«Ω, Mama Mia… σ΄ ένα βιβλιοπωλείο διαβάζουμε καλό σινεμά!»: οι ταινίες της εβδομάδος από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Πραγματικά, είναι πέρα κάθε λογικής, απλής ή έστω πολύπλοκης σκέψης. Τόση υπερπαραγωγή στην μιζέρια και στην άκρατη, ρεαλιστική, κινηματογραφική καταγραφή πρώτη φορά συμβαίνει. Έχουμε την τηλεοπτική προπαγάνδα του φόβου να μας σφυροκοπά αριστερόθεν, με ό,τι πιο αρνητικό υπάρχει στο κοινωνικό συμπάν, κι πάνω που σκεφτόμαστε να «κόψουμε» λάσπη από τον σπιτικό καναπέ και να αποφασίσουμε να κόψουμε εισιτηριάκι στην ασκεπή όαση για να απολαύσουμε κινηματογραφικό μύθο, να σου κι έρχεται η χαριστική βολή, δεξιόθεν. Φτώχεια, ανέχεια, λούμπεν περιβάλλον, ημιφωτισμένα, σπιτικά σκηνικά, άδειες πλατείες, σοκάκια που δεν το διαβαίνεις ούτε την μεσημβρία, θλιβερά, παρακμιακά καταστήματα, σαραβαλιασμένα οχήματα, πολυφορεμένα φούτερ, φθαρμένες ελβιέλες, αξυρισιά, απλυσιά ενίοτε, ναρκωτικά, βία, αίμα, βρισιές, ρεψίματα και άλλες αποβλητικές ανθρώπινες λειτουργίες, άπαντα καλά στεγανοποιημένα στο σελοφάν του υποτιθέμενου, καλλιτεχνικού σινεμά. Ούτε μια τόση δα τρυπίτσα δεν υπάρχει στο δέμα για να ανασαίνει το σενάριο πάτος. Το αστείο είναι, πως όταν κόβουμε το εισιτηριάκι, ως ταλανισμένες οντότητες που είμαστε, αναζητούμε την δροσιά της ψυχαγωγίας – με τον χρόνο ελευθερίας μετρημένο στα μισά δάχτυλα του ενός χεριού – διόλου ψυχανεμισμένοι πως θα γίνουμε αυτόπτες και αυτήκοοι μάρτυρες μιας κινηματογραφικής ιστορίας που την ζήσαμε ρεαλιστικά, έντονα, ζωντανά μαζί με όλη την γειτονιά μας κάτι λιγότερο προ ενός έτους. Ένα καθημερινό, ανθρώπινο γεγονός, τα μάλα θλιβερό, με πρωταγωνιστές την θυγατέρα της απέναντι γειτόνισσας, της ευλογημένης κυρίας Ασημίνας και τον απατεώνα γκόμενο της. Λες και η κυρά Ασημίνα ή η κόρης της ή το λαμόγιο ο λεγάμενος έγραψαν το σενάριο της ταινίας (λέμε τώρα) και το απίθωσαν στον σκηνοθέτη. Τόσο ίδιο, τόσο απαράλλαχτο, τόσο απίστευτα όμοιο. Βρε διάολε, θέλεις να βλέπεις στο σινεμά την λαχανιασμένη φαντασία σου να διανύει κατοστάρια σε πεδία έκπληξης και προτάσεων αλλαγής κι όχι να καδράρεις την θλίψη που βιώνεις καθημερινά και τόσο δραματικά έως υπερβολικά που μας σερβίρουν τα φοβικά μέσα του Τύπου. Ανάσα δαίμονα, ανάσα ολόκληρη. γεμάτη και όχι δείγμα της ανάσας. Ένα δίωρο ταξίδι αναψυχής όχι όμως στην βλακεία και την ανοησία, αλλά εκεί που η διάλεκτος του ονείρου ανοίγει βαθύ πηγάδι με τον ρεαλισμό για να περάσουν γενεές δεκατέσσερις την μαυρίλα, την μιζέρια, τον ανθρώπινο τρόμο και να τα μετασχηματίσουν σε στολίδια. Εκσφενδονίζουν κινηματογραφικά και απροκάλυπτα επάνω μας όλο τον αρνητικό πολτό της καθημερινότητας, τον βαφτίζουν «καλλιτεχνία», «ρεαλισμό», «αληθινή ζωή» ή ό,τι άλλο, τσιμπάνε και βραβειάκι από την επιτροπή που ανακάλυψε τη Γη της Επαγγελίας φέτος, κι έρχονται ντυμένοι στα γκρι να παρουσιάσουν μεταμφιεσμένο στην ψυχούλα μας αυτό που αρνείται. Το γνωστό παραμύθι, που ενίοτε εκστομίζουν ως ξέσπασμα: «έχεις το δικαίωμα να μην το δεις» είναι φθαρμένο σαν τσόλι και άλλωστε δεν διαθέτει μέσα του δράκο. Θα σας αναφέρω κάτι πέρα της άνω στενής επιλογής που δήθεν μας προσφέρουν: Γέμισαν τον κόσμο μας σκιές και μας διέταξαν να μεταφερθούμε στο δικό τους «φως» για να μας βλέπουν καλά, για να μας παρακολουθούν εντατικά, ενώ την ελευθερία την άφησαν στο σκοτάδι. Το σινεμά, παρά ταύτα, διαθέτει ακόμα τα ασφαλή περάσματα στο σκοτάδι, που οδηγούν στα δικά του μυστικά, αναζωογονητικά ξέφωτα. Ελάχιστα στον αριθμό, αλλά, πιστέψετε με, πως υπάρχουν.            

