«Το παραμυθένιο «τέρας» του Γκιγιέρμο Ντελ Τόρο κλέβει τις καρδιές μας»: Οι Ταινίες της Εβδομάδος από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Πόσο παιδικό μπορεί να είναι ένα παραμύθι, όταν στο όμορφο και ειδυλλιακό δάσος κινείται ελεύθερο ένα άγριο ζώο, που κατασπαράζει αθώους, ανυπεράσπιστους χωρικούς και ανήμπορες γριούλες; Ή ακόμα ένας αμέριμνος πιτσιρικάς που βρίσκει μερικά φασόλια, τα φυτεύει και το γιγαντιαίο φυτό τον φέρνει αντιμέτωπο με τον αφιλόξενο, άκαρδο και ανθρωποφάγο γίγαντα; Αμ, το άλλο, εκείνο με τον γερο-τσιγγούναρο, που βλέπει φάτσα κάρτα τον θάνατο του γιορτινές ημέρες να τον ξεναγεί στην γήινη ματαιοδοξία; Ή πόσο «παραβατικό» μπορεί να είναι για την φαντασία ενός μικρού ανθρώπου όταν εκστασιασμένος ακούει την ιστορία μιας ημίτρελης βασίλισσας και μητριάς που βάζει σκοπό της ζωής της να ξεπαστρέψει, σκαρφιζόμενη διάφορα ερεβώδη τεχνάσματα, την όμορφη θετή της κόρη, εμπιστευόμενη, μάλιστα, έναν απόκοσμο, μαγικό καθρέπτη; Κι εκείνη η αθεόφοβη χωριατοπούλα που βάλθηκε να γίνει ταίρι και να συζήσει με το αποτρόπαιο σε όψη τριχωτό τέρας στον στοιχειωμένο πύργο του; Σήμερα, οι παιδοψυχολόγοι της φακής μετά βεβαιότητος θα αποφαινόντουσαν, πως αυτά δεν είναι ιστορίες για παιδιά, αλλά εγκληματικά αναγνώσματα, απαγορευτικά για το αθώο σύμπαν ενός παιδιού, διότι αναπαράγουν αισχρά την βία σε έναν διάκοσμο τρόμου και αίματος. Αυτά θα έλεγαν οι θεραπευτές μιας νωθρής και αφάνταστης κοινωνίας. Κι όμως φίλοι μου, οι πιο σπουδαίες ιστορίες, ιδανικά φτιαγμένες για τα ώτα και τις ευαίσθητες, πνευματικές περιοχές των παιδιών, από τον Αίσωπο, τον Λαφοντέν μέχρι τους αδελφούς Άντερσεν και τον Ντίκενς, ακόμα και του Όσκαρ Γουάιλντ  είναι ιστορίες, που εσωτερικά διακρίνονται από την αίσθηση του παράδοξου, του σκοτεινού και τρομακτικού κόσμου, όταν αυτός απειλεί θανάσιμα την βολεμένη εικόνα του κοινωνικού ανθρώπου. Από αρχαιοτάτων χρόνων ο τρόμος και ο φόβος, όπως συνηθίζουμε να λέμε, είναι μυητική διαδικασία και σπουδαίο βάλσαμο για τους μικρούς ανθρώπους, που παλαιότερα ζούσαν στην φύση, μέσα σε πολέμους, βλέποντας τους δικούς τους να χάνονται είτε από το σπαθί, είτε από την φωτιά, είτε από την κακιά αρρώστια. Γι  αυτό και κάθε τι τρομακτικό και φοβικό στο τέλος του παραμυθιού εξοντώνεται ή είναι τόσο μαγευτικός ο κόσμος του «τέρατος», που ο άνθρωπος αφομοιώνεται σε αυτόν. 

