fbpx

«Φινετσάτη ληστεία από 8 κυρίες και ο Χαβιέ Μπαρδέμ ως Εσκομπάρ» Οι ταινίες της εβδομάδος από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Να μιλήσουμε αληθινά, τώρα. Πόσες φορές έχετε ευχαριστηθεί με την καρδιά σας όταν παρακολουθείτε στην μεγάλη οθόνη μια καλοστημένη ληστεία, που η λεία της είναι, είτε κάποιο αστρονομικό, χρηματικό ποσό, είτε χρυσός ή πολύτιμες απαστράπτουσες πέτρες και έχει αίσιο φινάλε για τους ληστές; Δηλαδή, κανονικό ξάφρισμα μιας τράπεζας ή ενός θησαυροφυλακίου ή ενός γνωστού κρατικού οργανισμού που στοκάρει άφθονη μονέδα και στο τέλος οι λωποδύτες (ωραία λέξη από την λώπη=ένδυμα και την βύθιση-βούτηγμα) να την βγάζουν λάδι. Ας μην κρυβόμαστε ούτε από τον μύχιο εαυτό μας και να απαντήσουμε, πως πάντα με την πλευρά των κλεφτών θα είμαστε, τουλάχιστον κινηματογραφικά. Ειδικά, όταν η «επιχείρηση» διέπεται από άκρατη καλλιτεχνία, είναι εγκεφαλική, έξυπνη, πρωτότυπη, αποτελεσματική, ενώ η συμμορία διαθέτει κυριλέ status, διακρίνεται δε από επιστημονική γνώση, κατάρτιση της τεχνολογίας και επαγγελματισμό – δεν είναι απλά ρεμάλια – και καλύπτεται από φιλοσοφημένη έως ιδεαλιστική προσέγγιση, τότε φουλ με τους παράνομους είμαστε. Ακόμα, κι αν αποτύχουν τα «παιδιά της πιάτσας» και οι πραιτοριανοί που προστατεύουν μόνο την ελίτ και τα «αγαθά» της είναι, ας πούμε, αετοί και κάνουν τσακωτή την ομάδα, τότε πάλι με την πλευρά των παρανόμων τοποθετούμαστε, ρίχνοντας παράλληλα μερικά καντήλια για την ατυχία τους. Ένας φυσιολογικός, politically correct άνθρωπος θα αναρωτιόταν εύλογα: «καλά με το μέρος των απατεώνων είσαι;» Το θέμα δεν είναι απλό για να στηριχθεί μονομερώς και κυνικά στον χαρακτηρισμό «απατεώνας», καθώς έχει αναλυθεί εκτενώς ψυχο-κοινωνικά και φιλοσοφικά το φαινόμενο της αντίδρασης της πλέμπας προς τους πατρικίους, κοινώς της άρχουσας τάξης, που συστηματικώς και αδίκως ρουφάνε το αίμα-βιός των απλών ανθρώπων συσσωρεύοντας πλούτο. Όσο η ταξική ψαλίδα ανοίγει και τα ποσοστά φτωχών και εύρωστων οικονομικά ανθρώπων μεγαλώνουν αποθαρρυντικά προς τους πρώτους με τον πλούτο να κατανέμεται αναιδώς προς τους δεύτερους, τόσο οι ληστείες χρηματικών ποσών ή ανεκτίμητων τιμαλφών αυξάνονται ενθαρρυντικά. Τα αρχαία δικά μας χρόνια, παραδόξως, δεν γέννησαν κάποιους νοτόριους, ήρωες κλέφτες να ξαφρίζουν τους νωθρούς προύχοντες και την μπάζα να την κρατούν για τον εαυτό τους ή να την μοιράζουν σε γενναία μερίδια στους αδύναμους και φοβισμένους. Δεν συμπεριλαμβάνονται οι κανίβαλοι ληστές που εξολόθρευσε ο Θησέας. Αυτοί