«Το Βιβλιοπωλείο της Κυρίας Γκριν»

(The Bookshop)

 

  • Είδος: Κοινωνικό δράμα
  • Σκηνοθεσία: Ιζαμπέλ Κοϊξέ
  • Με τους: Έμιλι Μόρτιμερ, Μπιλ Νάι, Πατρίσια Κλάρκσον, Όνορ Νίφσι, Τζέιμς Λάνς
  • Διάρκεια: 113’
  • Διανομή: Odeon
  • Διακρίσεις: 3 βραβεία στα Goya Awards 2018: Καλύτερης Ταινίας, Καλύτερης Σκηνοθεσίας και Διασκευασμένου Σεναρίου

Το σθένος και η γυναικεία μαχητικότητα, που δεν αναζητούν ταμπούρια και σιδερόφρακτες συμμαχίες για να νικήσουν, ακόμα κι αν η μάχη διαφαίνεται μάταιη και δίχως ελπίδα, προβαίνουν σε μια καταμέτωπον σύγκρουση με όπλα την καλοσύνη, την ανιδιοτέλεια και την ελεύθερη σκέψη. Καταπληκτικό! Δεν επιτίθεται, απλά αμύνεται επιτιθέμενη σαν τους Σπαρτιάτες στις προδομένες Θερμοπύλες απέναντι στην ανίερη στρατιά που επιζητά την οπισθοδρόμηση, την καθεαυτή συντήρηση της νύχτας, αποκλείοντας το ελεύθερο φως, απλά και μόνο για να κυριαρχήσει, απλά και μόνο γιατί η άρνηση έχει εγωισμό, φιλαυτία, φθόνο, εξουσία και μπορεί όποτε γουστάρει να στήνει πολέμους. Και καταφθάνει η ηλιαχτίδα, σφριγηλή, ορεξάτη, πάνω απ΄ όλα ελεύθερη και ευγενική έτοιμη να ανοίξει τις νέες διαδρομές της, παρακάμπτοντας κάθε τι τελματωμένο, θρυμματίζοντας το κέφυλος της συντήρησης και του σκότους. Η ταινία είναι γυναικεία υπόθεση απαλλαγμένη από κάθε είδους εκδίκησης, μίσους, φθόνου ενδεδυμένη με την απαλή εσθήτα του ευγενικού, εσωτερικού κόσμου της ηρωίδας, που έχει καλλιεργηθεί από τις ιστορίες και την φαντασία των λογοτεχνών αλλά και το ονειρικό αρχιτεκτόνημα των ποιητών. Μια ιδιαίτερη γεωμετρία αξιοπρέπειας, αγάπης και ακατάρριπτου σεβασμού στις αξίες και στην τέχνη του να είσαι υγιής στην σκέψη. Ένα απαστράπτον, πανάρχαο, παλλόμενο κύτταρο που μοσχοβολά ζωή, λάμπει παρών και που αιώνες προσπαθούν να το φαρμακώσουν και να το αφανίσουν. Το κάτι τις παραπάνω που έχει να κάνει με την μορφή της ατρόμητης Θηλυκής Αρχής γεμίζει γόνιμους καρπούς το δισκάκι της σεναριακής ζυγαριάς, φτιάχνει το χαμόγελο σου τεντωμένο τόξο, ψιθυρίζοντας κατά την διάρκεια της προβολής: «Ω ναι, η απολαυστική κυρία Γκριν είναι αυτό που επιθυμεί κάθε νοήμον ον, είτε είναι γυναίκα, είτε είναι άνδρας!»

