«Το αγγλικό νησί στο κάδρο για να απολαύσουμε την δύσκολη, πρώτη νύχτα γάμου και έναν ιστορικό, επικών διαστάσεων αγώνα τένις» οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Είναι σημαντικό να ξέρεις, ότι σε αυτή την περίοδο του παγκόσμιου ζόφου, υπάρχουν άνθρωποι των Τεχνών, που παλεύουν ανοιχτά με τα τέρατα της πνευματικής απραξίας και τα καταφέρνουν. Το σκοτάδι του κάτω κόσμου, όπως άπαντες αντιλαμβάνεστε, είναι κυρίαρχο καταδυναστεύοντας κάθε ελεύθερη ιδέα και έκφραση. Η εσωτερική, ανθρώπινη αλλοτρίωση έχει λάβει διάσταση σταυροφορίας και ο αγώνας του τελικού θριάμβου, απ΄ ότι διαφαίνεται δεν θα αργήσει να σημάνει τις ερεβώδεις τρομπέτες και τα μιαρά του κύμβαλα. Κι όμως, σε αυτό το δυστοπικό για το ανθρώπινο πνεύμα παρών υπάρχουν κάποιοι συγγραφείς, μερικοί ποιητές, ακόμα εικαστικοί, μουσικοί, ηθοποιοί και σκηνοθέτες, που βρίσκονται εντός του πύρινου κλοιού και με την πολυμήχανη χρήση του δούρειου ίππου, διασχίζουν τις αδηφάγες φλόγες και περνούν στην αντιπέρα όχθη. Είμαι σίγουρος, πως μαζί τους θα έχουν ξεκουνήσει και ένα μικρούλη μάτσο ψυχών, που τους ακολουθούν σε αυτή την δύσκολη έξοδο. Περί εξόδου πρόκειται και μάλιστα ηρωικής. Ο μέγας Έλλην ποιητής Ανδρέας Κάλβος στην πατριωτική του ωδή με τον τίτλο: «Εις Σάμον», εκτός του γνωστού και περίφημου: «όσοι το χάλκεον χέρι βαρύ του φόβου αισθάνονται, ζυγόν δουλείας, ας έχωσι· θέλει αρετήν και τόλμην η ελευθερία», στους παρακάτω στίχους διαβάζουμε: «αν γένης σφάγιον άτιμον ενός τυράννου, νόμιζε φρικτόν τον τάφον». Ουουου, σκληρός και αλύγιστος, φωτιά και τσεκούρι είναι ο Ανδρέας προς τους βολεμένους, τους νωθρούς και στους ταγμένους δούλους, στα ιδεολογικά και μη τσιράκια των χρυσοκάνθαρων τυράννων. Διάβαζα πριν χρόνια την βιογραφία της Αγκάθα Κρίστι και μέσα στα πολλά και διάφορα, τα σημαντικά και τα ασήμαντα της ζωής της στάθηκα σε ένα σημείο, που πραγματικά, προκάλεσε την εντύπωση μου και, πιστέψτε με, θεωρούσα την βασίλισσα του αστυνομικού μυθιστορήματος ευφυέστατη σε αυτό που πρεσβεύει μεν, αλλά όχι τόσο σκεπτόμενη στα ανθρώπινα και τις κοινωνικές αντιλήψεις, δε. Διάβασα, λοιπόν, να λέει σε κάποιον, δεν θυμάμαι σε ποιόν, ότι «η ελευθερία δεν είναι δύσκολο να την αποκτήσεις. Το δύσκολο είναι να ξέρεις πως θα την χρησιμοποιήσεις». Καταλαβαίνετε την διάσταση αυτής της σκέψης και συνάμα τον εγκλωβισμό στην αμείλικτη