«Η Μορφή του Νερού» (The Shape of Water)

  • Είδος: Επιστημονικής φαντασίας
  • Σκηνοθεσία: Γκιγιέρμο Ντελ Τόρο
  • Με τους: Σάλι Χόκινς, Μάικλ Σάνον, Ρίτσαρντ Τζένκινς, Οκτάβια Σπένσερ, Νταγκ Τζόουνς, Μάικλ Στούλμπαργκ
  • Διάρκεια: 123’
  • Διανομή: Odeon
  • Διακρίσεις: Χρυσός Λέοντας Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου Βενετίας – Χρυσές Σφαίρες: Σκηνοθεσίας (Γκιγιέρμο Ντελ Τόρο) και Μουσικής (Αλεξάντερ Ντεσπλά)

Αλήθεια είναι, ότι από το κινηματογραφικό σύμπαν απουσιάζουν τα καλά παραμύθια, αυτά που διέπονται από μυστήριο με βασικό πυλώνα εξιστόρησης το παράδοξο. Όταν ο χώρος του παράδοξου διανθίζεται, μάλιστα, και με ένα τέρας μυθολογικών διαστάσεων, που λατρεύεται ως θεός στον τόπο του, τότε το θέμα παύει να είναι απλό και γίνεται γοητευτικό και ελκυστικό τα μάλα. Άλλωστε σινεμά, εκτός των άλλων, σημαίνει φαντασία σε κόσμους μαγικούς, με ιστορίες άλλοτε φωτεινές, κι άλλοτε σκοτεινές, εκεί που το νήμα της ιστορίας είναι δολίως κομμένο, σκοπίμως παραχαραγμένο και προσεκτικά διαστρεβλωμένο. Ο Μεξικανός Γκιγιέρμο Ντελ Τόρο, ο σκηνοθέτης των «τεράτων», κατά την φετινή παραλαβή της Χρυσής Σφαίρας Σκηνοθεσίας για την «Μορφή του Νερού», ευχαρίστησε ανοιχτά ότι η ταινία είναι αφιερωμένη στα «τέρατα» που αγάπησε.

Μια φορά και ένα καιρό,  όχι πολύ πίσω στον χρόνο – στην δεκαετία του εξήντα συγκεκριμένα – η μουγκή, μοναχική, καθαρίστρια Ελίζα Εσποζίτο (Σάλι Χόκινς, καταπληκτική), είναι η σιωπηλή πριγκίπισσα, όπως την αποκαλεί ο αφηγητής της ιστορίας, ο επίσης, ηλικιωμένος, μοναχικός γείτονας της, ο πρώην αλκοολικός και ομοφυλόφιλος γραφίστας διαφημιστικών πόστερς Τζάιλς (Ρίτσαρντ Τζέκινς, απολαυστικός). Η ρομαντική Ελίζα, τηρώντας με στρατιωτική πειθαρχεία το καθημερινό της πρόγραμμα (έγερση πολύ πριν το ξημέρωμα, παρασκευή