fbpx

«Χοακίν Φίνιξ και Τζόνα Χιλ σε οσκαρικές ερμηνείες δια χειρός Γκας Βαν Ζαντ», οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Όταν εμφανίζεται ελληνική, κινηματογραφική παραγωγή στην μεγάλη οθόνη πραγματικά χαίρομαι και ένα μικρό φύσημα αισιοδοξίας διαπερνά το στέρνο, σαν να ανακοινώνει, ότι ακόμα αναπνέει το σύστημα, έστω και κεραυνοχτυπημένο κατακέφαλα, γονατισμένο κατάχαμα. Χαίρομαι, γιατί επιτέλους θα λάμψει ο ελληνικός ήλιος στο άσπρο πανί, που «τέτοιο φως δεν υπάρχει πουθενά στον κόσμο», όπως είχε πει ο Αμερικανός, ιμπρεσιονιστής ζωγράφος Φρέντερικ Κάρλ Φρίσεκε για τον ελλαδικό, φυσικό φωτισμό. Ασχέτως, εάν ο νεοέλληνας «μετρ» της 7ης Τέχνης, ο αξιόλογος και βραβευμένος Θοδωρής Αγγελόπουλος εκπροσωπούσε την χώρα του στο εξωτερικό, τον τόπο του ήλιου δηλαδή, με ταινίες πνιγμένες στην καταχνιά, την βροχή και την μουντάδα.

Χαίρομαι κάθε φορά που βγαίνει στην κινηματογραφική διανομή ελληνική ταινία, γιατί θα κυλήσει στο φιλμικό καρέ η ελληνική γλώσσα, κάτι που πλέον φαντάζει σπάνιο, παράξενο έως εξωγήινο στον χώρο της κινηματογραφικής αίθουσας. Χαμογελώ τα μάλα ικανοποιημένος γιατί πανάξιοι Έλληνες τεχνικοί της κινούμενης εικόνας θα εργαστούν πάνω σε αυτό που σπούδασαν με μεράκι, σε αυτό που τους κάνει καλύτερους, σε αυτό που αφήνονται για να τους παρασύρει το διονυσιακό πνεύμα της δημιουργικής ηδονής. Ηθοποιοί θα εργαστούν και το πράγμα θα κινηθεί, κάπως.

Η φτωχότατη, ελληνική κινηματογραφική παραγωγή, που από μια εύρωστη βιοτεχνία την κατάντησαν τσαγκαρομάγαζο, τα τελευταία χρόνια προσφέρει ελάχιστες ταινίες ένεκα έλλειψης κονδυλίων, ένεκα τον διάολο μου τον μαύρο μέσα, μην συνεχίσω. Και εκεί που πραγματικά χαίρομαι και χαμογελώ, ω πατέρα, για όλα όσα περιέγραψα παραπάνω, να ξανά, αυτήκοος και αυτόπτης μάρτυρας της δουλειάς στο γόνυ, του αφάνταστου, της τηλεοπτικής ατμόσφαιρας, των αδούλευτων διαλόγων, της απουσίας ευφυούς σεναριακής πένας που μην βαραίνει το σπάνιο, αιγαιοπελαγίτικο φως αλλά να το συνοδεύει και να το εκτινάζει στα ουράνια. Παρών και το αμήχανο πλάσμα της υποκριτικής κινούμενο ατάκτως από ηθοποιό σε ηθοποιό και αναρωτιέμαι πως στον δαίμονα μπορεί να λυτρωθεί αυτή η ελληνική, κινηματογραφική ένδεια; Πώς είναι δυνατόν να βγαίνουν αυτές οι λίγες ταινίες στην χώρα μας και να είναι τόσο απαράδεκτες; Κανονικά, όσες βλέπουν το φως της σκοτεινής αίθουσας, αυτές οι ελάχιστες τέλος πάντων, θα έπρεπε να φυσάνε, κραυγάζοντας: «κοιτάξτε εδώ! Μπορεί να είμαστε μετρημένες στα μισά δάχτυλα του ενός χεριού, αλλά σκίζουμε!» Η όποια μονέδα κουδουνίζει στον προϋπολογισμό της όποιας ελληνικής κινηματογραφικής παραγωγής καταντάει άγονη και στενάχωρη, γιατί το δύστυχο αποτέλεσμα κατατρώει τον μόχθο τόσων ανθρώπων, καθώς μόνο οι συγγενείς και οι φίλοι των συντελεστών θα στρωθούν στα καθίσματα για να τις δουν. Και μετά θυμώνουν οι σκηνοθέτες, τσαντίζονται οι ηθοποιοί, ξινίζουν οι παραγωγοί με τους κριτικούς των ταινιών, κατεβάζουν θεούς και δαίμονες, απειλούν, αναφέρονται σε σκοτεινές συνομωσίες, κρατούν μούτρα, αφού βρε σεις ξέρετε τι γυρίσατε, γνωρίζετε τι φτιάξατε, γιατί εάν δεν ξέρετε και δεν γνωρίζετε, τότε υπάρχει άλλο θέμα, που δεν θέλω να το αναφέρω, και είναι μείζονος σημασίας.

Ο Έλληνας θεατής έχασε την εμπιστοσύνη στο σινεμά του και δεν έχει άδικο. Παρακμή, περιθώριο, σκοταδίλα, νοσηρότητα, προχειρότητα, κωμωδία της αρπαχτής είναι η θεματολογία και μια δυο ταινίες που στάθηκαν στο ύψος τους τα τελευταία χρόνια καταβροχθίσθηκαν από το κυρίαρχο και αδηφάγο τέρας της ανοησίας με τα μεγάλα σαγόνια, χωνεύτηκαν στο πιτς φιτίλι. Στην επιφάνεια της παρούσας, ελληνικής κινηματογραφικής παραγωγής, επιβεβαιωμένα, κυριαρχεί το ασάλευτο της μετριότητας και κάτω αυτής. Δεν εξηγείται τέτοια αυτοκαταστροφική διάθεση, κι αν θέλουμε να στεριώσουμε σε ένα τοίχο τον λόγο για τον οποίο γυρίζονται ακόμα ελληνικές ταινίες είναι διότι οι σκηνοθέτες δεν βλέπουν το έργο τους για τον κινηματογράφο, αλλά για το υπνωτισμένο κοινό της ακαλαίσθητης τηλεοπτικής κυριαρχίας. Γι αυτό ξενιτεύονται οι δημιουργοί και οι τεχνικοί που θέλουν, πραγματικά, να προκόψουν και αγαπούν το σινεμά. Ακούν για ταινία στην Ελλάδα και τους σηκώνεται η τρίχα κάγκελο. Δεν εξηγείται διαφορετικά. Νηφάλια και θαρραλέα πάμε να κλείσουμε το «μαγαζάκι» να ξεκουραστεί κι αυτό, μην το σφαλιαρίζουμε άλλο, είναι κρίμα. Είχε ένα γκελ ο ελληνικός κινηματογράφος, μικρό αλλά έντιμο, σεβαστό, που το έχασε όταν οι «μαθητές» δηλητηρίασαν τον «δάσκαλο» και, την ατυχία του μέσα, δεν υπήρξε για τον «δάσκαλο» ο οιωνοσκόπος Σπουρίνας να τον περιμένει στην είσοδο της Συγκλήτου για να τον προειδοποιήσει για τους κινδύνους που του επιφύλασσαν οι ειδοί του Μαρτίου.

