fbpx

«Υπεράνω Πάσης Υποψίας»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

(The Catcher Was a Spy) 

 

 

  • Είδος: Βιογραφία, κατασκοπευτική, περιπέτεια εποχής
  • Χώρα: Η.Π.Α. (2018)
  • Σκηνοθεσία: Μπεν Λιούιν
  • Με τους: Πολ Ραντ, Μαρκ Στρονγκ, Σιένα Μίλερ, Τζεφ Ντάνιελς, Τομ Γουίλκινσον
  • Διάρκεια: 98’
  • Διανομή: Spentzos Film

Είναι καταπληκτικό το πως η αμερικάνική βιομηχανία του κινηματογράφου ψάχνει θέματα, ανθρώπους, γεγονότα από την βραχύσωμη ιστορία των Η.Π.Α., που να έχουν, βέβαια σινεμαδίστικο ενδιαφέρον (και ελάχιστο ενδιαφέρον να διαθέτουν ξέρουν το πως να το πουσάρουν), για να γίνουν σενάρια, καταγράφοντας και υψώνοντας συνάμα το πατριωτικό λάβαρο στα ύψη και το εθνικό φρόνημα στον ουρανό. Ο αμερικανικός κινηματογράφος έχει καταγράψει άπειρες ιστορίες βασισμένες σε αληθινά γεγονότα, πλασάροντας, επίσης και μυριάδες πρόσωπα που κατάφεραν κάτι το σπουδαίο στην ζωή τους και σε προέκταση για το ίδιο το έθνος. Δηλαδή, για να το κάνουμε λιανά εννοούμε, πως παράλληλα με τους περιβόητους πρεζέμπορους, εγκληματίες και τα χαμένα κορμιά που κοσμούν τα ράφια των αμερικανικών διωκτικών αρχών, πλάι ακριβώς, υπάρχει η δρύινη βιβλιοθήκη με τα έργα και τις ημέρες καλλιτεχνών, ποιητών, εικαστικών, ηθοποιών, στρατιωτικών, αθλητών, αυτών όλων που χάρισαν αίγλη, περηφάνια, λούστρο και δόξα στο αμερικανικό έθνος. Ξέρει από αυτά τα ωραία το Χόλιγουντ τους τρόπους για να τα αμπαλάρει εύμορφα και να τα πουλήσει σωστά στο φιλοθεάμον κοινό. Τώρα, ειδικά που οι υπόδουλες χώρες, δύσης και ανατολής, στην αγγλοσαξωνική, σύγχρονη αποικιοκρατία του χρήματος και της κονόμας, αλλά και στην νωθρότητα, την αδιαφορία και την δειλία που κυριαρχεί τους κατακτημένους πληθυσμούς, το να προβάλεις ήρωες του κοντινού, ένδοξου πολεμικού παρελθόντος ενδεδυμένους με τις «αλεξίσφαιρες» αμερικάνικες ή αγγλικές σημαίες είναι ταμάμ για να αναπτερώνει το ηθικό της σύγχρονης μπουχεσοϊδούς νεολαίας. Θα δημιουργήσει, παράλληλα και το κατάλληλο Ψ.Π. (Ψυχολογικό Πόλεμο) στις μάζες των ηττημένων, ότι «εδώ ήμασταν και συνεχίζουμε να είμαστε το ίδιο μάχιμοι». Ιστορική υπενθύμιση ή επιβεβαίωση, πως υπάρχει μαγιά από το ένδοξο παρελθόν θέλεις να το περιγράψεις; Ναι, και καλά κάνουν. Προπαγάνδα θέλεις να το πεις; Οκ, συμφωνώ, αφού οι υπόλοιποι λαοί έχουν ενταχθεί πλέον στην ψυχολογία της κότας αποδεχόμενοι τα πάντα και πολλές φορές να ταυτίζονται  με το προπαγανδιστικό υλικό. Κι αν δεν πιάσουν αυτά υπάρχουν και οι μυθικών διαστάσεων κινηματογραφικοί κόμικ ήρωες. Ανάλογο προϊόν είναι και η εν λόγω ταινία που πραγματεύεται την δράση του ευφυούς, πολύγλωσσου (μιλάει επτά διαφορετικές γλώσσες), παν-μορφμένου, με πανεπιστημιακή κατάρτιση, ομοφυλόφιλου και διάσημου αθλητή του μπέιζμπολ Μο Μπεργκ, ο οποίος αγαπητοί μου, κατά την διάρκεια του 2ου μεγάλου πολέμου στρατολογήθηκε από το Γραφείο Στρατηγικής Ασφάλειας, δηλαδή, την αμερικανική υπηρεσία αντικατασκοπεία της O.S.S. (η γιαγιά της σημερινής C.I.A.) για να αποτρέψει τον παγκόσμιο όλεθρο από το ενδεχόμενο κατασκευής ατομικής βόμβας από τους ναζί. Κι όπως συμβαίνει σε τέτοιους είδους ταινίες, τα μονά και τα ζυγά είναι φυσικά αμερικάνικα, ενώ υπάρχουν και κάποιες ιστορικές ανακρίβειες για να δέσει σωστά το γλυκό (όσοι γνωρίζουν την ιστορία για την κατασκευή της ναζιστικής ατομικής βόμβας και της επιχείρησης των Άγγλων με τον κωδικό: «Βαρύ Ύδωρ» θα το διαπιστώσουν αμέσως). Έλα μωρέ, σιγά μην σκοτιστούν οι Αμερικάνοι με τέτοια θέματα, περί ιστορικών ανακριβειών. Αυτά τα τρώνε για πασατέμπο, φτιάχνοντας τα δικά τους ιστορικά πεπραγμένα. Απλά επέλεξαν να προβάλουν τον ήρωα, τον πάνσοφο, κρυφο-ομοφυλόφιλο αθληταρά, μορφωμένο και πράκτορα Μπεργκ, επισημαίνοντας, ότι δεν κωλώνουν να αναδείξουν και Αμερικανούς με σεξουαλική διαφορετικότητα, που συν τοις άλλοις υπηρέτησαν σαν λιοντάρια την πατρίδα. Καλή ατμόσφαιρα δίνει στην ταινία ο 72χρονος Πολωνο-Αυστραλός σκηνοθέτης Μπεν Λιούιν (Μαθήματα Ενηλικίωσης), σε σενάριο του έμπειρου γραφιά κινηματογραφικών, πολεμικών άθλων Ρόμπερτ Ρόντατ («Η Διάσωση του Στρατιώτη Ράιαν», «Ο Πατριώτης»), σενάριο βασισμένο στη ομότιτλη νουβέλα του Νίκολας Νταβίντοφ. Βέβαια η ταινία είναι όλη κρεμασμένη επάνω στον πολύ καλό «Ant Man», Πολ Ραντ – πραγματική έκπληξη – υποδυόμενος τον αινιγματικό και απόμακρο, Ιουδαίο, μορφωμένο παίκτη των Red Sox, Μπο Μπεργκ (2 Μαρτίου 1902 – 29 Μαΐου 1972). Παρ΄ όλα αυτά η ταινία αφήνει μια πικρή γεύση στο τέλος, σαν ένα ανάθεμα βαλμένο σε ανθοδέσμη. Ο Μπεργκ ήταν σπουδαία μορφή, ένας sui generis τύπος, φουλ μορφωμένος, καθώς πρόσφερε πολλά στην αμερικανική αντικατασκοπεία και δη στο ταξίδι του στην Ιαπωνία λίγο πριν η Χώρα του Ανατέλλοντος Ήλιου επιτεθεί στο Περλ Χάρμπορ. Η ταινία μένει μόνο στο γεγονός του επιστήμονα Χάιζενμπεργκ και της ατομικής βόμβας, διανύοντας ελαφροπάτητα την ήρεμη δύναμη της προσωπικότητας του Μπεργκ. Όταν του πρόσφεραν το μετάλλιο της Ελευθερίας το απέρριψε για να το παραλάβει η αδελφή του μετά τον θάνατο του. Κι όμως αυτός ο άνθρωπος έφυγε από την ζωή άνεργος πολλά χρόνια και πάμφτωχος.  

