fbpx

Το Σπίτι Δίπλα στη Θάλασσα

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

 

«Το Σπίτι Δίπλα στη Θάλασσα»    

(La Villa)

 

  • Είδος: Κοινωνικό
  • Σκηνοθεσία: Ρομπέρ Γκεντιγκιάν
  • Με τους: Αριάν Ασκαρίντ, Ζαν-Πιέρ Νταρουσέν, Ζεράρ Μεϊλάν, Αναϊς Ντεμουστιέ
  • Διάρκεια: 107’ 
  • Διανομή: Weird Wave

Ουκ ολίγες αναφορές υπάρχουν σε κινηματογραφικές ταινίες, που ένα δυνατό γεγονός, σοβαρού περιστατικού υγείας ή θανάτου προσφιλούς προσώπου γίνεται η αιτία μάζωξης συγγενών ή φίλων, που έχουν να μιλήσουν, να ειδωθούν χρόνια, απλώνοντας σώψυχα και πίκρες. Κορυφαία κινηματογραφική στιγμή σε αυτό το είδος των ταινιών είναι αυτή του 1983, η «Μεγάλη Ανατριχίλα» (The Big Chill) του Λόρενς Κάσταν.  Εκεί, λοιπόν, όπου η αιτία της συγκέντρωσης, είναι κάποιος παθών ή θανών και η μορφή του είναι απλά μια άλαλη ή μια νοσταλγική εικόνα στην ταινία, εκεί ακριβώς από τους συγκεντρωμένους αρχίζει και το αναμεταξύ τους μεγάλο ξεκατίνιασμα επί του παρελθόντος. Γιατί, εάν είναι συγγενείς, όπως είναι τα τρία αδέλφια στην προκειμένη περίπτωση, οι μεταξύ τους αποστάσεις έχουν παρθεί κάτω από ένα, δυο ή περισσότερα σοβαρά γεγονότα, επίσης, άλυτα, που σημάδεψαν τις ζωές τους και αναγκάστηκαν για χρόνια να σκορπίσουν στους ανέμους της πλήρους αδιαφορίας ο ένας για τον άλλον γεμάτοι θυμό και ουρανομήκη εγωισμό ο ένας για τον άλλον.

Και εδώ αρχίζει η ιστορία: Στο γραφικό και ειδυλλιακό λιμανάκι Μεζάν της Μασσαλίας χήρος, ηλικιωμένος πατέρας τριών τέκνων (δυο άνδρες, μια γυναίκα) προσβάλλεται από βαρύ εγκεφαλικό και πέφτει σε κατάσταση φυτού. Ο ένας από τους δυο γιούς, αυτός που διαμένει μαζί του και εργάζεται στην μπρασερία της οικογένειας του μασσαλιώτικου όρμου, προσκαλεί τα υπόλοιπα δυο αδέλφια του για να παραβρεθούν κοντά στον πατέρα, αλλά και για την διευθέτηση της κληρονομίας, καθώς οι γιατροί λένε, πως δεν υπάρχει πιθανότητα θεραπείας. Πρώτος στο πανέμορφο σπίτι της οικογένειας με θέα την θάλασσα καταφθάνει ο διανοούμενος λόγιος, αριστερών πεποιθήσεων γιος, που βρίσκεται σε δημιουργική ανομβρία, ο  Ζοζέφ (Ζαν Πιέρ Νταρουσέν, καλός) με την κατά πολύ νεότερη του μνηστή, Μπερανζέρ (Αναίς Ντεμουστιέ, καλή) Ακολουθεί η αδελφή, η γνωστή ηθοποιός του γαλλικού θεάτρου και της τηλεόρασης, Ανζέλ (Αριάν Ασκαρίντ, όπως πάντα άψογη και πάντα παρούσα στις ταινίες του συζύγου της Ρομπέρ Γκεντιγκιάν) για να αρχίσει το ζύμωμα των καταστάσεων του παρελθόντος με φόντο έναν παλιό, όμορφο, αγνό κόσμο που διαλύεται, καταρρέει, ξεπουλιέται.