Υπέροχη ιστορία, μαγευτική, παραμυθένια, ονειρεμένη, αληθινή, πλεγμένη με τα ομορφότερα νήματα της φαντασίας, απλωμένη περίτεχνα στο μονοπάτι του ρεαλισμού και της σκληρής πραγματικότητας. Ηρωίδα ζωής, η ήρεμη δύναμη, η χήρα κυρία Φλόρενς Γκριν (Έμιλι Μόρτιμερ – α-π-ί-θ-α-ν-η!), που μετακομίζει το 1959 σε ειδυλλιακή, παραθαλάσσια, αγγλική κώμη, επιθυμώντας να μετατρέψει ένα όμορφο, διατηρητέο οίκημα σε βιβλιοπωλείο με ψυχή, μεταλαμπαδεύοντας την αγάπη της στην λογοτεχνία στους εκεί γκρίζους ανθρώπους. Απέναντι της, όμως, στέκεται ο αιώνιος εχθρός, η ισχυρή δράκαινα, η πλούσια ηλικιωμένη Βάιολετ (Πατρίσια Κλάρκσον – πολύ καλή), με τις πολιτικές διασυνδέσεις, τα σικ σουαρέ ντε γκαλά στο αρχοντικό της, περιστοιχισμένη απ΄ όλη την «καλή κοινωνία» (ξέρετε, τι σημαίνει Άγγλος ευγενής και δεν χρειάζεται να το αναλύσουμε περεταίρω), διατηρώντας το πάνω χέρι στην μικρή, τοπική κοινωνία. Η επιθυμία της Βάιολετ είναι το ακίνητο, που πήρε στην κατοχή της η Φλόρενς, να μετατραπεί σε πολιτιστικό κέντρο για την ανάπτυξη του τόπου και όχι σε βιβλιοπωλείο. Η γοητευτική κυρία Γκριν διεκδίκησε νόμιμα το διατηρητέο από την τοπική αρχή, το ανακαίνισε με γούστο και μεράκι, μετατρέποντας το μουντό, παρατημένο μαγαζί σε ολοφώτεινο, πνεύμονα γνώσης, προσλαμβάνοντας, μάλιστα, και μια αξιοθαύμαστη, ανήλικη πιτσιρίκα για βοηθό, την Κριστίν (Όνορ Νίφσι – πολύ καλή). Η ευγένεια, οι καλές προθέσεις, η ανιδιοτέλεια, η αγάπη της στα βιβλία και οι έντιμες προθέσεις της κυρίας Γκριν να βγάλει την αγγλική κώμη από τον βαθύ, αραχνιασμένο ύπνο του συντηρητισμού με νέες, ριζοσπαστικές εκδόσεις, όπως: την «Λολίτα» του Ναμπόκοφ και το «Φαρενάιτ 451» του Ρέι Μπράντμπερι, αρχίζει να δημιουργεί λαβές στην λασπόκαρδη Βάιολετ για να στρέψει τους στενόμυαλους κατοίκους του χωριού εναντίον της. Μοναδικός σύμμαχος της κύριας Γκριν, σε αυτή την σταυροφορία εξόντωσης του υγιούς στοιχείου, είναι ο απόμακρος, ο απηυδισμένος από την ανθρώπινη βλακεία, ο υπέροχος μοναχικός, ηλικιωμένος, πλην εύπορος, κύριος Έντουμντ Μπράντις (Μπιλ Νάι – υ-π-έ-ρ-ο-χ-ο-ς!). Ο άνθρωπος μυστήριο για το χωριό, η ψιλόλιγνη φιγούρα που κυκλοφορεί μόνο τη νύχτα και την τρέμουν όλοι, όπου γύρω του έχουν σηκωθεί μύριοι μύθοι για την κατάληξη της μοναχικότητας του, καθώς κανείς δεν τον βλέπει, κανείς δεν τον συναντάει πουθενά, αλλά εκείνος γνωρίζει τα πάντα για όλους τους ουτιδανούς συγχωριανούς του. Ο κύριος Μπράντις είναι δεινός βιβλιοφάγος και θαυμαστής δυο σημαντικών στοιχείων που αναγνώρισε ευθύς στην προσωπικότητα της κυρία Γκριν: Το πρώτο είναι οι εύστοχες και πρωτοποριακές επιλογές των εκδόσεων για το βιβλιοπωλείο της και το δεύτερο είναι το ατόφιο πνεύμα της, το σθένος και η καλλιέπεια της ψυχής της σε συνάρτηση με την δύναμη και το αλύγιστο παθός της να σταθεί παλικάρι στις άδικες επιθέσεις της Βάιολετ. Ανάμεσα στον ηλικιωμένο Μπράντις και στην νεαρή, Φλόρενς αναπτύσσεται ο σεβασμός, η συμπάθεια, η εκτίμηση και ένας ατμίζων έρως, από την πλευρά του μοναδικού, γηραιού Έντμουντ, που αποφλοιώνεται στις λείες, φωτεινές πλευρές της ρομαντικής έκφρασης και της ανδρικής ευπρέπειας (μοναδική η σεκάνς της συνάντησης των δυο τους στην αμμουδερή παραλία). Συμπεριφορές άλλων εποχών με νόημα, ουσία και πάνω απ΄ όλα κρυστάλλινη, πνευματική ρώμη. Ο Μπράντις, γνωρίζοντας άριστα το μέγεθος της αντιπαράθεσης που έχει δημιουργήσει η πλούσια δράκαινα για να φάει ζωντανή την γυναίκα και το βιβλιοπωλείο της, θέτει εαυτόν στην διαδικασία να βοηθήσει την κυρία Γκριν, παρότι που η ίδια δεν επιδιώκει κανενός την υποστήριξη όχι από εγωισμό, αλλά από υπερηφάνεια, καθώς όλο αυτό που συμβαίνει εναντίον της δεν έχει λογική εξήγηση, θέλοντας να το αντιμετωπίσει ολομόναχη. Η άκαμπτη Βάιολετ σηκώνει καταιγίδες, διακρίνοντας το σθένος της Φλόρενς και με τα κονέ που διαθέτει στην πολιτική προσπαθεί να βγάλει άκυρη την μεταβίβαση του ακινήτου, ενώ απλώνει μεθοδικά τον δηλητηριώδη ιστό της για να παγιδέψει θανάσιμα την κυρία Γκριν και να την ξαποστείλει από εκεί που ήρθε.

