fbpx

«Το Τέλος της Ανωνυμίας»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

«Το Τέλος της Ανωνυμίας»         

(Anon)   

 

  • Είδος: Επιστημονικής φαντασίας
  • Σκηνοθεσία: Άντριου Νίκολ
  • Με τους: Κλάιβ Οουεν, Αμάντα Σέιφριντ, Κολμ Φιόρε, Μαρκ Ο’ Μπράιαν, Σόνια Γουάλγκερ και Ίντο Γκόλντμπεργκ
  • Διάρκεια: 100’
  • Διανομή: Tanweer

Σεναριογράφος άριστος, σκηνοθέτης ικανοποιητικός με εξαίρεση το «Gattaca», που στο σινεφίλ κοινό στιγμάτισε θετικά τον minimal χώρο της επιστημονικής φαντασίας με ουσία. Ο Άντριου Νίκολ είναι ένας καλός «εργάτης» του σινεμά, δυνατό μυαλό θα έλεγα, που η ποιότητα και το στυλ των ταινιών του δεν θα σε διαψεύσουν με ψευτομαγκιές και βερμπαλισμούς. Περιεκτικός στην γραφή του, πειθαρχημένος στην σκηνοθεσία ασχολείται με θέματα διόλου ευχάριστα για το μέλλον της ανθρωπότητας. Μερικές φορές εντείνει τις εσωτερικές του αγωνίες και τους προβληματισμούς του παρουσιάζοντας τόσο την εξουσία των επικυρίαρχων στο πλανήτη με την σκλαβοποίηση της ανθρώπινης προσωπικότητας, όπως στο «Σώμα» (2013), όσο και την χρήση της ψηφιακής τεχνολογίας στην χειραγώγηση της μάζας (Simone – 2002), αλλά και την τεχνολογία σε αμυντικούς ρόλους (Drones: Θάνατος από ψηλά- 2014). Ο σεναριογράφος Νίκολ από την άλλη έχει γράψει ένα από τα καλύτερα σενάρια στην ιστορία του σινεμά: «The Truman Show» (υποψήφιος για  Όσκαρ Σεναρίου), ταινία που την σκηνοθέτησε ο εμπνευσμένος, μέγας Πίτερ Γουίαρ και βρίσκεται ανάμεσα στις 100 καλύτερες δικές μου από την ίδρυση της 7ης Τέχνης. Καλύτερη ταινία του Νίκολ, προσωπικώς, είναι το εξαιρετικής σύλληψης «In Time» (2011), που σε οδηγεί έντιμα και φιλοσοφικά κυριολεκτικώς, στο γνωστό σε όλους μας ανυπόφορο και τρομακτικό μοτο: «ο χρόνος είναι χρήμα» ή η ανθρώπινη ζωή είναι χρήμα. Το σινεμά του Νίκολ, αν και είναι σκληρό, σκοτεινό στην συνολική του εικόνα, φιλώντας σταυρωτά το οργουελικό σύμπαν, διακρίνεται από μια αλαφροΐσκιωτη ευγένεια και καλοσύνη που στην ψίχα του πάλλεται η γνώση. Και κεί βρίσκεις πολλά ενδιαφέροντα για να σε γοητεύσουν.

Χρονολογικά βρισκόμαστε στο προσεχές μέλλον, όταν ο άνθρωπος έχει απολέσει την δυνατότητα της ανωνυμίας του και τα προσωπικά του δεδομένα δεν είναι κτήμα του. Τα πάντα καταγράφονται σε ένα ψηφιακό σύμπαν, που ονομάζεται Αιθέρας (ειρωνεία) και βρίσκονται στην διάθεση των υπηρεσιών εθνικής ασφάλειας, φυσικά, για το καλό του έθνους. Οι αστυνόμοι ή οι διώκτες παντός εγκλήματος, βλέποντας κάποιον μπορούν αυτοστιγμής να διαβάσουν το ψηφιακό του αποτύπωμα για το ποιος είναι, τι επαγγέλλεται, που διαμένει, την οικονομική του κατάσταση, όλες τις πράξεις, τις δραστηριότητες και τις κινήσεις του, φανερά και κρυφά δεδομένα που εμφανίζονται σαν ταινία στον αμφιβληστροειδή του ματιού του εκάστοτε πραιτοριανού. Κάποιοι, λοιπόν, που διαθέτουν άφθονο, μετρητό χρήμα (ως γνωστόν οι συναλλαγές γίνονται δια μέσω τραπεζικών οργανισμών) και είναι ατακτούληδες ή λαδιάρηδες  προσλαμβάνουν χάκερς, έναντι σοβαρού χρηματικού ποσού με μπανκουί την καταβολή, για να διαγράψουν από το ψηφιακό περιβάλλον του Αιθέρα τις ανομίες τους. Όσοι σπουδαίοι προέβησαν σε αυτή την ενέργεια διαγραφής των κολάσιμων δραστηριοτήτων τους αμέσως μετά δολοφονήθηκαν για κάποιο λόγο. Ο αστυνομικός ντεντέκτιβ, Σαλ Φρίλαντ (Κλάιβ Όουεν – πολύ καλός), που έχει αναλάβει την επίλυση των φόνων στρέφει την έρευνα του σε μια χακερού γυναίκα (Αμάντα Σέιφριντ – δεν θα έλεγα ότι τρελάθηκα με την ερμηνεία της), η οποία δεν έχει ψηφιακό αποτύπωμα, είναι ανώνυμη και άγνωστη στις διωκτικές αρχές και άρα είναι αόρατη στο σύστημα. Η μυστηριώδης γυναίκα γνωστή ως «The Girl», δεν έχει ταυτότητα, ιστορία ή οποιοδήποτε προσωπικό αρχείο. Ο Σαλ πρέπει να ξεκαθαρίσει την υπόθεση πριν γίνει ο ίδιος το επόμενο θύμα.