«Το Σπίτι Δίπλα στη Θάλασσα» του αρμενικής καταγωγής, προοδευτικού Γάλλου σεναριογράφου, παραγωγού και σκηνοθέτη Ρομπέρ Γκεντιγκιάν (Χιόνια στο Κιλιμάντζαρο» (2011) «Η Ιστορία Ενός Τρελού» (2015) «Ο Μίτος της Αριάν» (2014), «Μάριος και Ζανέτ», ταινία που προβλήθηκε μόνο στο 38ο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης το 1997) έχει στρέψει την πυξίδα του πάνω στον τσεχοφικό «Βυσσινόκηπο», ψηλαφίζοντας το υπαρξιακό και το κοινωνικό περιβάλλον της μεσαίας τάξης σε ένα σύγχρονο κόσμο αλλαγών προς το χειρότερο. Με ευαισθησία, τακτ και εσωτερική ευγένεια, ο Γκεντιγκιάν θέτει τα ψυχικά ανθρώπινα τραύματα, τους εγωισμούς και τις εμμονές πάνω σε ανάλαφρο στρώμα, καταγράφοντας, άλλοτε δραματικά, άλλοτε ρομαντικά την επιφάνεια και τον πυρήνα της ζωής, που είναι η αγάπη και η ξεγνοιασιά, η αδυναμία προστασίας του παλιού κόσμου και πως αυτά τα συναισθήματα με αρνητικό φορτίο μετασχηματίζονται από το βάρος τραγικών γεγονότων, τόσο οικογενειακών, όσο και κοινωνικών. Δεν είναι κακή η ταινία του, αντιθέτως με παρρησία και καλή γνώση της κάμερας στριφογυρίζει στους άξονες της ελπίδας και σε αυτή της αθωότητας άλλων εποχών, που ξεπουλιέται σήμερα ως περιβόητη εταίρα στις αγορές του παγκόσμιου, σχεδόν απρόσωπου, χρήματος. Μαρξιστής ο ίδιος, κάτι που δεν παραλείπει να διαλαλεί, στήνει σκηνικά καθαρού οξυγόνου (καλή η φωτογραφία του Πιερ Μιλόν), μοιράζοντας δίκαια τον κινηματογραφικό χρόνο σε δυο μέρη, σε αυτόν του παρελθόντος που βρίσκεται σε σύγκρουση με το σήμερα και σε αυτόν του παρόντος που αφορά ανθρώπους που ζουν την καθημερινότητα εκτός των μεγάλων αστικών κέντρων, κι ακόμα δεν έχουν απολέσει τα ανθρώπινα αντανακλαστικά τους. Δεν απουσιάζει το ρομαντικό και το ερωτικό στοιχείο, τόσο ανάμεσα στον θεατρόφιλο, νεαρό, βαρκάρη και ψαρά, τον αθεράπευτο θαυμαστή της Ανζέλ, όσο και της νεαρής και γεμάτης ενέργειας αρραβωνιάρας του ξεπεσμένου διανοούμενου αδελφού, που έχει βαρεθεί την κυκλοθυμία του και φλερτάρει με τον γιατρό και γιό των γειτόνων. Για να κυκλώσει όσο το δυνατόν καλύτερα γίνεται το θέμα με το οποίο ασχολείται ο  Γκεντιγκιάν – και είναι η μονάδα άνθρωπος ανάμεσα στις εποχές των αλλαγών, αλλά και της αδιαφορία της μεσαίας τάξης στα μεγάλα γεγονότα – φέρνει στην πλοκή ένα γεγονός μεταναστευτικού χαρακτήρα και ύφους (τρία παιδιά λαθρομετανάστες), που η φονική βάρκα τους βυθίστηκε, πνίγοντας σημαντικό αριθμό επιβαινόντων μαζί και τους γονείς τους. Τα ορφανά παιδιά κρύβονται στο βουνό, τα καταδιώκει ο γαλλικός στρατός για να τα συλλάβουν, να τα βάλουν σε hot spots και από εκεί να τα προωθήσουν στις εμπόλεμες πατρίδες τους. Γεγονός ευκολάκι, που θα μπορούσε να το αποφύγει ο Γκεντιγκιάν, ενώ το πάει τόσο καλά με το υπαρξιακό και να μην βγάλει μελοδραματικές μπουρμπουλήθρες το στόρι. Εδώ, βέβαια, φτιάχνει τον ανθρωπιστικό βατήρα για να επιδοθούν οι πρωταγωνιστές σε ευαίσθητες, περίτεχνες βουτιές στα ύδατα της αλληλεγγύης, της ελπίδας και της αγάπης προς τους δυστυχείς κατατρεγμένους της γης, καθότι όλη η οικογένεια, ιδεολογικά, είναι σε τροχιά αριστερού διεθνισμού, αλλά και στην ανατολή της αυτοκριτικής των μπερδεμένων ζωών τους. Είπαμε, Γάλλοι κινηματογραφιστές είναι αυτοί. Από την μια κλαίνε και οδύρονται για τα μύρια κακά που έχει προκαλέσει στη χώρα τους η αθρόα λαθρομετανάστευση (βλέπε Ελλάδα), κι από την άλλη φτιάχνουν τρυφερές ταινίες για τους μετανάστες, προκαλώντας δάκρυα. Το αναφέρει άλλωστε και η πινακίδα της μπρασερίας της οικογένειας, πάνω στο κύμα: «le mange-tout», τρώτε τα πάντα, φθηνά… ένεκα εποχών!