή στον ραδιοφωνικό σταθμό «Partyfm 97,8».

Ο Κωνσταντίνος Χαρδαβέλλας τελείωσε  το Λεόντειο Λύκειο Νέας Σμύρνης. Έχει Bachelor (BSc) Διατροφής και Διαιτολογίας από την Ιατρική Σχολή του Kings College London και μεταπτυχιακό (PG) στην Ψυχολογία από το University of Liverpool. Ολοκληρώνει  το Mεταπτυχιακό (MSC) στην Εκτίμηση και Διαχείριση Επαγγελματικού, Περιβαλλοντικού και Φαρμακευτικού Κινδύνου, στην Ιατρική Σχολή του ΕΚΠΑ. Είναι μέλος του Πανελληνίου Συλλόγου Διαιτολόγων-Διατροφολόγων (HDA). Διδάσκει Διαιτολογία στο Τμήμα Διατροφής-Διαιτολογίας και Τεχνολογίας Τροφίμων του ΙΕΚ ΑΛΦΑ και το πρώτο του βιβλίο φέρει τον τίτλο «Κώστας Χαρδαβέλλας – Το Ζεϊμπέκικο του Νικητή».

Προς κ. Κωσταντίνο Χαρδαβέλλα

Διαβάζω στον πρόλογο σας, ότι τα πρόσωπα, τα κορίτσια δηλαδή που ενεπλάκησαν με τον Βάνια Βενιέρη, ήσαν πρόσωπα υπαρκτά. Ήσαν δηλαδή ερωτικοί σύντροφοι του μπαμπά σας ή κάποιων συναδέλφων του, αλλοδαπών και δικών μας, και εσάς ως παιδάκι σας ιντρίγκαραν αυτές οι ιστορίες; Θα θέλατε να πρωταγωνιστήσετε κι εσείς μια μέρα παρά το  όποιο τίμημα;

Από μικρή ηλικία άκουγα τέτοιες ιστορίες, όχι με ήρωα τον πατέρα μου, αλλά γνωστούς και συναδέλφους του και πολύ συχνά με ανθρώπους που ο πατέρας μου γνώριζε στο πλαίσιο του ρεπορτάζ.  Φυσικά εγώ δεν μάθαινα το «πιπεράτο» κομμάτι, αλλά έμενα στην γενική περιγραφή σχέσεων όπου οι γυναίκες αντιμετωπίζονταν σαν «παιχνιδάκια» από άνδρες, τους οποίους θεωρούσα πάντα παραδείγματα προς αποφυγήν. Πριν από δύο χρόνια, όταν ο πατέρας μου μού χάρισε τα ημερολόγια που κρατούσε το καλοκαίρι του 2009, όπου έδινε μία σκληρή μάχη με τον καρκίνο, διάβασα σε αυτά δύο προσωπικές του εμπειρίες, εντελώς άλλου κλίματος, που με συγκλόνισαν. Ήταν τότε που σκέφτηκα να γράψουμε αυτό το βιβλίο, αλλά όχι με την μορφή «ρομαντικού αναγνώσματος» που στο τέλος ο «κακός» μεταμορφώνεται στον «πρίγκιπα του παραμυθιού», αλλά ένα ρεαλιστικό μυθιστόρημα που θα περιγράφει ό,τι συμβαίνει συνήθως στην κανονική ζωή. Με πρωταγωνίστριες κάποιες γυναίκες που επιτρέπουν στους άντρες να τούς φέρονται «σκάρτα».

Στη συγγραφή μικρό  ρόλο έπαιξε και η μητέρα σας , καθώς και η ίδια γράφει;

Μεγάλωσα σε ένα σπίτι όπου όλοι γράφουν. Ποτέ όμως δεν μου είπαν οι γονείς μου «γράψε κι εσύ». Κατά την διάρκεια των σπουδών μου στο Λονδίνο, για να περάσει ευχάριστα η ώρα μου, ξεκίνησα να γράφω. Έχω έτοιμο ένα αστυνομικό θρίλερ, ένα βιβλίο επιστημονικής φαντασίας και ένα άλλο που έχει άμεση σχέση με την δουλειά μου, δηλαδή την διατροφή.