Δεν θα στεναχωρηθούμε εάν δεν ξαναβγούν ελληνικές ταινίες, εντάξει λίγο ναι, αλλά εάν είναι για το καλό του σινεμά μας θα κάνουμε υπομονή μέχρι να εκτιμηθεί σωστά η φθίνουσα πορεία και να λάμψει ξανά ο ήλιος της ελληνικής, κινηματογραφικής ωραιότητας. Άλλωστε σ’ αυτή τη χώρα κανείς δεν ήξερε να κλαίει.                     

«Μην Ανησυχείς, Δε Θα Φτάσει Μακριά Με τα Πόδια»

(Don't Worry, He Won't Get Far On Foot)

 

  • Είδος: Βιογραφία – Δράμα
  • Χώρα: ΗΠΑ (2018) 
  • Σκηνοθεσία: Γκας Βαν Σαντ
  • Με τους: Χοακίν Φίνιξ, Τζόνα Χιλ, Ρούνι Μάρα, Τζακ Μπλακ
  • Διάρκεια: 113’
  • Διανομή: Seven Films

Όταν διάβασα τον τίτλο και παρατηρώντας την αφίσα της ταινίας με τον Χοακίν Φίνιξ στο αναπηρικό καροτσάκι γέλασα. «Προβοκατόρικο» σκέφτηκα, για τις όποιες αντιδράσεις που θα μπορούσε να δημιουργήσει στους ομοιοπαθείς ανθρώπους. Όταν όμως συνειδητοποίησα ότι το θέμα του εξαιρετικού, Αμερικανού σκηνοθέτη Γκας Βαν Ζαντ πραγματεύεται την μονογραφία του συμπατριώτη του, κοκκινομάλλη, καρτουνίστα Τζον Κάλαχαν (5 Φεβρουαρίου 1951 – 24 Ιουλίου 2010), τότε σκέφτηκα, πως είναι τίτλος, που κάλλιστα θα τον πρότεινε, αβλεπί, ο ίδιος ο Κάλαχαν, εάν ζούσε, στον σκηνοθέτη. Κι αυτό γιατί ο καλλιτέχνης (όχι μόνο σκιτσογράφος αλλά και στιχουργός, ενίοτε και μουσικός) βίωσε την ζωή προβοκατόρικα, έπειτα από το τραγικό αυτοκινητικό ατύχημα που τον καθήλωσε στο αναπηρικό καρότσι ως τετραπληγικό. Αναφέρω το «έπειτα», καθώς πριν από την σφοδρή στούκα, κατά την οποία ήταν συνοδηγός (οδηγός και συνοδηγός πίτα από το αλκοόλ), ζούσε στο φάσμα του βαρέως αλκοολισμού με μοναδικό ενδιαφέρον την ποσότητα του ποτού που θα καταναλώσει από τις πρώτες ώρες της πρωινής του έγερσης. Ο Κάλαχαν παιδιόθεν ήταν καλλιτεχνική φύση, όπως αναφέρει στην ταινία του ο Βαν Ζαντ, αλλά το καταστροφικό εφηβικό και νεανικό του περιβάλλον (παρατημένος από την μητέρα του, υιοθετημένος και αλκοολικός από 12 ετών), στραγγάλισε το ταλέντο του, φρενάροντας την πρόοδο της καλλιτεχνικής του φύσης. Έπρεπε να καταστραφεί ο νωτιαίος μυελός να ακυρωθεί η κίνηση των κάτω άκρων και μερικώς στα άνω για να αναδύσει την εσωτερική του μούσα πικρή, επικριτική, τραχιά, επιθετική πολλές φορές αηδιαστική, πάντα όμως εύστοχη. Ο Κάλαχαν ήταν ο Αμερικανός Ρεζέρ (Γάλλος σκιτσογράφος, δημιουργός του «Μεγάλου Ρεμαλιού», που επίσης έφυγε από την ζωή νέος) και στο στυλ, αλλά και στο ύφος. Με το κατάμαυρο χιούμορ στα σκίτσα του δεν άφηνε τίποτα όρθιο, ακόμα και τις αρρώστιες αλλά και τις ανθρώπινες νοητικές και σωματικές αναπηρίες τις πέρναγε γενεές δεκατέσσερις. Το κλειδί του σκηνοθέτη Γκας Βαν Ζαντ,  αυτό που ανοίγει τα ανήλιαγα δωμάτια της ταινίας, δεν είναι το βιογραφικό, σεναριακό ευκολάκι, αναδεικνύοντας έναν καλλιτέχνη που έφτυνε το σύστημα, αλλά ο ηθοποιός Χοακίν Φίνιξ στον ρόλο του Τζον Κάλαχαν. Ο Βαν Ζαντ δεν στήνει στον φακό του το έργο και τα γεγονότα του γνωστού καρτουνίστα, στήνει τον Φίνιξ ενδεδυμένο στην ψυχοσύνθεση του Κάλαχαν με όλα τα τραυματικά, αφοριστικά σκοτεινά και φωτεινά σκαμπανεβάσματα της μετά ατυχήματος περιόδου του. Και ο Φίνιξ, αυτός που είναι ως ηθοποιός πολλών καρατίων, αρπάζει την πρόκληση και την μετουσιώνει σε ερμηνευτικό χάρτη πολλαπλών αναγνώσεων. Η ταινία διακρίνεται από τρεις βασικούς πυλώνες που ξεκαθαρίσουν αμέσως το τοπίο στον θεατή, Πρώτον, ότι ο 66χρονος, Αμερικανός σκηνοθέτης των ταινιών «Drugstore Cowboy», του «Ξεχωριστού Γουίλ Χάντινγκ», του «Elephant», του «Ανακαλύπτοντας τον Φόρεστερ» και του «Milk» δίνει άψογα την σκηνοθετική προσέγγιση στον ψυχισμό του ήρωα του στην περίοδο της αποτοξίνωσης από το αλκοόλ και της διαδικασίας συγχώρεσης του παρελθόντος του, κάτι που το χειρίζεται ονειρεμένα η κάμερα. Ανεβάζει τους σκηνοθετικούς ρυθμούς σε ταχύτητα, κυκλώνοντας, παράλληλα τόσο το λαβυρινθώδες του μυαλού, όσο και τα αντανακλαστικά της