fbpx

«Φορτσάτος, κεφάτος Σπάικ Λι, ενηλικίωση σε δυο ηπείρους και μυστήριο με γυναικεία φινέτσα», οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Γράφουν οι κριτικοί ταινιών, πως το έργο είναι κάτω του μετρίου έως χαζομάρα και η ταινία πηγαίνει «βέλος» στα ταμεία. Γράφουν οι κριτικοί, πως η ταινία είναι πολύ καλή και οι αιθουσάρχες μαζεύουν αράχνες και σκόνη από τα καθίσματα. Το ελληνικό, φιλοθεάμον κοινό αντιδρά όπως αισθάνεται, με ένστικτα. Υπάρχει ένα ανεξήγητο αντανακλαστικό που δεν έχει να κάνει με την τέχνη του σινεμά και τις αναλύσεις για το πόσο μια ταινία αξίζει ή όχι, αλλά με το ένστικτο, την διάθεση ή τις σχέσεις των θεατών που έχουν χτιστεί με τους κριτικούς και το βασικότερο με την ποιότητα του οξυγόνου που τροφοδοτεί την σφαίρα της ψυχαγωγίας και της διασκέδασης. Όταν ο όποιος κριτικός περιγράφει τους λόγους για τους οποίους «στολίζει» την ταινία με αστερίσκους, θαρρώ, ότι έχει κατασταλάξει ένεκα γνώσης και εμπειρίας για την αξία του δημιουργήματος, εκτός εάν ο χι ψι κριτικός ταινιών είναι κατευθυνόμενος και τα έχει «αρπάξει» γερά για να κάνει την νύχτα μέρα. Μην στέκεστε μόνο στα αστεράκια, διαβάστε τι γράφει, ακόμα κι αν δεν συμφωνείται με τα γραφόμενα δεν πειράζει – αφού, φυσικά, έχετε δει την ταινία – η τεκμηριωμένη διαφωνία είναι δρόμος υγιούς συναναστροφής. Μέσες άκρες οι απόψεις και οι θέσεις των κριτικών ταινιών συγκλίνουν, δεν πέφτουν πολύ έξω ο ένας με τον άλλον, κι αν τους παρακολουθήσετε, διαβάζοντας τους προσεκτικά, θα καταλάβετε τι εννοώ. Αυτά, βέβαια, πηγαίνουν όλα στον κάδο των αχρήστων από τον θεατή όχι γιατί ο κάθε κριτικός δεν ξέρει τι γράφει, αλλά γιατί ο αναγνώστης, εδώ και κάμποσα χρόνια, κινείται με το δικό του γούστο, τον προσωπικό του προσανατολισμό και φυσικά κρατώντας ψηλά το αυτοκρατορικό προνόμιο του ξερόλα.

Διάβαζα κάπου, πως ο τάδε διάσημος πήγε την περασμένη εβδομάδα να δει την κάτω του μετρίου ταινία για να περάσει καλά και να ξεσκάσει από τις σκοτούρες και την πίεση της καθημερινότητας που μας ταλανίζει όλους αλύπητα τα τελευταία χρόνια. Συμφωνώ και είμαι μαζί του, ως προς το μέρος που αφορά την επιλογή στο να ξαποστάσει για λίγο στην όχθη της όποιας τέχνης και δεν ρήμαξε στον σπιτικό καναπέ, παρακολουθώντας την όποια τηλεοπτική αθλιότητα. Για το υπόλοιπο, μέρος του σκεπτικού, που αναφέρεται «στο να περάσει καλά» παρακολουθώντας μια μπούρδα υπάρχει μια ειδοποιός διαφορά. Πάντα, συντροφιά με την τέχνη περνάς καλά, όταν είναι Τέχνη, υπηρετεί με την σειρά της υγιώς τον διαχρονικό σκοπό της και δεν εξυπηρετεί την στιγμιαία «τζόυρα» εν είδει ανεβαστικού ναρκωτικού, που μόλις τελειώσει η δίωρη δράση της προβολής επιστρέφεις αστραπιαία στο κενό απ΄ όπου είχες ξεκινήσει. Δηλαδή, λαμβάνουμε μια τοξική δόση ανελέητης χαζομάρας στο ήδη μολυσμένο περιβάλλον μας και το χαρακτηρίζουμε «ξέσκασμα». Δεν παίζει αυτό με τίποτα σε καμιά οριοθέτηση της Τέχνης.

Μιας και αναφερόμαστε στον κινηματογράφο, διακριτικά θα ήθελα να επισημάνω, είτε μιλάμε για κωμωδία, είτε για δράμα, είτε για όποιο άλλο είδος της κινούμενης εικόνας το ζητούμενο είναι ένα και μοναδικό. Μόλις τελειώσει η ταινία να την πάρουμε μαζί μας και για κάποιο χρονικό διάστημα να βασανίσει, έστω ελάχιστα αλλά ευχάριστα το τσερβέλο και όχι να ξεχαστεί μόλις πέσουν οι τίτλοι τέλους και τα φώτα της αίθουσας ανάψουν. Θεωρώ – δική μου σκέψη είναι αυτή – πως το νοητικό «παίδεμα» στους δρόμους της Τέχνης, όσο ταλαιπωρημένοι κι αν είμαστε, είναι το πολύτιμο φλουρί της σχέσης που εξαργυρώνεις με την κάθε μορφή της Τέχνης, όταν της αφιερώσεις τον, επίσης, πολύτιμο χρόνο και την σκέψη σου.

Είναι γνωστό ότι τα τελευταία χρόνια προσπαθούν με το ευτελές να αποκαθηλώσουν από μέσα μας την πνευματική αναζήτηση, διαολοστέλνοντας την ανθρώπινη οντότητα στον αγύριστο της καθολικής βλακείας. Είναι επιβεβαιωμένο, πως η πρόσφατη, κατασκευασμένη παγκόσμια κοινωνική-πολιτική-οικονομική κρίση – δίνοντας την χαριστή βολή – το πέτυχε και ο άνθρωπος σήμερα δεν έχει την πολυτέλεια του χρόνου ώστε να αναζητήσει την ωραιότητα της γνώσης, όταν τρέχει σαν το αλαφιασμένο τραγί ολημερίς και ολονυχτίς, απλά για να επιβιώσει. Το ευ ζην καρατομήθηκε συνωμοτικά στο σταυροδρόμι της ψευδαίσθησης. Αυτό το σκοτεινό σχέδιο το υπηρέτησε πιστά και πειθήνια, δυστυχώς, και η Τέχνη. Σε αυτό το σημείο δεν χρειάζεται να σας καταλογίσω παραδείγματα, καθώς το βιώνουμε άπαντες και παντού, από το πρωί που θα ανοίξουμε τα βλέφαρά μας έως το βράδυ που θα τα κλείσουμε για να ξεκουράσουμε το μαστιγωμένο δέμας και τον ταλαιπωρημένο μας εγκέφαλο. Εκτός πια εάν δεν το καταλαβαίνετε, οπότε θα συμπεράνω ευθύς, πως μας νίκησαν κατά κράτος και δεν υπάρχει καμιά ελπίδα πλέον.