 

Η εξαιρετική, Αγγλίδα ηθοποιός Έμιλι Μόρτιμερ («Match Point», «The Party»), ο βραβευμένος με την Χρυσή Σφαίρα, γερόλυκος Μπιλ Νάι (για το «Gideon’s Daughter») και η υποψήφια για Όσκαρ Πατρίσια Κλάρκσον (για την ερμηνεία της στην ταινία «Το Γλυκό στο Τέλος»), αλλά και η μικρή Όνορ Νίφσι δημιουργούν ένα καρέ ηρώων στην ιστορία που μοιάζει να έχει ξεπεταχτεί από μεσαιωνικό παραμύθι. Το πολύ καλά προσαρμοσμένο σενάριο της Καταλανής, σκηνοθέτιδας Ιζαμπέλ Κοϊξέ, που βασίζεται στο πανέμορφο βιβλίο της βραβευμένης  Πενέλοπε Φιτζέραλντ (17 Δεκεμβρίου 1916 – 28 Απριλίου 2000) με τον τίτλο «The Bookshop» (γραμμένο το 1978) και με την προσεγμένη φωτογράφιση του Ζαν Κλοντ Λαριέ, σε οδηγούν να απολαύσεις υπέροχο σινεμά. Η 58χρονη σκηνοθέτις Ιζαμπέλ Κοϊξέ (συμμετοχή στο πολυσκηνοθετημένο από 18 σκηνοθέτες «Paris, Je t’ aime», «Ζωή Χωρίς Εμένα», «Η Μυστική Ζωή των Λέξεων», «Μαθήματα Οδήγησης») πραγματικά όρθωσε ένα μεστό φιλμ με τον αέρα της γυναικείας υπόστασης ολόφρεσκη και τοποθετημένη στο πιο εντυπωσιακό σημείο θέσης και αντίθεσης της όποιας οπισθοδρομικής κοινωνίας. Οι φεμινιστικές κορώνες της δημιουργού αντηχούν υπόηχα, καθώς ο αντίπαλος της ηρωίδας δεν είναι κάποιο αρσενικό τέρας που έχει βαλθεί να ξεκάνει το ανυπάκουο και ξεροκέφαλο θηλυκό, αλλά μια άλλη γυναίκα, διαφορετικού οικονομικού – ταξικού επιπέδου, που οργανώνει τον ισχυρό της πόλεμο για να ισοπεδώσει τον φάρο της αλλαγής, που εκπροσωπεί η παρουσία της Φλόρενς Γκριν. Προσεγμένο και μελετημένο στα μέγιστα το προσκήνιο και το παρασκήνιο των χαρακτήρων σε σημείο που κυριολεκτικώς εντυπωσιάζεσαι. Είναι χάρμα οφθαλμών…Μην την χάσετε!   

«Mamma Mia! Here We Go Again»

 

  • Είδος: Μιούζικαλ
  • Σκηνοθεσία: Ολ Πάρκερ
  • Με τους: Λίλι Τζέιμς, Αμάντα Σέιφριντ, Μέριλ Στριπ, Ντόμινικ Κούπερ, Κριστίν Μπαράνσκι, Πιρς Μπρόσναν, Κόλιν Φερθ, Στέλαν Σκάρσγκαρντ, Σερ, Τζούλι Γουόλτερς
  • Διάρκεια: 114’
  • Διανομή: UIP

Το πρώτο που σκέφθηκα αυθόρμητα, παρακολουθώντας την ταινία στην δημοσιογραφική προβολή της, είναι, ότι αυτό το μιούζικαλ θα κόψει εισιτήρια, ανεξαρτήτου κριτικής και σχολίων. Το «Mamma Mia! Here We Go Again» θα λειτουργήσει σαν αδρανές υλικό στην κινηματογραφική επιλογή των θεατών καλοκαιριάτικα με αιχμή του δόρατος, φυσικά, τον ισχυρό, γυναικείο πληθυσμό. Και ένεκα της μουντιαλικής χούντας, ουδένα σώφρων αρσενικό, μάλλον, δεν πρέπει να αρνηθεί την πρόταση του «αδύναμου φύλου» για ταινία σε θερινό, που δεν είναι Τζέισον Στέιθαμ ή μαρβελικοί ήρωες, αλλά επιβάλλεται να ακολουθήσει σιωπηρά και αδιαμαρτύρητα (σαν τον κατάδικο Πεταλούδα στο νησί του διαβόλου) την δεσποινίδα ή την κυρία του στο χορευτικό και τραγουδιστικό, πολύχρωμο πάρτι – ξεφάντωμα των Άμπα. Δίχως σου μου του και.. α μπα πήγαινε μόνη σου καλύτερα! Η πρώτη ταινία του 2008, που σάρωσε ταμειακά θα σύρει μαζί της και το sequel, που λογικά δεν είναι sequel αλλά prequel με μερικές χρήσιμες σταγόνες ροδόνερου, που έχουν να κάνουν με το παρόντα χρόνο. Οκ, πέρασε μια δεκαετία από τότε και το γυναικείο, φιλοθεάμον κοινό επιθυμεί, δια καώς, ολίγον, τραγουδιστό romance και ανάλαφρο, pop ταρατατζούμ, αλα Γιάννη Δαλιανίδη. Α, συμμετέχει και η Σερ, παίζει, τραγουδάει, αδελφάκι μου, «ατσαλάκωτη», «αζάρωτη», πιο νέα από ποτέ, παρά τους 72 μάηδες που σηκώνει στις ωμοπλάτες της. Α, συμμετέχει και ο Πάνος Μουζουράκης (το είπε και το έκανε, ο αθεόφοβος, ότι θα παίξει σε μεγάλη ταινία του Χόλιγουντ. Μπράβο του, από καρδιάς!). Καλή παραγωγή (κόστος 70 εκ. δολάρια), ευχάριστο, δροσερό, καλοκαιρινό, πολύχρωμο μιούζικαλ (ντυσίματα seventies eighties) με πολύ τραγούδι από μουσικές των Άμπα, χορός, ξεφάντωμα, έρωτας. Είναι η τρίτη κατά σειρά μεγάλου μήκους ταινία του 49χρονου, Άγγλου σεναριογράφου και σκηνοθέτη Ολ Πάρκερ («Καλύτερα Οι Δυο μας»), ο οποίος είναι εις εκ των τεσσάρων σεναριογράφων. Ξέρετε εκατό τοις εκατό τι ακριβώς θα δείτε, οπότε οποιαδήποτε τοποθέτηση, εκ μέρους μου, επί του συγκεκριμένου θέματος, φρονώ, ότι θα πέσει στο πλουμιστό κενό. Το πρώτο, πάντως, «Mama Mia», εκφράζω προσωπική άποψη, αν και δεν είμαι φανατικός του συγκεκριμένου είδους των μιούζικαλ, είναι σαφώς καλύτερο. Εδώ υπάρχουν και κάποιες άφωνες έως μουρμουριστές, φωνητικά συμμετοχές. Ενώ η ταινία έχει ως επίκεντρο σεναριακής δράσης κάποιο νησί στην Ελλάδα, όπως στην πρώτη παραγωγή, που έστειλε τον τουρισμό της Σκιάθου στα ουράνια, το «Mamma Mia! Here We Go Again» δεν έκανε ούτε μισό γύρισμα στην Ελλάδα, λόγω των γνωστών προβλημάτων της ελληνικής ακαμψίας. Η τοποθεσία που επιλέχτηκε από την παραγωγή είναι το νησί Βις της Κροατίας, όπου γέμισε ελληνικές επιγραφές για τις ανάγκες της ταινίας. Το ελληνικό χρώμα και εν γένει ο διάκοσμος που θα δείτε σε ταβέρνες και σπίτια είναι στουντιακή εργασία.