καλλιτεχνικής περσόνας Κάλαχαν με την αναπηρία και του προβλήματος του αλκοολισμού στο χαοτικό, κοινωνικό διάσκομο μιας Αμερικής (δεκαετία του ’80, του γρήγορου πλουτισμού και του Έιτζ), που η ίδια ως χώρα πάσχει ξανά από σοβαρή αναπηρία στο να ανασυσταθεί η νέα πολιτισμική της ταυτότητα. Το δεύτερο είναι η εκπληκτική ερμηνεία του Χοακίν Φίνιξ με το μανταρινί χρώματος μαλλί, τα ματομπούκαλα και καθηλωμένος στο αναπηρικό καρότσι με τετραπληγία σε κάνει να ξεχάσεις το πρόβλημα του ήρωα και να αφοσιωθείς στην περιπέτεια της ψυχής του στο να αναδυθεί από το σκοτεινό βάθος της θανατίλας προς το φως της επιφάνειας. Ρόλος με ελάχιστα πατήματα στήριξης για τον εξαιρετικό ηθοποιό, που πραγματικά σε αφήνει ενεό, αναφωνώντας εσωτερικά «ρε συ, τι είναι τούτος;» Σίγουρα θα τον δούμε στα Όσκαρ, παρότι η ταινία του Βαν Ζαντ προβοκάρει με σκέψη και καλαισθησία, για μια αφορά ακόμα, το μακελάρικο φάντασμα της χώρας του. Και τρίτον είναι η επιλογή των δεύτερων ρόλων που πλαισιώνουν και κρατούν άπαρτα τα νώτα και τα ερμηνευτικά πλαϊνά του Φίνιξ. Ο πληθωρικός Τζακ Μπλακ στον ρόλο του ανθρώπου-φίλου που προκάλεσε το δυστύχημα στον Κάλαχαν είναι απίθανος με μικρή μεν συμμετοχή, η αέρινη Μάρα Ρούνεϊ σε αμφιλεγόμενη εμφάνιση, κάτι ανάμεσα σε φύλακα άγγελο θάρρους και δύναμης και σε γκόμενα του ανάπηρου καλλιτέχνη και φυσικά η αποκάλυψη που ακούει στο όνομα Τζόνα Χιλ. Ο υπέροχος Χιλ αδυνατισμένος κατά 30 και βάλε κιλά δίνει περφόρμανς για τον καλύτερο μέχρι στιγμής ρόλο της καριέρας του, ρίχνοντας από τώρα στην τσέπη την υποψηφιότητα για το οσκαράκι Β΄ Ανδρικού Ρόλου, ως ο φραγκάτος, καθοδηγητής του γκρουπ θέραπι που ακολουθεί ο ήρωας της ταινίας για να απαλλαγεί από το βαρύ και καταστρεπτικό παρελθόν του. Για την ιστορία της ταινίας να αναφέρουμε, ότι το σενάριο (γραμμένο από τον σκηνοθέτη και την ομάδα του) βασίζεται στην ομότιτλη βιογραφία του Τζον Κάλαχαν, τα οποία δικαιώματα τα είχε εξασφαλίσει ο αξέχαστος ηθοποιός Ρόμπιν Γουίλιαμς από το 1994, θέλοντας να ενσαρκώσει τον Κάλαχαν ως φόρο τιμής στον φίλο του και ηθοποιό, επίσης τετραπληγικό, Κρίστοφερ Ριβ. Σοκαριστικές ερμηνείες, δυνατό σενάριο και ο Γκας Βαν Ζαντ συναισθηματικός όσο ποτέ. Μην την χάσετε!

Ο αλκοολικός  Τζον Κάλαχαν (Χοακίν Φίνιξ – α-π-ί-θ-α-ν-ο-ς!) ανήμπορος να καταπολεμήσει το πάθος του παρακολουθεί την ζωή του να ξοδεύεται στον πάτο αμέτρητων μπουκαλιών και ποτηριών αλκοόλ. Μια νυχτερινή έξοδος με τον επίσης αλκοολικό φίλο του Ντέξτερ (Τζακ Μπλακ – πολύ καλός) με κατανάλωση άπειρων λίτρων ποτού και ενώ οδηγεί ο μεθυσμένος Ντέξτερ καταλήγει σε αυτοκινητικό δυστύχημα με αποτέλεσμα ο οδηγός να γλυτώσει έχοντας μερικές γρατζουνιές, ο συνοδηγός Κάλαχαν ζωντανός μεν αλλά ως τετραπληγικός δε, με μερική κινητικότητα στα άνω άκρα. Η βαριά αλλαγή στην ζωή του δεν τον βοηθά να κόψει το ποτό, συνεχίζει να πίνει, ενώ γνωρίζει και την όμορφη Σουηδή μασέζ σώματος και ψυχής, μετέπειτα αεροσυνοδό Ανού (Μάρα Ρούνεϊ – καλή). Στην απραξία και την χαμένη εσωτερική γαλήνη, ο ανάπηρος Καλαχαν ταλαιπωρεί τον αποκλειστικό, βοηθό, που του παραχώρησε η Πρόνοια ώστε να τον εξυπηρετεί στην καθημερινότητα. Κάποια στιγμή αποφασίζει να παρακολουθήσει μια ομάδα ανωνύμων αλκοολικών που την διαχειρίζεται ένας εύπορος χίπις, εν είδει γκουρού, ο Ντόνι (Τζόνα Χιλ – ονειρεμένος!), προσφέροντας ουσιαστική στήριξη στα προβληματικά μέλη της ομάδας. Ο Κάλαχαν αρχίζει να σκιτσάρει με μαύρο, βιτριολικό χιούμορ τα κακώς κείμενα της αμερικανικής κοινωνίας, σκίτσα τα οποία δημοσιεύονται στην εναλλακτική εφημερίδα «Willamette Week» του Πόρτλαντ στο Όρεγκον. Η σχέση του με τον Ντόνι και η φήμη που αποκτά από τις προβοκατόρικες δημοσιεύσεις του αρχίζουν να δίνουν μια άλλη εικόνα στην ζωή του καλλιτέχνη, που αποφασίζει να αποτοξινωθεί από το αλκοόλ και να τα βρει με το παρελθόν του.                         

