fbpx

«Όνειρα Μεταμεσονύχτιας Προβολής», του Γιώργου Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Μοιάζει με παραμύθι αλλοτινών εποχών αλειμμένο από φανταστικές ιστορίες. Το ανέμισμα ενός ξημερώματος Κυριακής στην πόλη των πραγμάτων και των θαυμάτων μας, ήταν πάντα διαφορετικό όταν συνοδευόταν από μεταμεσονύκτιες, «φευγάτες», κινηματογραφικές προβολές. Το γράφει κάποιος που στην εκπνοή της εφηβείας, στην νιότη του ακόμα και στα πρώιμα χρόνια της ωριμότητας δεν άφηνε μεταμεσονύχτια, κινηματογραφική αίθουσα άπαρτη.

Κι όπως κάθε παραμύθι, έτσι κι αυτό είχε τον δικό του δράκο να φυλάει τα ιερά περάσματα και τα μύχια των επιθυμιών. Ποια είναι αυτά; Μα, η καθολική αφιέρωση του Σαββατόβραδου σε μια σκοτεινή αίθουσα, γεμάτη μυστήριο, μύθους, τρόμο, αίμα, μαγεία, παρανοϊκούς ήρωες, ανθρώπινα και εξωπλανητικά τέρατα. Κάποτε, τότε, που ακόμα δεν είχε ναρκωθεί η γόνιμη κοινωνικότητα στην άθραυστη γυάλα του απομονωτισμού, αλλά ήταν αυτό καθεαυτό πραγματικό γεγονός και η μεταμεσονύχτια προβολή ήταν το πολυεδρικό αλισβερίσι των αμέτρητων συναισθημάτων, όταν μερικοί κινηματογράφοι φιλοξενούσαν πλήθος ανθρώπων αναζητώντας στο σκοτάδι της αίθουσας την έκρηξη μεγατόνων του πηγαίου συναισθήματος.

Η μεταμεσονύχτια προβολή ταινίας ανάπνεε, ζούσε, σάλευε ανάμεσά μας ως ιστορία πόλης, κλείνοντας ή ανοίγοντας την σαββατιάτικη μας έξοδο. Συνήθως την άνοιγε, εδώ που τα λέμε, όπως άνοιγε και την όρεξη για παγωμένες μπύρες και φαγάκι με αφοριστικά, λιπαρά εδέσματα και αξημέρωτες συζητήσεις μέχρι να δοκιμάσεις, εκτός των αντοχών σου, και το πρώτο, τραγανό κουλούρι ξημέρωμα Κυριακής στην συμβολή Ιπποκράτους και Ακαδημίας. Παραμυθένια όλα αυτά. Το γνωρίζω πως είναι. Τα έζησα έντονα, όταν ακόμα υπήρχε σινεφίλ μεράκι από τους αιθουσάρχες, τους διανομείς και εσωτερική ανάγκη επικοινωνίας από τους θεατές. Όταν η εξωστρέφεια δεν ήταν ελάττωμα αλλά η γεφύρωση μιας επιβεβαίωσης, πως ήμαστε πολιτικά όντα με δίψα για ανθρώπινη συναναστροφή μέσα από την μαγεία της 7ης Τέχνης. Τι, όμορφες εποχές! Αχ, βρε νεολαία της γενιάς του καντράν, πόσο άδεια θα καταλήξεις στο άλμπουμ των προσωπικών σου εικόνων, πόσο στεγνή και άφορη στην προπαίδεια των εμπειριών σου.

Τα κρυφά τηλεφωνήματα και οι μεταξύ μας συνεννοήσεις στο Λύκειο πέφτανε βροχηδόν όταν ενημερωνόμασταν από τους μεγαλύτερους, πως το Ελυζέ, το Ριάλτο, η Ααβόρα, το Άλφαβιλ ή η Δεξαμενή, το Ιντεάλ σήκωναν στο νυχτερινό, άσπρο πανί τεφαρίκι πράγμα. Συνομωσίες και οργάνωση επικίνδυνων αποστόλων ακρίβειας ξεκινούσαν από τη Πέμπτη, σχεδιαζόντουσαν στην λεπτομέρεια τους, με κανά δυο δοκιμασμένους συγγενείς ή οικογενειακούς φίλους ως συμμάχους, εκεί προς τα τελειώματα της εφηβείας, για να ξεγλιστρήσουμε ανώδυνα από τον στενό κλοιό της περιχαρακωμένης, φαμιλιέρικης εστίας και να ρολάρει στην συνέχεια το ξενύχτι με παρείστικο κουβεντολόι, πάντα, εντός των πεπραγμένων της ταινίας.

