fbpx

«Το Σπίτι που Έχτισε ο Τζακ»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

(The House that Jack Built)

 

 

  • Είδος: Θρίλερ
  • Παραγωγή: Δανία, Γαλλία, Γερμανία, Σουηδία, (2018) 
  • Σκηνοθεσία: Λαρς φον Τρίερ
  • Με τους: Ματ Ντίλον, Μπρούνο Γκανς, Ούμα Θέρμαν, Ράιλι Κίο
  • Διάρκεια: 155’ 
  • Διανομή: Seven Films

Έπρεπε από κάπου να πιάσω το νήμα. Από το τέλος, από την αρχή ή από την μέση για να ξεκινήσω. Όχι, το νήμα δεν είναι καθόλου μπερδεμένο, ούτε κουβαριασμένο. Είναι απλωμένο στρωτά, σχηματικά, αλληγορικά, έχει καμπύλες, ευθείες, γωνίες, επίπεδα. Αναζητάει όμως ένα δικό σου σημείο εκκίνησης, αυτό που ταιριάζει καλύτερα στην ιδιοσυγκρασία σου, από την στιγμή που αποδέχεσαι την σκέψη του, για να ξεκινήσεις. Μοιάζει με μάντραμ, αυτές τις επαναλαμβανόμενες προσευχές, που δίνουν παλμό στον προσωπικό σου διαλογισμό για να κατανοήσεις την υπερδύνηση της σύγχρονης ανθρωπότητας, για να διαβάσεις καλύτερα τον πίνακα της άρνησης που εμείς οι ίδιοι έχουμε κατασκευάσει αιώνες τώρα, για να μην γλιστρήσεις στα ματωμένα, βραχώδη σκαλοπάτια και κομματιαστείς. Είναι μια ολόκληρη ιστορία αυτό το θέμα και έχει να κάνει με τον εγκληματία, τον «κοντό» ή τον «ψηλό» άνθρωπο, το νοσηρό μυαλό και την απανθρωπιά της σκέψης μας. Ο καθρέπτης του άθλιου ανθρώπου, που εγκληματεί καθημερινά. Μια τέτοια αρχή χρειαζόμουν για την πολλαπλή ανάγνωση της καινούργιας ταινίας του Δανού «προβοκάτορα» και «εμπρηστικού» Λαρς φον Τρίερ.

Η αλήθεια είναι, ότι με βασάνισε αρκετά.

Αρχικά την κοίταξα από το μεγάλο παράθυρο της βεράντας και ανατρίχιασα με τα ειδεχθή εγκλήματα φάτσα κάρτα. Κατόπιν στήθηκα αθόρυβα στην λεπτή χαραμάδα της πόρτας, μεταμορφώθηκα σε σκοπόφιλος για να παρατηρήσω το ανθρωπο-τέρας να κατακρεουργεί ψυχρά, τελετουργικά γυναίκες. Σκιάχτηκα, ρε γαμώτο! Κατέληξα να τοποθετήσω λαίμαργα το μάτι μου στην κλειδαρότρυπα και απενοχοποιημένα να συλλάβω το δαιμονικό του θέματος και μαζί του να φωτογραφίσω έναν «απατεώνα» σκηνοθέτη. Το πρώτο με φυλάκισε, ενώ το δεύτερο το χρησιμοποίησα ως ανάθεμα και αφορισμό για να τον πετάξω μακριά από το μυαλό μου.