Σπουδάσατε Διαιτολογία – Διατροφολογία και Ψυχολογία στο Λονδίνο. Μα αναρωτιέμαι, πως δεν σας κέρδισε έστω και για λίγο το επάγγελμα του πατέρα σας; Είχε σασπένς το δίχως άλλο…

Σασπένς έχει να πείσεις έναν άνθρωπο που όλη του τη ζωή καταναλώνει μεγάλες ποσότητες ανθυγιεινών τροφών και γλυκών, να αγαπήσει το σώμα του και να αλλάξει συνήθειες. Η δημοσιογραφία στα δικά μου μάτια δεν είχε ποτέ σασπένς. Ίσως γιατί ξέρω πώς είναι όταν τα φώτα σβήνουν. Και αυτό είναι ένα στοιχείο που υπάρχει στις «12 Γυναίκες», αφού ο ήρωας είναι ένας «μεγαλοδημοσιογράφος» που ο κόσμος λατρεύει και θεωρεί έντιμο αλλά στην πραγματικότητα είναι βουτηγμένος στην διαπλοκή.

Το πρώτο σας βιβλίο «Κώστας Χαρδαβέλλας: Το ζεϊμπέκικο του νικητή» (Εκδόσεις Πατάκη) είχε ως θέμα;

Την μάχη του πατέρα μου με τον καρκίνο. Το καλοκαίρι του 2009, ο πατέρας μου διαγνώστηκε με μεταστατικό, επιθετικό καρκίνο. Την ίδια εποχή εγώ ετοιμαζόμουν να δώσω Πανελλήνιες εξετάσεις, ενώ περίμενα απαντήσεις από Πανεπιστήμια του Λονδίνου. Όλα όσα ζούσε τότε ο ίδιος και η οικογένειά μας, τα κατέγραφε σε ένα ημερολόγιο, το οποίο μου παρέδωσε έξι χρόνια μετά, όταν αποφοίτησα από το King’s College London. Διαβάζοντάς το, ένιωσα πως έπρεπε να γίνει βιβλίο για να δώσει δύναμη και ελπίδα σε όσους παλεύουν με κάποια αρρώστια, αλλά και σε όσους έχουν χάσει την πίστη στον εαυτό τους. Του το είπα κι έτσι γράφτηκε το «Κώστας Χαρδαβέλλας: Το Ζεϊμπέκικο του Νικητή».

Μετά τις 12 γυναίκες να αναμένουμε από σας τι; Έχετε κάτι στα σκαριά;

Δεν είμαι επαγγελματίας συγγραφέας και δεν ξέρω εάν μπορώ και εάν θέλω να γίνω. Γράφω από χόμπι και δεν είμαι σίγουρος ότι θα συνεχίσω να εκδίδω τις ιστορίες μου. Η δουλειά μου είναι και θα παραμείνει η διαιτολογία. Άρα από εμένα να αναμένεται ανθρώπους που θα αγαπήσουν το σώμα τους και θα υιοθετήσουν έναν υγιή τρόπο διατροφής. Ίσως και ένα βιβλίο με θέμα την διατροφή. Θα δούμε…

«…χάρη στην δημοσιογραφία έχω ζήσει 1.000 ζωές και αν ζήσω άλλες 100 φορές πάλι δημοσιογράφος θα γίνω» (Κώστας Χαρδαβέλλας)

"Οι Ρεπόρτερς": Γιώργος Λιάνης, Κώστας Χαρδαβέλλας και Γιάννης Δημαράς

Προς κ. Κώστα Χαρδαβέλλα

Το βιβλίο σας βασίζεται σε αληθινά γεγονότα Δεν «φοβηθήκατε» λίγο μην κάποιο από τα κορίτσια που παίζουν παιγνίδι, αναγνωρίσουν τον εαυτό τους και σας την «πέσουν»;

Οι ιστορίες έχουν γραφτεί έτσι ώστε να μην είναι αναγνωρίσιμες οι ηρωίδες τους. Η μυθοπλασία έχει παίξει σημαντικό ρόλο στο να μην εκθέσουμε ή να μην προσβάλλουμε καμία. Υπάρχουν ιστορίες στις οποίες έχουμε συνδυάσει δύο και τρεις διαφορετικές γυναίκες, δημιουργώντας μία φανταστική.

