«1 9 4 5»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

«1945»   

  • Είδος: Δράμα εποχής (Α/Μ)
  • Σκηνοθεσία: Φέρεντς Τόροκ
  • Με τους: Πίτερ Ρούντολφ, Μπενς Τασνάντι, Ταμάς Ζάμπο Κίμελ
  • Διάρκεια: 91’
  • Διανομή: Neo Films

Εάν έχεις την οποιαδήποτε απορία για την ξαφνική παρουσία ενός άγνωστου ανθρώπου στον χώρο σου, αμέσως ρώτα τον, ποιος είναι και τι θέλει. Όταν δεν προβαίνεις σε αυτή την απλή, κοινωνική διαδικασία συστάσεων, παρά αρχίσεις να εικάζεις τι και πως, τότε είσαι βαθιά, έως το μεδούλι των οστών σου, ένοχος για κάποιο κρυφό και βδελυρό ατόπημα. Παραμένοντας ανενημέρωτος, φοβισμένος και πανικόβλητος, ευθύς οι εικασίες σου μετασχηματίζονται σε Νέμεση και ανάλογα με την λαδιά που έχεις διαπράξει σε εξολοθρεύουν. Ωραιότατη βάση για να αναπτυχθεί εξαιρετικά η κατάμαυρη ιστορία του 47χρονου Ούγγρου σκηνοθέτη Φέρεντς Τόροκ. Είναι το ασπρόμαυρο πορτρέτο, σε μορφή καταγραφής-διαμαρτυρίας της πολύπαθης Ουγγαρίας, ακριβώς μετά την λήξη του Β΄ ΠΠ, εξ΄ ου και ο τίτλος της ταινίας «1945». Είναι αυτό που βίωσε και η χώρα μας με την γερμανική κατοχή και τους γερμανόφιλους, Έλληνες, δοσίλογους (ο Θεός να τους κάνει Έλληνες), που άρχισαν να απολαμβάνουν, δυστυχώς έως σήμερα οι απόγονοι τους, τα «δώρα» των ναζί για την άριστη συνεργασία και την καλή διαγωγή τους στο Γ΄ Ράιχ. Είναι ο επίλογος ενός ματωμένου ημερολογίου, που υπάνθρωποι γύρω μας εκμεταλλεύτηκαν τις δολοφονικές διώξεις συνανθρώπων μας και πλούτισαν.  Σάμπως, μια από τα ίδια δεν συμβαίνει και σήμερα, εν ονόματι, πάντα, της «ευρωπαϊκής ένωσης», της «ευρωπαϊκής ακεραιότητας» και του «ευρωπαϊκού ιδεώδους;», πανάθεμα με; Το θέμα του σκηνοθέτη Τόροκ αμιγώς επικεντρωμένο στην γνωστή κακοποίηση των Ούγγρων Ιουδαίων από τους ναζί (διώξεις, στρατόπεδα συγκεντρώσεως, δημεύσεις περιουσιών και μεταφορά αυτών στα «καλόπαιδα» των γερμανόφιλων Ούγγρων), ουδεμία στιγμή εκστομίζει την λέξη «ναζί», «Γερμανία», «Γ΄ Ράιχ», «δοσίλογος», παρά η πλοκή και φυσικά η χρονολογία που εκτυλίσσεται το σενάριο προσφέρουν το αυτονόητο. Έξυπνο! Το συγκεκριμένο καλοστημένο τέχνασμα, δίνει διαχρονικότητα στο θέμα, σαν να μην άλλαξε τίποτα από το 1945 έως σήμερα και η ιστορία να επαναλαμβάνεται ακριβώς στο ίδιο μοτίβο. Το σπουδαίο του Τόροκ είναι η άμεση θεατρικότητα στο δωρικό στήσιμο της ταινίας και η απουσία χρωμάτων, παραμένοντας στο ασπρόμαυρο που εκφράζει μεν την καλλιτεχνικότητα της ταινίας με την φωτογραφική σπουδή του γκουρού Ελέμερ Ραγκάλι, αλλά και το ασπρόμαυρο καταβάσιο στην γενικότερη ψυχοσύνθεση των θυμάτων και των ενόχων. Άσπρα και μαύρα ή το αντίθετο σε κάθε τι ρημαγμένο, σε κάθε τι που δεν διορθώνεται και πέρα για πέρα παραμένει ακριβά ζυγισμένο στην μισαλλοδοξία, στην προδοσία, τον φθόνο και την σιωπηρή τιμωρία.