Εάν κυκλοφορούν, μετρημένες στα δάχτυλα του ενός χεριού, κάποιες καλές προτάσεις από τον χώρο των τεχνών, που θα ξύσουν την σκουριά της νοητικής επιφάνειας και δεν είναι κάτω του μετρίου, αρπαχτές, χαζομάρες γεμάτες κακογουστιά και φθήνια, βρε σεις, ακολουθήστε τες, κι ας «βασανίσουν» για λίγο το μυαλουδάκι μας. Μια δυο φορές και οι νοητικοί μυς θα ξυπνήσουν, η πνευματική οκνηρία θα απολυθεί δια παντός από την υπέροχη όψη του ζωντανού Ανθρώπου. Μόνο η Τέχνη το πετυχαίνει αυτό. Ας επιμείνουμε, όχι εγκατάλειψη και αμαχητί παράδοση, όπως μας έχουν προγραμματίσει, στην βλακεία και στην ανοησία. Πάνω απ΄ όλα να ξεκαθαρίσουμε, πως η Τέχνη δεν είναι διασκέδαση. Πότε δεν ήταν, μόνο ψυχαγωγία και συναναστροφή προσφέρει απλόχερα, δυο απαραίτητες συνθήκες που επιβεβαιώνουν την ταυτότητά μας, ότι πέρα της κοινωνικότητας – κοινωνικά όντα είναι και οι αξιαγάπητοι φίλοι μας τα ζωάκια – ο άνθρωπος είναι πολιτικό ον με κρίση, γνώση, αίσθηση του κάλλους και συνεχόμενη πρόοδο.                 

«Η Παρείσφρηση»

(BlacKkKlansman)

 

  • Είδος: Κοινωνικό
  • Χώρα: ΗΠΑ (2018) 
  • Σκηνοθεσία: Σπάικ Λι
  • Με τους: Τζον Ντέιβιντ Γουάσινγκτον, Άνταμ Ντράιβερ, Τόφερ Γκρέις, Λόρα Χάριερ
  • Διάρκεια: 135 λεπτά
  • ΔιανομήU.I.P.

Επιστροφή στα γνώριμα μονοπάτια της φυλετικής καταγγελίας, με τον τρόπο που μόνο ο Σπάικ Λι γνωρίζει και διαχειρίζεται άψογα. Βέβαια, εδώ δεν είναι ο 32χρονος, οργίλος, αφροαμερικανός επαναστάτης του «Do The Right Thing» (Κάνε το Σωστό – 1989), ούτε ο μονόπαντος βιογράφος του «Malcolm X» (1992), αλλά ο ώριμος, σκεπτόμενος και γνωστός εκρηκτικός 61χρονος αφροαμερικανός σκηνοθέτης, που μιλάει ανοιχτά για τα παλαιά φυλετικά δεινά που υπέστησαν οι ομόχρωμοι «αδελφοί» του από τους λευκούς συμπατριώτες του Αμερικάνους και δεν έχουν εξαλειφθεί όσα χρόνια και εάν πέρασαν. Η αφορμή της ταινίας, όπως ο ίδιος ο Σπάικ Λι αναφέρει, είναι τα αποτρόπαια, αιματηρά γεγονότα του 2017 στο Σάρλοτσβιλ της Βιρτζίνια και την πολιτική αντιμετώπιση της ρεπουμπλικάνικης ηγεσίας του Ντόναλτ Τραμπ. Το θέμα είναι γνωστό: Φυλετισμός! Το πρόβλημα επίσης γνωστό: Άλυτο! Εάν διακρίνεται από κάποια εθνικά, ιστορικά σημεία η σημερινή, πολιτισμική εικόνα της Αμερικής είναι μόνο για τα έκτροπά της στα ζητήματα συνύπαρξης των λευκών, λαθρομεταναστών εποίκων (αυτοί είναι οι πραγματικά λαθραίοι) με τους ανθρώπους της αφρικανικής ηπείρου, που τους μετέφεραν βιαίως, αλλά και αυτής με τους γηγενείς κατοίκους όχι μόνο της Βόρειας, αλλά και της Νότιας αμερικανικής ηπείρου. Από την μια η σκλαβοποίηση και από την άλλη το ολοκαύτωμα. Ο Σπάικ Λι, φυσικά, δεν χάνει την ευκαιρία να αποτυπώσει στα κινηματογραφικά καρέ την ιταμότητα και την σκαιότητα του λευκού ανθρώπου απέναντι στην φυλή του. Άριστα πράττει ο αφροαμερικανός δημιουργός και μπράβο του! Εκτός του ότι η ταινία σκηνοθετικά είναι άψογα δομημένη από την αρχή έως το τέλος της, ο Σπάικ, βασιζόμενος σε ένα πραγματικό γεγονός – όπως το έγραψε σε βιβλίο ο ίδιος ο ήρωας της ταινίας, Ρον Στάλγουορθ – , αλατοπιπερίζει σατυρικά και με σαρκαστικό κέφι το πολύ καλό σενάριο (Σπάικ Λι και Κέβιν Γουίλμοτ). Και εδώ είναι η επιτυχία της ταινίας εκτός της μεθυστικής αφήγησης της. Τα σκληρά και ανεγκέφαλα χλωμά πρόσωπα λαμβάνουν καρτουνίστικη διάσταση, καθότι ο πολύ κακός άνθρωπος, ως γνωστόν, είναι και αστείος. Ανεγκέφαλα είναι τα σκεπτικά τους και άκρως δραματικά έως απάνθρωπα τα έργα τους. Αυτά ενορχηστρώνει ο καταπληκτικός Λι με πρώτο βιολί τον γιό του Ντένζελ Γουάσινγκτον, τον, εξ΄ ίσου υπέροχο και πολλά υποσχόμενο Τζον Ντέιβιντ Γουάσινγκτον στον ρόλο του πρώτου μαύρου, μορφωμένου, ευφυούς αστυνομικού Ρον Στάλγουορθ της επαρχιακής πόλης του Κολοράντο Σπρίνγκς την δεκαετία του ’70. Μιας δεκαετίας που η χαμένη ταυτότητα των Η.Π.Α., σκαμπιλίζεται από τους «Μαύρες Πάνθηρες» και σταυρώνεται ξανά από την Κου Κλουξ Κλαν. Δίπλα στον Τζον Ντέιβιντ στήνεται, επίσης, καταπληκτικά ο Άνταμ Ντράιβερ, υποδυόμενος τον Ιουδαίο αστυνομικό και συνεργάτη του Στάλγουορθ, που παρεισφρέει στις τάξεις της Κου Κλουξ Κλαν για να ξεσκεπάσει τις δραστηριότητες και τα έργα της φρικτής, φυλετικής οργάνωσης (αυτή η κολόνια κρατάει χρόνια και αρκετοί δικοί μας Έλληνες λαθρομετανάστες κυνηγήθηκαν και δολοφονήθηκαν από αυτούς τους άνοες, προτεστάντες με τις άσπρες κουκούλες και τους φλεγόμενους σταυρούς). Ο Σπάικ Λι έφτιαξε μια πολύ καλή ταινία, έπειτα από τον «Υποκινητή» (Insider – 2006) και το ριμέικ του «Old Boy» (2013), εντελώς διαφορετική σε αντίληψη και σεναριακή ανάπτυξη από τις προηγούμενες. Υπάρχουν στιγμές στην πλοκή, που είναι τόσο καλοδουλεμένη η σχοινοβασία ανάμεσα στην φρίκη και την σάτιρα, βγάζοντας από μέσα σου έναν ανάμικτο συναίσθημα οργής και γέλιου. Ο βετεράνος Χάρι Μπελαφόντε, για παράδειγμα, σε μια σκηνή αφηγείται μια τρομερή ιστορία τόσο παραστατικά που σηκώνεται η τρίχα κάγκελο. Ή ακόμα στην έναρξη που ο Λι ρίχνει πλάνα από το «Όσα παίρνει ο Άνεμος» και την Βίβιαν Λι σε απόγνωση να διασχίζει τον σιδηροδρομικό σταθμό με τους τραυματισμένους Νότιους από τον εμφύλιο, έως τα αληθινά πλάνα στο φινάλε με την εν ψυχρώ δολοφονία της  Χίδερ Χέιερ τον Αύγουστο του 2017 στα αιματηρά γεγονότα του Σάρλοτσβιλ της Βιρτζίνια. Το συγκεκριμένο σημείο, μάλιστα, το ντύνει μουσικά με το γκόσπελ της Αρίθα Φράνκλιν «Mary Don’t You Weep», το οποίο το διασκεύασε ο μουσικός και φίλος του Σπάικ Λι, ο συγχωρεμένος Πρινς. Ο Σπάικ ξεφτιλίζει συλλήβδην τα ηγετικά στελέχη της Κ.Κ.Κ. αλλά και τα πρόσωπα που βρίσκονται πίσω από τις άσπρες ρόμπες με τις κουκούλες. Η σκηνοθεσία του ακόμα πιο ώριμη και μεστή καταγράφει ατμοσφαιρικά μια ταραγμένη δεκαετία του αμερικανικού έθνους. Το δε soundtrack της ταινίας πραγματικό μεγαλείο. Η μουσική ακολουθεί φόρτσα την πλοκή, ξεκινώντας με το γκόσπελ «Oh Happy Day» του Έντγουιν Χόουκινς. Ειρωνικό!  Στη συνέχεια ξεδιπλώνει «σκούρες» μουσικές των 70’s από Cornelius Brothers και φάνκι του James Brown, έως  «Ball of Confusion» των  Temptations και τους λευκούς σοουλάδες Looking Glass με το γνωστό «Brandy». Αφάνα μαλλί, δέρμα σκούρο, ψηλοκάβαλο στενό, καμπάνα παντελόνι και black power, δια χειρός Σπάικι! Σαρκαστικό και τρομερό μαζί.