Οι μεταμεσονύχτιες, κινηματογραφικές προβολές πληρούσαν τις προϋποθέσεις κάθε καλού παραμυθιού και στα μικρά διαλείμματα (μέχρι να αλλαχτεί στο τσακ μπαμ η μπομπίνα) τα φουαγιέ των αιθουσών παραδινόντουσαν στα μουρμουρητά, στα γέλια, στο ντουμάνι του γρήγορου τσιγάρου, ενώ στην σκοτεινή αίθουσα, το φως επάνω στο μικρό τετράγωνο άνοιγμα, άσβεστο. Ο προβολατζής παρών στο καμαράκι, κάπου μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, λιώμα ο άνθρωπος από την κούραση των συνεχόμενων παραστάσεων. Μερικές έξυπνες ατάκες από την γαλαρία που ήταν σε εγρήγορση για την αφηρημάδα του, την αργοπορία στην αποκατάσταση της όποια βλάβης ανέβαζαν τον υδράργυρο στο νυχτερινό θέαμα επί της οθόνης. Φώτα σβηστά, μεταμεσονύκτιο, μονότονος ο ήχος της μηχανής, αδιαχώρητο στην αίθουσα, σιγή ερήμου, Ρότζερ Κόρμαν στο πανί… ξεκινάμε!

Μεταμεσονύχτιες δόσεις χρυσόσκονης

Ανείπωτη η ατμόσφαιρα στις μεταμεσονύχτιες προβολές. Ταινίες τρόμου και φαντασίας άλλων κινηματογραφικών δεκαετιών, ακόμα και των πιο σύγχρονων με το αναγνωρισμένο σφράγισμα του «cult», κάτι σαν το αιρετικό μαρκάρισμα του τρισκατάρατου. Στις μεταμεσονύχτιες προβολές, ως επί το πλείστον «τρέχανε» ταινίες, που μοσχοβολούσαν παρελθόν, βλέποντας στην μαυρόασπρη οθόνη τις βαθιές, λευκές «ρυτίδες» του χρόνου πάνω στο φιλμ (φιλμ ήταν τότε). Πολλές ήταν οι φορές που κατά την διάρκεια της προβολής σιγοψιθυρίζαμε μεταξύ μας αγχωμένα: «τώρα θα μας μείνει», «μας τελείωσε», «θα κοπεί». Αλλά και πάλι όταν «έμενε», όταν «τελείωνε» ή όταν «κοβότανε» η προβολή στην πραγματικότητα δεν έμενε, ούτε τελείωνε, ούτε κοβότανε, απλά, η ταινία έφερνε μαζί της την ανεξίτηλη αίσθηση της μυθικής παλαιότητας. Παρακολουθούσαμε, επίσης, ταινίες ελάχιστα παιγμένες στην Ελλάδα, που εκ δεδομένου δεν ήταν για το ευρύ κοινό, αλλά ο αιθουσάρχης που ήταν «τσίου» και πωρωμένος σινεφίλ, διαχειριζόταν τα ένστικτά του αλάνθαστα.  

Το εισιτηριάκι φτηνό, προσβάσιμο για τα βαλάντια της εποχής, αν και στον συνωστισμό, στον γενικότερο χαμό του ταμείου υπήρχαν και οι γνωστοί άγνωστοι τζαμπατζήδες, που γλιστρούσαν σαν τα χέλια στο λάθρα, εκμεταλλευόμενοι την, εκ του ταμειακού κουβουκλίου, ορατότητα μηδέν. Στην εσωτερική τσέπη του τζάκετ, ενίοτε, ήταν καλά στριμωγμένο το παγωμένο, παράνομο, μπυρόνι μαζί με το ανοιχτήρι από το σπίτι και όταν άνοιγε η φιάλη στο πλήρες σκότος, έπειτα από τόσες ώρες αναμονής, ο ζύθος είχε γίνει υγρό για ξύρισμα, αλλά είχε την γλύκα του, διάολε. Καθένας έφερνε το κάτι τις μαζί του. Ο Τέλης ήταν πάντα των αλμυρών μπισκότων και του ευκολομεταφερόμενου ποτού. Ο Θοδωρής φιστικάκι αράπικο ή στραγάλια από την καβάντζα του πατέρα του, η Βικούλα έπαιζε ανάμεσα στα καθαρισμένα καρότα και τα μπατόν σαλέ, η Αύρα πάντα τσιπς, ενώ εγώ κουλουράκια φτιαγμένα από την χρυσοχέρα κυρία Όλγα. Αυτά τότε, πριν χρόνια σαν εκδρομή φίλων στα μεταμεσονύχτια, κινηματογραφικά βασίλεια του παράδοξου.