περισσότερο κτήνη ήταν παρά άνθρωποι. Ούτε στα πρώιμα χρόνια του ελληνισμού, ούτε στην κλασσική Ελλάδα, ούτε στους ελληνιστικούς χρόνους καταγράφτηκε ένας φημισμένος ληστής, που να έγραψε λαμπρή ιστορία με την ιδεολογική έννοια του σπορ. Μικρολωποδύτες, φτωχοδιάβολοι διαρρήκτες, κλεφτοκοτάδες, πορτοφολάδες και ιματιοκλέπτες, δηλαδή τα συνηθισμένα, αστικά κλεφτρόνια και όχι σε μεγέθη μάστιγας. Άντε, καμιά εκπάγλου ομορφιάς εταίρα άλλης πόλης κράτους να κλέβανε με οργανωμένο σχέδιο κάποιοι φραγκάτοι νέοι της εποχής, του γλεντιού και του έρωτα και μετά ξεκινούσε σφοδρός πόλεμος. Οι κλοπές με οργανωμένες επιχειρήσεις ληστών και μεγαλειώδεις λείες, πρωτίστως, είναι ανατολίτικο φαινόμενο (Αλαντίν, Αλή Μπαμπάς και οι σαράντα κλέφτες), κατόπιν αγγλοσαξωνικό και φράγκικο (Ρομπέν των Δασών, Λαφίτ ο πειρατής μέχρι τον αριστοκράτη Αρσέν Λουπέν) δίχως να εξαιρούμε τους βυζαντινούς χρόνους της ρωμαϊκής εκκλησίας, η οποία αυτοκρατορία, ως επί το πλείστον, δημιούργησε την θαλασσινή πειρατεία. Επί βυζαντίου και οθωμανικής κατοχής η Ελλάδα άρχισε να μπαίνει δυναμικά στην «γοητευτική» σφαίρα των επώνυμων ληστών και των παρανόμων του βουνού και του λόγγου με γνωστούς όχι πια λωποδύτες, αλλά ένοπλες ομάδες με τολμηρούς αρχηγούς να σαρώνουν την επαρχία των κοτζαμπάσηδων και των προσκυνημένων Ελλήνων πλουσίων στην Υψηλή Πύλη και αυτών στην Γαληνοτάτη Εξοχότητα της Βενετίας. Στην δύση του 19ου αιώνα και στην αυγή του 20ου η Ελλάδα γράφει «ολόλαμπρη» ιστορία με τους οργανωμένους, ιδεολόγους ληστές, να δημιουργούν ανυπολόγιστες «ζημιές» στα εύπορα τσιράκια των καθεστώτων, που καταπίεζαν τους φτωχούς χωριάτες, αρχής γενομένης με τον μορφωμένο στο Παρίσι λήσταρχο Φώτη Γιαγκούλα, τον Κώστα Τσαμίτα (με το εξωγήινο ον στην επίσημη, λησταρχική του σφραγίδα), τον σκληροτράχηλο Πάνο Μπαμπάνη, τον φιλάνθρωπο Μήτρο Τζατζά και φυσικά τον περιβόητο Αττικο-Βοιωτό Χρήστο Νταβέλη. Πάντα όμως, αρχικά, το υπόβαθρο ήταν ιδεολογικό – πολιτικό για το κοινό καλό το οποίο με τα χρόνια στη νέα Ελλάδα μετασχηματίστηκε προς ίδιον όφελος με πτυχία, διδακτορικά και από τους μεν «ληστές» και από τους δε «κατέχοντες» πλούτο και εξουσία. Η 7η Τέχνη, μη μένοντας εκτός από το γοητευτικό επάγγελμα του sic κλέφτη που ανεβάζει στα ύψη την λίμπιντο των θεατών, δημιούργησε τους δικούς της κλασάτους, οθογενείς λωποδύτες σε αρκετές επιτυχημένες κινηματογραφικές συνέχειες με την ανδροπαρέα του Ντάνι Όσεαν δια χειρός Στίβεν Σόντεμπεργκ. Ε, λογικό επακόλουθο να πάρουν σειρά και τα κορίτσια.               