Ο σπουδασμένος Ρον Στάλγουόρθ (Τζον Ντέιβιντ Γουάσινγκτον – καταπληκτικός) γίνεται ο πρώτος Αφροαμερικάνος ντετέκτιβ στο αστυνομικό τμήμα του Κολοράντο Σπρινγκς. Η άφιξή του, όμως, αντιμετωπίζεται με σκεπτικισμό και εχθρικότητα από τους λευκούς συναδέλφους του. Η φήμη του νεόκοπου ντετέκτιβ στους αστυνομικούς κύκλους είναι καλή, χάρη στην πετυχημένη παρακολούθησή του στις συναντήσεις της οργάνωσης των Μαύρων Πανθήρων. Εν τω μεταξύ, στις συναντήσεις με τους μαύρους αδελφούς γνωρίζει την όμορφη φοιτήτρια Πατρίσια (Λόρα Χάριερ – πολύ καλή) για την οποία ενδιαφέρεται συναισθηματικά, κρατώντας ως μυστικό την αστυνομική του ιδιότητα. Απτόητος ο Σταλγουόρθ, προχωράει παραπέρα και αποφασίζει να κάνει τη διαφορά για το καλό της κοινότητάς του. Με πολύ θάρρος και αμέτρητο θράσος αναλαμβάνει την πρωτοβουλία για κάτι που ακόμα και σήμερα φαντάζει αδιανόητο: Να παρεισφρήσει στην φυλετική οργάνωση της Κου Κλουξ Κλαν, παρουσιάζοντας τον εαυτό του ως λευκό, πωρωμένο φυλετιστή και εξτρεμιστή. Ο Σταλγουόρθ επικοινωνεί τηλεφωνικά με την λευκή οργάνωση και σύντομα κερδίζει τον σεβασμό της. Μάλιστα, καταφέρνει να συνάψει σχέση φιλίας με τον αρχηγό της, τον Ντέιβιντ Ντιουκ (Τόφερ Γκρέις – καλός), ο οποίος μένει έκπληκτος από την αφοσίωση του νέου φανατικού μέλους. Η παράδοξη αυτή αστυνομική έρευνα, περιπλέκεται ακόμα περισσότερο, όταν ο συνάδελφος του Σταλγουόρθ, ο Ιουδαίος Φλιπ Ζίμερμαν (Άνταμ Ντράιβερ – πολύ καλός), υποδύεται διά ζώσης τον Σταλγουόρθ στις συναντήσεις του με την οργάνωση, ώστε να αποσπάσει περισσότερες πληροφορίες γύρω από την επικείμενη δολοφονική ενέργεια που σχεδιάζουν. Ο Σταλγουόρθ και ο Ζίμερμαν με αυτό τον τρόπο θα συνεργαστούν ως αστυνομικό ντουέτο, με σκοπό να καταστρέψουν εκ των έσω την οργάνωση της Κου Κλουξ Κλαν, η οποία έχει άμεσο στόχο να διασπείρει την βίαιη ρητορική της στο ευρύ αμερικάνικο ακροατήριο.                  

«Τι Θα Πει ο Κόσμος»

(Hva vil folk si / What Will People Say)

 

  • Είδος: Κοινωνικό δράμα
  • Χώρα: Νορβηγία – Γερμανία – Σουηδία, – Γαλλία – Δανία (2017)
  • Σκηνοθεσία: Ιράμ Χακ
  • Με τους: Μαρία Μοζχντάχ, Αντίλ Χουσέιν, Εκαβαλί Κάνα
  • Διάρκεια: 106’
  • Διανομή: Feelgood Entertainment