χειραγώγηση που δέχεται τους τελευταίους αιώνες το ανθρώπινο είδος στο πολιτικό, το κοινωνικό και στο ηθικό πεδίο, οπότε και στο πνευματικό. Τα γεγονότα που κυριαρχούν σήμερα παγκοσμίως, δυστυχώς, δεν διαψεύδουν αλλά επιβεβαιώνουν. Δεν υπάρχει χώρος για ελευθερία πουθενά, όταν η ήδη μασημένη τροφή επανέρχεται στην στοματική μας κοιλότητα για να την αναμασήσουμε. Ο δις, τρις, τετράκις και ούτω καθεξής μηρυκασμός μας είναι σαν εκείνο το παλιό, ευχάριστο τραγούδι από την οπερέτα του Ιωάννη Κομνηνού: «…  απ’ την Κική και την Κοκό ποια να διαλέξω, την Κική την αγαπώ μα μ’ αρέσει κι η Κοκό». Άρα φαίνεται να μην υπάρχει σωσμός; Καθότι Έλλην, όπερ σημαίνει γνήσιο τέκνο του ελληνικού, ποικιλότροπου δράματος και της εξωφρενικής κωμωδίας και σάτιρας, εκ φύσεως είμαι τραγικά αισιόδοξος. Σωστό ή λάθος οι εποχές που θα ακολουθήσουν θα το φανερώσουν. Πάντως, από την μοιρολατρική όψη του θέματος να το πιάσουμε, εδώ «κτίστηκε» ο ex machina deus (από μηχανής θεός), αλλά και από το ολόφωτο βασίλειο του αναντικατάστατου, ελληνικού πνεύματος της ενεργούς λογικής να το δούμε, εδώ πάλι γεννήθηκε το «συν Αθηνά και χείρα κίνει». Για αυτό τον λόγο υπάρχουν μερικοί Οδυσσείς των Τεχνών, που δίχως φανφάρες, τυμπανοκρουσίες και κομπασμούς ταξιδεύουν στα σκοτεινά, άγρια πελάγη, δίνοντας ως – και όχι σαν – αυθεντικοί, άφοβοι μαχητές τους δικούς τους αγώνες, αρκετοί από αυτούς, μάλιστα, είναι αιματηροί, στα προσωπικά τους πεδία με τους τρομερούς δαίμονες της πνευματικής σήψης, απαγορεύοντας την εξαθλίωση να περάσει το άγιο όριο και να φτάσουν ως – και όχι σαν – θεοί στις πολυπόθητες Ιθάκες τους. Μαζί τους και μερικοί ακόμα, είπαμε, ένα μικρούλι μάτσο, αλλά σημαντικό και αξιόλογο για την μετουσίωση της εικόνας. Μια μουσική, ένα βιβλίο, ένα ποίημα, ένα ζωγραφικό έργο, μια κινηματογραφική ταινία έχουν την δύναμη να ανασχηματίσουν τις σκέψεις μας και κάπως να αναθεωρήσουμε έως να ακυρώσουν, στην καλύτερη των περιπτώσεων, τις χωλές πεποιθήσεις μας. Τώρα, ποιοι είναι αυτοί οι πραγματικοί πολεμιστές της Τέχνης; Ο καθείς ανακαλύπτει τον δικό του και αφού ασχολούμαι τόσα χρόνια με την Τέχνη του Σινεμά θα αναφέρω αυτό το καλούλι που είχε πει κάποτε ο Ρομάν Πολάνσκι: «ο καλός σκηνοθέτης φτιάχνει ταινίες για να ψυχαγωγεί τον θεατή. Ο άριστος σκηνοθέτης φτιάχνει ταινίες για να βάζει τον θεατή μέσα σ΄ αυτές».         