Ελάχιστοι κινηματογράφοι, συνήθως του κέντρου, αφού τραβούσαν το προγραμματισμένο «κουπί» των απογευματινών και βραδινών προβολών, στις εντεκάμιση αρχικά, έπειτα κατά τις δώδεκα παρά του Σαββάτου, το σινεμά υποδεχόταν τους «άλλους», τους «μυημένους», που είχαν πάρει γραμμή για το έργο. Λίγοι στην αρχή, περισσότεροι στην συνέχεια, το αδιαχώρητο προς το τέλος της χειμερινής σεζόν. Ένα διαφορετικό σύμπαν, μυστηριώδες, απαιτητικό, άτακτο, ενθουσιώδες αναλάμβανε να ταξινομήσει, είτε βωβά, είτε θορυβωδώς τον παλμό του παράδοξου της κινηματογραφικής ταινίας, που κατέληγε σε ενθουσιασμό. Ούτε γκόμενα να ήταν.

Αρκετά φιλμς άγνωστα στο ευρύ, φιλοθεάμον κοινό απέκτησαν την μαγική χρυσόσκονη της μεταμεσονύχτιας προβολής τους, το πασαπόρτι από τους «τρελαμένους», εξαργυρώνοντας το πιο σπάνιο εισιτήριο που υπάρχει: Να βλέπεις στην μεγάλη οθόνη ενός κινηματογράφου, ώρα δώδεκα νυχτερινή, ένα καλλιτεχνικό αριστούργημα από το βασίλειο του τρόμου και της επιστημονικής φαντασίας ή την απερίγραπτη παπαριά και, διάολε, να χαίρεσαι το ίδιο. Αυτό ήταν, η χρυσόσκονη που αναφέραμε μετασχημάτιζε συνεχώς.

Εσύ, η παρέα σου, ακόμα διακόσιοι, παντελώς άγνωστοι άνθρωποι διαφόρων ηλικιών και φύλου, στην σκοτεινή αίθουσα απέναντι από το μεγάλο πανί να ζεις, να μοιράζεσαι το γέλιο, την αγωνία, τον τρόμο, την ξερολίαση, την έντονη κριτική, το γιουχάισμα, το κράξιμο (κάποιες φορές) ή την χαρά, που επιτέλους είδες την ταινία που είχες κάπου διαβάσει, που είχες κάπου ακούσει τόσα «μυθικά» και τρανά γι αυτήν. Το μεγαλείο του αυθορμητισμού. Κι αυτό γιατί, είτε δεν αντάμωσες ποτέ με το έργο, διότι όταν προβλήθηκε στην χώρα σου δεν ήσουν καν στον οικογενειακό προγραμματισμό, είτε γιατί ήταν απαγορευτική για τα ελληνικά ταμεία των κινηματογράφων και δεν αποκαλύφθηκε, είτε ακόμα γιατί η μισητή ένδειξη «Ακατάλληλον δι Ανηλίκους» στην πρώτη προβολή της έσερνε το ανάθεμα από τα πυρωμένα σωθικά στα παιδικά σου χείλη.