Το αφιερώνετε στις γυναίκες που πληγώθηκαν και πλήγωσαν. Όμως  στη σούμα ο κυνικός, αναγνωρίσιμος  δημοσιογράφος καθαρή την έβγαλε. Οι άλλες πλήρωσαν  στην ουσία  την ελαφρότητα  τους να τον ερωτευτούν για όποιους λόγους, έτσι δεν είναι;

Αυτό δεν συμβαίνει και στην πραγματική ζωή; Ξέρετε πολλούς άντρες που «παίζουν» με τις ψυχές των γυναικών και στο τέλος να τιμωρούνται; Εγώ, δυστυχώς, δεν ξέρω. Η δικαιοσύνη και η τιμωρία σε τέτοιες περιπτώσεις, υπάρχουν στα μυθιστορήματα και σπανίως στην αληθινή ζωή. Δεν είναι τυχαίο πως όσοι άνδρες διαβάζουν το βιβλίο, δυσκολεύονται να καταλάβουν τον λόγο που γράφτηκε, ενώ οι γυναίκες αναγνωρίζουν τους εαυτούς τους, τις φίλες, τις μανάδες τους ή τις αδελφές τους, που πολλές χαντάκωσαν τις ζωές τους «σημαδεμένες» από έναν «Βάνια Βενιέρη». Λυπάμαι εάν κάποιοι κάνουν ότι δεν συμβαίνει, αλλά ο κόσμος που ζούμε ήταν και παραμένει βαθύτατα φαλλοκρατικός. Και αυτό είναι ένα θέμα που στις «12 Γυναίκες» προβάλλεται κυνικά, ρεαλιστικά και για αυτό ίσως ενοχλεί κάποιους σοβαροφανείς ή κάποιους συντηρητικούς. Ίσως ενοχλεί και κάποιους υποκριτές, αλλά αυτή είναι η δυστυχώς η αλήθεια.

Ο γιός σας δεν ακολούθησε την καριέρα σας. Σας ενοχλεί λίγο αυτό; Εσείς που αποφασίσατε να γίνεται δημοσιογράφος από την πρώτη μέρα που πιάστε μολύβι στο χέρι σας;

Δεν θα σας πω ψέματα. Με ενοχλεί λίγο. Θα ήθελα να γίνει δημοσιογράφος ο Κωνσταντίνος και αστειευόμενος του λέω ότι αν το έκανε θα υπήρχε για 150 χρόνια ένας δημοσιογράφος που θα λεγόταν «Κώστας Χαρδαβέλλας». Νομίζω πως ο γιος μου απομυθοποίησε νωρίς την δημοσιογραφία, δεν την ερωτεύτηκε και ως εκ τούτου καλύτερα που δεν την ακολούθησε γιατί δεν θα την έκανε καλά.

Το δικό σας ταξίδι ξεκίνησε πολύ νωρίς μάλιστα;

Ήξερα ότι θα γίνω δημοσιογράφος από την ηλικία των 10 ετών. Έγραφα, έγραφα, έγραφα. Στα 18 μου, πήγα στην εφημερίδα «Έθνος» και ξεκίνησα ως άμισθος δημοσιογράφος να κατακτήσω το όνειρό μου, δουλεύοντας παράλληλα σε μία τεχνική εταιρία, όπου ήμουν το παιδί για όλες τις δουλειές, γιατί είχα ανάγκη το μεροκάματο για να επιβιώσω. 

Κοιτάζοντας πίσω υπάρχει μια στιγμή  ανάμεσα στις αμέτρητες, από τα τόσα χρόνια στο κουρμπέτι, που να ανακαλείτε με ιδιαίτερη συγκίνηση;

Ευτυχώς όχι. Και λέω ευτυχώς γιατί δεν υπάρχει «μία» αλλά κυριολεκτικά χιλιάδες στιγμές που έχουν καταγραφεί στην ψυχή μου. Χάρη στην δημοσιογραφία έχω ζήσει 1.000 ζωές και αν ζήσω άλλες 100 φορές πάλι δημοσιογράφος θα γίνω. Και τις 1.000!

Και συγκίνηση μεγάλη δεν σας  προκαλεί η ζεστή ανταπόκριση του κόσμου; Στο δρόμο στις παρουσιάσεις, στα δύσκολα;

Η αγάπη που έχω πάρει από τον κόσμο δεν περιγράφεται με λόγια. Ειδικά όμως την περίοδο που πάλευα με τον καρκίνο, την αγάπη αυτή την ένιωθα σαν ένα «πέπλο προστασίας» που είχε απλωθεί γύρω μου και μου έδινε δύναμη να συνεχίσω να παλεύω. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι που άναψαν ένα κερί για εμένα, που μου έστειλαν ένα μήνυμα συμπαράστασης, που μου χαμογέλασαν την ώρα που κατέβαινα στο υπόγειο για άλλη μία ακτινοβολία, άνθρωποι άγνωστοι που όμως με ένιωθαν φίλο τους, αφού για τόσα χρόνια μπαίνω στα σπίτια τους μέσα από εφημερίδες και οθόνες, έγιναν για εμένα άλλο ένα όπλο για να «φάω» το θηρίο. Δεν αρκεί ένα ευχαριστώ για να τους το ανταποδώσω.