Στα μέσα του 2ου μεγάλου πολέμου ο πρωτοκλασάτος και δημοφιλής αθλητής του μπέιζμπολ Μο Μπεργκ (Πολ Ραντ – πολύ καλός) στρατολογείται από το Γραφείο των Υπηρεσιών Ασφαλείας με διοικητή τον Γουίλιαμ Ντόνοβαν (Τζεφ Ντάνιελς – καλός). O Μπεργκ δεν είναι ένας συνηθισμένος αθλητής. Είναι μορφωμένος, κάτοχος δύο πανεπιστημιακών πτυχίων (γλωσσολογίας στο Πρίνστον και νομικών σπουδών στο Κολούμπια), μιλάει φαρσί επτά γλώσσες (λατινικά , ελληνικά , γαλλικά, ισπανικά, ιταλικά, γερμανικά και σανσκριτικά, ακόμα δυο τρεις καλούτσικα) και βρίσκεται συχνά καλεσμένος στο δημοφιλές παιχνίδι γνώσεων του ραδιοφώνου, του γνωστού για πολλά χρόνια των αμερικανικών ερτζιανών quiz show ετυμολογίας λέξεων, το «Information, Please», του Νταν Γκόλενπολ. Παρά την μόρφωσή και την αναγνωρισιμότητα του, ο Μπεργκ είναι ένας αινιγματικός άνδρας με ταλέντο στο να κρατάει μυστικά, όπως κρατάει κρυφή απ΄ όλους την σεξουαλική του προτίμηση στους άνδρες, έχοντας δίπλα του, ως ξεκάρφωμα ερωμένη, την όμορφη Κοράντα (Κόνι Νίλσεν – καλή). Ο νεοσύλλεκτος κατάσκοπος σύντομα εκπαιδεύεται από την υπηρεσία, ενημερώνεται από τον φυσικομαθηματικό επιστήμονα Σάμιουελ Γκούντσμιτ (Πολ Τζιαμάτι – καλός) για να ριχτεί στο πεδίο της δράσης με σκοπό να συναντήσει στην Ελβετία τον γνωστό Γερμανό νομπελίστα, επιστήμονα Βέρνερ Χέιζεμπεργκ (Μάρκ Στρονγκ – καλός) και να τον δολοφονήσει ώστε να μην φτιάξει την ατομική βόμβα για λογαριασμό του γ΄ράιχ.