Αυτές ήταν οι μεταμεσονύχτιες προβολές. Η μύηση σε ανώτερες βαθμίδες της σινεφίλ επικοινωνίας, που πουθενά αλλού δεν προέκυπτε. Πιστέψτε με! Ήταν η ελευθερία της ανοιχτής έκφρασης, που δεν την είχες στις απογευματινές και τις βραδινές προβολές με το οικογενειακό σετάρισμα, τους «μυστήριους» και τους καθώς πρέπει. Καλές κι εκείνες, αλλά μεταμεσονύχτιο σε ηλικία 17 χρόνων να παρακολουθείς την ταινία του 1934 «Το Φάντασμα του Τρόμου» (Return of the Terror), του  Χάουαρντ Μπρέρθτον, παρών στην αίθουσα προβολής, ήταν το όνειρο, η φεγγαράτη βόλτα στον μύθο. Ήταν η μάζωξη των «σαλταρισμένων». Ήταν η επιστράτευση των αρετών, αυτών της ανοχής και της κατανόησης στο να ακούς από τον πάσα άγνωστο υπέροχες κινηματογραφικές ξεναγήσεις με γνώση και ύφος περισπούδαστο (γιατί ήξερε πως είναι καλός στο είδος) έως την κάθε μαλακία από τον ξενέρωτο τύπο που βρέθηκε ξέμπαρκα στην «στοά» των μυημένων, γιατί τον έσυρε η γκαζωμένη, με τον Ντάριο Αρτζέντο, κοπελιά του.

Η χωροχρονική πύλη της μεταμεσονύχτιας προβολής είχε σημασία, γιατί ελάχιστοι ήταν οι μαγικοί «σινεμάδες», που τολμούσαν να σε υποδεχθούν και να σε «περάσουν» στο παράδοξο του λευκού πανιού. Τα «στέκια» ήταν ξεκάθαρα και νοικοκυρεμένα στο νοητικό του θεατή. Όπως κάνα δυο ήταν κι αυτοί, οι αιθουσάρχες που πήραν την πρωτοβουλία να ανοίγουν τις σάλες τους στο βαρύ μεταμεσονύχτιο του Σαββάτου προς την Κυριακή με τα μπαρ στα φουαγιέ τους κλειστά και να μην μπορείς να ψωνίσεις ούτε τσιπς, ούτε ποπ κορν και αναψυκτικά για τους «κολασμένους». Κολασμένοι; Όχι δα! Αρπαγμένοι, διψασμένοι, πωρωμένοι, φεγγαροκτυπημένοι ναι.

Τα «άβατα» και οι «γαλαζοαίματοι» της ιδέας

Σινεμα Plaza
Ααβόρα Art Cinema
Σινεμά Άλφαβιλ
Αντώνης Στεργιάκης
Σινεμά Ideal

Το σκονισμένο ιστορικό βιβλίο των μεταμεσονύκτιων προβολών έχει καταχωρημένο ως πρώτο όνομα τον άνθρωπο που σκέφτηκε την δημιουργία των μεταμεσονύκτιων, κινηματογραφικών προβολών. Βαγγέλης Κοτρώνης! Έτσι απλά. Δεν τον γνώρισα και δεν τον πρόλαβα. Ό,τι ξέρω γι  αυτόν τον άνθρωπο είναι μόνο εξ΄ ακοής. Ο εφευρέτης, ο ήλιος του μεταμεσονύχτιου, ο άνθρωπος με την σκέψη, ότι οι πραγματικοί σινεφίλ κι όχι οι «λαδωμένοι» κουλτουριάρηδες με τα κασκόλ, τα ταγάρια στους ώμους, το μπλαζέ ύφος, που ανακάλυψαν την Αμερική χθες, αλλά οι απομονωμένοι μαυροτζινάδες με τις νεκροκεφαλές στα μπρελόκ, τα σταμπαριστά μακό και το βλέμμα αεροπλάνο, που έπρεπε να συναθροιστούν, να δει ο ένας την φάτσα του άλλου, να ταξιδέψουν, να πάρουν παρουσίες, να ανταλλάξουν απόψεις, να αποκαλυφθούν κάτω από τα χλωμά φώτα του τρόμου και σε αυτά των αστεριών του διαστήματος της μεγάλης οθόνης.

