fbpx

«Το Πάσχα ενέπνευσε την ποίηση», της Σμαράγδας Μιχαλιτσιάνου

Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

smaragdamichalitsianou@gmail.com

«Αναστάσεως ημέρα,  λαμπρυνθώμεν λαοί»

Πάσχα Κυρίου, Πάσχα, γράφει ο υμνωδός της εκκλησίας Ιωάννης Δαμασκηνός για τη μεγαλύτερη γιορτή της χριστιανοσύνης και άνθρωποι όλων των ηλικιών γεμίζουν τα προαύλια των ναών με λευκά κεριά  στα χέρια να πάρουν το άγιο φως, που συμβολίζει την πανηγυρική νίκη της ζωής πάνω στον θάνατο, την αγάπη και τη γεμάτη λαμπρό φως άνοιξη.

Και ξυπνάνε οι μνήμες που έχουμε από τις παιδικές μας λαμπρές, τότε που περιμέναμε να φορέσουμε τα καινούργια ανοιξιάτικα ρούχα μας και τα λουστρινένια πολύχρωμα παπουτσάκια, δώρα του νονού και ης νονάς μαζί με τη λαμπάδα και το σοκολατένιο αβγό για να πάμε στην εκκλησία να γιορτάσουμε την Ανάσταση του Κυρίου.

Το Πάσχα δεν έδωσε τροφή μόνο στην ποιητική μούσα του λαού μας, αλλά και στο έργο μεγάλο ποιητών. Ας περιηγηθούμε σε αυτό για να γιορτάσουμε  και να φιλοσοφήσουμε μαζί τους.

 

Ο Οδυσσέας Ελύτης, τα΄χει πει όλα ορίζοντας στο παρακάτω τετράστιχο την ανθρώπινη ευτυχία :

Πολλά δε θέλει ο άνθρωπος

να `ν’ ήμερος να `ναι άκακος

λίγο φαΐ λίγο κρασί

Χριστούγεννα κι Ανάσταση (Από τον «Μικρό Ναυτίλο»)

Συνεχίζουμε με  ένα λυρικό απόσπασμα από το ποίημα του εθνικού μας ποιητή Διονυσίου Σολωμού: «Η ημέρα της Λαμπρής», ένα ρομαντικό και λυρικό ποίημα και είναι γραμμένο στη δημοτική γλώσσα. Το ποίημα του αυτό, όπως όλα τα μεγάλα του έργα («Ελεύθεροι Πολιορκημένοι», «Κρητικός», «Πόρφυρας»), είναι από τα ημιτελή του ποιητή. Άρχισε τη συγγραφή του στη Ζάκυνθο το 1826 και τη συνέχισε αργότερα στην Κέρκυρα, χωρίς όμως να κατορθώσει την ολοκλήρωσή του.

 «Η ημέρα της Λαμπρής»

Χριστός ανέστη! Νέοι, γέροι και κόρες, όλοι, μικροί – μεγάλοι, ετοιμαστήτε μέσα στες εκκλησίες τες δαφνοφόρες με το φως της χαράς συμαζωχτήτε

ανοίξετε αγκαλιές ειρηνοφόρες ομπροστά στους Αγίους και φιληθήτε!

Φιληθήτε γλυκά, χείλη με χείλη, πέστε Χριστός ανέστη, εχθροί και φίλο.

 

 

Στα 1936 πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Τα Νέα Γράμματα» το ποίημα του Άγγελου Σικελιανού «Στ’ Όσιου Λουκά το μοναστήρι». Χαρακτηριστικά στοιχεία του ποιήματος είναι η αφηγηματικότητα και η προοδευτική μετάβαση από το θείο στο ανθρώπινο πάθος.

… την ώρα π’ απ’ την Αγια Πύλη το ένα κερί επροσάναψε όλα τ’ άλλα ως κάτου,

κι’ απ’ τ’ Αγιο Βήμα σάμπως κύμα απλώθη

το φως ως με την ξώπορτα, όλοι κι’ όλες

ανατριχιάξαν π’ άκουσαν στη μέση

απ’ τα «Χριστός Ανέστη» μιαν αιφνίδια φωνή να σκούξει: «Γιώργαινα, ο Βαγγέλης!»  