Η ταινία θα διχάσει αρκετούς θεατές, εκτιμώ. Η παραγωγή είναι άρτια (Μαρία Έκερχοβντ), το μοντάζ απίθανο (ο βετεράνος Γιάνους Μπίλεσκοβ Γιάνσεν στο κόψε ράψε – «Σπίτι των Πνευμάτων», «Κυνήγι» και «Πέτρα στην Καρδιά»), φωτογραφία ποίημα (Ναντίμ Κάρλσεν), οι ερμηνείες εκπληκτικές, η σκηνοθεσία προσεγμένη και η σεναριακή γραφή εκεί που την θέλει η σκηνοθέτις (Ιράμ Χακ). Είναι η δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία της Νορβηγο- πακιστανής Ιράμ Χακ («I Am Yours», δεν την έχω δει) και όπως αναφέρει η δημιουργός είναι εν μέρει αυτοβιογραφική. Τι πραγματεύεται η ταινία; Την οδύσσεια της ενηλικίωσης της έφηβης Νίσα (Μαρία Μοζχντάχ – καταπληκτική!), που γεννήθηκε, μεγάλωσε στην Νορβηγία από μετανάστες, Πακιστανούς γονείς, δηλαδή Ισλαμιστές στο θρήσκευμα. Όχι, δεν είναι βάρβαροι και ακραίοι, μια χαρά είναι οι άνθρωποι μέχρι εκεί, βέβαια, που δεν θίγεται η παράδοση τα ήθη και οι κώδικες τους. Κάτι το οποίο καταπατείται από την θυγατέρα τους όχι πάλι αναιδώς και πρόστυχα, αλλά όπως θα λειτουργούσε κάθε δυτική έφηβη με καλή ανατροφή στην ηλικία του ξελογιάσματος, του φλερτ και της πρώτης, ερωτικής συναναστροφής. Η νεαρή, η οποία είναι τύπος και υπογραμμός παρουσία του πατρός, της μητρός, του μεγάλου αδελφού, φίλων και συγγενών. Αγάπες, λουλούδια, αγκαλιές με τον μπαμπά, συγκαταβατική με την μουσουλμάνα μητέρα αλλά σκαστή το βράδυ για διασκέδαση με τους συμμαθητές σε απαγορευμένα για το ισλαμικό πρωτόκολλο στέκια. Η επιστροφή της, πάντα από το παράθυρο του δωματίου, όπως και η απόδραση της, σαν φυλακισμένη. Οι μουσουλμάνοι Πακιστανοί, πιθανώς όλος ο ισλαμικός μεταναστευτικός πληθυσμός της Ασίας στην Ευρώπη, όπου κι αν μεταφερθούν (οι γονείς της πέρασαν τα πάνδεινα μέχρι και την φυλακή γεύτηκαν στην Γερμανία, έως ότου φτάσουν στην Νορβηγία) συνηθίζουν να συναναστρέφονται μεταξύ τους, δίχως να απαλλαγούν από τα «βαρέα μέταλλα» των πατρογονικών αρχών τους. Η έφηβη, όμως, γεννήθηκε στην Νορβηγία και δεν γνωρίζει το ορίτζιναλ περιβάλλον της πακιστανικής κοινωνίας, παρά μόνο εξ΄ αντανακλάσεως από τους γονείς της, καθώς στο σπίτι η οικογένεια συντηρεί ευλαβικά και κατά γράμματα τα έθιμα και τους κώδικες συμπεριφοράς της κλειστής κοινωνίας τους για να μην έχει να λέει ο κόσμος. Αυτό το «για να μην λέει ο κόσμος», εννοείται, ότι αφορά τους ομόθρησκους και ομοεθνείς τους γιατί οι Ευρωπαίοι ζαμάν φου για το τι κουμάντα κάνει στο σπίτι ο κάθε μουσουλμάνος. Ο πατέρας (Αντίλ Χουσέιν- καλός, γνωστός ως πατέρας του Πι στην ταινία του Ανγκ Λι «Η Ζωή του Πι» ) και ο μεγάλος αδελφός ασχολούνται με την μικρή επιχείρηση που έχουν στήσει, ένα μίνι μάρκετ στο οποίο οι πελάτες σε μεγάλο ποσοστό είναι Πακιστανοί. Η μητέρα Νατζμά (Εκαβαλί Κάνα – καλή) είναι νοικοκυρά, γυναίκα, μάνα, σύζυγος και μάνατζερ της οικογενείας, ενώ υπάρχει και η,  μικρή αδελφούλα μαθήτρια του δημοτικού σχολείου. Η έφηβη, όπως κάθε έφηβη άλλωστε, ηράσθη συμμαθητή της όχι μουσουλμάνο Πακιστανό, αλλά καλόπαιδο, 17χρονο Βίκινγκ, με ορμές ατημέλητου μπαμπουίνου, όπως κάθε εφήβου άλλωστε. Τα αισθήματα αμοιβαία στους νέους και το ειδύλλιο έτοιμο, όπου ένα βράδυ ο νιός σαλτάρει ασυγκράτητος στο παραθύρι αποδράσεων του διαμερίσματος της νιάς και πάνω που άρχισαν τα μέλια μπουκάρει ξαφνικά στο δωμάτιο ο Πακιστανός, μουσουλμάνος πατέρας (τους πρόδωσε ο ήχος του κινητού) και πιάνει στα πράσα την πολύτιμη θυγατέρα του με τον τυπάκο όχι σε ερωτική περίπτυξη, αλλά στα χάδια και φιλιά για να κάνει τον Νορβηγό έφηβο να δει την Βαλχάλα σε καρτ ποστάλ από το κλωτσομπούνι. Άρπαξε και τις ψιλές της η κόρη, πέσανε μηνύσεις από τον νεαρό και η Πρόνοια κατανοώντας τι έχει συμβεί απομακρύνει την έφηβη από την οικογένεια. Η κοινωνική λειτουργός προειδοποιεί την κοπελιά να είναι προσεκτική και να παραμείνει προστατευμένη στην ασφάλεια που της παρέχει το κράτος έως ότου ηρεμήσει το πράγμα και να βεβαιωθούν ότι δεν κινδυνεύει η ζωή της. Από την άλλη οι ενοχές και οι τύψεις που δημιούργησε πρόβλημα στην οικογένεια κυκλώνουν την Νίσα. Ο πακιστανικός, κοινωνικός περίγυρος της οικογένειας αρχίζει τις συμβουλές και τις παραινέσεις για τιμωρία στην κοπέλα που πρόσβαλε τα μουσουλμανικά ήθη και τους άκαμπτους κώδικες συμπεριφοράς. Ο πατέρας, ο οποίος έχει αδυναμία στη Νίσα, δείχνει να συγχωρεί το ατόπημα της θυγατέρας του, η κόρη χαρούμενη χαλαρώνει και κατόπιν επεμβάσεως της μάνας αποχωρίζεται την κρατική προστασία και βρίσκεται στα χέρια του πατέρα, όπου σε συνεννόηση με τον αδελφό της την ταξιδεύουν στο Πακιστάν για να ζήσει εκεί εξόριστη από την υπόλοιπη οικογένεια της προς γνώση και συμμόρφωση. Φιλοξενούμενη στο σπίτι του θείου σε μια ορεινή, επαρχιακή πόλη του Ισλαμαμπάντ η έφηβη Μίσα θα περάσει τον τάραχο της ζωής της.