Ευχαριστώ αμφότερους

Κώστας Χαρδαβέλλας: Εμείς ευχαριστούμε για την φιλοξενία. Η δουλειά που κάνετε παραπέμπει στην παλιά, καλή εποχή των εφημερίδων και των περιοδικών, τότε που οι δημοσιογράφοι έγραφαν, με την πραγματική έννοια του όρου. Σας εύχομαι να συνεχίσετε να συνδυάζετε την τεχνολογία και την «φρέσκια» ματιά με τα κλασικά στοιχεία της δουλειάς μας. Ο πολιτισμός αξίζει να έχει φωνή δυνατή, ώστε να ακούγεται από όσο το δυνατόν περισσότερους ανθρώπους,

 

Το βιβλίο «12 Γυναίκες» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ωκεανός

Ο εικαστικός θεσμός «ΠΛΟΕΣ» συνεχίζει να ακμάζει κάθε καλοκαίρι στην Άνδρο

Ομάδα Σύνταξης InTown Post

Ομάδα Σύνταξης InTown Post

info@intownpost.com

Στο Ίδρυμα Π. & Μ. Κυδωνιέως της Άνδρου, ο εικαστικός θεσμός «ΠΛΟΕΣ», συνεχίζει κι εφέτος, όπως, άλλωστε, κάθε καλοκαίρι να φιλοξενείται, στους δύο ορόφους του παραδοσιακού κτιρίου που βρίσκεται στη Χώρα. Ακμάζει μάλιστα, παρά τις δυσκολίες που όλοι αντιμετωπίζουμε, αποδεικνύοντας  πως οι σωστές επιλογές, το επεξεργασμένο σκεπτικό, ο εκσυγχρονισμένα διαδραστικός, όσο και εναλλακτικός τρόπος παρουσίασης, προπαντός όμως η ποιότητα των εκτιθέμενων κάθε φορά έργων, διαμορφώνει μια αισθητική και πνευματική αντίσταση απέναντι στην υποτέλεια και στη ρηχότητα των καιρών.

Οι 24οι ΠΛΟΕΣ 2018, ως υπότιτλό τους έχουν το «Ποιητικό Αίτιο», απαρτίζοντας το τέταρτο και τελευταίο μέρος μιας τετραλογίας, αφιερωμένης στην ευρύτητα που περιλαμβάνει η συναίσθηση και ταυτοχρόνως η συνειδητοποίηση αξιών και σημασιών, τόσο της φύσης, όσο και του περιβάλλοντος, μέσα στο οποίο εντάσσεται ο εαυτός μας και οι σχέσεις μας, οι πράξεις και οι ευθύνες μας, οι μνήμες και οι καθημερινές μας συμπεριφορές.

     Για λόγους διασύνδεσης, αναφέρονται συνοπτικά και λίγα λόγια τα προηγηθέντα μέρη της τετραλογίας:

2015 «Νηπενθή και Εωθινά» – Η έκθεση επικεντρωνόταν στις αναλογικές σχέσεις και αντιστοιχίες ανάμεσα στη βιοποικιλότητα της φύσης και στη βιοποικιλότητα του εαυτού, (μνήμες, εμπειρίες, εντυπώσεις, κ.λπ.).

2016 «Επικράτειες του Νότου» – Χωρογεωγραφικά και ιδιοσυγκρασιακά γνωρίσματα των περιοχών του Νότου, μέσα από διερμηνευτικές πτυχές έργων τέχνης, που υποδείκνυαν την εγγύτητα και τον ετεροκαθορισμό  των σχέσεων ζωής και θανάτου, φυσικής και μεταφυσικής. 

2017 «Εύκρατη Ζώνη» – Παράδοξες ισορροπίες κι ισοδυναμίες, επανέφεραν το θέμα της ευκρασίας, ανάμεση στα ορατά και στα αθέατα, στα παρελθόντα και στα παρόντα, στους τόπους και τους χρόνους, υπεδάφους και υποσυνείδητου, όπως επίσης και υπερβατικότητας και συλλογικού ασυνειδήτου.