«Υπεράνω Πάσης Υποψίας»

(The Catcher Was a Spy)

 

  • Είδος: Βιογραφία, κατασκοπευτική, περιπέτεια εποχής
  • Χώρα: Η.Π.Α. (2018)
  • Σκηνοθεσία: Μπεν Λιούιν
  • Με τους: Πολ Ραντ, Μαρκ Στρονγκ, Σιένα Μίλερ, Τζεφ Ντάνιελς, Τομ Γουίλκινσον
  • Διάρκεια: 98’

Είναι καταπληκτικό το πως η αμερικάνική βιομηχανία του κινηματογράφου ψάχνει θέματα, ανθρώπους, γεγονότα από την βραχύσωμη ιστορία των Η.Π.Α., που να έχουν, βέβαια σινεμαδίστικο ενδιαφέρον (και ελάχιστο ενδιαφέρον να διαθέτουν ξέρουν το πως να το πουσάρουν), για να γίνουν σενάρια, καταγράφοντας και υψώνοντας συνάμα το πατριωτικό λάβαρο στα ύψη και το εθνικό φρόνημα στον ουρανό. Ο αμερικανικός κινηματογράφος έχει καταγράψει άπειρες ιστορίες βασισμένες σε αληθινά γεγονότα, πλασάροντας, επίσης και μυριάδες πρόσωπα που κατάφεραν κάτι το σπουδαίο στην ζωή τους και σε προέκταση για το ίδιο το έθνος. Δηλαδή, για να το κάνουμε λιανά εννοούμε, πως παράλληλα με τους περιβόητους πρεζέμπορους, εγκληματίες και τα χαμένα κορμιά που κοσμούν τα ράφια των αμερικανικών διωκτικών αρχών, πλάι ακριβώς, υπάρχει η δρύινη βιβλιοθήκη με τα έργα και τις ημέρες καλλιτεχνών, ποιητών, εικαστικών, ηθοποιών, στρατιωτικών, αθλητών, αυτών όλων που χάρισαν αίγλη, περηφάνια, λούστρο και δόξα στο αμερικανικό έθνος. Ξέρει από αυτά τα ωραία το Χόλιγουντ τους τρόπους για να τα αμπαλάρει εύμορφα και να τα πουλήσει σωστά στο φιλοθεάμον κοινό. Τώρα, ειδικά που οι υπόδουλες χώρες, δύσης και ανατολής, στην αγγλοσαξωνική, σύγχρονη αποικιοκρατία του χρήματος και της κονόμας, αλλά και στην νωθρότητα, την αδιαφορία και την δειλία που κυριαρχεί τους κατακτημένους πληθυσμούς, το να προβάλεις ήρωες του κοντινού, ένδοξου πολεμικού παρελθόντος ενδεδυμένους με τις «αλεξίσφαιρες» αμερικάνικες ή αγγλικές σημαίες είναι ταμάμ για να αναπτερώνει το ηθικό της σύγχρονης μπουχεσοϊδούς νεολαίας. Θα δημιουργήσει, παράλληλα και το κατάλληλο Ψ.Π. (Ψυχολογικό Πόλεμο) στις μάζες των ηττημένων, ότι «εδώ ήμασταν και συνεχίζουμε να είμαστε το ίδιο μάχιμοι». Ιστορική υπενθύμιση ή επιβεβαίωση, πως υπάρχει μαγιά από το ένδοξο παρελθόν θέλεις να το περιγράψεις; Ναι, και καλά κάνουν. Προπαγάνδα θέλεις να το πεις; Οκ, συμφωνώ, αφού οι υπόλοιποι λαοί έχουν ενταχθεί πλέον στην ψυχολογία της κότας αποδεχόμενοι τα πάντα και πολλές φορές να ταυτίζονται  με το προπαγανδιστικό υλικό. Κι αν δεν πιάσουν αυτά υπάρχουν και οι μυθικών διαστάσεων κινηματογραφικοί κόμικ ήρωες. Ανάλογο προϊόν είναι και η εν λόγω ταινία που πραγματεύεται την δράση του ευφυούς, πολύγλωσσου (μιλάει επτά διαφορετικές γλώσσες), παν-μορφμένου, με πανεπιστημιακή κατάρτιση, ομοφυλόφιλου και διάσημου αθλητή του μπέιζμπολ Μο Μπεργκ, ο οποίος αγαπητοί μου, κατά την διάρκεια του 2ου μεγάλου πολέμου στρατολογήθηκε από το Γραφείο Στρατηγικής Ασφάλειας, δηλαδή, την αμερικανική υπηρεσία αντικατασκοπεία της O.S.S. (η γιαγιά της σημερινής C.I.A.) για να αποτρέψει τον παγκόσμιο όλεθρο από το ενδεχόμενο κατασκευής ατομικής βόμβας από τους ναζί. Κι όπως συμβαίνει σε τέτοιους είδους ταινίες, τα μονά και τα ζυγά είναι φυσικά αμερικάνικα, ενώ υπάρχουν και κάποιες ιστορικές ανακρίβειες για να δέσει σωστά το γλυκό (όσοι γνωρίζουν την ιστορία για την κατασκευή της ναζιστικής ατομικής βόμβας και της επιχείρησης των Άγγλων με τον κωδικό: «Βαρύ Ύδωρ» θα το διαπιστώσουν αμέσως). Έλα μωρέ, σιγά μην σκοτιστούν οι Αμερικάνοι με τέτοια θέματα, περί ιστορικών ανακριβειών. Αυτά τα τρώνε για πασατέμπο, φτιάχνοντας τα δικά τους ιστορικά πεπραγμένα. Απλά επέλεξαν να προβάλουν τον ήρωα, τον πάνσοφο, κρυφο-ομοφυλόφιλο αθληταρά, μορφωμένο και πράκτορα Μπεργκ, επισημαίνοντας, ότι δεν κωλώνουν να αναδείξουν και Αμερικανούς με σεξουαλική διαφορετικότητα, που συν τοις άλλοις υπηρέτησαν σαν λιοντάρια την πατρίδα. Καλή ατμόσφαιρα δίνει στην ταινία ο 72χρονος Πολωνο-Αυστραλός σκηνοθέτης Μπεν Λιούιν (Μαθήματα Ενηλικίωσης), σε σενάριο του έμπειρου γραφιά κινηματογραφικών, πολεμικών άθλων Ρόμπερτ Ρόντατ («Η Διάσωση του Στρατιώτη Ράιαν», «Ο Πατριώτης»), σενάριο βασισμένο στη ομότιτλη νουβέλα του Νίκολας Νταβίντοφ. Βέβαια η ταινία είναι όλη κρεμασμένη επάνω στον πολύ καλό «Ant Man», Πολ Ραντ – πραγματική έκπληξη – υποδυόμενος τον αινιγματικό και απόμακρο, Ιουδαίο, μορφωμένο παίκτη των Red Sox, Μπο Μπεργκ (2 Μαρτίου 1902 – 29 Μαΐου 1972). Παρ΄ όλα αυτά η ταινία αφήνει μια πικρή γεύση στο τέλος, σαν ένα ανάθεμα βαλμένο σε ανθοδέσμη. Ο Μπεργκ ήταν σπουδαία μορφή, ένας sui generis τύπος, φουλ μορφωμένος, καθώς πρόσφερε πολλά στην αμερικανική αντικατασκοπεία και δη στο ταξίδι του στην Ιαπωνία λίγο πριν η Χώρα του Ανατέλλοντος Ήλιου επιτεθεί στο Περλ Χάρμπορ. Η ταινία μένει μόνο στο γεγονός του επιστήμονα Χάιζενμπεργκ και της ατομικής βόμβας, διανύοντας ελαφροπάτητα την ήρεμη δύναμη της προσωπικότητας του Μπεργκ. Όταν του πρόσφεραν το μετάλλιο της Ελευθερίας το απέρριψε για να το παραλάβει η αδελφή του μετά τον θάνατο του. Κι όμως αυτός ο άνθρωπος έφυγε από την ζωή άνεργος πολλά χρόνια και πάμφτωχος.  