Τι σημαίνει πολιτισμός για τον Ευρωπαίο, Αμερικανό και τι σημαίνει πολιτισμός για τον Αφρικανό και τον Ασιάτη. Τι εννοούμε εμείς ελευθερία και τι εννοούν εκείνοι ελευθερία. Ό,τι κατάκτησε σε ανθρώπινα δικαιώματα ο δυτικός πολιτισμός, είπε κάποιος, ανήκουν σε όλους. Με αυτό το σκεπτικό κίνησε και ο βάρβαρος αποικιοκράτης για να κλέψει Γη, βάζοντας  στα χέρια άλλων πολιτισμών καθρεφτάκια, χάντρες και την Βίβλο. Ακριβώς το ίδιο έπραξε και το Ισλάμ δίχως χάντρες και καθρεφτάκια. Κρίνουμε το Ισλάμ ως απεχθές, την σαρία και τους βάρβαρους, θρησκευτικούς κώδικες, ενώ ο δυτικός πολιτισμός συντηρεί μέχρι σήμερα την θανατική ποινή, την εκμετάλλευση ή το χριστιανικό ιερατείο δεν επιτρέπει στις γυναίκες να διαβούν το ιερό και με έμμηνα να λάβουν την θεία μετάληψη. Να μην αναφερθώ στον ιουδαϊσμό και τον Βουδισμό και το που έχουν κατατάξει την «ανίκανη» Θηλυκή Αρχή. Το θέμα της ταινίας αφορά μόνο την γυναίκα και δη την έφηβη, που έρχεται σε πολιτισμική σύγκρουση, με κάτι που δεν έχει ζήσει ποτέ της απλά το κληρονόμησε. Ζει στην βόρεια Ευρώπη μέσα σε ανατολίτικη οικογένεια και δεν μπορεί να αντιδράσει ευρωπαϊκά, αλλά ακολουθεί την ανατολίτικη τιμωρία. Οι γονείς της στην ταινία, που είναι λαθρομετανάστες εκφράζονται απαξιωτικά για τους Ευρωπαίους, οι οποίοι τους φιλοξενούν. Είναι αστοί, δουλευτάρηδες και νοικοκυραίοι όχι άστεγοι και παράνομοι. Πέρα του ότι αυτοβιογραφείται η σκηνοθέτις Ιράμ Χακ, η ταινία χρειάζεται μια καλή γωνιά θέασης, γιατί κινδυνεύει να υποπέσει στην παγίδα της πλάνης και της δηθενιάς. Μην ξεχνάτε, πως άπασες οι κοινωνίες είναι ανδροκρατούμενες αιώνες τώρα και η πολύτιμη θέση της γυναίκας, κάθε ηλικίας, είναι σημαντική ως προς τον μετασχηματισμό όχι μόνο της σκέψης αλλά και της ίδιας της πράξης. Τουλάχιστον, ας αφήσουμε κάπως ανοιχτό το καπάκι του τέντζερη της παγκοσμιοποίησης για να αερίζεται το βραστό την ώρα που θα κοχλάσει.                                   

«Μια Μικρή Χάρη

(A Simple Favor)

 

  • Είδος: Θρίλερ
  • Χώρα: Η.Π.Α. (2018)
  • Σκηνοθεσία: Πολ Φέιγκ
  • Με τους: Ανα Κέντρικ, Μπλέικ Λάιβλι, Χένρι Τάουνσεντ
  • Διάρκεια: 117’
  • Διανομή: Spentzos Film

Απολαυστικές και οι δυο. Στέφανι και Έμιλι, δηλαδή, Ανα Κέντρικ και Μπλέικ Λάιβλι, δηλαδή, η ήρεμη, χήρα αστούλα για όλες τις δουλειές, μάνα ανήλικου αγοριού και η υπέροχη καταιγίδα για μεγάλα μπλεξίματα, ύπανδρη, επίσης, με ανήλικο παίδα. Ο 56χρονος, Αμερικανός σκηνοθέτης και ηθοποιός Πολ Φέιγκ στήνει ξανά ένα ετερόκλητο γυναικείο δίδυμο στον φακό του, αυτή τη φορά εντελώς διαφορετικό από τις αστυνομικίνες Σάντρα Μπούλοκ και την Μελίσα ΜακΚάρθι του «Ντουέτου Εν Δράσει» (The Heat – 2013) και τις πληθωρικές «Φιλενάδες» (Brides Maids -2011). Οι εν λόγω κυρίες είναι γεννημένες από την πένα της νεόκοπης συγγραφέως και νηπιαγωγού Ντάρσι Μπελ, που το ομότιτλο βιβλίο της έγινε μπεστελεράδικο στο χρόνο ντε τε (εδώ). Ταινία αμιγώς γυναικείας εμπνεύσεως που το νευρικό της σύστημα είναι ενεργοποιημένο ως θρίλερ στο σώμα της γυναικείας ψυχοσύνθεσης. Η καλοπροαίρετη, πρόθυμη, συντηρητική, συμπαθητική και εξυπνούλα Κέντρικ (καλή), γίνεται φίλη με την εργασιομανή, κουκλάρα, καλοντυμένη, αεράτη και άνετη Λάιβλι (επίσης καλή). Τα παιδιά τους κάνουν παρέα και οι συναντήσεις των δυο γυναικών καταλήγουν σε δυνατά, απελευθερωτικά, αλκοολούχα κοκτέιλς και ιδιαίτερες, πικάντικες εξομολογήσεις παρελθόντος χρόνου, περισσότερο από την πλευρά της συγκρατημένης Στέφανι. Η προσωπικότητα της Έμιλι είναι αήττητος καταπέλτης, κάτι που οδηγεί την χήρα Στέφανι να ανοίξει την καρδούλα της και να την εμπιστευτεί. Σπίτι απίθανο, ντυσίματα προχωρημένα, ευρωπαϊκό, μουσικό γούστο και δη γαλλικό των ‘60’s, από Ζαν Πολ Κελέρ και Φρανσουά Αρντί μέχρι Μπριτζίτ Μπαρντό, εξόφθαλμη η ευωχία και το στιλ να πλημυρίζει το περιβάλλον της Έμιλι. Στοιχεία που η Στέφανι γοητεύεται σε κάποιο βαθμό ζήλιας. Ο σύζυγος της, ο συγγραφέας και καθηγητής Σον (Χένρι Τάουνσεντ) λατρεύει την Έμιλι και τον μποέμικο χαρακτήρα της, παρότι με τις οικιακές ασχολίες και την οικογένεια δεν έχει καμία σχέση. Η Στέφανι, όμως ξέρει μαγείρεμα, ασχολείται με τον γιό της, σβήνει δύσκολες, παιδικές φωτιές και όλα τα συναφή που εξιτάρουν την ανδρική λίμπιντο. Το πρόγραμμα της Στέφανι είναι σπίτι, συμμετοχή στις δραστηριότητες του σχολείου του γιού της και συχνή ενημέρωση στο προσωπικό της site, καθώς εκτός από μαμά είναι και vlogger. Ένα μεσημέρι η Έμιλι, που εργάζεται στον χώρο της μόδας, τηλεφωνεί στην Στέφανι και την παρακαλάει να της κάνει μια μικρή χάρη: Να παραλάβει τον γιό της από το σχολείο και να τον κρατήσει σπίτι της για λίγες ώρες μέχρι να επιστρέψει από την δουλειά, που της έτυχε κάτι απρογραμμάτιστο. Πρόθυμη η Στέφανι κρατάει τον μικρό όχι για λίγες ώρες, αλλά για μερικές ημέρες, καθώς η Έμιλι έχει εξαφανιστεί. Η αθώα Στέφανι προσπαθεί να εξυπηρετήσει την κατάσταση, να ηρεμήσει τον σύζυγο της φίλης της, παρακολουθώντας συγχρόνως και τις έρευνες της αστυνομίας. Οι ημέρες περνούν και κανένα ίχνος της Έμιλι δεν φαίνεται, όπου στο βάθος της εξυπηρέτησης αυτής της μικρής χάρης, και της εξαφάνισης της φίλης της, κατόπιν προσκλήσεως του Σον, βέβαια, η Στέφανι μετακομίζει με τον γιο της στο σπίτι της Έμιλι, φοράει τα ρούχα της, ερωτοτροπεί με τον σύζυγο, ώσπου το πτώμα της αγνοουμένης βρίσκεται στον πάτο μιας λίμνης με σημάδια κακοποίησης και χρήση ναρκωτικών ουσιών. Και εδώ ξεκινάει το μυστήριο, που η vlogger μαμά Στέφανι καλείται να το διαλευκάνει.