«Η Συμμορία των 8»

(Ocean's 8)

 

  • Είδος: Δράση
  • Σκηνοθεσία: Γκάρι Ρος
  • Με τους: Σάντρα Μπούλοκ, Κέιτ Μπλάνσετ, Αν Χάθαγουεϊ, Έλενα Μπόναμ Κάρτερ, Ακουαφίνα, Μίντι Κέιλινγκ, Ριάνα, Έλλιοτ Γκούλντ, Τζέιμς Κόρντεν, Σάρα Πόλσον, Ντίτρε Γκούντγουιν
  • Διάρκεια: 110’
  • Διανομή: Tanweer

Τι το διαφορετικό υπάρχει σε αυτή την ταινία από τις υπόλοιπες του είδους με τον Ντάνι Όσεαν; Τίποτα το διαφορετικό, καθώς εδώ η σούπερ ληστεία είναι αμιγώς γυναικεία υπόθεση.  Οκτώ τον αριθμό, όμορφες, δαιμόνιες, αποφασιστικές κυρίες, πειθαρχημένες με χιούμορ, άνεση, τσαμπουκά και επαγγελματισμό επιστρατεύουν τα οιστρογόνα τους σε μια ταινία δράσης έχοντας επίκεντρο την διεκπεραίωση της κλοπής ενός δύσκολου λάφυρου. Το υπόβαθρο είναι ακριβώς το ίδιο: Γκλάμουρ διάκοσμος, πολύτιμοι λίθοι, απαστράπτοντα γκαλά, ευφυΐα στο στήσιμο της ληστείας, η ίδια η ληστεία στην εξέλιξη της και φυσικά το σκαπουλάρισμα των ληστών με την λεία ανά χείρας. Γνώριμο πιάτο φτιαγμένο από την γνωστή συνταγή του Στίβεν Σόντεμπεργκ (συμμετοχή στην παραγωγή) που άφησε εποχή στα κινηματογραφικά πράγματα, δίχως πρωτοτυπίες, κλεισίματα ματιού, με επιδερμικά περάσματα στις ταυτότητες των λησταρχίνων και βέβαια φόρα παρτίδα τα σινιέ συνολάκια, τις κομμώσεις, τα αξεσουάρ, γενικότερα το στυλ και τα αποτελέσματα των χειρουργικών νυστεριών στα πρόσωπα των fifty something πρωταγωνιστριών. Καμιά σχέση με nouvelle cuisine η ταινία που σώζεται, όμως από το food styling. 

Έπειτα από πεντέμιση χρόνια στην στενή, αποφυλακίζεται η αδελφή του Ντάνι Όσεαν, η εξ΄ ίσου κλέφτρα Ντέπι (Σάντρα Μπούλοκ – καλή σε αυτό που ξέρει να κάνει) και καθώς σόι πάει το βασίλειο βάζει αμέσως σε εφαρμογή ένα καινούργιο κόλπο που αφορά την κλοπή του μυθικού, διαμαντένιου κολιέ «Τουσάν» (Toussaint), του ιερού γκράαλ του οίκου Cartier, αξίας 150 εκατομμυρίων δολαρίων. Για να μπορέσει να το αποκτήσει χρειάζονται δυο βασικά πράγματα να γίνουν. Πρώτον, με την βοήθεια της έμπιστης συνεργάτιδας και φίλης της, της cool Λου (Κέιτ Μπλάνσετ – υποτονική), που παρασκευάζει ποιοτικά ποτά «μπόμπες», πρέπει να φτιάξουν μια δυναμική ομάδα από εξπέρ γυναίκες απατεώνισσες στις θέσεις που χρειάζονται (γνωστό αυτό) και δεύτερον σημαντικό είναι να πείσουν την παγκοσμίου φήμης ηθοποιό Ντάφνε Κλούγκερ (Αν Χάθαγουεϊ – άριστη)  η οποία είναι η κεντρική παρουσιάστρια του ετήσιου γκαλά μόδας, του Μετ της Νέας Υόρκης, να φορέσει στον λαιμό της εκείνο το βράδυ το ανεκτίμητο, διαμαντένιο κολιέ. Αυτό το αναλαμβάνει η πάλαι ποτέ διάσημη και νυν «ξοφλημένη» σχεδιάστρια μόδας Ρόουζ (Έλενα Μπόναμ Κάρτερ –  εντελώς άνευρη), η οποία συνεργάζεται με τις δυο γυναίκες για να μην οδηγηθεί στην φυλακή από χρέη που έχει δημιουργήσει η σπάταλη ζωή και η φθίνουσα πορεία της ως σχεδιάστρια ρούχων. Η ομάδα συγκεντρώνεται προσεκτικά και από τις υπόλοιπες κυρίες, δηλαδή από την Ινδή κοσμηματοπώλη, ειδική στους πολύτιμους λίθους Αμίτα (Μίντι Κέιλινγκ –καλή) την πορτοφολού Κοστάνς (η ράπερ Ακουαφίνα – παραδόξως φίνα) την χάκερ Μίντι Κέιλινγκ (η τραγουδίστρια Ριάνα – αδιάφορη) και την αστή σύζυγο, μητέρα και κλεπταποδόχο Τάμι (Σάρα Πόλσον – καλή). Το σχέδιο οργανώνεται λεπτομερώς επί χάρτου για να ξεκινήσει η υλοποίηση του με εγκέφαλο της συμμορίας την Ντέπι Όσεαν.