κολατσιού, αυνανισμός, μπάνιο, επίσκεψη στον γείτονα, λεωφορείο και τέλος δουλειά), συνάπτει μια ιδιαίτερη σχέση με ένα αμφίβιο ον από άλλη ιστορική εποχή, που το ανακάλυψε στα ποτάμια της Νοτίου Αμερικής ο σκληροτράχηλος, πατριώτης και κυβερνητικός πράκτορας με τα Μαύρα, Ρίτσαρντ Στρίγκλαντ (Μάικλ Σάνον, αυτός κι αν είναι υπέροχος). Το «τέρας», που είναι ένας μυθολογικός Τελχίνας, μηδέ άποδος, μηδέ άχειρος (κατά την ελληνική μυθολογία είναι παιδιά της Θάλασσας ή της Γαίας και του Πόντου και δίδαξαν στους ανθρώπους την πρώιμη μεταλλουργία), μεταφέρεται στα απόρρητα, υπόγεια εργαστήρια των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών προς μελέτη, αναλύσεις και παρατήρηση της συμπεριφοράς του, ώστε εάν προκύψει να χρησιμοποιηθεί ως όπλο των εναντίων των κόκκινων Ρώσων, καθότι η ιστορία μας κινείται στην ψυχροπολεμική περίοδο. Σε αυτά τα άκρως απόρρητα εργαστήρια, που οι λάτρεις των συνομωσιών έχουν διαβάσει πολλά, εργάζεται ως καθαρίστρια η μουγκή Ελίζα. Ο σκληρός πράκτορας, όμως, ο ακραιφνής χριστιανόπαις και βαθιά εθνικιστής, συμπεριφέρεται βάναυσα στο αμφίβιο ον, καθότι συμπεραίνει, ότι το «τέρας» είναι ένα απόβλητο, ένα λάθος της θεϊκής δημιουργίας, που μόνο η βία, και η σκλαβιά του αξίζουν για να συμμορφωθεί και να συνεργαστεί. Ο Τελχίνας (υποδύεται εκπληκτικά ο Νταγκ Τζόουνς), με το πραγματικά εξώκοσμο, ψηλό και αγέρωχο παρουσιαστικό του, αντιστέκεται στα βασανιστήρια, ακρωτηριάζοντας τα δυο δάχτυλα του πράκτορα Ρίτσαρντ, μη τολμώντας να το προσεγγίσει κανείς στο εργαστήριο. Κρυφά και μυστικά από τους επιστήμονες και τον πράκτορα, η μουγκή καθαρίστρια Ελίζα με αγάπη, μικρές σπονδές από βραστά αυγά και μουσική τον πλησιάζει. Εκείνος ανταποκρίνεται, εκείνη τον ερωτεύεται και βάζει σκοπό να τον γλυτώσει από τα χέρια των επιστημόνων και της κυβέρνησης.