Καλοκαίρι ξανά στο ελληνικό νησί και η Σόφι (Αμάντα Σέιφριντ), η κόρη της Ντόνα (Μέριλ Στριπ), αναλαμβάνει να δώσει νέα πνοή στο ξενοδοχείο, τώρα που η μητέρα της δεν ζει. Η Σόφι είναι έγκυος ενώ ο σύντροφός της Σκάι (Ντόμινικ Κούπερ) βρίσκεται στο Τόκιο για να ρυθμίσει το επαγγελματικό του μέλλον. Στην μνήμη της αγαπημένης της μαμάς, η Σόφι ονομάζει το ξενοδοχείο «Bella Donna» και προσκαλεί στα εγκαίνια όλους τους γνωστούς και φίλους, όπως τις τρελάρες φίλες της Ντόνα, τις θρυλικές «Ντάιναμο», Ρόζι και Τάνια (Τζούλι Γουόλτερς και Κριστίν Μπαράνσκι, αντιστοίχως), όπως και τους δυο πατεράδες της, τον Σουηδό Μπιλ (Στέλαν Σκάρσγκαρντ) και τον Άγγλο Χάρι (Κόλιν Φερθ), καθώς ο τρίτος μπαμπάς, ο Σαμ (Πιρς Μπρόσναμ) διαμένει στο ελληνικό νησί με την κόρη του. Μαζί με τον διευθυντή του ξενοδοχείου, τον Φερνάντο (Άντι Γκαρσία), η Σόφι τρέχει για τις ετοιμασίες και το σενάριο μας οδηγεί πίσω στον χρόνο, όταν το 1979 η νεαρή Ντόνα (Λίλι Τζέιμς) αποφοιτά από το Κολέγιο και αρχίζει να γνωρίζει τους τρεις άνδρες που σημάδεψαν την ζωή της.     

«Μυστικό Συστατικό»

(Iscelitel)

 

  • Είδος: Κωμωδία
  • Σκηνοθεσία: Γκιόρτσε Σταβρέσκι
  • Με τους: Μπλάγκοζ Βεζέλινοφ, Ανάστας Τανόφσκι, Ακσελ Μεχμέτ, Αλεκσάνταρ Μίκιτς
  • Διάρκεια: 104’
  • Διανομή: Trianon Filmcenter
  • Διακρίσεις: Βραβείο Κοινού – Ματιές στα Βαλκάνια, Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, 2017 – Βραβείο Καλύτερης Διεθνούς Ταινίας Μεγάλου Μήκους Santa Barbara Film Festival, 2018 – Βραβείο Καλύτερης Ταινίας, Bergamo Film Meeting, 2018 – Βραβείο Καλύτερης Ταινίας Aubagne Film Festival, 2018