2018 «Ποιητικό Αίτιο» – Πρόκειται για το υποκείμενο που δρα και ενεργεί, στην περίπτωση που εκλαμβάνουμε -έστω και ως υπόθεση εργασίας – τη φύση ως πάσχον σώμα, υφιστάμενο εξουθενωτικές δραστηριότητες και εξοντωτική εκμετάλλευση από το άτομο ή τις συλλογικότητες που απενοχοποιητικά,   εκείνο διαμορφώνει. Οι σχέσεις ανθρώπου και φύσης διέπονται από ευθύνες και συνέπειες, αλλοτριώσεις κι επιπτώσεις, οι οποίες προεκτείνονται κι αντικατοπτρίζονται στους τρόπους συμπεριφορών κι αντιλήψεών μας, αποκωδικοποιήσεων κι επικοινωνιών μας, ομηρίας και παραβιάσεων που πράττουμε και υφιστάμεθα, με παραπλανητικά προσχήματα κι άλλοτε με ωμή βία. Η συνειδητοποίηση της καταστατικής αυτής συνθήκης, που εμφανίζεται μέσα από υπαινιγμούς των έργων τέχνης, αφορά επίσης τα νέα ήθη, την γλώσσα (εικόνας και λόγου), τις σχέσεις επίσης συνειρμών και αναφορών, βασιζόμενων στην  καθημερινότητα των προκλήσεων, αλλά και στις αναγωγές που αφορούν το παρελθόν το «Ποιητικό Αίτιο» της έκθεσης παρέχει στους θεατές κίνητρα περισυλλογής κι ερωτήματα, απορίες κι αινίγματα, ως προς την ανάληψη ευθυνών και δράσης, πέρα από τις καλές προθέσεις, καθώς αφανίζεται πλέον ένας ολόκληρος κόσμος αξιών.

Αλεξάκης Στέλιος
Τζαμουράνης Δημήτρης

 

 

Η ιδέα το σκεπτικό, η επιλογή των έργων, η επιμέλεια και η εκθεσιακή τους διαμόρφωση, οφείλονται στην Ιστορικό της Τέχνης και της Θεωρίας του Πολιτισμού κ. Αθηνά Σχινά, καθώς επίσης ο σχεδιασμός και τα κείμενα του συνοδευτικού Καταλόγου.

 

Στην φετινή έκθεση, εκπροσωπούνται (με έργα αναφοράς) και οι 3 προηγούμενες ενότητες. Οι συμμετέχοντες καλλιτέχνες είναι αλφαβητικά: Αλεξάκης Στέλιος, Καστρίτσης Γιάννης, Κερεστεντζής Κώστας, Κεχαγιόγλου Χρήστος, Κυριακή (Χαραλαμπίδου), Οθωναίου Φωτεινή, Παντελιάς Μίλτος, Παπατσαρούχας Βασίλης, Πασάντας Παναγιώτης, Στέφωση Μαρία, Τζαμουράνης Δημήτρης και 36 καλλιτέχνες του Συλλόγου Αποφοίτων της Σχολής Καλών Τεχνών Θεσσαλονίκης, οι οποίοι διαμόρφωσαν ένα ομαδικό  «έργο-περιβάλλον» (installation), που θα παρουσιαστεί στον χώρο της έκθεσης. 

Παντελιάς Μίλτος
Τζαμουράνης Δημήτρης
Οθωναίου Φωτεινή
Κερεστεντζής Κώστας
Αλεξάκης Στέλιος
Καστρίτσης Γιάννης
Κυριακή
Παπατσαρούχας Βασίλης
Παπατσαρούχας Βασίλης
Κεχαγιόγλου Χρήστος
Στέφωση Μαρία

 

 

 

 

Τα εγκαίνια της έκθεσης θα πραγματοποιηθούν το Σάββατο, 21 Ιουλίου 2018, και ώρα 21:00.

Διάρκεια έκθεσης: Σάββατο 21 Ιουλίου έως Κυριακή 30 Σεπτεμβρίου 2018.

Είσοδος ελεύθερη.