Η διάπλαση των περιφερειακών ηρώων που συμμετέχουν στο παραμύθι του Μεξικανού σκηνοθέτη είναι ένας σημαντικός πόλος έλξης της ιστορίας. Στην πρόοδο του αμερικανικού, λευκού ονείρου και του bigger than life της αμερικανικής κοινωνίας, που διαμορφωνόταν εκείνη την εποχή, εν μέσω πλήθους πυρηνικών δοκιμών, σοβιετικού τρόμου και του βλέμματος στραμμένο στο υπογάστριο του διαστήματος, ουδείς παράταιρος, έστω και θεός με αλλόκοτη μορφή, δεν χωράει στο κλαμπ της μεταπολεμικής, σύγχρονης, αμερικανικής αναμόρφωσης. Ο Ντελ Τόρο, όπως σε όλες τις ταινίες του, έτσι και δω, αφήνει ανοιχτό μεν, προστατευμένο δε, το πολιτικό-κοινωνικό σχόλιο του να επιδίδεται σε περίτεχνες γυμναστικές επιδείξεις στον φρέσκο χλοοτάπητα των υπερφίαλων Αμερικανών, που ακόμα και σήμερα, όπως τότε, διασκεδάζουν αποχαυνωμένοι με τα τηλεοπτικά προγράμματα, τα χαζά μιούζικαλ από την χρυσή εποχή του Χόλιγουντ, τα reality shows και τις κινηματογραφικές υπερπαραγωγές με βάση την ιουδαϊκή-χριστιανική προπαγάνδα (το διαμέρισμα της Ελίζα είναι ακριβώς επάνω από έναν κινηματογράφο, που προβάλλει τέτοιου είδους επικές, θρησκευτικές ταινίες της δεκαετίας του ‘60). Ο πράκτορας με τα Μαύρα, είναι αυτός που «καθαρίζει» τις βρωμιές των στρατιωτικών, των μυστικών υπηρεσιών του κράτους, εργαζόμενος άοκνα και δίχως διλλήματα για το καλό της πατρίδας και του έθνους. Ένας καθαριστής είναι κι αυτός, αλλά στέκει στην αντιπέρα όχθη της ηρωίδας, που ακόμα και κατά την διάρκεια της ερωτικής πράξης θέλει την γυναίκα του απόλυτα σιωπηλή, φλερτάροντας την εκρηκτική αλαλία της φαινομενικά σεμνότυφης καθαρίστριας. Ο καλόκαρδος, ομοφυλόφιλος, ηλικιωμένος καλλιτέχνης και γείτονας της Ελίζας, είναι κι αυτός ένα «τέρας», καθώς φοράει περουκίνι, πολύ συχνά λιθοβολείται για την ιδιαιτερότητα του, βασανιζόμενος και αυτός, όπως και το αμφίβιο ον, από την χλεύη, την βία και την απόρριψη. Αυτοί που αντιμετωπίζουν με αμφιβολία το εγχείρημα της σιωπηλής, ερωτευμένης πριγκίπισσας στο να κλέψει τον αγαπημένο της Τελχίνα, είναι ένας επιστήμονας και πράκτορας των Σοβιετικών, ο Δρ, Χοφστέτλερ (Μάικλ Στούλμπαργκ, καλός), ο οποίος είναι ο επικεφαλής του project με το ον και η μαύρη, συνάδελφος της, η Ζέλντα, Δαλιδά Φούλερ (Οκτάβια Σπένσερ, καλή), με της οποίας το όνομα ο πράκτορας «παίζει» το παιχνίδι της προδοσίας, ταυτίζοντας την βιβλική ερωμένη του Ιουδαίου ήρωα Σαμψών (τέλειο!). Άπαντες στην ταινία του Ντελ Τόρο είναι λίγο πολύ θεοί και δαίμονες μαζί, κι αυτό αυξάνει την γοητεία της σκηνοθετικής του αφήγησης, η οποία αφήγηση ξενοπατεί διακριτικά ανάμεσα στην Πεντάμορφη και το Τέρας και τις «Ρίζες» του Κούντα Κιντέ. Σε πολλά σημεία της πλοκής δίνει το παρόν η αγγλική σχολή των ταινιών τρόμου, αλλά και οι μπιμουβιές του στυλ «Revenge of The Creature» (1955), του Τζακ Άρνολντ. Βέβαια, η χρωματική της ταινίας μαζί με την φωτογραφία  του Νταν Λάουστσεν (υποψήφιος για Όσκαρ στην ταινία, εκπληκτική και η προηγούμενη δουλειά του στον «Πορφυρό Λόφο»), όπως πάντα συμβαίνει, λοιπόν, στις ταινίες του Ντελ Τόρο, είναι μια παραμυθένια πανδαισία, φτιαγμένη με τέτοιο τρόπο, ώστε να κυριαρχεί στις αισθήσεις ένα θολό, πράσινο χρώμα σαν να βρίσκεσαι μονίμως κάτω από την επιφάνεια μιας μυθικής, μυστηριώδους θάλασσας. Η μουσική του Αλεξάντερ Ντεσπλά πολύ καλή), κατά την γνώμη μου, άλλοτε είναι αναγκαία, κι άλλοτε εμποδίζει την συγκέντρωση σου στην αφήγηση μέσω των πλάνων δράσης, ειδικά αυτών που έχουν ως συγκολλητική ουσία το γρήγορο μοντάζ. Ω ναι… είναι μια τολμηρή ερωτική ταινία, ένα αριστουργηματικό, ρομαντικό, παραμύθι τρόμου.              