Ο Καλιφορνέζος σεναριογράφος, σκηνοθέτης και υποψήφιος τετράκις για Όσκαρ Γκάρι Ρος («Ο Επαναστάτης», «Παιχνίδια Πείνας», «Το Μεγάλο Φαβορί», «Pleasantville»), στήνει ικανοποιητικά το θέμα και με τον υπέροχο σχεδιασμό της παραγωγής από την Άλεξ ΝτιΓκερλάντο («Κατάσταση Πραγμάτων» και της πρώτης εκπληκτικής περιόδου των «True Detective») το πράγμα, ας πούμε ότι ρολάρει. Το βατό σενάριο που έγραψε ο Ρος μαζί με την Ολίβια Μιλτς δεν σφύζει πρωτοτυπίας παρά μόνο από έντονες καταστάσεις, τις cameo εμφανίσεις ανθρώπων της μόδας και της τέχνης την βραδιά του γκαλά στο Μητροπολιτικό Μουσείο της Νέας Υόρκης (σε φυσικό χώρο του Μουσείου έγιναν τα γυρίσματα) το χιουμοράκι και γενικότερα τις σεκάνς της ληστείας. Η μουσική γυρνάει σαν μαλαματένιο λάσο γύρω από την ταινία, τονώνοντας το βιντεοκλιπίστικο μοντάζ μαχαίρι με τραγούδια από την Νάνσι Σινάτρα και τον Σαρλ Αζναβούρ έως την Πάτι Πέιτζ, τον Κέρτις Μέιφιλντ (σούπερ) και τον Σάμι Ντέβις Τζούνιορ (τιμής ένεκεν ως πρωταγωνιστής του πρώτου «Ocean’s Eleven» του 1960). Και μια καλή εμφάνιση έκπληξη στην πλοκή για να ανέβουν λίγοι οι παλμοί και να μην τεζάρει εντελώς το δημιούργημα από αρρυθμία.  Όπως στις ταινίες του Σόντεμπεργκ εμφανίζεται ο αειθαλής Έλιοτ Γκούλντ, νοστιμίζοντας την τριλογία (και εδώ εμφανίζεται), έτσι και στις εν λόγω κυρίες παρουσιάζεται ο απίθανος Άγγλος κωμικός Τζέιμς Κόρντεν στο ρόλο του πράκτορα Τζον Φρέιζερ που εργάζεται εκ μέρους της εταιρείας που ήταν ασφαλισμένο το διαμαντένιο κολιέ, για να αποκαλύψει τους ληστές και να ανακτήσει το πολύτιμο κόσμημα. Ο τύπος είναι το «φιλί ζωής» που σώζει την κατάσταση. Αν και η αρσενική εκδοχή είναι κλάσεις ανώτερη, τούτο δω το γυναικείο είναι καλοκαιρινό, δροσερό, λουσάτο, ιδανικό για θερινό σινεμά.    

«Αγαπώντας τον Πάμπλο»

(Loving Pablo)

 

  • Είδος: Βιογραφία
  • Σκηνοθεσία: Φερνάντο Λεόν ντε Αρανόα
  • Με τους: Χαβιέρ Μπαρδέμ, Πενέλοπε Κρουζ, Πίτερ Σκάρσγκαρντ, Τζούλιετ Ρεστρέπο
  • Διάρκεια: 128’
  • Διανομή: Odeon