 Ώρες λειτουργίας : Καθημερινά 10:30 – 14:30 και 18:30 – 21:30, εκτός Τρίτης

Οθωναίου Φωτεινή

Πρόταση για διάβασμα: «Yard Gal» της Ρεμπέκα Πρίτσαρντ (Rebecca Prichard)

Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

smaragdamichalitsianou@gmail.com

«Yard Gal» 

 

  • Συγγραφέας: Ρεμπέκα Πρίτσαρντ (Rebecca Prichard)
  • Μετάφραση: Στίλβη Ψιλοπούλου
  • Είδος: Νουβέλα (In your face theatre)
  • Κατηγορία: Παγκόσμιο Θέατρο
  • Ημερομηνία Έκδοσης: Μάρτιος 2018
    Σελίδες Βιβλίου: 68
    Tιμή: € 9,00
  • Εκδόσεις: Μωραΐτης

Το ψυχολογικό θρίλερ που ενδεχομένως σόκαρε τα θεατρικά στερεότυπα, το YARD GAL της Rebecca Prichard, κυκλοφόρησε από τις Μωραΐτης – Εκδόσεις, σε μετάφραση της Στίλβη Ψιλοπούλου. 

Πρόκειται για μία θεατρική νουβέλα, που μέσα από την κοινή ιστορία δύο κοριτσιών, μας φέρνει αντιμέτωπους με έναν κόσμο ακραίο και σκληρό.

Η Μαρί και η Μπου είναι ανήλικες, πίνουν, παίρνουν ναρκωτικά, μπλέκονται σε καυγάδες και εκδίδονται για να εξασφαλίσουν τη δόση τους. Πρόκειται για δύο κορίτσια με προβληματικό οικογενειακό ιστορικό: η μία ζει σε ορφανοτροφείο από όπου και το σκάει συνέχεια και η άλλη μένει με τον πατέρα της ο οποίος την κακοποιεί. Μέσα στον κόσμο της νύχτας και με την ατάσθαλη ζωή τους, μπλέκουν σε ένα επικίνδυνο παιχνίδι με τραγικό τέλος που θα αλλάξει τα πάντα.

Αυτά τα δύο αλητάκια αναγκάζονται να πάρουν θέση και έρχονται να κλονίσουν το σύστημα αξιών μας. Μας δείχνουν ότι το αν θα φτάσει κανείς τελικά σε μια πράξη ηθικής ή αυταπάρνησης ή ίσως και ηρωισμού δεν καθορίζεται από την καταγωγή του, την οικονομική του κατάσταση, την κοινωνική του θέση, ή ακόμα από την ηθική που έχει επιλέξει να προβάλλει, αλλά από το αν η ψυχή του είναι ακόμα ζωντανή.

Τη σκηνοθεσία της θεατρικής παράστασης YARD GAL, που παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στην Ελλάδα πέρυσι, στον Πολυχώρο VAULT, υπέγραψε ο Αλέξανδρος Σταύρου. Επί σκηνής, η Μαρί και η Μπλου, ήταν η Στίλβη Ψιλοπούλου και η Μαίρη Καρφάκη.

Το YARD GAL ανήκει στο In yer face theatre, το οποίο ξεκίνησε τη δεκαετία του 1980 και ονομάστηκε new brutalism (νέα βαρβαρότητα). Είναι είδος θεάτρου που έχει ως σκοπό να προκαλέσει και να επιτεθεί στο κοινό για να χτυπήσει συναγερμό στις συνειδήσεις του. Χρησιμοποιεί σοκαριστικό και ωμό τρόπο για να μιλήσει, καταστρέφοντας ταμπού και προκαταλήψεις δημιουργώντας στο κοινό μια αίσθηση ότι χάνει το σταθερό έδαφος κάτω απ’ τα πόδια του. Στην πραγματικότητα αυτό που κάνει είναι να λέει την αλήθεια, πέρα από οτιδήποτε στημένο και ψεύτικο, ωθώντας σε στα άκρα, με σκοπό την αναθεώρηση των αξιών της κοινωνίας μας. Άλλα βασικά του στοιχεία είναι το άκομψο λεξιλόγιο, οι κυνικοί χαρακτήρες, η βία επί σκηνής και οι συνήθως «ύποπτοι» νεολαίοι. Σε αυτό το είδος θεάτρου δεν έχεις το χρόνο να αναλύσεις αυτό που βλέπεις, δεν είσαι δηλαδή αποστασιοποιημένος από αυτό, όπως με τα έργα του Μπρεχτ π.χ., τα οποία απευθύνονται στο λογικό κομμάτι του εαυτού μας, εδώ έχουμε να κάνουμε με το συναισθηματικό κομμάτι μας και σε προτεραιότητα μπαίνει αυτό που νιώθουμε. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του In your face theatre είναι η Σάρα Κέιν που εμφανίστηκε γύρω στη δεκαετία του ’90.