Και να, ο λεβέντης του χωριού, ο Βαγγέλης, των κοριτσιών το λάμπασμα,

ο Βαγγέλης που τον λογιάζαν όλοι για χαμένο στον πόλεμο και στέκονταν ολόρτος στης εκκλησιάς τη θύρα, με ποδάρι ξύλινο…

 

Η μεγάλη χριστιανική γιορτή του Πάσχα συγκίνησε και ενέπνευσε και τον Κωστή Παλαμά που έγραψε:

Ανάσταση κι αγάπη λαμπερή, κάθε καμπάνα χαρωπά σημαίνει

και ξημερώνει μέρα και φορεί στολή μ’ αστέρια κ’ άνθια κεντημένη…

και μέσα στην καρδιά μου μυστικά νιώθω να ξημερώνει μια ημέρα,

με κάλλη πλέον μαγικά, απ’ όσα είναι στη γη και στον αιθέρα.

 

 

 

«..η σταύρωση είναι ο μόνος δρόμος της ανάστασης, άλλον δέν έχει» μας διαβεβαιώνει ο Νίκος Καζαντζάκης στο έργο του «Αναφορά στον Γκρέκο» , που συνοψίζεται σε λίγες λέξεις, όπως: «αγώνας, κόκκινη γραμμή, ανήφορος, Γολγοθάς».

Στην «Εαρινή συμφωνία» ο Γιάννης Ρίτσος συνδέει άμεσα την  ιδανική ερωτική αγάπη με το θρησκευτικό αίσθημα…

Αγαπημένη

κόβοντας χαμομήλια και βλέποντας τη θάλασσα θα ξαναπούμε την παιδική μας δέηση μαζί με τα πουλιά και με τα φύλλα.

Κι από βαθιά κι από μακριά τα σήμαντρα των παιδικών εκκλησιών θα τραγουδούν το τραγούδι της τρυφερής Ναζαρέτ πάνω απ’ τους πράσινους κάμπους.

Τη  Ανάσταση περιγράφει  ο ποιητής της εργατιάς Κώστας Βάρναλης με το δικό του ξεχωριστό τρόπο:

Ανάστασ’ είναι σήμερα. Παιδιά, γυναίκες, γέροι κόκκινο αυγό στην τσέπη τους, χρυσό κερί στο χέρι.

Όσ’ άστρα ναι στον ουρανό, τόσα στον κάμπο κρίνα.

Όλ’ έχουνε στην καθαρή ψυχήν Απρίλη μήνα.

Της εκκλησιάς φουντώσανε δάφνη πολλήν οι στύλοι.

Ειρήνη! Ειρήνη! Φιληθήτε οχτροί μαζί και φίλοι

 

 

Συγκλονίζει ο Νίκος Καρούζος στους στίχους του αυτούς:

“Κύριε λάμπρυνόν μου την στολήν της ψυχής.

Άστρα και χώμα σε βαστάζουν….

Μεριάζουν άφωνα τα σκότη και διαβαίνεις, ανέγγιχτη τον κόσμον αγγίζει μουσική και της καρδιάς τα πέταλα ροδίζουν, άνθος όμορφο ζεσταίνεται στον ήλιο.

Λευκάνθηκαν οι άνθρωποι στο αίμα του αρνίου.

Θεέ μου ανέρχεσαι λυπημένος,

αν και για όραση εξακολουθείς να έχεις τη συγχώρηση.

Ω θλίψη των ματιών του Κυρίου μου, της αιωνιότητας ο κάματος, έχω πολύ συνεργήσει για να υπάρχεις, είναι πολύ σ᾽ εμένα το μερίδιο της ανομίας.

Ανοίγει ένα τριαντάφυλλο, πάω και το ρωτώ:

Πού έκρυψαν τον ήλιο;

Πλησιάζω τη θάλασσα και της λέω:

Είσαι βαθειά και με τα μυστικά μεγάλη σου η σχέση.

Λυτρώνεται ο άνθρωπος;

Και η Ζωή Καρέλλη ξετυλίγει τις μνήμες της και  παραδέχεται:

Δίχως αμφιβολία έρχονταν η Λαμπρή, «Αναστάσεως ημέρα λαμπρυνθώμεν λαοί».

Άνοιγαν οι πύλες, η πομπή προχωρούσε με ψαλμούς κι’ εξαπτέρυγα, άστραφταν τα πολύτιμα, άναβαν μυριάδες τα κεριά των χριστιανών, φλόγες πίστης, σημείο χαράς.