Καλογυρισμένο, νόστιμο θριλεράκι που βλέπεται ευχάριστα. Η Κέντρικ, αφού το πάλεψε με αρκετές χαζές ερμηνείες και μετά από τις «Φωνές» με τον Ράιαν Ρέινολτς και τον «Λογιστή» με τον Μπεν Άφλεκ – ταινίες που βγάζουν τέλος πάντων τα κρυφά ερμηνευτικά χαρίσματα της – παίρνει την ταινία επάνω της, αποδεικνύοντας πως έχει δυνατότητες και σύντομα θα «σκάσει» ο ρόλος, που θα την περάσει αέρα στο φωτεινό σταριλίκι. Από την άλλη η Καλιφορνέζα Λάιβλι, που την απολαύσαμε στην ερωτική περιπέτεια φαντασίας «Το Μυστικό της Άνταλαιν» το 2015, έχει τον αέρα της σταρ μιας άλλης κινηματογραφικής εποχής. Είναι ωραία και εκπέμπει αστρόσκονη, σκλαβώνοντας το κινηματογραφικό καρέ. Φαίνεται άλλωστε στο πως ο Πολ Φέιγκ κινηματογραφεί την Κέντρικ και τον τρόπο που πλησιάζει η κάμερα την Μπλέικ Λάιβλι. Βέβαια, προς την μέση της πλοκής αρχίζει να καταλαβαίνεις το τι μέλει γενέσθαι και αυτό είναι ένα σημείο που εκπορεύεται από την αφηγηματική διαχείριση της Ντάρσεϊ Μπελ στο μυθιστόρημά της, το οποίο και διάβασα. Για πρώτο είναι καλό, οπότε κάποιοι μηχανισμοί που χρησιμοποιήθηκαν από την συγγραφέα για να ξεπλέξει το μυστήριο και εντάσσονται στην σφαίρα του αυτονόητου τους συγχωρούμε. Η ταινία δεν τόσο το μυστήριο και το θρίλερ, όσο οι κόσμοι αυτών των δυο διαφορετικών γυναικών, που έχουν ενδιαφέρον και τους υποστηρίζουν εξ΄ ίσου καλά οι δυο ηθοποιοί.                                  

«Bel Canto»

 

  • Είδος: Θρίλερ
  • Χώρα: Γαλλία, Η.Π.Α, Αγγλία (2018)
  • Σκηνοθεσία: Πολ Γουάιτζ
  • Με τους: Τζούλιαν Μουρ, Κεν Γουατανάμπε, Σεμπάστιαν Κοχ, Κριστόφ Λαμπέρ
  • Διάρκεια: 102’
  • Διανομή: Odeon

Να και μια ταινία με τρεις καλούς ηθοποιούς, που διεκπεραιώνουν ό,τι πιο πρόχειρο μπορείς να σκεφτείς και έχει σχέση με την κινηματογραφική σύνταξη σε ρήμα, υποκείμενο και αντικείμενο. Βασισμένο στο βιβλίο της βραβευμένης και πολυδιαβασμένης Αν Πάτσετ (κάτι σαν την δική μας Λένα Μαντά, ας πούμε), γεμάτο αμούρ, περιπέτεια, δράμα, εξοτίκ ατμόσφαιρα και έναν ιδεαλισμό γλασαρισμένο στο πηχτό μελό για δάκρυα που δεν βγαίνουν. Σ΄ αυτή την ταινία όλα είναι κάτω του μετρίου, όπως είναι όλες οι τηλεοπτικές, μεξικάνικες σαπουνόπερες. Μοντάζ χασαπομάχαιρου, άβολη σκηνοθεσία που από κεντράρισμα σε πάει σε πανοραμίκ και σε μακρινά πλάνα, φτωχοί διάλογοι, κακό ντουμπλάρισμα φωνής από την Τζούλια Μουρ, που υποδύεται μια ντίβα αοιδό του λυρικού θεάτρου (άδει η διάσημη Αμερικανίδα σπίντο σοπράνο Ρενέ Λιν Φλέμινγκ και απλά η Μουρ ανοιγοκλείνει το στόμα) και αμήχανες ερμηνείες. Ο συμπαθέστατος και επιβλητικός Ιάπων ηθοποιός Κεν Γουατανάμπε (Τελευταίος Σαμουράι), ο εξαιρετικός, Γερμανός ηθοποιός Σεμπάστιαν Κοχ (Οι Ζωές των Άλλων), αλλά και η Τζούλιαν Μουρ κινούνται και παίζουν στα πλάνα λες και βρίσκονται σε επαρχιακό μπουλούκι. Το σενάριο, όπως και η σκηνοθεσία είναι του Πολ Γουάιζ, που, προφανώς, δεν ενηλικιώθηκε ακόμα σκηνοθετικά από την «χρυσή» εποχή της εφηβικής ακμής του «American Pie».

Η Ροξάν Κρος (Τζούλιαν Μουρ), μια διάσημη Αμερικανίδα σοπράνο, ταξιδεύει στη Νότια Αμερική (άγνωστο σε πιο κράτος) για να δώσει ένα πριβέ κονσέρτο, όπου παρευρίσκεται και ένας πλούσιος, Ιάπωνας βιομήχανος (Κεν Γουατανάμπε), ο οποίος σκοπεύει να επενδύσει στην φτωχή χώρα και λατρεύει παράφορα την σοπράνο. Στην συνάθροιση παρευρίσκονται πολιτικοί και διπλωμάτες, όταν ξαφνικά τη βίλα καταλαμβάνουν αντάρτες που απαιτούν την απελευθέρωση των φυλακισμένων συντρόφων τους. Έγκλειστοι στο ίδιο σπίτι επί ένα μήνα, όμηροι και απαγωγείς θα αναγκαστούν να βρουν κοινούς κώδικες επικοινωνίας ακόμα κι αν μιλούν διαφορετική γλώσσα. Η μουσική θα τους οδηγήσει με μοναδικό τρόπο στο να ξεπεράσουν τις έχθρες και τις διαφορές τους, ανακαλύπτοντας ότι αυτά που τους ενώνουν είναι πιο σημαντικά από αυτά που τους χωρίζουν. Μαθήματα ξένων γλωσσών για να επικοινωνήσουν μεταξύ τους οι ερωτευμένοι όμηροι και αντάρτες.      