Οι βιογραφικές ταινίες, τα τηλεοπτικά σίριαλ, τα ντοκιμαντέρ που έχουν γυριστεί για τον Κολομβιανό βαρώνο της κόκας Πάμπλο Εσκομπάρ έχουν ξεπεράσει σε αριθμό αυτές του Ζορό και του Ρομπέν των Δασών. Νισάφι πια. Ο άνθρωπος ήταν ένας από τους μεγαλύτερους εγκληματίες που πέρασαν από την ιστορία της δύσης και δεν μπορώ να καταλάβω τον λόγο για όλες αυτές τις αναφορές που γίνονται στο πρόσωπο και τα «κατορθώματα» του. Από την μια, ναι, πιθανώς να ευημερούσαν οι καταραμένες παραγκογειτονιές του Μεδεγίν (δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της Κολομβίας μετά την Μπογκοτά) από τις γενναιοδωρίες του πρεζέμπορα Πάμπλο (έχτισε σχολεία, πάρκα, νοσοκομεία και πολλά σπίτια για τους φτωχούς ανθρώπους), από την άλλη όμως ήταν ο πιο αποτελεσματικός μεσίτης θανάτου, είτε από τις ειδεχθείς δολοφονίες και τα ανατριχιαστικά βασανιστήρια που ο ίδιος οργάνωνε, είτε από την πώληση της πρέζας σε Νότιο, Βόρειο Αμερική και Ευρώπη, είτε από τους μαζικούς θανάτους των μαχών που έστηνε με τους κυβερνητικούς αντιπάλους του (το 1991 οι άνθρωποι του Εσκομπάρ είχαν σκοτώσει 4.000 ανθρώπους εκ των οποίων οι 600 ήταν αστυνομικοί). Το μέγα επίτευγμά του ήταν, ότι πρώτος πέρασε τα καλής ποιότητας ναρκωτικά του από την Κολομβία στην χώρα των γκρίνγκος (θυμάστε το American Made με τον Τομ Κρουζ) «ποτίζοντας» την αμερικανική επικράτεια με φίνα κόκα, που μέχρι εκείνη την εποχή (δεκαετία του ’80) μόνο η Ασία προμήθευε τους Αμερικανούς και τους Ευρωπαίους. Ο Εσκομπάρ έφτασε να ελέγχει το 80% του παγκόσμιου εμπορίου κοκαΐνης. Καταλαβαίνεται λοιπόν, τα συμφέροντα που παίχτηκαν σε εθνικό, οικονομικό επίπεδο της χώρας που για τον παγκόσμιο έλεγχο των ναρκωτικών η Αμερική έστησε τον πόλεμο της Κορέας και του Βιετνάμ. Θα άφηνε τώρα τον Εσκομπάρ και τον κάθε Κολομβιανό «βαρώνο» κόκας να αρμέγουν ζεστό, αμερικανικό πράσινο χρήμα και να το αποθηκεύουν εκτός των ΗΠΑ; Όχι, βέβαια! Ο Εσκομπάρ εάν δεν είχε την πετριά της πολιτικής (ήθελε να γίνει πρόεδρος της κολομβιανής δημοκρατίας και προθυμοποιήθηκε να αποπληρώσει από τα δικά του χρήματα το χρέος της Κολομβίας που έφτανε τα 10 δις) και παρέμενε αποκλειστικά συγκεντρωμένος στην διακίνηση των ναρκωτικών θα είχε ξετινάξει την αμερικανική οικονομία. Το πάθος του με την πολιτική δημιούργησε πολλά προβλήματα με αποτέλεσμα να ανοίξει χαραμάδες, να αναλάβουν δράση οι μυστικές υπηρεσίες των ΗΠΑ και τελικά να τον εξοντώσουν. Κατά τα άλλα ήταν ένα κτήνος που δεν είχε μέτρο και σκότωνε για ψύλλου πήδημα. Παρά ταύτα οι εσκομπαρικές αγιογραφίες παίρνουν και δίνουν, υπενθυμίζοντας μας τι; Τον στυγνό εγκληματία που αντιμετώπισε την υπερδύναμη της Αμερικής. Παρότι ήταν έξυπνος είχε νοσηρό μυαλό, αρρωστημένη σκέψη και δίψα για εξουσία. Διέθετε απροσμέτρητο πλούτο. Το 1989 ανακηρύχθηκε από το περιοδικό Forbes ως ο έβδομος πλουσιότερος στον κόσμο άνθρωπος με περιουσία που ανερχόταν, σύμφωνα με πρόχειρες εκτιμήσεις, στα 300 δις δολάρια μετρητά. Τα ποντίκια στις αποθήκες που είχε συσσωρευμένα τα χρήματα του έτρωγαν περί τα 200 εκατομμύρια δολάρια τον χρόνο. Συντηρούσε έναν πολυάριθμο στρατό, τους Σικάριο, που οι άνδρες του, εν ονόματι του «πατρόνε» Πάμπλο, έδιναν την ζωή τους όχι γιατί έτρεφαν πίστη σε αυτόν, αλλά για τα χρήματα που πρόσφερε. Άλλωστε δικοί του Μεδεγίνοι καθάρισαν αυτόν και το πρωτοπαλίκαρο του, τον Αλβάρο Ντε Γιέζους Αγκουτέλο (γνωστός και ως Ελ Λιμόν) όταν η CIA έκλεισε καθοριστικά τον κλοιό γύρω του και τα πτώματα των εσκομπαρικών, εν είδει λόφων, κοσμούσαν τις πλατείες και τους δρόμους της Κολομβίας. Το οξύμωρο της υπόθεσης ήταν, πως όταν η Κολομβιανή ομάδα «Search Bloc» για την εξόντωση του Εσκομπάρ θα τον εξολόθρευε έπρεπε να φωνάξουν το σύνθημα: «Free Colombia». Αστείο εντελώς!