«Black Panther»

  • Είδος: Επιστημονικής φαντασίας – Marvel Comic
  • Σκηνοθεσία: Ράιαν Κούγκλερ
  • Με τους: Τσάντγουικ Μπόουζμαν, Μάικλ Μπ. Τζόρνταν, Λουπίτα Νιόνγκ’ο, Λετίσια Ράιτ, Ντανάι Γκουρίρα, Αντζελα Μπάσετ, Φόρεστ Γουίτακερ, Τζόν Κάνι.
  • Διάρκεια: 134΄
  • Διανομή: Feelgood Entertainment

Ο χάρτινος υπερ-ήρωας με το εξωτικό όνομα «Black Panther», για τον αφρικανικό κόσμο, είναι ο κυβερνήτης της φανταστικής και προστατευμένης από τα ανθρώπινα βλέμματα, χώρας Ουακάντα, ο γενναίος διάδοχος Τ’ Τσάλα. Ο Μαύρος Πάνθηρας, είναι ο πρώτος, έγχρωμος ήρωας της Marvel, «γεννημένος» το 1966, όχι όμως ο τελευταίος, καθότι υπάρχει και ο βαμπιροκυνηγός «Blade», που «γεννήθηκε» κι αυτός στις σελίδες της Marvel το 1973. Ο συγκεκριμένος, μαύρος ήρωας, ανήκει στην Silver Age of Comic Books, δηλαδή, αυτής που γράφει ιστορία από τα μέσα του 1950 έως τα τέλη της δεκαετίας του ’70. Για την ιστορία να αναφέρουμε, πως οι εποχές που διακρίνουν την comic κουλτούρα είναι τέσσερις τον αριθμό: Πρώτη είναι η Golden Age of Comic Books (1930 έως 1956), η Silver  Age of Comic Books (1956, έως το 1970), η Bronze Age of Comic Books (1970 έως 1985) και τέλος η Modern ή Dark Age of Comic Books, που ξεκινάει από το 1985 και φτάνει μέχρι σήμερα (είναι πολύ ενδιαφέρον, κάποια στιγμή, να γράψουμε ένα άρθρο για αυτές τις τέσσερις εποχές των comics super heroes και το πως αντικατέστησαν τους θεούς, τους ημίθεους και τους ήρωες της ελληνικής μυθιστορίας στις συνειδήσεις των μικρών και των νέων ανθρώπων, παγκοσμίως). Ο «Black Panther», πρωτοσυστήθηκε στο κινηματογραφόφιλο κοινό στην ταινία του Captain America το 2016, «Εμφύλιος Πόλεμος», προκαλώντας αίσθηση, τόσο με την γενναιότητα, τις δυνάμεις και τα γκάτζετ του, που οφείλονται στο εξωγήινο ορυκτό βιμπράνιο, όσο και με την εξωτική, φοβιστική, κατάμαυρη στολή του. Η Marvel, λοιπόν, εκτίμησε πως ο καιρός γαρ εγγύς για τον «Black Panther» να αποκτήσει το δικό του στασίδι στην 7η Τέχνη, κι από το χαρτί να περάσει στην μεγάλη οθόνη, μαθαίνοντας ο κόσμος την καταγωγή, την ιστορία και τους άθλους του. Όπερ και εγένετο!

Ο Τ΄ Τσάλα (Τσάντγουικ Μπόουζμαν καλός), είναι ο γιός του Κυβερνήτη της φανταστικής, αφρικανικής Ουακάντα, που ζει πλούσια και ευημερεί ως χώρα κρυμμένη, σχεδόν αόρατη από τα υπόλοιπα κράτη, σε μια περιοχή της μαύρης ηπείρου που ως γνωστόν η υποσαχάρια Αφρική μαστίζεται από την φτώχεια, τους πολέμους και τις αρρώστιες,  Ο προηγούμενος κυβερνήτης και πατέρας του (σκοτώθηκε, κατά την διάρκεια της ομιλίας του στον ΟΗΕ, από τον Πολεμιστή του Χειμώνα) διοικούσε δίκαια και ειρηνικά την Ουακάντα, κάτι που πρέπει να συνεχίσει στο ίδιο μοτίβο και ο γιός του Τ΄ Τσάλα ή «Black Panther». Όλες οι φυλές της Ουακάντα αποδέχονται τον νέο κυβερνήτη, ώσπου μετά την τελετή και την επιτυχημένη αποστολή να φέρουν πίσω στην χώρα μια σημαντική ποσότητα κλεμμένου βιμπρανίου, μια παλιά ιστορία με τον άγνωστο ξάδελφο του Τ΄ Τσάλα, έρχεται στο προσκήνιο. Μια ιστορία, που δείχνει πως ο δίκαιος τέως κυβερνήτης δεν ήταν και τόσο δίκαιος, καθώς δολοφόνησε τον ίδιο τον αδελφό του. Ο γιος του δολοφονημένου αδελφού, Έρικ (Μάικελ Μπ Τζόρνταν) διεκδικεί την θέση του ηγέτη της Ουακάντα, αμφισβητώντας τον ξάδελφο του Τ΄ Τσάλα ή «Black Panther».