Στα μέσα του 2ου μεγάλου πολέμου ο πρωτοκλασάτος και δημοφιλής αθλητής του μπέιζμπολ Μο Μπεργκ (Πολ Ραντ – πολύ καλός) στρατολογείται από το Γραφείο των Υπηρεσιών Ασφαλείας με διοικητή τον Γουίλιαμ Ντόνοβαν (Τζεφ Ντάνιελς – καλός). O Μπεργκ δεν είναι ένας συνηθισμένος αθλητής. Είναι μορφωμένος, κάτοχος δύο πανεπιστημιακών πτυχίων (γλωσσολογίας στο Πρίνστον και νομικών σπουδών στο Κολούμπια), μιλάει φαρσί επτά γλώσσες (λατινικά , ελληνικά , γαλλικά, ισπανικά, ιταλικά, γερμανικά και σανσκριτικά, ακόμα δυο τρεις καλούτσικα) και βρίσκεται συχνά καλεσμένος στο δημοφιλές παιχνίδι γνώσεων του ραδιοφώνου, του γνωστού για πολλά χρόνια των αμερικανικών ερτζιανών quiz show ετυμολογίας λέξεων, το «Information, Please», του Νταν Γκόλενπολ. Παρά την μόρφωσή και την αναγνωρισιμότητα του, ο Μπεργκ είναι ένας αινιγματικός άνδρας με ταλέντο στο να κρατάει μυστικά, όπως κρατάει κρυφή απ΄ όλους την σεξουαλική του προτίμηση στους άνδρες, έχοντας δίπλα του, ως ξεκάρφωμα ερωμένη, την όμορφη Κοράντα (Κόνι Νίλσεν – καλή). Ο νεοσύλλεκτος κατάσκοπος σύντομα εκπαιδεύεται από την υπηρεσία, ενημερώνεται από τον φυσικομαθηματικό επιστήμονα Σάμιουελ Γκούντσμιτ (Πολ Τζιαμάτι – καλός) για να ριχτεί στο πεδίο της δράσης με σκοπό να συναντήσει στην Ελβετία τον γνωστό Γερμανό νομπελίστα, επιστήμονα Βέρνερ Χέιζεμπεργκ (Μάρκ Στρονγκ – καλός) και να τον δολοφονήσει ώστε να μην φτιάξει την ατομική βόμβα για λογαριασμό του γ΄ράιχ.         

«To Σπίτι με το Ρολόι στον Τοίχο»

(The House with a Clock in its Walls)

 

  • Είδος: Φαντασίας
  • Χώρα: Η.Π.Α. (2018)
  • Σκηνοθεσία: Ελάι Ροθ
  • Με τους: Τζακ Μπλακ, Κέιτ Μπλάνσετ, Οουεν Βακάρο, Ρενέ Ελίζ Γκόλντσμπερι, Σάνι Σούλζικ, Κάιλ ΜακΛάχλαν
  • Διάρκεια: 105’
  • Διανομή: Odeon