 Τούτη η μεταφορά των δραστηριοτήτων και του τέλους του «βασιλιά» της κόκας, Πάμπλο Εσκομπάρ (Χαβιέ Μπαρδέμ – καλός) είναι ένα biopic γραμμένο από την Κολομβιανή τηλεπαρουσίαστρια, μοντέλο και ερωμένη του βαρώνου της κόκας, Μπιρχίνια Μπαγέχο («Αγαπώντας τον Πάμπλο, μισώντας τον Εσκομπάρ», εκδόσεις Ψυγιοχός), που υποδύεται η Πενέλοπε Κρουζ (καλή). Το 1982 η παρουσιάστρια γνώρισε τον Πάμπλο Εσκομπάρ, έναν μυστηριώδη τριαντατριάχρονο πολιτικό, που στην πραγματικότητα, κινούσε τα νήματα ενός ασύλληπτα πλούσιου κόσμου, όπου μεγάλο μέρος της αδιάλειπτης ροής χρήματος, προερχόμενου από το εμπόριο κοκαΐνης, διοχετευόταν σε φιλανθρωπικά έργα και σε προεκλογικές εκστρατείες υποψηφίων για την προεδρία, τους οποίους επέλεγε ο ίδιος. Η όμορφη παρουσιάστρια γοητευμένη από τον πλούτο και την δύναμη του Πάμπλο άρχιζε να τον μπάζει στα κόλπα των ΜΜΕ. Οπότε λοιπόν ο αρχηγός του καρτέλ του Μεδεγίν παρουσιάζεται, ας πούμε, μέσα από τα μάτια της τσαχπίνας Μπιρχίνια, που ο Εσκομπάρ την είχε στα πούπουλα, μη αμελώντας την γυναίκα του Μαρία Βικτόρια (Τζούλιετ Ρεστρέπο – καλή) και τα δυο παιδιά του (και ο γιός του Χουάν έχει γράψει βιβλίο για τον πατέρα του). Ο Μπαρδέμ πήρε αρκετά κιλά για να μπει στο πετσί του ρόλου και η Κρουζ συντονίστηκε ικανοποιητικά με τον χαρακτήρα της πεταχτούλας Μπιρχίνια, η οποία γενικώς έπαιζε ολούθε το ματάκι της, αλλά στον Πάμπλο ήταν πιστή (εάν ήθελε ας μην ήταν). Μια καλή στιγμή της ταινίας, που δείχνει το μέγεθος της δύναμης του Εσκομπάρ είναι όταν συναινεί με την Κολομβιανή κυβέρνηση για να αποφύγει την έκδοσή του στις Ηνωμένες Πολιτείες, αποδεχόμενος να φυλακιστεί αλλά με τους δικούς του όρους. Έχτισε ο ίδιος μια πολυτελή φυλακή, την «Λα Κατεντράλ» για τον εαυτό του και τους συνεργάτες του, συνεχίζοντας τις εγκληματικές δραστηριότητες σαν να βρίσκεται στο γραφείο του. Όταν πληροφορήθηκε πως οι αρχές ετοιμάζονται με τέχνασμα να τον συλλάβουν και να τον μεταφέρουν σηκωτό σε κανονική φυλακή, ο Πάμπλο απέδρασε.  Έφτασε και η στιγμή που οι κυβερνητικοί με βοήθεια από την CIA άρχισαν να εξοντώνουν τους ανθρώπους του στενού κύκλου του Εσκομπάρ. Έτσι η μοντέλα Μπιρχίνια  «κατουρήθηκε» επάνω της, καθώς απειλήθηκε παραπάνω από μια φορά η ζωή της, γλυτώνοντας στο τσακ τον θάνατο. Πρώτα απαρνήθηκε τον έρωτα της (κάτι που πλήγωσε τον Εσκομπάρ) και μετά έτρεξε ξερά να δώσει τον Παμπλίτο της στον πράκτορα της CIA, Σέπαρντ (Πίτερ Σκάρσγκαρντ – καλός), φυσικά με ανταλλάγματα. Η παραγωγή είναι άρτια (πολύ καλή αποτύπωση των eighties), αλλά δυο τινά συμβαίνουν. Η σκηνοθεσία του βραβευμένου, Ισπανού Φερνάντο Λεόν ντε Αρανόα («Οι Πριγκίπισσες των Δρόμων», «Μια υπέροχη μέρα») κινείται σε ανάλαφρους τόνους, αφαιρώντας σοβαρότητα και ενδελεχούς καταγραφής στο όλο θέμα. Το δεύτερο, είναι, ότι ενώ όλοι οι βασικοί συντελεστές είναι Ισπανοί και το σενάριο αφορά έναν Κολομβιανό (οπότε ισπανική διάλεκτος) η ταινία μιλάει αγγλικά. Τέλος πάντων, ρόλοι σαν αυτόν, για τον μεγάλο ηθοποιό Χαβιέ Μπαρδέμ είναι βουτυράκι στο παντεσπάνι του.                  