Το σκηνοθετικό τιμόνι του υπερήρωα «Μαύρου Πάνθηρα», το κρατάει γερά, αποφασιστικά και δεξιοτεχνικά ο 32χρονος δημιουργός των ταινιών: «Μια Στάση πριν Το Τέλος» (2013), «Κριντ: Η Γέννηση ενός Θρύλου» (2015), Ράιαν Κούγκλερ. Ο σκηνοθέτης που οδήγησε τον Σιλβέστερ Σταλόουν σε μια υποψηφιότητα για Όσκαρ Β΄ Ανδρικού Ρόλου το 2015. Από μόνος του ο «Black Panther» ως ήρωας είναι διαφορετικός από τους υπόλοιπους ομόσταυλους της Marvel, καθότι, πρώτον, περιβάλλεται περήφανα από τον αφρικανικό εξωτικισμό και την μακράν ιστορία της και δεύτερον η χώρα του, η Ουακάντα είναι ένας επίγειος, κρυμμένος, παράδεισος στην καρδιά της φτωχής και πολυπαθούσης μαύρης ηπείρου. Το ορυκτό βιμπράνιο είναι αυτό που δίνει τις δυνάμεις στο σώμα του για να συμπεριφέρεται ως θεός και προστάτης των αδύναμων Αφρικανών, ενώ η νεότερη αδελφή του και τεχνοφρικιό, Σούρι (Λετίσια Ράιτ) τον βοηθάει με τα διάφορα γκάτζετ, που κατασκευάζει ειδικά για αυτόν. Άφθονη η δράση, πλούσια τα εφέ, άψογα δοσμένη η κρυφή, αόρατη Ουακάντα, καλοκουρδισμένοι και οι κακοί της υπόθεσης (Άντι Σέρκις) και σταθερή η σπονδυλική στήλη που στηρίζει την αμλετική σύγκρουση ανάμεσα στους δυο διεκδικητές του θρόνου. Στην ταινία παρελαύνουν όλοι οι νέοι black stars του Χόλιγουντ, πλαισιωμένοι αισθητικά και ποιοτικά από τις παρουσίες των παλαιοτέρων, όπως αυτής της Άντζελα Μπάσετ, του Τζον Κάνι και του Φόρεστ Γουίτακερ.       

«Η Κόρη της Απρίλ» (Las Hijas de Abril / April's Daughter)

  • Είδος: Κοινωνικό Δράμα
  • Σκηνοθεσία: Μιτσέλ Φράνκο
  • Με τους: Εμα Σουάρεζ, Ανα Βαλέρια Μπεκερίλ, Ενρίκε Αριζόν
  • Διάρκεια: 103 ’
  • Διανομή: Weird Wave
  • Διακρίσεις: Βραβείο της Επιτροπής «Ένα Κάποιο Βλέμμα» 70ου Φεστιβάλ Καννών.

Ο φακός και η γραφίδα του Μεξικανού σεναριογράφου, παραγωγού, και σκηνοθέτη, Μιτσέλ Φράνκο είναι απόλυτα εστιασμένα στο σύγχρονο, κοινωνικό δράμα. Ζυμωμένος στο σύμπαν των μικρομηκάδων, βγαίνει το 2012 στην μεγάλη οθόνη ως ο άνθρωπος ορχήστρα (σενάριο, παραγωγή, σκηνοθεσία) με την δραματική ιστορία της έφηβης Αλεχάντρα στην ταινία «Μετά την Λουτσία». Ακολούθησε το, επίσης δραματικό «Chronic» (2015) με τον νοσηλευτή Τιμ Ροθ, ταινία βραβευμένη στις Κάνες για το σενάριο της, που στην Ελλάδα δεν έτυχε διανομής, ενώ προβλήθηκε στο 56ο Φεστιβάλ της Θεσσαλονίκης.