Ο ηθοποιός και σκηνοθέτης Ελάι Ροθ, όταν κάθεται πίσω από την κινηματογραφική κάμερα ενδύεται την κόκκινη φόρμα του καθαρόαιμου σπλατερά με το αίμα να ξεπερνάει σε ένταση και ποσότητα το σιντριβάνι της ρωμαϊκής  Φοντάνα ντι Τρέβι («Καταφύγιο του Τρόμου», «Hostel Ι & ΙΙ», «Κανίβαλοι», «Μην Ανοίξεις»). Ακόμα και στο ριμέικ δράσης «Death Wish» που σκηνοθέτησε με τον Μπρους Γουίλις στον πρωταγωνιστικό ρόλο γίνεται το σώσε από αίμα. Κι όταν περνάει μπροστά στον φακό θα μείνει αξέχαστος ως ο Ιουδαίος ναζιστοφάγος Αρκούδος με το μπέιζμπολ ρόπαλο (Bear Jew) στην ταινία του Ταραντίνο «Άδωξοι Μπάσταρδη». Ο Ροθ μαζί με κάποιους άλλους ανεξάρτητους σπλατεράδες σκηνοθέτες από το 2002 έχουν ενταχθεί από τον δημοσιογραφικό, κινηματογραφικό χώρο, στην κατηγορία των «Splat Pack» (χαμηλού κόστους ταινία με ακραία βία). Έπειτα, ο τηλεοπτικός σεναριογράφος Έρικ Κρίπκε της επιτυχημένης σειράς παραφυσικού τρόμου, φύρδην μίγδην μανταλάκια, «Supernatural» (προβάλλεται 13 χρόνια σε 300 επεισόδια μέχρι στιγμής), αναλαμβάνει να μεταφέρει στην μεγάλη οθόνη το εκπληκτικό, γκόθικ μυθιστόρημα του εντελώς «γειά σου», Αμερικανού συγγραφέα ιστοριών τρόμου Τζον Μπέλερς (17 Ιανουαρίου 1938 – 8 Μαρτίου 1991). Σκηνοθέτης και σεναριογράφος τι κατάφεραν τελικά με βάση την απειρία και των δυο σε αυτό το είδος σινεμά; Να φιλμάρουν μια ιστορία με αρχαίες καταβολές μαγείας (αυτή ήταν η τρέλα του συγγραφέα Μπέλερς) σε επίπεδη, άνευρη φόρμα, με ανάλαφρα, κωμικά στοιχεία για να αρπάξουν και την πιτσιρικαρία, καταλήγοντας να παραδώσουν ένα έργο κακή απομίμηση του Χάρι Πότερ. Μπορεί η παρουσία του Τζακ Μπλακ ως ζαμάν φου μάγος και θείος του πιτσιρικά να ελαφραίνει την κατάσταση με την άνεση και την ελευθεριότητα που τον διακρίνει και η Κέιτ Μπλάνσετ να κινείται ως κυριλέ, χαροκαμένη, πανίσχυρη, αλλά ανενεργή μάγισσα (έχασε την κόρη της) που φτιάχνει κουλουράκια για παιδιά, δεν σημαίνει, ότι ελάχιστα χιλιοστά κάτω από αυτή την γιορτινή και πανηγυριτζίδικη επιδερμίδα να κινείται νευρικά το τρομακτικό, το παράδοξο που δεν έχει καμία σχέση με το ποτεριακό περιβάλλον και το Χόγκουαρτς. Το βιβλίο αρχικά ο Μπέλερς το έγραψε το 1973 για ενήλικους αναγνώστες, φανατικούς του τρόμου με μαγεία και βουντού, κάτι που οι εκδότες τον έπεισαν να το διαμορφώσει για πιο νεανικό κοινό, χαϊδεύοντας την εσθήτα του σκοτεινού παραμυθιού με τρόμο και χιούμορ. Όπως κάθε παραμύθι που σέβεται τον εαυτό του και το είδος, άλλωστε. Ο Μπέλερς υπάκουσε, δίνοντας υπόσταση και δράση στον ήρωα πιτσιρικά του βιβλίου, τον ορφανό Λούις Μπάρναβελτ, που τον αναλαμβάνει ο θείος του ο μάγος στον γκόθικ πύργο με τα χίλια μυστικά και τον εκπαιδεύει ως τον νέο ισχυρό μάγο. Έτσι, ο συγγραφέας πέρασε στην σφαίρα των αθανάτων. Η Ρόουλαντ φυσικά και εμπνεύστηκε από τα 12 βιβλία του Μπέλερς με θέμα «To Σπίτι με το Ρολόι στον Τοίχο» για να γράψει τον Χάρι Πότερ και ο Ελάι Ροθ με τον Έρικ Κρίπκε αντέγραψαν την Ρόουλαντ για να γυρίσουν «To Σπίτι με το Ρολόι στον Τοίχο» του Μπέλερς σε ταινία, αφαιρώντας το έντονο, προσωπικό άρωμα του συγγραφέα. Και για την ιστορία από που εμπνεύστηκε ο Τζον Μπέλερ για να γράψει τα 12 βιβλία της σειράς; Ο συγγραφέας είχε ως πρότυπο τον Άγγλο συγγραφέα Τόλκιν του «Άρχοντα των Δαχτυλιών». Το πρώτο του βιβλίο, μάλιστα, του Μπέλερς με τον τίτλο: «The Face in the Frost» (1969) είναι αντιγραφάκι Τόλκιν. Ο Μόντακιου Τζέιμς και ο Τσαρλς Ντίκενς είναι οι πνευματικοί του «δάσκαλοι», αυτοί που φορμάρισαν το στυλ και την γραμμή δράσης των επόμενων βιβλίων του συγγραφέα. Η προσέγγιση του Ροθ και του Κρίπκε στο πνεύμα του Μπέλερ είναι εκτός τόπου και χρόνου και δυστυχώς, ξοδεύονται άδοξα οι παρουσίες αυτών των δυο υπέροχων ηθοποιών σε μια δυνατή παραγωγή της Άμπλιν, εταιρείας του Στίβεν Σπίλμπεργκ. Σίγουρα δεν είναι σωστή η επιλογή, ούτε του σπλατερά Ροθ που βρίσκεται έξω από τα νερά του να χάνει τα ωά και τα πασχαλιά, ούτε του ανακατωσούρα μίστερ «Supernatural», Κρίπκε. Δυστυχώς, πολλοί ενήλικες φαν του Τζον Μπέλερ που περίμεναν μια καλή κινηματογραφική μεταφορά του βιβλίου δεν θα ικανοποιηθούν. Τώρα, το ερώτημα εάν η ταινία είναι για μικρούς ανθρώπους, θα απαντήσω πως, όταν ένας προέφηβος «λιώνει» στα τρομακτικά, ηλεκτρονικά παιχνίδια και τις τηλεοπτικές σειρές του είδους, αυτό θα του φανεί, μάλλον, βόλτα προς Γκρέμλινς και Τζουμάντζι μεριά, του πρώτου όμως.