Ζεστή αυγουστιάτικη ημέρα του 1945, η βόμβα σε Χιροσίμα και Ναγκασάκι έπεσαν, ο πόλεμος κτύπησε την λήξη του και οι κάτοικοι του μικρού, ουγγρικού χωριού, ελεύθεροι από την γερμανική κατοχή (φαινομενικά) είναι αφοσιωμένοι στην προετοιμασία για το γάμο του γιου του τοπικού κοινοτάρχη. Καταφθάνουν, όμως, στον σταθμό των τρένων δύο Ορθόδοξοι Ιουδαίοι, κουβαλώντας κάποια μυστηριώδη μπαούλα. Οι χωρικοί παθαίνουν αμόκ, τρέμοντας στην ιδέα πως πρόκειται για επιζώντες από τα ναζιστικά στρατόπεδα θανάτου, που επέστρεψαν ζωντανοί για να διεκδικήσουν την χαμένη τους περιουσία. Αυτές τις περιουσίες των Ιουδαίων, δηλαδή, που οι ναζί, έπειτα από την αιχμαλωσία του τοπικού ιουδαϊκού στοιχείου, την παρέδωσαν με συνοπτικές διαδικασίες στους «φίλους», τους Ούγγρους γερμανόφιλους. Η παρουσία των Σοβιετικών στρατιωτών στο χωριό είναι ήδη έντονη παντού. Οι φίλα προσκείμενοι στην νέα κατάσταση πραγμάτων που διαφαίνεται στον πολιτικό ορίζοντα της χώρας είναι εμφανής και όσοι αποδέχτηκαν ακίνητα, τιμαλφή, κτήματα κατατρεγμένων Ιουδαίων βρίσκονται σε κατάσταση πανικού. Το ευτράπελον της υπόθεσης είναι, ότι ο αστυνόμος του χωριού και «μπράβος» του τομαριού, χαφιέ κοινοτάρχη, κυκλοφορεί ακόμα με γερμανική στολή δίχως τα εθνόσημα ή τα οπλόσημα των Ες Ες, χρησιμοποιώντας και την γνωστή τρίκυκλη μοτοσυκλέτα με το καλάθι (απίθανο), προσφορά των κατακτητών. Το πρόσφατο, αισχρό παρελθόν αναδύεται με την άφιξη των δυο μαυροφορεμένων και βλοσυρών Ιουδαίων. Οι ευθύνες μετατίθενται από τον έναν, αναλόγως με το σθένος του καθενός ουτιδανού, στον άλλον και όσο διαρκεί η πεζοπορία των δυο σιωπηλών ανδρών (μοιάζει με νεκρική πομπή δυο ανθρώπων), από τον σταθμό του τρένου έως την πλατεία του χωριού, ακολουθώντας το αργό κάρο με τα δυο αινιγματικά μπαούλα τους, η μικρή, αγροτική κοινότητα, που συμπεριφέρθηκε χυδαία και προδοτικά στους συντοπίτες τους Ιουδαίους, μοιάζει να έχει αρπάξει στο κεφάλι ατομική βόμβα. Άπαντες αναφέρουν, ότι οι υποτιθέμενοι νεκροί γύρισαν από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και θέλουν πίσω τα υπάρχοντα τους (φρικτό!). Γίνεται το σώσε σ΄ αυτό το στιβαρό δημιούργημα του  Φέρεντς Τόροκ (και συν-σεναριογράφος με τον Γκάμπορ Σάντο), μετρώντας το βαθύ ρήγμα του σκότους που επικρατεί στην ανθρώπινη φύση. Οι ερμηνείες απίθανες και ενώ δεν υπάρχει, καθ΄ όλη την διάρκεια της ταινίας, πουθενά η έντονη βία, η εσωτερικότητα του δημιουργήματος εκπέμπει δύναμη, ατόφιο πνεύμα, ειρωνεία και, ας πούμε, μια μικρή δόση ικανοποίησης ως προς το αισχρόν και το ποτατόν του θέματος, που είναι η αναίδεια και η ύβρις προς τους συνανθρώπους μας σε ζοφερές εποχές.