Τον χαρακτήρισα εξαιρετικό σκηνοθέτη και μεγάλο «απατεώνα» για να προστατευθώ. Από τι όμως; Να προστατευθώ από εσένα που είσαι δίπλα μου και καθημερινά ταΐζεις με πτώματα ζώων την ύπαρξη σου, που δεν τα δολοφόνησες εσύ, αλλά κάποιος άλλος, εσύ όμως τα τρως τελετουργικά μαγειρεμένα, όπως με κάποιο τελετουργικό τρόπο τα εξόντωσε κάποιος για να τραφείς εσύ. Κι αυτό δεν σε νοιάζει, βέβαια, δεν σε ταράζει εφόσον πρόκειται για την τέρψη των ορέξεων σου. Ονοματίζεις το ζώο ως τον καλύτερο φίλο του ανθρώπου και όχι μόνο το δολοφονείς, αλλά το τρως. Υψίστου μεγέθους διαστροφή. Να προστατευθώ κι από εμένα, τον εαυτό μου, που είμαι ένας κατ΄ εξακολούθηση δολοφόνος σε κάθε βήμα της πορείας μου στην Γη. Κρίνω και σκοτώνω καθημερινά ανθρώπους με συνοπτικές διαδικασίες. Νομίζεις ότι διαφέρει από την ματωμένη, ανθρώπινη σάρκα, που ξεψυχά από τρόμο και πόνο; Θαρρείς, πως απέχει ενεργειακά η σκέψη από την πράξη; Τα ίδια ακριβώς είναι. Δεν μπορεί να είσαι κτήνος στην σκέψη και άγγελος στην πράξη ή αντιστρόφως.

Σε ενοχλεί ο βίαιος, ανθρώπινος θάνατος ή η θέα του αίματος, η ενέργεια του τεμαχισμού ενός σώματος; Γιατί ενοχλείσαι; Ρίξε μια ματιά από ψηλά, εάν έχεις το θάρρος φυσικά, και παρατήρησε αντικειμενικά τι έχουμε κατασκευάσει ως ανθρώπινα όντα. Ένα απίστευτου κάλλους, τεραστίων διαστάσεων οικοδόμημα άρνησης και θανάτου σε παγκόσμιο επίπεδο. Γιατί, λοιπόν, να σε τρομάζει ο serial killer Τζακ και να σου προκαλεί αηδία όταν κόβει ήρεμα και απαθώς με το ακονισμένο μαχαίρι του το βυζί της όμορφης κοπέλας για να το μεταμορφώσει σε πορτοφολάκι; Εσύ, κόβεις τα αρχίδια του γιού σου, τεμαχίσεις την αξιοπρέπεια της θυγατέρας σου, τους καθιστάς ευνούχους και νωθρούς της ζωής, μαμόθρευτα, αθεράπευτους εγωιστές, άβουλα, αδρανή πλάσματα και απαιτητικούς καλοπερασάκηδες.

Αυτό δεν είναι έγκλημα κατά συνείδηση και κατά συρροή; Γιατί να σου προκαλεί απέχθεια ο τρόπος που ακυρώνει την ανθρώπινη ζωή ο Τζακ και τον αποκαλείς σχιζοφρενή, τέρας και εγκληματία; Έχεις δει τον εαυτό σου πως μεταμορφώνεται όταν ωρύεσαι, ψεύδεσαι, αδικείς, κάνεις σαν τρελός, κλέβεις, φορτώνεις από έπαρση, οργανώνεις πολέμους, πατάς τον άλλον για να επιβιώσεις, για να επιβεβαιωθείς, για να κάνεις την πλάκα σου;  Και τέρας και σχιζοφρενής και εγκληματίας είσαι.

Ο ψυχρός Τζακ, αυτό το ανθρώπινο, άδειο από συναισθήματα κέλυφος είναι εγώ και εσύ. Καμιά διαφορά δεν έχουμε. Είμαστε ακριβώς οι υποχόνδριοι μηχανικοί και συνάμα οι ερασιτέχνες αρχιτέκτονες, όπως κι εκείνος, της ανθρώπινης σήψης σε καθημερινή βάση, που το οικοδόμημα μας είναι νοσηρό και ποτέ δεν τελειώνει. Αθόρυβοι και πειθαρχημένοι στο έργο μας όπως και εκείνος, αλλά τα μάλα αποτελεσματικοί και κοινωνικά αποδεκτοί.