Ο ορφανός, πιτσιρικά Λούις (Όουεν Βακάρο – καλός) μετά τον θάνατο του γονιών του σε τροχαίο μετακομίζει στο Μίσιγκαν για να ζήσει στο σπίτι του θείου του, Τζόναθαν (Τζακ Μπλακ – κάνει ό,τι μπορεί ο άνθρωπος). Ο θείος είναι ένας τρελάρας τύπος που τον προβληματίζει αλλά και τον διασκεδάζει με την ελευθερία που του παρέχει στο μυστήριο σπίτι, καθώς όλα κινούνται και όλα είναι ζωντανά. Εκεί ανακαλύπτει τον κόσμο της μαγείας, αφού τόσο ο θείος του όσο και η καλύτερή του φίλη, η Φλόρενς (Κέιτ Μπλάνσετ – κάνει ό,τι περνάει από το χέρι της η καταπληκτική Κέιτ), είναι σπουδαίοι μάγοι. Σύντομα, ο μικρός Λούις θα αντιληφθεί πως το σπίτι έχει ένα μεγάλο μυστικό, αφού στους τοίχους του κρύβεται ένα μαγικό ρολόι που έχει τη δύναμη να καταστρέψει τον κόσμο. Το ρολόι το είχε τοποθετήσει ο προηγούμενος ιδιοκτήτης του σπιτιού, ο σούπερ μάγος και παρτενέρ του Τζόναθαν σε θρυλικές παραστάσεις, ο Άιζακ Ιζάρντ (Κάιλ ΜακΛάχλαν  – που ήσουν χαμένος εσύ;), ο οποίος είναι νεκρός και θαμμένος στο κοντινό νεκροταφείο. Θείος, ανεψιός και Φλόρενς ψάχνουν να βρουν το ρολόι στους τοίχους του σπιτιού και να το σταματήσουν, ενώ διάφορα παράδοξα και τρομακτικά γεγονότα από την πλευρά του μικρού Λούι θα αναστατώσουν την μαγική ισορροπία του σπιτιού.      

«Ο Johnny English Ξαναχτυπά»

(Johnny English Strikes Again)

 

 

  • Είδος: Κωμωδία, περιπέτεια, δράση
  • Χώρα: Γαλλία, Η.Π.Α, Αγγλία (2018)
  • Σκηνοθεσία: Ντέιβιντ Κερ
  • Με τους: Ρόουαν Άτκινσον, Μπεν Μίλερ, Όλγα Κιριλένκο, Τζέικ Λέισι, Εμα Τόμσον
  • Διάρκεια: 100’
  • Διανομή: UIP

Ο δημοφιλής και ταλαντούχος κωμικός ηθοποιός Ρόουαν Άτκινσον, που αγαπήθηκε τα τελευταία χρόνια μέσα από τον ρόλο της σπαστικής και γκαφατζίδικης, τηλεοπτικής φιγούρας του Μίστερ Μπιν, επιστρέφει στην τρίτη κατά σειρά ταινία του ως πράκτορας καταστροφή Τζόνι Ίνκγλις. Τα συστατικά της συνταγής του Ροζ Πάνθηρα και του επιθεωρητή Κλουζό σε αντιδιαστολή με τις περιπέτειες του Τζέιμς Μποντ, ο Τζόνι Ίνγκλις είναι η παρωδία του 007. Κανένα από τα τρία της κινηματογραφικής σειράς δεν μου κέντρισε το ενδιαφέρον, καθώς ούτε Κλουζό είναι ο ήρωας, ούτε Τζέιμς Μποντ, φυσικά. Φτηνά γκαγκς, προβλέψιμες γκάφες, πάντα με στυλ ισοπεδωτικού τυφώνα και τον Άτκινσον να σπαταλιέται σε σαχλαμάρες, ενώ το πρόσωπο και οι κορυφαίες σε πλαστικότητα γκριμάτσες του θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν εξυπνότερα στην μπουρλέσκ κωμωδία, αφού και μόνο που τον βλέπεις το γέλιο ξεπηδά αβίαστα.

Μια κυβερνοεπίθεση αποκαλύπτει τις ταυτότητες όλων των ενεργών μυστικών πρακτόρων της Βρετανίας. Η πρωθυπουργός της Αγγλίας (Έμα Τόμσον), δίνει εντολή στην ΜΙ7 να επαναφέρει τους αποσυρμένους πράκτορες για να αντιμετωπίσουν το κακό. Ο «συνταξιούχος» Τζόνι Ινγκλις (Ρόουαν Άτκινσον – γνωστός και μη εξαιρετέος) είναι η τελευταία ελπίδα των Μυστικών Υπηρεσιών της Αυτοκρατορίας. Αφήνοντας πίσω τη διδασκαλία σε ένα δημοτικό σχολείο (τους μαθαίνει τζειμσπονίστικα κόλπα), επανέρχεται στην ενεργό δράση μαζί με τον βοηθό του Μπάου (Μπεν Μίλερ) με σκοπό να αποκαλύψει τους χάκερς, σε μια μετωπική σύγκρουση του αναλογικού παρελθόντος με το ψηφιακό μέλλον. Και ως πράκτορας πέφτει στη γοητεία της ρωσίδας κατασκόπου Οφέλια (Όλγα Κιριλένκο – από Τζέιμς Μποντ μεταπηδά σε Τζόνι Ίνγκλις).

«Σ' Αυτή τη Χώρα Κανείς Δεν Ήξερε να Κλαίει»

 

 

  • Είδος: Κοινωνική κωμωδία
  • Χώρα: Ελλάδα, Γαλλία (2018)
  • Σκηνοθεσία: Γιώργος Πανουσόπουλος
  • Με τους: Μαργαρίτα Πανουσοπούλου, Μπάμπης Χατζηδάκης, Φωτεινή Τσακίρη, Σερζ Ρεκέτ-Μπαρβίλ
  • Διάρκεια: 90’
  • Διανομή: Feelgood Entertainment

Σε ένα αχαρτογράφητο νησάκι κάπου στο Αιγαίο, δύο ανυποψίαστοι ξενομερίτες, ένας Γάλλος ευρωβουλευτής και μία νεαρή οικονομολόγος, φτάνουν με καΐκι στο ειδυλλιακό Αρμενάκι για να ξεκινήσουν τουριστικές μπίζνες με τις ευλογίες της ευρωπαϊκής ένωσης και του ελληνικού κράτους. Έρχονται σε επαφή με τον αλλόκοτο τρόπο ζωής του νησιού και τις ανατρεπτικές ηθικές αξίες των κατοίκων του. Οι κυβερνητικοί επισκέπτες βιώνουν ένα διονυσιασμό. Τα λεφτά είναι ντεμοντέ. No banks, nο streets, no cars, no rooms to let. Εκεί θα γνωριστούν με τον αλλοπρόσαλλο δάσκαλο και την πληθωρική χήρα του νησιού, για να παραδοθούν στη δίνη του έρωτα και στον σαγηνευτικό αυτόν τόπο, που μπορεί να αλλάζει τις ζωές των ανθρώπων για πάντα.