«Ανεκπλήρωτος Γάμος»

(On Chesil Beach)

 

  • Είδος: Ερωτικό δράμα
  • Χώρα: Αγγλία (2018)      
  • Σκηνοθεσία: Ντόμινικ Κουκ
  • Με τους: Σέρσα Ρόναν, Μπίλι Χάουλ, Αν Μαρί Νταφ, Αντριαν Σκάρμπορο, Εμιλι Γουάτσον, Σάμιουελ Γουέστ
  • Διάρκεια: 110’
  • Διανομή: Odeon

 

Για το αγγλικό σινεμά και τις δυναμικές του αναφερθήκαμε τις προάλλες με αφορμή την πρόσφατη προβολή της ταινία του Μάικ Νιούελ «Με Αγάπη Τζούλιετ» (2018) και πόσο η αφηγηματική της συγκεκριμένης κινηματογραφικής σχολής κατορθώνει νοικοκυρεμένα να κρατάει το ενδιαφέρον του θεατή, είτε το θέμα είναι δραματουργία, είτε είναι περιπέτεια, είτε είναι μια ρομαντική ιστορία με περίεργες εξελίξεις. Αρκετά μεγάλη μερίδα Άγγλων σκηνοθετών επιλέγουν τον δρόμο της μεταφοράς ενός αξιοπρόσεκτου και ουσιώδους βιβλίου στην μεγάλη οθόνη και μάλιστα η επιλογή τους να εκπορεύεται, όσο το δυνατόν, από συγγραφείς του νησιού. Είναι θέμα ιδιοσυγκρασίας και αντανακλαστικών ως προς τον Άγγλο σκηνοθέτη αυτή η επιλογή, καθότι κατανοεί καλύτερα τον γραφιά της χώρας του. Και δω που τα λέμε η Αγγλία, συμπεριλαμβανομένων της Σκωτίας και της Ιρλανδίας δεν φείδεται καλών συγγραφέων και λογοτεχνών. Όπως, καλή ώρα ο βραβευμένος με Μπούκερ, 70χρονος σήμερα συγγραφέας Ίαν ΜακΓιούαν με την σκοτσέζικη καταγωγή, γνώριμος στο σινεφίλ κοινό από το βιβλίο του «Η Εξιλέωση» (2007) που ο σκηνοθέτης Τζο Ράιτ το πέρασε με επιτυχία στον κινηματογράφο, αλλά και για το σενάριο που έγραψε στο εκπληκτικό θρίλερ του Αμερικανού Τζόζεφ Ρούμπεν «Ο Καλός Γιός» (1993). Ο ΜακΓιούαν (έγραψε το βιβλίο το 2007), κατά πρώτον, είναι άριστος μάστορας της γραφής, καταπληκτικός ληξίαρχος όλων των ανθρώπινων, κοινωνικών ρυθμών της χώρας του, μελετημένος και βαθιά αναλυτικός σε αυτούς τους κώδικες συμπεριφορών, που δόμησαν την μεγάλη αυτοκρατορία τα τελευταία διακόσια χρόνια. Οπότε έχουμε να κάνουμε με έναν καλό τεχνίτη, «παραμυθά» στο ρεαλιστικό επίπεδο της πλοκής των έργων του. Ο σκηνοθέτης, κατά δεύτερον, ο βέριταμπλ Άγγλος Ντόμινικ Κουκ, που στο σινεμά δεν έχει κάνει πράγματα και προσωπικά έρχομαι πρώτη φορά σε επαφή με το κινηματογραφικό του σύμπαν, είναι μέγας και τρανός του βασιλικού και του εθνικού θεατρικού σανιδιού σε σαιξπηρικό και σύγχρονο ρεπερτόριο. Με ιπποτικά παράσημα από την ίδια την βασίλισσα για τις επιτυχημένες σκηνοθετικές, θεατρικές δουλειές του και το βαρύ βραβείο «Λόρενς Ολίβιε» τετράκις ανά χείρας, πιάνει το ομότιτλο βιβλίο του ΜακΓιούαν (εκδόσεις Πατάκη με τον τίτλο «Στην Ακτή», το παρουσιάσαμε στο InTownPost.com) και του δίνει να καταλάβει για τα καλά. Βέβαια, ο ίδιος ο συγγραφέας επιμελήθηκε το σενάριο για την μεταφορά του στην μεγάλη οθόνη. Η όποια απειρία του Κουκ είναι εμφανής σε κάποια σημεία της ταινίας, αλλά αυτές οι μικρές, αδέξιες, κορώνες ακαδημαϊσμού δεν βλάπτουν διόλου το σινε-σύνολο. Είναι υπέροχη, ολοζώντανη, συγκινητική και ο Ντόμινικ Κουκ είναι καλός αφηγητής. Μπιμπισιακή παραγωγή, ατμοσφαιρική, ρομαντική, σκληρή ενίοτε, δυνατή ιστορία αγάπης σε προσκαλεί να την ζήσεις έντονα. Να γίνεις κριτής και θαυμαστής της, να αναλύσεις μετέπειτα το ανθρώπινο, κρίσιμο στάδιο των αποφάσεων, σε άνδρα και γυναίκα, επαναπροσδιορίζοντας με σκέψη τα σημαντικά περιθώρια της όποιας νεανικής αθωότητας και του μεγάλου έρωτα στον απέραντο χώρο της ελευθερίας, που ο άνθρωπος έρχεται σε επαφή μαζί του μια φορά στην ζωή, ίσως και ποτέ. Ο συντηρητισμός αποκαθηλώνεται και ταυτόχρονα εγκαθίσταται μέσα από τις ηθικές νόρμες, ερμηνεύοντας τις εντελώς διαφορετικές διαστάσεις του φαίνεσθαι από αυτές του τι πραγματικά υπάρχει στον εσώτερο κόσμο, όταν αυτός βιώνει την ουσία του έρωτα κατά την στιγμή της πολιορκίας του από τις βλαμμένες, κυρίαρχες πεποιθήσεις. Πραγματικά ευχαριστήθηκα αυτή την κινηματογραφική δουλειά που μοιάζει με μικρό, αλλά έντονο φως στο νοσηρό, κινηματογραφικό λιβάδι με θέμα την «αγκυλωμένη» αγάπη ανάμεσα σε δυο νέους ανθρώπους. Οι ερμηνείες τόσο της απίθανης  Σέρσα Ρόναν, όσο και του  Μπίλι Χάουλ είναι καθηλωτικές. Διαβλέπω μια τέταρτη υποψηφιότητα για οσκαράκι για την ταλαντούχα Σέρσα.