«KIN»

(Tully)

 

  • Είδος: Θρίλερ επιστημονικής φαντασίας
  • Χώρα: Η.Π.Α (2018)
  • Σκηνοθεσία: Τζόναθαν και Τζος Μπέικερ
  • Με τους: Τζακ Ρέινορ, Ζόι Κράβιτζ , Μάιλς Τρούιτ, Κάρι Κουν, Ντένις Κουέιντ, Tζέιμς Φράνκο
  • Διάρκεια: 102’
  • Διανομή: Tanweer

Η ιστορία που ακολουθεί την ταινία είναι σύντομη και κάπως ενδιαφέρουσα. Αφορά δυο αδέλφια, τους σκηνοθέτες, τον Τζόναθαν και τον Τζος Μπέικερ που ασχολούνται με τον χώρο της διαφήμισης και το 2014 γύρισαν μια μικρού μήκους ταινία, την 15λεπτη «Bag Man», η οποία απέσπασε το Μεγάλο Βραβείο της Κριτικής Επιτροπής στο πρωτοποριακό φεστιβάλ μουσικής, ταινιών και διαδραστικών μέσων SXSW (South by Southwest) στο Όστιν του Τέξας. Τα αδέλφια πλησίασαν τους παραγωγούς του τηλεοπτικού «Strange Things» και του κινηματογραφικού «Arrival» με την προοπτική να επιμηκύνουν σε χρόνο την μικρού μήκους βραβευμένη ταινία τους και να την φέρνουν στο μέγεθος της μεγάλου μήκους για τον κινηματογράφο. Οι τυπάδες παραγωγοί είδαν με ενδιαφέρον το 15λεπτο «Bag Man» των δυο αδελφών και συμφώνησαν να ρίξουν χρήμα και να παίξουν την ζαριά. Τα αδελφάκια στρώθηκαν στην δουλειά και το αποτέλεσμα είναι το ντεμπούτο «ΚΙΝ», ένα σταυροδρόμι από road movie ενηλικίωσης, crime, οικογενειακών σχέσεων και επιστημονικής φαντασίας. Λοιπόν, η ταινία είναι πολύ έντιμη και προσεγμένη τα μάλα. Εκτός από τα διάφορα λιβανίσματα περί οικογένειας και αδελφικών σχέσεων, που αυτό πρέπει να είναι προσωπικό θεματάκι των δύο αδελφών σκηνοθετών, διαφαίνεται η κόπωση στον δρόμο αντοχής που διανύει χρονικά η ταινία, από μικρού να γίνει μεγάλου μήκους και να εμπλουτιστεί σεναριακά με τέτοιο τρόπο ώστε να μην γίνει μπαλαφάρα. Η πραγματικότητα είναι, ότι την στήριξαν καλά σκηνοθετικά και είναι ενδιαφέρουσα. Ο Τζέιμς Φράνκο που γουστάρει τέτοιου είδους πρωτοβουλίες και κινήσεις από νέους κινηματογραφιστές την αβαντάρει άψογα και ο Ντένις Κουέιντ, είναι αξιοπρεπής. Η ταινία διαθέτει όλες τις προδιαγραφές: Ικανοποιητικά εφέ, ωραία φωτογραφία, συμμαζεμένα πλάνα με καλλιτεχνική οπτική και έναν πιτσιρικά, τον 16χρονο Μάιλς Τρούιτ, που υποδύεται τον 14χρονο Ελαϊ, πραγματικό ταλέντο. Μαζί τους ακόμα η Ζόι Κράβιτζ (κόρη του τραγουδιστή Λένι Κράβιτζ) από το «Mad Max» και ο Τζακ Ρέινορ από το «Detroit: Μια Οργισμένη Πόλη». Έλα, βρε, καλορίζικη στους αδελφούς Μπέϊκερ, περιμένουμε την επόμενη.

Στο διαλυμένο από την πρόσφατη οικονομική κρίση Ντιτρόιτ, ο μαυρούλης πιτσιρικάς Ελάι (Μάιλς Τρούιτ – πολύ καλός) αποψιλώνει τα ήδη ερειπωμένα και εγκαταλελειμμένα κτίρια για να πουλήσει μικρή ποσότητα καλωδίων ως σκραπ. Σε μια τέτοιου είδους συγκομιδή σε κάποιο άθλιο βιομηχανικό κτήριο γίνεται μάρτυρας μιας εξωγήινης συμπλοκής, που πίσω της άφησε μερικούς ακέφαλους στρατιώτες και ένα παράξενο όπλο, που λειτουργεί μόνο στα χέρια του πιτσιρικά. Ο Ελάι το κρύβει στην τσάντα του δεν λέει κουβέντα σε κανέναν και μαζί με τον λευκό πατέρα του και χήρο Χαλ (Ντένις Κουέιντ- καλός), που μαζί με την σύζυγό του είχαν υιοθετήσει τον Ελάι, περιμένουν στο σπίτι τον άρτι αποφυλακισθέντα αδελφό του Τζίμι (Τζακ Ρέινορ – καλός). Ο Τζίμι, που χρωστάει ένα σημαντικό χρηματικό ποσό στον τοπικό εγκληματία Τέιλορ (Τζέιμς Φράνκο – ταμάμ ο ρόλος) στήνουν μια ληστεία που καταλήγει σε φιάσκο και φόνους. Ο Τζίμι παίρνει τον μικρό αδελφό του και φεύγουν για την Νεβάδα για να γλυτώσουν. Ο Τέιλορ παίρνει στο κατόπι τα αδέλφια αλλά τους καταδιώκουν και οι εξωγήινοι που επέστρεψαν για να επανακτήσουν το μυστήριο, φουτουριστικό όπλο. Τ΄ όπλο το χρησιμοποιεί ο πιτσιρικάς για να σώζει τον αιωνίως μπλεγμένο αδελφό του κατά την διάρκεια του ταξιδιού τους. Σε ένα μπλέξιμο το ντουέτο των αδελφών γίνεται τρίο, καθώς η νεαρή στριπτιτζού Μίλι (Ζόι Κράβιτζ –καλή) μπαίνει στην παρέα.          