Το YARD GAL γράφτηκε από την 26άχρονη τότε Rebecca Prichard. Πρωτοπαίχτηκε το 1998 στο Royal Court Theatre με την παραγωγή του θιάσου Clean Break που δουλεύει με ανθρώπους που έχουν εκτίσει την ποινή τους στη φυλακή.

 

 

Η Ρεμπέκα Πρίτσαρντ (Rebecca Prichard) γεννήθηκε το 1971. Σπούδασε δράμα στο Πανεπιστήμιο του Exeter και αποφοίτησε το 1993. Εργάζεται ως σύμβουλος – εκτελεστής και δραματουργός δράματος νέων. Το πρώτο της έργο Essex Girls πραγματοποιήθηκε στο Θέατρο Royal Court το 1994, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ »Νέων Συγγραφέων του Δικαστηρίου». Το σενάριο δημοσιεύθηκε αργότερα στο Coming on Strong: New Writing από το Royal Court Theatre (1995), το οποίο περιελάμβανε και έργα του Nick Grosso, του Michael Wynne και του Kevin Coyle. Το «Yard Gal», κέρδισε το Βραβείο »Κύκλου Κριτικών» για το πιο ελπιδοφόρο θεατρικό έργο συγγραφέα. Το 1998 συνεργάστηκε με το Clean Break, μια εταιρεία θεάτρου που ειδικεύεται στην εργασία με τους πρώην παραβάτες. Έχει επίσης γράψει έργα για το BBC Radio 4 και για το Θέατρο του Βασιλικού Δικαστηρίου, Out of Joint και το Θέατρο Μπους, Λονδίνο. Τα τελευταία της έργα είναι: Futures (2006) και Charged (2010).

 

 

Η Στίλβη Ψιλοπούλου σπούδασε θέατρο στην Θεσσαλονίκη και στην Αθήνα και είναι πτυχιούχος της σχολής «Μαίρη Βογιατζή Τράγκα» και της Αγγλικής φιλολογίας. Επίσης έχει γνώσεις φωνητικής, μουσικής και χορού. Έχει παίξει στις παραστάσεις: «Ο Ριχάρδος ο τρίτος» του William Shakespeare, «Τα μάγια της πεταλούδας» του F.G.Lorca και άλλες, σε τηλεοπτικά σίριαλ και στις ταινίες μικρού μήκους «ΝΕΚΡΟΣ ΘΑΦΤΗΣ» σε σκηνοθεσία Ρένας Χαράμη και «ΒLACK BOXED» όπου έγραψε και το σενάριο, σε σκηνοθεσία Μάνου Αντωνίου. Εκτός της μετάφρασης του Yard Gal, την είδαμε να ερμηνεύει και τον ρόλο μίας εκ των δύο ηρωίδων του έργου στην θεατρική του παράσταση όταν ανέβηκε σε σκηνοθεσία του Αλέξανδρου Σταύρου και με συμπρωταγωνίστρια την Μαίρη Καρφάκη. 
Επίσης πήρε μέρος στην «Ασκητική», του Νίκου Καζαντζάκη, που σκηνοθέτησε ο Πάνος Αγγελόπουλος στο Ηρώδειο, ενώ τη θεατρική περίοδο 2017-2018 έπαιξε στις “Οι Φυλακισμένες” των Ignacio del Moral & Verónica Fernández.

Η παρουσίαση του βιβλίου «Yard Gal» στον Πολυχώρο Hoxtson

Η παρουσίαση του βιβλίου «Yard Gal» από τις Εκδόσεις: Μωραΐτης
Η Στίλβη Ψιλοπούλου (ηθοποιός-μεταφράστρια), και ο Αλέξανδρος Σταύρου (ηθοποιός-σκηνοθέτης)
Από αριστερά: Χρήστος Μωραΐτης (εκδότης), Στίλβη Ψιλοπούλου (ηθοποιός-μεταφράστρια), Μαρία Καρφάκη (ηθοποιός), Αλέξανδρου Σταύρου (ηθοποιός-σκηνοθέτης)