Μιαν μικρήν εικόνα της Ανάστασης είχε η ενορία μας. Σπρωχνόμασταν για ν’ ασπαστούμε, οχλαγωγή. Γελούσαν χαρούμενοι οι πιστοί, στα χέρια κόκκιν’ αυγά, άναβαν βεγγαλικά κι’ οι μεγαλείτεροι σαν τα παιδιά.

Υπάρχει πάντα η ανάσταση, όχι ορισμένη και πιθανή, υπάρχει απίθανη περίλαμπρη δόξα, η φωτεινή έκσταση, δεν μπορούν δίχως αυτήν οι άνθρωποι, που περιμένουν σε νηστεία και προσευχή.

Η Κική Δημουλά ένα Μεγάλο Σάββατο εξομολογείται και σημειώνει στα κιτάπια της; 

Ευχές κροτίδες και φιλήματα ανταλλάσσουν οι άγιες μέρες μεταξύ τους κι εγώ χτυπώ την πόρτα σου όχι για να εισέλθω μολονότι κατάλληλο είναι τ σώμα που φορώ με προϋπηρεσία έντιμη μακρά έξωθεν του Νυμφώνος.

Βγες άφοβα.

Όχι ανταπόκριση απόκριση ζητώ το φίλημα εκείνο που έριξες από το ύψος ευγενέστατης ευχής

Καλή Ἀνάσταση

 

 

Ο πρίγκηπας της ελληνικής ποίησης , ο Τάσος Λειβαδίτης, στο ποίημά του «Η ανάσταση των φτωχών» πιστεύει σε ένα θαύμα.

Κι όταν μ’ έθαψαν κι έριξαν όλο το χώμα της γης επάνω μου,

ήτανε τόση η θλίψη ενός αδέξιου θαυματοποιού στη γωνιά του δρόμου

που βγήκα μέσ’ απ’ το καπέλο του.

Ο Μιχάλης Γκανάς  λέει το δικό του Χριστός Ανέστη:

Είχαμε πάρει το μονοπάτι για το σπίτι

θάλασσα ολούθε μπαμπακιά ο Απρίλης

κι όσο χωνόμαστε μες στα πλατάνια

τόσο σωπαίναν δε φυσούσε

μόνο που με κοιτάζαν από μέσα μου

νωπά τα μάτια της απ’ τα κεριά

και σφύριζα θυμάμαι το Χριστός Ανέστη.

Σφάξε το ζαρκάδι – δε θα κλάψω!».

Η Ρίτα Μπούμη- Παππά υποδέχεται τη Λαμπρή μες στ΄ Απρίλη τις μυρωδιές:

Νάτην η λαμπρή με τα λουλούδια.

κόψετε παιδιά την πασχαλιά κι όλα με χαρές και με τραγούδια τρέξετε ν᾿ αλλάξωμε φιλιά.

Σήμαντρα γλυκά βαρούν ακόμα και μοσχοβολούν οι εκκλησιές, μόσχος τα φιλιά στο κάθε στόμα, τα φιλιά της άνοιξης δροσιές.

Πάμε να στρωθούμε στο χορτάρι και τ᾿ αρνί μας ψήνεται σιγά.

Και με της Ανάστασης τη χάρη φέρτε να τσουγκρίσουμε τ᾿ αυγά

 

Κι ο Τσέχος Βλάντιμιρ Χολάν (1905-1980) κάνει τη δική του προσευχή ανήμερα την άγια αυτή ημέρα:

Να ‘ναι αλήθεια πως μετά απ’ αυτή τη ζωή μας θα μας ξυπνήσουνε μια μέρα σάλπιγγες τρομαχτικές;

Συγχώρα με, Θε μου, όμως παρηγοριέμαι πως η δική μας νεκρανάσταση θε να σημάνει απλά και μόνο το λάλημα του πετεινού.

Θα μείνουμε για λίγο ακόμα ξαπλωμένοι κι ο πρώτος που θα σηκωθεί θα ‘ναι η μητέρα θα την ακούσουμε να σκαλίζει απαλά τη φωτιά απαλά ν’ ακουμπά τη χύτρα πάνω στη σόμπα νωχελικά να τραβά μια κούπα απ’ το ντουλάπι

τότε θα ‘μαστε πάλι ζωντανοί.