Με φόντο την ακτή Σέσιλ του νότιου Ντόρσετ, Chesil Bank όπως την αποκαλούν οι Άγγλοι, τον Ιούλιο του 1962 το νιόπαντρο, νεαρό ζευγάρι καταφθάνει σε πανδοχείο της ακτής για να περάσει την πρώτη νύχτα του γάμου του. Η Φλόρενς (Σέρσα Ρόναν – καταπληκτική) και ο Έντουαρντ (Μπίλι Χάουλ – επίσης πολύ καλός) είναι σφόδρα ερωτευμένοι ο ένας με τον άλλον, αυτό που λέμε, κεραυνοκτυπημένοι με την πρώτη ματιά. Ο ένας είναι πλασμένος και γεννημένος για τον άλλον. Από αστικές αγγλικές οικογένειες και οι δυο, αλλά από διαφορετικές φλέβες εξόρυξης οικογενειακών συμπεριφορών, έχουν τόσα κοινά μεταξύ τους, συνεννοούνται τόσο αρμονικά που η συναναστροφή τους καταλήγει στον γάμο. Η ιστορία αρχίζει με το ζευγάρι στο ήσυχο δωμάτιο του ξενοδοχείου να προσπαθεί την ερωτική, την σαρκική επαφή, καθότι παρθένοι και οι δυο, ώστε να ολοκληρωθεί αυτή η υπέροχη σχέση τους σε όλα τα επίπεδα. Εν μέσω φόβων, αμηχανίας και άβολων στιγμών κατά την διάρκεια του δρώμενου της ερωτικής προσέγγισης, η κάμερα σε καλομονταρισμένα flash back ορμάει στις ζωές των πρωταγωνιστών και μας ταξιδεύει σε όλο το ψυχονοητικό οικοδόμημα των δυο νέων. Σπουδές, οικογένεια, αντιλήψεις, ενοχές, μικροαστισμοί, γονείς, μια καθολική βουτιά στην ίδια την ζωή και το περιβάλλον τους, που διαμόρφωσε τον χαρακτήρα τους έως την σημαντική στιγμή της ολοκλήρωσης του έρωτα τους. Στην Αγγλία της δεκαετίας της αναδιοργάνωσης του αισθητικού μεταμοντερνισμού και χρονικά ελάχιστα πριν το σαρωτικό κίνημα των Mod’s, σε αυτό το πεδίο εποχής ο νέος άνδρας Έντουαρντ, που θέλει να γίνει συγγραφέας και η νέα γυναίκα Φλο, που θέλει να φτάσει ψηλά τις επιδόσεις της ως βιολονίστρια, ενώνουν τους υπέροχους κόσμους στην γέφυρα της αγάπης. Τα πνεύματα της μοίρας αναδύουν από τα έγκατα του ανθρώπινου ψυχισμού τους μυστικά, αλήθειες, άλλοτε προστατευμένα στην τρυφερότητα και τον ρομαντισμό, κι άλλοτε εκτεθειμένα στον εγωισμό και τον θυμό. Για να φτάσει, τελικά, η ιστορία σε μια έκπληξη, που δεν την μαρτυράμε, άλλωστε αυτό είναι και το ιδιαίτερο, μεταλλακτικό  συστατικό του βιβλίου-σεναρίου, που θα αλλάξει άρδην τον προσανατολισμό της ιστορίας. Μην την χάσετε!!!                 