Αυτή είναι η άκρη που επιλέγω να πιάσω, ώστε να τακτοποιήσω μέσα μου την ταινία του Τρίερ, που αρχικά τον πέρασα γενεές δεκατέσσερις, τον λοιδόρησα, θύμωσα μαζί του και τον κακολόγησα για το τερατούργημα που κατασκεύασε. Αυτό το επιτοίχιο ταπισερί της ανθρώπινης πτώσης, το πλεγμένο ακομπλεξάριστα, το απαλλαγμένο από μικροαστισμούς, που η κάθε του βελονιά του είναι ένα φιλοσοφικό μοιρολόι, άλλοτε βαθύ και σπαρακτικό, άλλοτε επιφανειακό και ακραίο. Ναι, αυτό το αριστούργημα!

Βρισκόμαστε κάπου στις Η.Π.Α., άγνωστο που και δεν μας ενδιαφέρει, την δεκαετία του ’70. Παρακολουθούμε τον εξαιρετικά ευφυή μηχανικό Τζακ (Ματ Ντίλον – καταπληκτικός!) για ένα χρονικό διάστημα, περίπου 12 ετών και γινόμαστε αυτόπτες μάρτυρες των πέντε δολοφονιών – οροσήμων που διέπραξε, οι οποίες καθόρισαν την εξέλιξή του ως κατά συρροή δολοφόνο. Βλέπουμε τα τεκταινόμενα από την οπτική γωνία του Τζακ. Ενός ανθρώπου που ισχυρίζεται, πως από μόνη της η κάθε δολοφονία είναι ένα έργο τέχνης. Όταν η αστυνομία άρχισε να βρίσκεται στα ίχνη του και να τον πλησιάζει, ο Τζακ λαμβάνει ολοένα και μεγαλύτερα ρίσκα, στην προσπάθειά του να δημιουργήσει το απόλυτο έργο τέχνης.Τι; Αυτό που επιθυμεί ο κάθε μικροαστός: Ένα σπίτι.

Στην πορεία ερχόμαστε αντιμέτωποι με τις περιγραφές του Τζακ για την προσωπική του κατάσταση, τα προβλήματα και τις σκέψεις του, το παρελθόν του, τις εμμονές του μέσα από μια ενδιαφέρουσα συζήτηση. Μια συζήτηση η οποία λαμβάνει χώρα περιοδικά με τον, αγνώστων λοιπών στοιχείων, Βερτζ – Βιργίλιος δηλαδή (Μπρούνο Γκανζ – πολύ καλός), που για το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας δεν τον βλέπουμε. Ένα γκροτέσκο μείγμα σοφίας που αναμιγνύεται με μια σχεδόν παιδική αυτολύπηση και ψυχοπαθητικές εξηγήσεις.

Άφοβος, τολμηρός καθόλου προσεκτικός, άψογος σκηνοθετικά, ο Δανός Λαρς φον Τρίερ στήνει στο ικρίωμα τον ανθρώπινο πολιτισμό, παλαιότερο και νεώτερο, μέσα από το πρόσωπο ενός ψυχοπαθούς serial killer. Δεν είναι προκλητικός, μηδέ διδακτικός, περισσότερο αγανακτισμένος είναι και αυτή η αγανάκτηση μετουσιώνεται σε φοβία και η φοβία σε επίθεση με όπλο το μέσο που γνωρίζει άριστα να χειρίζεται: Να κάνει καλό σινεμά.