Η 17χρονη τσαχπίνα και άμορφη Βαλέρια (Άνα Βαλέρια Μπεκερίλ, πολύ καλή) θα γίνει μητέρα. Ζει μαζί με την ετεροθαλή, άτονη, αδιάφορη και ασχημούλα αδελφή της, Κλάρα (Τζοάνα Λαρεγκί) στο παραθαλάσσιο μεξικανικό θέρετρο Πουέρτο Βαγιάρτα με θέα τον Ειρηνικό Ωκεανό. Ο σύντροφός και πατέρας του τέκνου της, ο, επίσης ανέμελος έφηβος Ματέο (Ενρίκε Αριζόν), γιός ενός ιδιοκτήτη πανσιόν, λόγω της ηλικίας του είναι στην κοσμάρα του. Η Βαλέρια θέλει να κρατήσει μακριά από το γεγονός της εγκυμοσύνης της, την σαραντάρα, καλοβαλμένη μητέρα της Απρίλ (Έμα Σουάρεζ, καλή), γνωρίζοντας βέβαια τις δυσκολίες που θα προκύψουν, τόσο τις οικονομικές, όσο και σε αυτές του μεγλώματος του παιδιού της. Η Κλάρα, όμως, την ενημερώνει κρυφά από την Βαλέρια και η μάνα σίφουνας καταφθάνει στο Πουέρτο Βαγιάρτα. Οι γονείς του Ματέο είναι αρνητικοί στο να γίνει πατέρας ο έφηβος γιός τους, διακόπτοντας κάθε συναναστροφή και σχέσεις με την εγκυμονούσα Βαλέρια και την μητέρα Απρίλ. Το μικρό γεννιέται και τα ζόρια της φροντίδας του μωρού για την Βαλέρια αρχίζουν. Μεγάλο βάρος πέφτει στην Απρίλ που προσέχει το εγγόνι της περισσότερο από ότι το προσέχει η πελαγωμένη, έφηβη Βαλέρια. Ξαφνικά, με εντελώς ξεδιάντροπο και απάνθρωπο τρόπο η 40χρονη, μητέρα Αμπρίλ, κλέβει ολοκληρωτικά την ζωή της κόρης της Βαλέρια.

Η αφηγηματική ροή του Μιτσέλ Φράνκο είναι αργή, προσεγμένη και η σκηνοθετική δομή λιτή, δίχως όμως να χάνει το στόρι από ουσία, ένταση και αγωνία. Το θέμα που πραγματεύεται είναι γνωστό και αφορά την σύγκρουση ανάμεσα στην νέα μητέρα, που δεν έχει συνειδητοποιήσει τον ρόλο της και της νεαρής κόρης που με την σειρά της ανάλαφρα και δίχως υποδομές και φρόνηση καταστρώνει οικογένεια. Ο Φράνκο κινεί σωστά την διαδικασία αυτών των δυο πόλων με σημείο αιχμής την νεότητα και την ανεμελιά, που επιπλέον επιβαρύνονται από ακαταλόγιστες πράξεις, περισσότερο από την πλευρά των ενηλίκων. Βλέπουμε, μάλιστα, τον εύπορο πατέρα της Βαλέριας (με τον οποίο δεν έχουν καλές σχέσεις), και πρώην σύζυγο της σαραντάρας Απρίλ, να απολαμβάνει μια καινούργια ζωή στα 74 χρόνια του, παντρεμένος με μια γυναίκα κατά 35 χρόνια μικρότερη του και δυο νεοφερμένα τέκνα, φτιάχνοντας, έτσι, ο γηραιός μπούρδας την νέα οικογένεια του. Κι όταν η Απρίλ του ζητάει οικονομική ενίσχυση για το παιδί της Βαλέριας, εκείνος εγωιτικά και σκληρά δίνει απαντήσεις που καθορίζουν το μέγεθος της σήψης και της απρέπειας ανάμεσα σε ατίθασα παιδιά και αμετανόητους γονείς. Μια σαθρή κοινωνία με «πειραγμένα» σκεπτικά ενήλικων ανθρώπων, που πάει σόι το βασίλειο, κυριεύοντας με βλακεία και αγνωσία τις νεότερες γενιές.       

«Winchester: Το Σπίτι των Φαντασμάτων» (Winchester)

  • Είδος: Τρόμου εποχής
  • Σκηνοθεσία: Πίτερ και Μάικλ Σπίεριγκ
  • Με τους: Ελεν Μίρεν, Τζέισον Κλαρκ, Σάρα Σνουκ
  • Διάρκεια: 99’
  • Διανομή: Odeon