Σκοπιανή, μαύρη κωμωδία του 40χρονου σκηνοθέτη Γκιόρτσε Σταβρέσκι, που μέσα στην κοινωνική θλίψη και την κατήφεια της όμορης χώρας, φυτεύει μια ιδέα σαν συνταγή γέλιου για να απαλύνει το βαρύ και μίζερο περιβάλλον που στήνει την ιστορία του. Η αλήθεια είναι, ότι υπάρχει μια πνοή ευρηματικότητας, αλλά είναι τόσο ασήκωτος ο διάκοσμος και τόσο πνιγηρή η ατμόσφαιρα δράσης των ηρώων, που από τα χείλη δεν έσκασε ούτε περίληψη μειδιάματος. Η ταινία τεχνικά δεν έχει ελαττώματα είτε παρασπονδίες (αν και η φωτογραφία της χρωματικά μοιάζει σκόπιμα να είναι βγαλμένη από την άπνοια των υπογείων) ή σκηνοθετικά ψεγάδια και οι πρωταγωνιστές της υποστηρίζουν με καλές ερμηνείες το εγχείρημα. Η προβληματική της ταινίας είναι η έντονη ανέχεια, το σακατεμένο πρόσωπο των ανθρώπων, η οικονομική κρίση, η ασφάλεια εάν αύριο ζεις ή χάνεσαι, το αχ βαχ, το διαβρωμένο σύστημα, ξανά το αγεφύρωτο χάσμα πατέρα και γιού, οι λογής μαφίες που λυμαίνονται κάθε τι το υγιές, η αφραγκία που σε οδηγεί στον θάνατο από σοβαρή ασθένεια εάν τυχόν νοσήσεις, οι αυτοκτονημένοι έρωτες, η απόγνωση, η απώλεια, όλα αυτά τα άφωτα, ρε γαμώτο, που τα έχουμε δει εκατοντάδες φορές και ζυγίζουν αμέτρητους τόνους σε βάρος και για να τα ελαφρύνεις δεν φτάνουν ούτε σαράντα ώρες γέλιου. Κι όμως, κατά ένα τρόπο το γέλιο δεν βγαίνει από πουθενά. Μαύρα, κατάμαυρα όλα και η σχοινοβασία στην κωμωδία είναι με δίχτυ ασφαλείας από κάτω, δηλαδή, στο ευκολάκι του φινάλε, που όλοι, καλοί κακοί ανεξαιρέτως, μοιράζονται τον αναπνευστήρα της εξιλέωσης για να κλείσει με χάπι εντ το θέμα. Η πρεμιέρα της ταινίας «Μυστικό συστατικό» θα γίνει παρουσία του σκηνοθέτη Γκιόρτσε Σταβρέσκι, ο οποίος θα συνομιλήσει με το κοινό στο τέλος της προβολής. Η πρεμιέρα θα πραγματοποιηθεί την Πέμπτη 19 Ιουλίου στις 21.00 στον κινηματογράφο Τριανόν. Στις 20 Ιουλίου, ο ταλαντούχος σκηνοθέτης θα επισκεφτεί τους κινηματογράφους που προβάλλουν την ταινία για να διενεργήσει Q&A με το κοινό.

Ο Βέλε παράτησε το κολέγιο για να βρει δουλειά ως μηχανικός στο αμαξοστάσιο των τρένων, ώστε να μπορεί να φροντίσει τον πατέρα του, Σάζντο, ο οποίος έχει καρκίνο. Ο Σάζντο παραδίδεται στην ασθένεια, αλλά η περιφρόνησή του για τη ζωή χρονολογείται από τότε που έχασε τη γυναίκα του και τον μεγαλύτερο γιο του σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Ο Βέλε είναι απελπισμένος, επειδή δεν είναι σε θέση να αγοράσει τα ακριβά φάρμακα που χρειάζεται ο πατέρας του. Έτσι, κλέβει ένα πακέτο μαριχουάνας από κάποιους επικίνδυνους εγκληματίες στο αμαξοστάσιο και προσπαθεί να το πουλήσει, αλλά αποτυγχάνει. Απελπισμένος και καταβεβλημένος, φτιάχνει ένα κέικ μαριχουάνας για τον πατέρα του, αφού διάβασε στο ίντερνετ της θεραπευτικές αξίες του χόρτου, με την ελπίδα ότι θα ανακουφίσει τον πόνο του, λέγοντάς του ψέματα πως η συνταγή του κέικ είχε προετοιμαστεί από έναν μυστηριώδη θεραπευτή. Καθώς περνούν οι μέρες, η υγεία του Σάζντο βελτιώνεται, αλλά τα προβλήματα του Βέλε δεν σταματούν σε αυτό σημείο. Οι συνταξιούχοι στη γειτονιά ακούν για τη θαυμαστή ανάκαμψη του καρκινοπαθούς πατέρα του και αρχίζουν να ζητούν το κέικ. Ένας από αυτούς χρειάζεται βοήθεια για την απώλεια της ακοής του, άλλος ελπίζει ότι μπορεί να κάνει την ανάπηρη ανηψιά του να περπατήσει πάλι και ένας τρίτος θέλει να «θεραπεύσει» τον εγγονό του που είναι γκέι. Ελπίζοντας ότι τα πράγματα θα ηρεμήσουν και ταυτόχρονα, προσπαθώντας να φέρει αντιμέτωπο τον πατέρα του με το οδυνηρό παρελθόν τους, ο Βέλε αποφασίζει να πάρει τον Σάζντο, που έχει γίνει περδίκι, στην κατασκήνωση όπου περνούσαν τις διακοπές τους πριν από το θανατηφόρο τροχαίο. Όμως, οι εγκληματίες δεν αργούν να ανακαλύψουν τα ίχνη τους.       