Ο Κοτρώνης έπιασε την ιδέα των μεταμεσονύκτιων προβολών προς τα τέλη της δεκαετίας του ΄70, αναφέρει η ιστορία. Την είδε να υλοποιείται το ΄80 και μετά ο επίλογος δυσάρεστος. Χάθηκε ο άνθρωπος σε αυτοκινητικό δυστύχημα. Πρόλαβα όμως το θρυλικό «Ελυζέ» πίσω από το Χίλτον (σήμερα θέατρο Ελυζέ), που το απόγευμα και το βράδυ ήταν τσοντάδικο και το μεταμεσονύχτιο του Σαββάτου βασίλευε ο Κρίστοφερ Λι. Ήταν και κάποιος, ονόματι «Τσούκου», που έκοβε τα εισιτήρια, μουρμουρίζοντας συνήθως ακαταλαβίστικα σαν τον Αλ Πατσίνο ως Μπιγκ Μπόι Καπρίς στο Ντικ Τρέισι: «..και ήρεμα στην αίθουσα!», κοιτώντας λοξά αλλού και γελούσαμε. Καλός άνθρωπος, έλεγαν οι μεγαλύτεροι σε ηλικία. Είχαν φτιάξει και κάρτες μελών για τους «ανίατους» και συχνούς επιβάτες των προβολών τρόμου.

Άλλη μυρωδιά η σάλα της μεταμεσονύχτιας προβολής, αξέχαστη αίσθηση το κάθισμα, διαφορετικοί και οι θόρυβοι, ακόμα και στους εξώστες. Γαλαξίας ολόκληρος με τον δικό του ήχο και τις χαρακτηριστικές οσμές της ελευθερίας της αθωότητας, της νεότητας, όπως μασχαλίλα, μερικώς, εφηβική απλυσιά και κυριλέ, γαλλικό άρωμα σε μίξη με τα προηγούμενα που σκότωνε σιδερόφρακτο έντομο στα 300 μέτρα. Γνώριμη εσωτερικά η ατμόσφαιρα του άβατου, που δεν είχε καμιά σχέση με αυτή των προηγούμενων «sic» προβολών. Όλα αυτά τότε!

Εάν ο Βαγγέλης Κοτρώνης, ο Νίκος Ζερβός, ο Νίνος Φενέκ Μικελίδης ήταν οι βασιλιάδες, οι πιονέροι των μεταμεσονύκτιων προβολών, ο Αντώνης Στεργιάκης ήταν ο αληθινός πρίγκιπας. Εάν το Ελυζέ, το Άμλετ, το Ριάλτο, η Ααβόρα – Art Cinema του εξαιρετικού κ. Θεόδωρου Ρίγγα (πρόεδρου τότε της Πανελλήνιας Ένωσης Επαγγελματιών Θερινών Κινηματογράφων), η «Δεξαμενή», η «Πλάζα» και το ιστορικό «Ιντεάλ» της οικογενείας Σπέντζου ήταν οι μεταμεσονύχτιες οάσεις, τότε το «Άλφαβιλ» της οδού Μαυρομιχάλη ήταν το πριγκιπάτο του Μονακό. Μεσούσης της δεκαετίας του ΄80 και ο Αντώνης Στεργιάκης – τον γνώρισα προσωπικά και συζητούσαμε ώρες ατελείωτες για σινεμά (δεν είναι πια κοντά μας ο  απίθανος κύριος Αντώνης) – πήγε το θέμα ακόμα παραπέρα. Αγόρασε το, επίσης, τσοντάδικο «Playboy», προς το τέλος της οδού Μαυρομιχάλη και το μεταμόρφωσε σε αίθουσα ταινιών τέχνης, όπως έπραξε και ο κύριος Θεόδωρος Ρίγγας το 1983 με τον κινηματογράφο «Ααβόρα – Art Cinema». Ο κύριος Αντώνης Στεργιάκης, αιθουσάρχης και διανομέας ασχολήθηκε με την μπουτίκ του cult movie, προσφέροντας αληθινά διαμάντια στους σινεφίλ. Ρομαντικός της πιάτσας, ψαγμένος, λάτρης του σινεμά (κάτι που μετέδωσε και στους παίδες του, τον Γιώργο και τον Δημήτρη), έμαθε σε μια ολόκληρη γενιά να βλέπει διαφορετικά την κινούμενη εικόνα. Λες και κατανοούσε τους θεατές της μεταμεσονύχτιας προβολής, που «θυσίαζαν» το Σαββατόβραδό τους για μια σπιντάντη μπιμουβιά και δεν πήγαιναν με το «πρόσωπο» στα κλαμπάκια και τα μπαράκια, αλλά στο «Άλφαβιλ».