Στον απέριττο διάκοσμο της μουντής, γκρίζας πόλης με τα επιβλητικά θεόρατα, φουτουριστικά κτήρια, τις τρισδιάστατες διαφημίσεις, τους ελάχιστους ανθρώπους που κυκλοφορούν στους δρόμους, δηλαδή σε μια φοβική μεγαλούπολη, ο Άντριου Νίκολ στήνει το δικό του noir film επιστημονικής φαντασίας (όχι και τόσο φαντασίας, αφού σχεδόν τα βιώνουμε) με όλα τα χρήσιμα συστατικά και των δυο κατηγοριών. Fifty fifty μοιρασμένο το σενάριο της ταινίας. Το police story ανταμώνει το sci fi στο ημιφωτισμένο, κινηματογραφικό δωμάτιο του μυστηρίου αναπτύσσοντας βασικά έναν χαρακτήρα αντι-ήρωα, που ερωτεύεται τον υπ΄ αριθμό ένα ένοχο αστυνομικής υπόθεσης. Συνηθισμένη φόρμα που θυμίζει Φίλιπ Μάρλοου του Ρέιμοντ Τσάντλερ διακτινισμένο στο δυστοπικό μέλλον. Μην αρχίσετε τις συγκρίσεις με το Blade Runner, γιατί οποιαδήποτε τοποθέτηση σχέσεων των δυο ταινιών θα είναι άστοχη. Ο Νίκολ δεν παίζει στο πλουμιστό και πολύβουο κόσμο του Ρίντλεϊ Σκοτ. Χωρισμένος με πονεσιάρικο, οικογενειακό παρελθόν ο αντικομφορμιστής, κουρασμένος και κάπως ιδεαλιστής ντεντέκτιβ (δίνει ελάχιστο περιθώριο ελευθερίας σε υποθέσεις με καταπιεσμένους, φτωχοδιάβολους του συστήματος να επιβιώσουν από τους ασυνείδητους πλούσιους), μπλέκεται σε μια πλεκτάνη ψηφιακής τεχνολογίας με επιπτώσεις τον ίδιο τον άνθρωπο. Ο Κλάιβ Όουεν ό,τι και να υποδυθεί είναι άψογος, εδώ, μάλιστα, του πηγαίνει γάντι ο ρόλος. Η Αμάντα Σέιφριντ («Mama Mia», «Οι Άθλιοι», «Αγαπημένε μου Τζον») που είναι το κλειδί της υπόθεσης και επιβάλλεται να συνεπαίρνει τον θεατή ως η femme fatale της ιστορίας (μαύρο, κοντό μαλλί, σκούρα, μεσάτα ensemble, αισθησιακή και συνάμα δολοφονική διάθεση), παρά ταύτα είναι εντελώς άτονη. Τα εκρηκτικά που βρίσκονται σωστά τοποθετημένα στους πυλώνες του σεναρίου για να πυρακτώσουν το στόρι και να απογειωθεί η ταινία, παθαίνουν μερική αφλογιστία και το άνευρο του θέματος καθηλώνει την ανάπτυξη του αστυνομικού μέρους. Το μερίδιο που αφορά το sci fi, ο έμπειρος Νίκολ, βασισμένος στην πολύκροτη υπόθεση του Σνόουντεν περί χρήσης των προσωπικών δεδομένων από τις μυστικές υπηρεσίες, το ταξιδεύει υπέροχα, καλύπτοντας σφαιρικά και επί της ουσίας αυτό που θέλει να προβάλει: Την πλήρη ανελευθερία και την απουσία ιδιωτικότητας στην προσωπική μας ζωή.