Μια καλή ιδέα που μποκάλερεται θανάσιμα σε παλαιομοδίτικες φόρμες κινηματογράφησης με τηλεοπτική, διαφημιστική ματιά. Είναι η όγδοη κατά σειρά ταινία του σκηνοθέτη Γιώργου Πανουσόπουλου, δημιουργού του «Ταξιδιού του Μέλιτος» (1979) των καταπληκτικών «Απέναντι» (1981), της «Μανίας» (1985), του «Μ’ Αγαπάς; (1989), κι από εκεί και έπειτα χάνεται το ενδιαφέρον για να καταλήξουμε το 2004 στην «Τεστοστερόνη», που έκλεισα τα μάτια της ψυχής μου να μην βλέπει. Κι από αυτή την ταινία βγήκα στεναχωρημένος και δεν το κρύβω, πως πίστευα, ότι ο Πανουσόπουλος θα επέστρεφε στις καλές στιγμές του, που αποτύπωνε αισθαντικά και επίμονα τις ελεύθερες γραμμές του κινηματογραφικού ονείρου. Με φόντο το ικαριώτικο μεντάλιτι και σενάριο του ίδιου του σκηνοθέτη, ο Πανουσόπουλος σκάρωσε μια ιστορία καταστάσεων για να κλείσει το μάτι στην ελληνική κρίση και κατ΄ επέκταση στην διεθνή απώλεια του ανθρώπινου, ζωοποιού συναισθήματος που πηγάζει από τον έρωτα, την ελευθερία και την απεξάρτηση του χρήματος. Δύσκολα τα υλικά που διάλεξε να πραγματευτεί και η φιλοσοφική διάσταση που ζωγραφίζει, δυστυχώς, τερματίσει πολύ γρήγορα σε αβαθή πλατσουρίσματα με νερομπογιές, γιατί μια καλή φωτογραφία και μερικά αστειάκια δεν είναι αρκετά από μόνα τους ώστε να προσδώσουν την πραγματική ελευθερία της ανθρώπινης οντότητας. Θέματα που θέλουν προσοχή όταν τα αγγίζεις και τα φορμάρεις μέσα από τον δύσκολο, μυητικό δρόμο της κωμωδίας. Είναι πανεύκολο να καταλήξουν φαιδρά και ο πανέξυπνος, ευέλικτος λαϊκισμός αδιόρατα και αδιάκριτα τρυπώνει νικητής και τροπαιοφόρος στις ματιές και των «ψαγμένων» δημιουργών.   

«Η Κλεό από τις 5 στις 7»

(Cléo de 5 à 7)

 

 

  • Είδος: Κοινωνικό (Α/Μ)
  • Χώρα: Γαλλία (1962)
  • Σκηνοθεσία: Ανιές Βαρντά
  • Με τους: Κορίν Μαρσάντ, Αντουάν Μπουρσεγιέ, Ντομινίκ Νταβρέ, Ντορτέ Μπλανκ
  • Διάρκεια: 90’
  • Διανομή: Ama Films

Γεννημένη στον πνεύμονα της nouvelle vague η ταινία της Ανιές Βαρντά, φυσικά ασπρόμαυρη και με την κάμερα στο χέρι όπως πρόσταζε η καινοτομία της εποχής, ρίχνει στην αισθητική του θεατή αυτή την υπέροχη και ανάλαφρη πασμίνα , την φτιαγμένη από φίνο κασμίρι, διαποτισμένη από  γυναικείο άρωμα, φινέτσα, στυλ και αέρα μιας άλλης κινηματογραφικής περιόδου. Ό,τι και να γράψουμε, το φιλμ έχει ήδη κριθεί στα 56 χρόνια ζωής του, ενώ το ασφαλές ταξίδι του από τον συνειδητό στον ασυνείδητο χώρο του σινεφίλ θεατή ολοκληρώθηκε άθραυστο συντροφιά με την εξαιρετική μουσική του Μισέλ Λεγκράν, που σε στέλνει αδιάβαστο κυριολεκτικώς, αγκαλιά με τη υπέροχη φωτογραφία των Ζαν Ραμπιέρ και Αλέν Λεβέν, αλλά και την εύθραυστη, see-through συμμετοχή της όμορφης Κορίν Μαρσάντ στον ρόλο της τραγουδίστριας Κλεό. Η Βαρντά, όταν γύρισε την Κλεό ήταν 34 χρόνων και οι φεμινιστικές πινελιές της στις κοινωνικές ραφές του σώματος της ταινίας είναι εμφανείς (σενάριο της ίδιας). Το 1971, η Βαρντά (γεννημένη στο Βέλγιο το 1928, έχει γαλλική και ελληνική καταγωγή) είναι μία από τις 343 γυναίκες που υπέγραψαν το «Μανιφέστο των 343», παραδεχόμενη ότι είχε κάνει αποβολή, παρά το γεγονός ότι ήταν παράνομη τότε στη Γαλλία, απαιτώντας να τεθούν οι αμβλώσεις στο πλαίσιο της νομιμότητας. Η Ανιές, με το πλούσιο κινηματογραφικό έργο και το χαριτωμένο σήμερα παρατσούκλι ως η «γιαγιά της nouvelle vague» ήταν, επίσης, μια από τους πέντε ανθρώπους, που το 1971 παρακολούθησαν την ταφή του Τζιμ Μόρισον των Doors στο παρισινό κοιμητήριο του Περ Λασέζ.

 

Με φόντο την περιοχή του Μονπαρνάς η Γαλλίδα τραγουδίστρια Κλεό (Κορίν Μαρσάντ  – καλή) περιμένει τα αποτελέσματα των ιατρικών εξετάσεων που πρόσφατα υποβλήθηκε. Πιστεύει ότι έχει καρκίνο και ότι θα πεθάνει σύντομα. Σε δυο ώρες έχει ραντεβού με το γιατρό και μέχρι τότε περιπλανιέται στους δρόμους του Παρισιού. Στο φιλμ κάνουν ένα πέρασμα ο σκηνοθέτης Ζαν Λικ Γκοντάρ (αγαπητός της Βαρντά) και η μούσα του, η Δανό-Γαλλίδα ηθοποιός, τραγουδίστρια Άνα Καρίνα.

Προβάλλονται επίσης:

  • Η γαλλική κωμωδία «Χάσαμε το Δρόμο… Στοπ!», του Αντόνιο Αλμπανέζε (Rosebud 21 – Seven Films)