Έμπειρος στο μάτι έκοβε με την μια την ποσότητα του ηλεκτρικού φορτίου από την κεραυνοπληξία που είχε αρπάξει η «ομάδα» και σε σταματούσε στο φουαγιέ να δώσει ένα δυο κατατοπιστικά tips της ταινίας. Απίθανος ο κύριος Αντώνης! Ένα πρωινό του 1993, ως νέος δημοσιογράφος-κριτικός ταινιών πια, στην μικρή αίθουσα προβολής ταινιών στα γραφεία της ΑΜΑ films, μαζί με μερικούς ακόμα συναδέλφους βλέπαμε μια ταινία για να γράψουμε στην εφημερίδα. Μαζί μας στην αίθουσα παρακολουθούσε και ο κύριος Αντώνης. Έβλεπα και κρατούσα σημειώσεις στο μπλοκ. Μόλις τελείωσε η προβολή με έπιασε από το μπράτσο και μου είπε: «Μ΄ αρέσει που σημειώνεις. Το αγαπάς το σινεμά και δεν το κοιτάς αφ’  υψηλού!» Με τον φίλο και συνάδελφο Πάνο Χρυσοστόμου, του είχαμε δώσει το δικό μας όνομα: «Ντον Τόνι!», του άρεσε, το άξιζε.. Να είναι καλά η ψυχούλα του εκεί που βρίσκεται.

Κάπου εκεί στις αρχές της νέας χιλιετίας οι μεταμεσονύχτιες προβολές πέρασαν στην αιωνιότητα σαν να δάγκωσε η «νυχτερινή πριγκηπέσα» το φαρμακωμένο μήλο και έπεσε σε επιθανάτια νάρκη, τοποθετημένη στην άθραυστη γυάλα που αναφέραμε παραπάνω. Πλάκωσαν τα φεστιβάλ, οι κινηματογραφικές βεγγέρες, τα παντός τύπου και είδους σινέ-αφιερώματα και η μάχιμη «φυλή» των φεγγαροκτυπημένων της μεταμεσονύχτιας προβολής μαζεύτηκε ξανά στα σιωπηλά, άβατα και απροσπέλαστα μέρη της. «Δεν γουστάρω τα φεστιβαλικά και τα αφιερώματα με τους ξενέρωτους. Είναι ζόμπι όσοι πάνε και το σκεπτικό είναι αλλού, στη διαφήμιση και στα φράγκα!», είπε χαμογελώντας ο 27χρονος Άρης, που τα «πήρε» γιατί γύρισε σε ριμέικ ο φλώρος Λούκα Γκουαντανίνο την «Suspiria». Ο Άρης, σπόρος ακόμα, τον έσερνε ο πατέρας και φίλος μου Χρήστος στις τελευταίες ανάσες των μεταμεσονύχτιων προβολών, κι όλο αυτό τον σημάδεψε

Πέρσι, ο συνάδελφος δημοσιογράφος και φίλος Άκης Καπράνος (συνέντευξη εδώ) αφαίρεσε την άθραυστη καλύπτρα και φίλησε στο μάγουλο την «νυχτερινή πριγκηπέσα», κι εκείνη άνοιξε τα βλέφαρα για να βρεθεί στην αίθουσα του «Ααβόρα», που δεν είναι πια στα χέρια του κ Θεόδωρου Ρίγγα, αλλά της θυγατέρας του Πέγκυς, που ως γνήσια απόγονος «γαλαζοαίματου» αιθουσάρχη, συνεχίζει την ιστορία του ελληνικού σινεμά και δη του αθηναϊκού. Για την ιστορία να αναφέρουμε, ότι ο κ. Θεόδωρος Ρίγγας, εκτός της «Ααβόρας», το όνομα του ταυτίστηκε άρρηκτα με τους κλασσικούς θερινούς κινηματογράφους των Αθηνών: «Ριβιέρα», «Βοξ», «Παναθήναια», «Αθηναία» και «Άννα».

Ο Άκης και η Πέγκυ σήκωσαν την σκονισμένη αυλαία της μεταμεσονύχτιας προβολής, αποκαλύπτοντας το ξεχασμένο μιράκολο στο άσπρο πανί της μεταμεσονύχτιας πρόσκλησης των φεγγαροχτυπημένων. Και η «φυλή» ανταποκρίθηκε άμεσα, αφήνοντας τα ορεινά, απομονωμένα τοπία για να συγκεντρωθεί ξανά στην φιλόξενη σκιά του σπάνιου, αφρικανικού, ελαιοφοίνικα «Ααβόρα», επί της οδού Ιπποκράτους στη Νεάπολη με την μηχανή προβολής του 1928 φάτσα κάρτα στην υποδοχή, που χρησιμοποιείτο στο παρελθόν ως σκάντζα σε περίπτωση βλάβης.