«Το Ατελιέ»

(L'Atelier)

 

  • Είδος: Κοινωνικό
  • Χώρα: Γαλλία (2017)
  • Σκηνοθεσία: Λοράν Καντέ
  • Με τους: Μαρίνα Φόις, Ματιέ Λουτσί, Γουάρντα Ραμάς, Ισαμ Ταλμπί, Φλοριάν Μποζάν, Μαμαντού Ντουμπιά
  • Διάρκεια: 113’

Διανομή: Weird Wave

Ο βραβευμένος με τον Χρυσό Φοίνικα Λοράν Καντέ («Ανάμεσα στους Τοίχους» – 2008) παίρνει μολύβι και χαρτί, βγαίνει εκτός τάξης και ταξιδεύει στην μαρσεγέζικη, παραθαλάσσια κώμη Λα Σιοτά, εκεί που κάποτε ανθούσε η παραγωγικότητα και το τοπικό, μεγαθήριο ναυπηγείο τάιζε τις οικογένειες του τόπου. Το ναυπηγείο έκλεισε. Σήμερα βασιλεύει η νέκρα, η οικονομική ανέχεια, η αποπληξία, οι αθόρυβοι ρυθμοί ζωής, το εξαντλημένο παρών από το πάλε ποτέ εργασιακό μελίσσι που δεν υπάρχει πια. Η διάσημη συγγραφέας αστυνομικών διηγημάτων. η Ολιβιά Ντεζαζέ (Μαρίνα Φόις – καλή), οργανώνει με κρατικό κονδύλι ένα εργαστήριο δημιουργικής γραφής για τους νέους της τοπικής κοινωνίας με θέμα την συγγραφή μιας αστυνομικής ιστορίας από κοινού, που θα διαδραματίζεται στην Λα Σιοτά. Οι συμμετέχοντες νέοι σε αυτό το εργαστήριο, αγόρια και κορίτσια, είναι ένα φυλετικό πάτσγουερκ από Αλγερινούς, Γάλλους, Μαροκινούς, διαφορετικών αντιλήψεων και τοποθετήσεων οι οποίοι προσεγγίζουν την εργασία της Ντεζαζέ, ο καθείς ανάλογα με τα καύσιμα που διαθέτουν οι πολιτισμικές τους δεξαμενές, είτε αυτές είναι νοητικές, είτε συναισθηματικές. Ο χαρακτήρας και η προσωπικότητα του κάθε νέου ανοίγει σαν λωτός στο τραπέζι του διαλόγου με συντονίστρια την συγγραφέα. Προσέξτε τι ακριβώς συμβαίνει σε αυτή την ταινία, που πραγματικά εάν με ρωτήσεις ποιο είναι το σενάριο θα απαντήσω απλά και τίμια, δεν γνωρίζω. Το πρώτο εικοσάλεπτο ξοδεύεται σε ένα φλύαρο πέρα δώθε ανάμεσα στους νέους μέχρι να αποφασίσουν ποιό δρόμο θα επιλέξουν για να γράψουν το μυθιστόρημα, βγάζοντας επιθετικότητα, συγκαταβατικότητα και ταυτόχρονα αδιαφορία. Ο σκηνοθέτης Καντέ έχοντας στα χέρια του το σενάριο γραμμένο από τον ίδιο και τον Ρομπέν Καμπιγιό  των «120 Χτύπων το Λεπτό», εκτός του ακαδημαϊσμού που επιδίδεται σαν να είναι ανάγνωση θεατρικής παράστασης, ασχολείται μόνο με την προσωπική ζωή του νεαρού Αντουάν (Ματιέ Λουκσί – πολύ καλός). Ο Αντουάν αλληθωρίζει προς τα ακροδεξιά ιδεώδη, είναι αρνητικός στην ομάδα, επιδίδεται στην οπλοχρησία, παίζει βίαια βιντεοπαιχνίδα και φθάνει να γίνει η σκιά της διάσημης, πρωτευουσιάνας συγγραφέως, καθώς την παρακολουθεί παντού, σαν να θέλει να την εξοντώσει, αλλά και να την ερωτευθεί. Συμπλεγματική και ακατέργαστη συμπεριφορά. Μόνον με αυτόν ασχολείται ο Καντέ και με κανέναν άλλον από την νεανική, συγγραφική ομάδα. Εν τω μεταξύ, η συγγραφέας διακρίνοντας τον Αντουάν ως την ζώσα ενέργεια που κινεί όλη την ομάδα με την άρνηση του, βλέπει στο πρόσωπο του νέου το καινούργιο της μυθιστόρημα. Όλα από την αρχή έως το τέλος της ταινίας είναι μέσα σε ένα ηλεκτρικό φορτίο απροσδιορίστου περιεχομένου με το φάντασμα της νεκρής, παραγωγικά πολιτείας να πλανάται μουγγρίζοντας στην ψυχοσύνθεση των νέων ανθρώπων. Μνήμες και ιστορίες παλαιών εργατών στο ναυπηγείο, φωτογραφίες και ντοκιμαντερίστικες αναφορές που μοιάζουν με ζουρνάλ από το μέτωπο, αναβιώνουν το παρελθόν και ανεβάζουν τον μύθο του τόπου στα μάτια της ομάδας, που το ενδιαφέρον της αυξάνεται.  

Κατανοώ τον σκηνοθέτη, που επιθυμεί να δουλέψει την ταινία με φιλοσοφικό οίστρο σε πολλαπλά επίπεδα, χρησιμοποιώντας τα πνευματικά αντανακλαστικά της σύγχρονης γενιάς. Το δημιούργημα πέρα των ατέρμονων συζητήσεων επί στρογγυλής τράπεζας δεν εστιάζει πουθενά, ούτε ακόμα στην φασιστική σαγήνη που γδέρνει τον μίσχο του νέου και ασχολήθηκε τόσο πολύ ο σκηνοθέτης μαζί του, γιατί πρώτα η σύλληψη και έπειτα το σενάριο (εάν υπάρχει από αυτό) εκτός από φλύαρο είναι και δειλό και μικροαστικό. Δειλό για όταν διαβάζει το βίαιο πόνημα του ο νεαρός Αντουάν, το οποίο έχει φαντασία, κωλώνουν όλοι από φόβο, πρώτη και καλύτερη η συντονίστρια, η διάσημη συγγραφέας του εργαστηρίου. Τρομάρα της, αντί να αρπάξει την δύναμη του νεαρού και να την μετασχηματίσει, αρχίζει το κήρυγμα, το μπλα μπλα και την νουθεσία.  Γαλλάκι που μιλάει ασταμάτητα, αφουγκράζεται την πραγματικότητα, την κοιτάει αφ΄ υψηλού, στήνει μια σοφιστεία και σαν τροχονόμος διευθετεί το κυκλοφοριακό των σύγχρονων ιδεών πάλι με εφαλτήριο την βαρβαρίλα. Υπέροχοι, αληθινά, όλοι οι νέοι που συμμετέχουν στην ταινία και δεν είναι ηθοποιοί αλλά ερασιτέχνες, κάτοικοι της Λα Σιοτά. Εύγε τους!    

Προβάλλονται επίσης:

  • Η ελληνική ταινία: «Οίκτος» του Μπάμπη Μακρίδη (StraDa FIlms),
  • το αμερικάνικο θρίλερ μυστηρίου: «Searching» του Ανίς Τσαγκαντί (Feelgood Entertainment)
  • και το animation «Ο Μικροπόδαρος» του Κάρεϊ Κερκπάτρικ και μεταγλωττισμένο.