«Κρυφή Συνταγή»

(The Cakemaker)

 

  • Είδος: Ερωτική δραματική
  • Σκηνοθεσία: Οφίρ Ραούλ Γκράιτσερ
  • Με τους: Τιμ Κάλκχοφ, Σάρα Αντλερ, Ρόι Μίλερ
  • Διάρκεια: 104’
  • Διανομή: Seven Films
  • Διακρίσεις: Βραβείο της Οικουμενικής Επιτροπής στο Φεστιβάλ του Κάρλοβι Βάρι 2017

Ο ομοφυλόφιλος, Γερμανός patisser Τόμας (Τιμ Κάλκχοφ – γλυκερός σαν τις συνταγές του), εργάζεται σε ένα καφέ του Βερολίνου. Τον επισκέπτεται ο Ισραηλίτης μηχανικός Όρεν (Ρόι Μιλερ), που βρίσκεται για δουλειές στην πόλη και ζητάει από τον Τόμας να του ετοιμάσει από τα ωραία μπισκότα κανέλας που φτιάχνει για να τα πάρει μαζί στην πατρίδα του και να τα προσφέρει στην γυναίκα του. Ο Εβραίος δοκιμάζει στο μαγαζί και ένα ωραίο γλυκό από τα χεράκια του ζαχαροπλάστη, πέφτει αμόρε, σεξ μεταξύ τους και παράφορη σχέση η οποία συντηρείται κάθε φορά που ο Ισραηλίτης επισκέπτεται το Βερολίνο για τις ανάγκες της εταιρείας που εργάζεται. Περνάει ένα αρκετό μεγάλο χρονικό διάστημα και ο Όρεν δεν δίνει σημεία ζωής στο Βερολίνο. Ο απελπισμένος, νεαρός ζαχαροπλάστης αφήνει μηνύματα στο κινητό τηλέφωνο που δεν απαντιούνται. Ανήσυχος και μετά από μήνες πηγαίνει στα γραφεία της εταιρείας στο Βερολίνο για να μάθει διακριτικά τι συμβαίνει με τον αγαπημένο του Όρεν. Εκεί πληροφορείται ότι ο Εβραίος σκοτώθηκε σε τροχαίο στο Ισραήλ. Ο κόσμος του έρχεται το πάνω κάτω και φεύγει για το Ισραήλ ώστε να μάθει τα πάντα για το παρελθόν του εραστή του. Συναντά την γυναίκα του Άνατ (Σάρα Αντλερ), η οποία διατηρεί ένα καφέ, δεν λέει κουβέντα για την σχέση του με τον συγχωρεμένο άνδρα της και προσλαμβάνεται ως υπάλληλος στο μαγαζί της. Γνωρίζει και τον γιο του αγαπημένου του Όρεν. Ο Γερμανός φτιάχνει νόστιμα γλυκά τα οποία γίνονται ανάρπαστα αλλά δεν χρησιμοποιεί το εβραϊκό, διατροφικό iso στα υλικά  του, το γνωστό κόσερ (σύνολο εβραϊκών θρησκευτικών κανόνων σχετικά με την διατροφή. Ανάμεσα σε αυτούς συγκαταλέγεται η απαγόρευση βρώσης συγκεκριμένων ειδών τροφής, ίδιο περίπου με το διατροφικό, iso του Ισλάμ, το χαλάλ). Το λάθος του ζαχαροπλάστη Τόμας δημιουργεί μια σειρά γεγονότων, καταλήγοντας να πέσει στο κρεβάτι με την χήρα του εραστή του.