Ο Άκης Καπράνος ζωντάνεψε το δικό του όνειρο, να δημιουργήσει, εν μέσω κοινωνικής και πολιτιστικής πτώχευσης, το δικό του νυχτερινό στέκι, αυτό του κινηματογραφικού, παράδοξου, μεταμεσονύχτιου παραμυθιού.

Η Πέγκυ Ρίγγα συνεχίζει την ένδοξη διαδρομή του αιθουσάρχη πατέρα της, μαχόμενη, όπως όλοι οι εναπομείναντες αιθουσάρχες άλλωστε, με τα στοιχειά της ελλαδικής κρίσης, αφήνοντας την Αρχαιολογία και τις ανασκαφές.

Η «φυλή» πια έχει όνομα και η μεταμεσονύκτια προβολή του 2017-18, ονομάζεται «Midnight Express». Και ως ταχεία με καθορισμένο δρομολόγιο στο σινεμά της φαντασίας και του τρόμου τα καθίσματα στα βαγόνια του κινηματογράφου «Ααβόρα» της Ιπποκράτους είναι φουλ από θεατές.

Άκης Καπράνος
Πέγκυ Ρίγγα

Από τις επιτυχημένες μεταμεσονύχτιες κινηματογραφικές προβολές του Midnight Exrpress : The «Rocky Horror Picture Show», «Λαβύρινθος», «Christine»

Το «νέο αίμα» των μεταμεσονύχτιων προβολών

Το «Midnight Express» ξεκίνησε πέρσι πλήρως οργανωμένο το επιτυχημένο ταξίδι του και ο μηχανοδηγός Άκης Καπράνος, επιλέγει προσεκτικά και με μεράκι ταινίες του παγκόσμιου σινεμά, που άφησαν το δικό τους, ξεχωριστό αποτύπωμα στο βασίλειο του horror και wired movie. Πραγματικά υπέροχο και οι νέοι, αλλά και οι παλαιότεροι θαυμαστές-θαμώνες της μεταμεσονύχτιας προβολής εντάχθηκαν στο αναστημένο, μαγικό κινηματογραφικό, ανέμισμα της σαββατιάτικης χρυσόσκονης, όπως τότε, ξημέρωμα Κυριακής.

Το δρομολόγιο του «Midnight Express» τραβάει γραμμή για δεύτερη χρονιά φέτος το ίδιο εντυπωσιακά. Σύντομα, εδώ στο InTownPost.com, θα φιλοξενήσουμε τον Άκη Καπράνο να μας μιλήσει ο ίδιος για το «ξύπνημα» των μεταμεσονύχτιων προβολών στην Αθήνα, αλλά και για τον δεύτερο χρόνο της θαυμαστής διαδρομής του. Μέχρι τότε, εμείς, τα πνεύματα του εύοσμου, κινηματογραφικού, μεταμεσονύχτιου παρελθόντος, χαιρετίζουμε από ψυχής αυτήν πρωτοβουλία, που, τελικά αποδείχθηκε, πως δεν ήταν ένα απλό πυροτέχνημα εντυπωσιασμού, αλλά η ανάγκη, η επιμονή να μην χαθεί η «νυχτερινή πριγκηπέσα» του διαφορετικού κινηματογραφικού διαλόγου και του παθιασμένου συναισθήματος για επικοινωνία, έστω κι αν είναι μαύρα μεσάνυχτα.

Δεν γνωρίζω, ως προς την ενημέρωση, εάν παίζει, μέχρι σήμερα, το ίδιο νόστιμο κουλούρι στην συμβολή των οδών Ιπποκράτους και Ακαδημίας ξημέρωμα Κυριακής. Παρά ταύτα καλό ξημέρωμα εύχομαι!       

1 thought on “«Όνειρα Μεταμεσονύχτιας Προβολής», του Γιώργου Noir Παπαϊωσήφ

Τα σχόλια είναι κλειστά.