Αποχωρεί από τον ανθρωποκεντρισμό και τις ψυχονοητικές ασθένειες των προηγούμενων ταινιών του και βάζει έναν άνθρωπο, ευφυή και βαθύτατα «προβληματικό» να νοικοκυρέψει την νοσηρότητα της ανθρώπινης κοινωνίας και να την μετατρέψει σε τέχνη. Ο φακός του Τρίερ είναι όπως η πένα του μυστικιστή, ποιητή και εικαστικού Γουίλιαμ Μπλέικ: Τρομακτική, αφοριστική, προφητική. Όλη η ταινία είναι μια κατάβαση στο φιλοσοφικό έρεβος, όπου στα ενδιάμεσα των τρομερών φόνων, ικανά να σε αποτριχώσουν κυριολεκτικώς, διαπρέπει ο αφηγηματικός διάλογος άλλοτε ως άλλοθι των πράξεων του Τζακ και άλλοτε ως τεκμηριωμένη άποψη, αποκάλυψη και λύτρωση μπροστά στο καθαρτήριο, όπως αυτό που περιγράφει ο Δάντη Αλιγκέρι. Η άθλια ζωή των ανθρώπων επί ξύλου κρεμάμενη βρίσκεται σε κρίση, αυτή την φορά από τον ίδιο τον άνθρωπο. Το βασίλειο της ανθρωπότητας διαμελίζεται. Κινδυνεύει η ζωή σου και φωνάζεις σπαρακτικά τους γείτονες για βοήθεια και ουδείς ασχολείται για να σωθείς. Το πεδίο ελεύθερο για τους δαίμονες και τα έργα τους, που θέλουν ένα κατάλυμα θανάτου γιατί αυτό αξίζει ο σημερινός άνθρωπος. Ο Δανός σκηνοθέτης τεχνικά αποδομεί όλη την ιστορία των serial killers και φτιάχνει ένα νέο είδος, διαφορετικό από όλους τους προηγούμενους, που δεν τον ενδιαφέρει ο θάνατος, αλλά η τέχνη της ζωής, η δική του νεκρή φύση, το natura morta από δολοφονημένα, άχρηστα, φοβισμένα, ανθρώπινα κορμιά και όχι από αθώα, σκοτωμένα ζώα ζωγραφισμένα σε πίνακες.

Κοιτάζει τον νυχτερινό ουρανό, τον ευχαριστεί για την ξαφνική καταιγίδα, όταν το νερό της βροχής καθαρίζει τον δρόμο από το αίμα της τελευταίας του σφαγής. Ο Ματ Ντίλον στον πιο δυνατό ρόλο της καριέρας του και ο Τρίερ σε ένα ορατόριο για γερές σκέψεις. Αν είναι ακραία η ταινία με τις τρομερές σκηνές των δολοφονιών; Ναι είναι, πολύ ακραίες. Ε, και; Αυτό σε ενοχλεί; Ο ρεαλισμός και η έκφραση του θανάτου, που πηγάζει από την ψυχοπάθεια σε ταράζει; Το ότι είσαι στημένος νυχθημερόν στην τηλεόραση και βλέπεις τον δηλητηριασμένο λαϊκισμό να σε δολοφονεί τελετουργικά, υπομονετικά μέρα με την ημέρα δεν ενοχλείσαι;  

Προπηλάκισαν τον σκηνοθέτη στο φεστιβάλ των Κανών τα σοκαρισμένα στρουθία και οι ταραγμένοι από το θέαμα θεατές, ξέρετε η γνωστή, νοσηρή κάστα της 7ης Τέχνης των ειρωνικών σχολίων, της δηθενιάς και του μη μου άπτου, για το πως διαχειρίστηκε ο Τρίερ την ανθρώπινη ύπαρξη και το σώμα στην ταινία. Τον αποκάλεσαν, προχειρολόγο, φασίστα και υβριστή. Κρίνουν την ακίδα στο μάτι του Δανού, παραβλέποντας το δοκάρι στον οφθαλμό τους. Αυτός είναι ο στρουθοκαμηλισμός μας, η πτώση μας. Σήμερα ο Λαρς φον Τρίερ χλευάζεται ως παράφρων, αύριο όμως θα τιμάται ως ιδιοφυία.