«Ο Ταχυδρόμος»

(Il Postino)

 

  • Είδος: Ερωτική κομεντί (1994)
  • Σκηνοθεσία: Μάικλ Ράντφορντ
  • Με τους: Φιλίπ Νουαρέ, Μάσιμο Τροϊζι, Μαρία Γκράτσια Κουτσινότα, Λίντα Μορέτι, Ρενάτο Σκάρπα
  • Διάρκεια: 108’
  • Διανομή: Danaos Films
  • Διακρίσεις: Όσκαρ Μουσικής 1995 – Βραβεία της Βρετανικής Ακαδημίας Κινηματογράφου (BAFTA): Σκηνοθεσίας, Μουσικής και Καλύτερης Μη Αγγλόφωνης Ταινίας κ.α.
  • Επανέκδοση με νέες αποκαταστημένες κόπιες.

Σε ένα ψαροχώρι της μεταπολεμικής Ιταλίας ο νεαρός ταχυδρόμος Μάριο Ρουόπολο, (Μάσιμο Τροΐζι) γνωρίζει τον Χιλιανό ποιητή Πάμπλο Νερούδα (Φιλίπ Νουαρέ) εξόριστο από την πατρίδα του για πολιτικούς λόγους. Ο Μάριο διακινεί την αλληλογραφία του ποιητή, ο οποίος έχει λάβει πολιτικό άσυλο απ’ την Ιταλία, υπό τον όρο ότι θα μένει μόνιμα σε μια ερημική περιοχή. Ο Μάριο έχει καρδιά ποιητή αλλά λίγο ταλέντο με τις λέξεις. Ο Νερούδα θα γίνει δάσκαλός του και θα περάσουν μαζί ατέλειωτες ώρες συζητώντας για τα νοήματα των λέξεων, την πολιτική, το γράψιμο και, πάνω από όλα, για τις γυναίκες και τον έρωτα, μιας και ο Μάριο δεν έχει μάτια για άλλη γυναίκα, εκτός από την όμορφη Μπεατρίτσε Ρούσο (Μαρία Γκράτσια Κουτσινότα) και χρειάζεται τη βοήθεια του ποιητή για να της εκφράσει τα συναισθήματά του.

Η ταινία που κατέχει περίοπτη θέση στο σαλόνι των σινεφίλ επιλογών, η ταινία που έγραψε την δική της ιστορία στο πάνθεον του παγκόσμιου σινεμά για πολλούς λόγους με πρώτο από αυτούς την απαλότητα και τον ρομαντισμό που διέπει το θέμα. Το σενάριο είναι βασισμένο στο μυθιστόρημα «Αρντιέντε Πατσέντσια» του Αντόνιο Σκάρμετα (1985) και ακολουθεί αρκετά πιστά την πλοκή του, με τη διαφορά ότι η ιστορία εκτυλίσσεται στην Ιταλία του ’50 αντί για τη Χιλή του ’60. Διακεκριμένη για την αριστουργηματική λιτότητά της με την οποία περιγράφει την γοητευτική γέφυρα ανάμεσα στον κόσμο της ποίησης και τον κόσμο των αγνών συναισθημάτων, που όμως δεν βρίσκουν τα λόγια για να εκφραστούν σωστά, η ταινία του Μάικλ Ράντφορντ («1984», «Ο Έμπορος της Βενετίας») και συν-σκηνοθέτη τον Μάσιμο Τροϊζι, γνώρισε απροσδόκητα θερμή υποδοχή από το ευρύ κοινό και κέρδισε περισσότερες από 30 διεθνείς διακρίσεις, ανάμεσα στις οποίες το Όσκαρ Πρωτότυπης Μουσικής το 1995, με την αισθαντική μουσική του Αργεντινού Λουίς Μπακάλοφ (30 Αυγούστου 1933 – 15 Νοεμβρίου 2017), ενώ ήταν υποψήφια σε τέσσερις ακόμα κατηγορίες: Καλύτερη Ταινία, Σκηνοθεσία, Α’ Ανδρικός Ρόλος και Διασκευασμένο Σενάριο για τον Μάσιμο Τροϊζι. Επίσης, το 1996 έλαβε τρία Βραβεία της Βρετανικής Ακαδημίας Κινηματογράφου (BAFTA): Σκηνοθεσίας, Μουσικής και Καλύτερης Μη Αγγλόφωνης Ταινίας. Ο πρωταγωνιστής Μάσιμο Τροΐζι είχε μυστικά αναβάλει μία εγχείρηση καρδιάς για να προχωρήσουν ομαλά τα γυρίσματα, με αποτέλεσμα να πεθάνει από έμφραγμα λίγο πριν την ολοκλήρωσή τους, σε ηλικία 41 ετών. 