Σε μια απομονωμένη περιοχή 50 μίλια έξω από το Σαν Φρανσίσκο το 1906 σηκώθηκε το πιο στοιχειωμένο σπίτι στον κόσμο. Ένας πύργος που ποτέ δεν σταμάτησε να κτίζεται. Με μανιώδεις ρυθμούς, ολημερίς και ολονυχτίς για δεκαετίες, υπό τις οδηγίες της Σάρα Ουιντσέστερ (Έλεν Μίρεν), ολόενα και συμπληρωνόντουσαν όροφοι, χώροι και πτέρυγες. Το σπίτι διαθέτει επτά ορόφους και εκατοντάδες δωμάτια, διαδρόμους που δεν οδηγούν πουθενά και πόρτες πίσω από τις οποίες κρύβεται τοίχος. Σαράντα επτά τζάκια, δύο χιλιάδες καταπακτές, αετώματα, πυργίσκους, αυλές, υαλογραφήματα με αποσπάσματα από σεξπηρικά έργα, όπως: «Οι ίδιες αυτές σκέψεις κατοικούν τον μικρό τούτο κόσμο». Στον υπόλοιπο κόσμο μοιάζει με τερατώδες μνημείο που συμβολίζει την τρέλα μιας διαταραγμένης γυναίκας. Όμως η Σάρα Ουιντσέστερ (της γνωστής αμερικάνικης βιομηχανίας όπλων) δεν το χτίζει για τον εαυτό της, αλλά για τις ανθρώπινες ψυχές που δολοφονήθηκαν από τις καραμπίνες της βιομηχανίας του άνδρα της. Μαζί με την γηραιά Σάρα σε αυτό το λαβυρινθώδες σπίτι διαμένουν η ανεψιά της Μάριον (Σάρα Σνουκ) και ο μικρός γιός. Οι μέτοχοι της εταιρείας Ουιντσέστερ, θρύλος στον χώρο των όπλων, θεωρούν ότι η γριά τα έχει χαμένα και κατόπιν δικής της επιλογής προσκαλούν τον εκκεντρικό γιατρό Έρικ Πράις (Τζέισον Κλαρκ) να γνωματεύσει την ψυχοδιανοητική κατάσταση της ηλικιωμένης μεγαλομετόχου, προσκεκλημένος στο τερατόσπιτο της. Η έπαυλη-πύργος χτίστηκε με αυτόν τρόπο για να αντιμετωπίσει το ακατανόητο: Θύμα ή θύτης, εκατοντάδες πνεύματα που διψούν για εκδίκηση, μερικά καλά και μερικά κακά, «φιλοξενούνται» φυλακισμένα στο άσυλο αυτό, κι εκείνη είναι η δεσμοφύλακας τους μέχρι αυτά να γαληνέψουν και να αποχωρήσουν. Το πιο τρομακτικό πνεύμα όλων, όμως, θέλει να κάνει την γριά Σάρα μία από αυτούς.

Το ότι η Δύση κατακτήθηκε με το Κόλτ και την Ουινστέστερ είναι γνωστό σε όλους μας. Εκατομμύρια νεκροί γηγενείς Αμερικανοί, παράνομοι, άμαχοι, μικροί μεγάλοι, σερίφηδες, στρατιώτες «φίλησαν» την γόνιμη γη του Νέου Κόσμου, πέφτοντας σκοτωμένοι από το καυτό μολύβι ενός περιστρόφου Κολτ ή μιας επαναληπτικής καραμπίνας Ουινστέστερ (το σπίτι μάλλον, περισσότερα δωμάτια θα χρειαζόταν). Βασισμένο σε αληθινά γεγονότα (τουλάχιστον έτσι αναφέρει η ταινία στην εκκίνηση της και το πιστεύουμε),   το σενάριο του Τομ Βον και των αδελφών σκηνοθετών Πίτερ και Μάικλ Σπίεριγκ («Ταξιδιώτης στον Χρόνο», «Daybreakers – 2019: Νέα φυλή») κατασκευάζουν την πιο βαρετή, αδιάφορη ταινία τρόμου γεμάτη κλισέ, κενή ενδιαφέροντος. Υπέθεσα πως το μεγάλο ατού, που ονομάζεται Έλεν Μίρεν θα ανέβαζε το θερμόμετρο, αλλά, δυστυχώς, ούτε η οσκαροβραβευμένη ηθοποιός καταφέρνει να εξορκίσει την στοιχειωμένη αφέλεια της ιστορίας. Με συνολική οπτική, πως τα όπλα βλάπτουν, για ενενήντα εννέα λεπτά ταξιδεύουμε αδιάφορα και κουραστικά από δωμάτιο σε δωμάτιο και από όροφο σε όροφο για να ακούσουμε πού και πού κανένα τολμηρό και τρομακτικό «μπουυυυ», μπας και απαλλαγούμε από το βαθύ χασμουρητό. Μάταια!