Στο πνεύμα του διεθνισμού και στην ιδέα της παγκοσμιοποίησης που επίμονα θέλουν να περιβάλλουν τα έθνη του κόσμου έρχεται η ταινία του μικρομηκά Ισραηλίτη Οφίρ Ραούλ Γκράιτσερ (σεφ και σκηνοθέτης) ως ντεμπούτο του στην μεγάλη οθόνη για να γίνει το ζεστό κασκολάκι στο λαιμό ενός έρωτα με δυο κεφάλια, γεφυρώνοντας με αυτό τον τρόπο την ακύρωση των νωπών μνημών ανάμεσα σε δυο χώρες που οι λαοί τους έπαιξαν ξεκάθαρα τους ρόλους: θύτη και θύματος στον Β΄ΠΠ. Τούτο το «γλυκούλι» δικέφαλο ον σε μορφή μοντέρνας συγχώρεσης είναι μάλλον άβολο, καθώς οι ήρωες του Γκράιτσερ δεν σέβονται καν τον ίδιο τους τον εαυτό, παίζοντας μια ερωτική μπερλίνα που είναι εντελώς ξεκάρφωτη και αστεία. Οκ, να γκρεμίσουμε το παρελθόν, να θάψουμε τις ιστορικές μνήμες, να ερωτευτούμε ελευθέρως και να αρχίσουμε από το μηδέν. Με τι παιδεία και αξιακό σύστημα όμως; Αυτά που προτείνει ο σκηνοθέτης; Μάλιστα… λέω να φτιάξω μια πάστα φλώρα.  

«Ιστορίες Αγάπης που δεν Ανήκουν σ’ Αυτόν τον Κόσμο»

(Amori Che Non Sanno Stare Al Mondo/ Stories of Love That Cannot Belong to This World)

 

  • Είδος: Δραμεντί
  • Σκηνοθεσία: Φραντσέσκα Κομεντσίνι
  • Με τους: Λουκία Μασίνο, Τομά Τραμπάχι, Βαλεντίνα Μπέλε, Ιάια Φόρτε
  • Διάρκεια: 92’
  • Διανομή: Danaos Films

Η Κλώντια και ο Φλάβιο αγαπιούνταν για πολύ καιρό, παθιασμένα. Μια μέρα αυτό τελείωσε. Εκείνη είναι γύρω στα πενήντα και ο κόσμος μοιάζει ένα μέρος άγριο και αφιλόξενο, σαν ένα έρημο νησί. Εκείνος, αισθάνεται δυνατός, λάμπει από αυτοπεποίθηση και ενώ η Κλώντια αγωνίζεται να ξεχάσει, αυτός κυριεύεται από τη μανία να προχωρήσει. Όταν ο Φλάβιο συναντά τη Τζόρτζια, κάτω από την καλοκαιρινή βροχή, ο έρωτας τούς χτυπά από την πρώτη ματιά. Η ενέργεια μιας όμορφης κοπέλας γύρω στα 30 είναι ελιξίριο νεότητας και γι’ αυτόν, και δεν αργεί να υποκύψει σε κάθε επιθυμία της. Την ίδια περίοδο η Κλώντια γνωρίζει στο πανεπιστήμιο τη Νίνα. Την φοβίζουν η διαφορά ηλικίας, η ιδέα και μόνο να είναι σε σχέση με μια γυναίκα, κι αυτό που την κάνει να διστάζει πιο πολύ, είναι ότι ο σεβασμός δεν θα μεταμορφωθεί ποτέ σε αγάπη. Όμως, η Νίνα είναι τόσο όμορφη και σαγηνευτική, σχεδόν ακαταμάχητη…

Η ταινία είναι ένα πορτρέτο ερωτικών σχέσεων, μια δυνατή ιστορία που μιλάει για εμάς, την αναζωογονητική έκρηξη του πάθους και την επώδυνη επούλωση της μνήμης. Ό,τι ακριβώς σημαίνουν οι ιστορίες αγάπης για τις ζωές μας.