«Ο 20ος Μου Αιώνας»

(My 20th Century)

 

  • Είδος: Κοινωνικό δράμα Α/Μ (1989)
  • Σκηνοθεσία: Ίλντικο Ενιέντι
  • Με τους: Ντορότα Σέγκντα, Ολεγκ Γιανόφσκι, Πέτερ Ντόμπαϊ, Πάουλους Μάνκερ
  • Διάρκεια: 103’
  • Διανομή: Carousel Films
  • Διακρίσεις: Χρυσή Κάμερα Φεστιβάλ Καννών, 1989 – Berlinale Classics, Φεστιβάλ Βερολίνου 2018
  • Πλήρης ψηφιακή αποκατάσταση σε 4Κ από το εργαστήριο Magyar Labor των Ουγγρικών αρχείων κινηματογράφου με την επίβλεψη του διευθυντή φωτογραφίας της ταινίας Τίμπορ  Μάτε

To ντεμπούτο της Ίλντικο Ενιέντι («Ψυχή και Σώμα») από το 1989 σε νέες αποκατεστημένες κόπιες για πρώτη φορά σε κινηματογραφική διανομή στην Ελλάδα. Τη νύχτα του 1880, όταν ο Τόμας Έντισον παρουσίασε δημόσια τον πρώτο ηλεκτρικό λαμπτήρα στο Νιου Τζέρσεϊ, δυο δίδυμα κορίτσια βλέπουν το πρώτο φως στην Βουδαπέστη. H Ντόρα και η Λίλi, ζουν πουλώντας σπίρτα στους περαστικούς, απάγονται από αγνώστους και μεγαλώνουν χωρισμένες. Η χαραυγή του 20ου αιώνα βρίσκει την Ντόρα ψευτοαριστοκράτισσα τυχοδιώκτρια και την Λίλυ αναρχική βομβίστρια. Οι δυο τους, , περνώντας αναρίθμητες περιπέτειες, θα συνδεθούν ξανά μέσω του Ζ, ενός μυστηριώδους, γοητευτικού ταξιδιώτη, ενώ ανακαλύψεις, νέες θεωρίες, ιδέες και κινήματα, σαρώνουν την ανθρωπότητα.

Ήταν στο φεστιβάλ Καννών  του 1989, όταν μια ταινία από την Ουγγαρία, της τότε πρωτοεμφανιζόμενης Ίλντικο Ένιεντι, μιας από τις τελευταίες μαθήτριες του μεγάλου Ζόλταν Φάμπρι, κατέλαβε εξ απήνης τους θεατές με το αναπάντεχο «Ο 20ος μου αιώνας». Ήταν ένα φιλμ που δεν έμοιαζε με κανένα άλλο Ουγγαρέζικο της νέας γενιάς (δεν ήταν μια ταινία κοινωνικού ρεαλισμού, δεν είχε μεγάλα μονοπλάνα και σιδερένιο ντεκουπάζ), για την ακρίβεια δεν έμοιαζε με κανένα άλλο φιλμ. Η Ένιεντι, παρουσίασε ένα απολύτως μεταμοντέρνο παραμύθι σε οργασμικό ασπρόμαυρο, μια αισιόδοξη φαντασμαγορία που ενσωματώνει τεχνικές του βωβού κινηματογράφου, υπαρκτά ιστορικά πρόσωπα (Έντισον, Τέσλα, Βάινεγκερ, Τολστόι), την πανίδα και την χλωρίδα σε πρωταγωνιστικούς ρόλους (κόντρα στα στερεότυπα), ευθείες κινηματογραφικές αναφορές από τον Γκρίφιθ και τον Ρενουάρ ως τον Κάπρα και τον Ουέλς, μιλώντας για τις άπειρες (ευνοϊκές) πιθανότητες στην ζωή, την τυχαιότητα ως παράγοντα διαμόρφωσης της ταυτότητας, την γυναικεία φύση και σεξουαλικότητα, το βλέμμα του άνδρα στην γυναίκα και πλείστα άλλα σε μια μεταβατική εποχή (όπως ήταν κι αυτή των χρόνων πριν την πτώση του Τείχους, όπως είναι και η δική μας). Ο ελευθεριακός, ιδιότυπος «Μαγικός ρεαλισμός» της Ένιεντι πήρε περίπατο τη Χρυσή Κάμερα στο φεστιβάλ, κυκλοφόρησε ακόμα και στις ΗΠΑ (με τους New York Times να χαιρετίζουν το καλύτερο ασπρόμαυρο από την εποχή του «Οκτώμισι» του Φελίνι) και βρήκε έναν απρόσμενο θαυμαστή στο πρόσωπο του κυρίου Ziggy Stardust (κατά κόσμον David Bowie) ο οποίος χρηματοδότησε την επόμενη ταινία της. Πριν λίγα χρόνια, σε ψηφοφορία της Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου της Ουγγαρίας, ψηφίστηκε ως μια από τις 12 καλύτερες Μαγυάρικες ταινίες όλων των εποχών. Η αποκατεστημένη κόπια προβλήθηκε επίσημα στο τελευταίο Φεστιβάλ του Βερολίνου, στο τμήμα Berlinale Classics και παρουσιάζεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα. «Ο 20ος μου αιώνας» ήταν η  τελευταία κινηματογραφική παραγωγή που ολοκληρώθηκε στην Ουγγαρία επί υπαρκτού σοσιαλισμού, πριν την αλλαγή του 1989. Για την Πολωνέζα πρωταγωνίστρια Ντορότα Σέγκντα, το φιλμ υπήρξε το κινηματογραφικό της ντεμπούτο, καθώς η βασική της ασχολία ήταν το  θέατρο. Ο Ρώσος πρωταγωνιστής Όλεγκ Γιανκόφσκι (πέθανε το 2009), συμπρωταγωνίστησε στον «Καθρέφτη» και τη «Νοσταλγία» του Ταρκόφσκι.