«Borg / McEnroe: Ολα για τη Δόξα»

(Borg vs McEnroe)

 

  • Είδος: Βιογραφικό
  • Χώρα: Σουηδία, Δανία, Φινλανδία (2017)
  • Σκηνοθεσία: Γιάνους Μετζ
  • Με τους: Σβέριρ Γκούντνασον, Σάια ΛαΜπεφ, Στέλαν Σκάρσγκαρντ
  • Διάρκεια: 107’
  • Διανομή: Rosebud 21

Η επιτυχία μιας κινηματογραφικής παραγωγής, που ολοκληρωτικά αφηγείται ένα πραγματικό αθλητικό γεγονός με διαστάσεις έπους, εξαρτάται από την ρεαλιστική κινηματογράφηση του γεγονότος, την προετοιμασία πριν το μεγάλο γεγονός αλλά και τις σωστές ακτινογραφήσεις στους χαρακτήρες των πρωταγωνιστών του εκάστοτε γεγονότος. Εδώ, λοιπόν, το μέγα αθλητικό γεγονός είναι ο ιστορικός, τενιστικός αγώνας του Γουίμπλεντον το 1980, ανάμεσα στον αήττητο, ψυχρό, εκτελεστή και τέρας ηρεμίας, τον 24χρονο Σουηδό Μπγιορν Μποργκ (τέσσερις φορές πρωταθλητής) και τον χειμαρρώδη, οξύθυμο, ταλαντούχο και αποφασιστικό, τον 20χρονο Αμερικανό Τζον ΜακΕνρό. Και οι δυο καθιερώθηκαν ως πρώτη γραμμής ινδάλματα στον απαιτητικό, παγκόσμιο στίβο του τένις. Πρώτον: Ο 36χρονος ηθοποιός Σβέριρ Γκούντνασον, που υποδύεται τον Μποργκ, είναι διαολεμένα ολόιδιος με τον τενίστα, τόσο που κυριολεκτικά τρελαίνεσαι. Το αναφέρω γιατί παρακολουθούσα εντατικά ως έφηβος την πορεία και την καριέρα των δυο αθλητών και οι μορφές τους εντυπώθηκαν ξεκάθαρα στην μνήμη μου. Η μορφή του Γκούντνασον και κατ΄ επέκταση η δουλειά του για την απόδοση του χαρακτήρα του Μποργκ, ω δαίμονα, σε φέρνει σε σημεία παραφροσύνης με την ομοιότητας τους. Δεύτερον: Ο Δανός σκηνοθέτης Γιάνους Μετζ (βραβείο στις Κάννες το 2010 για το ντοκιμαντέρ του «Armadillo») αποτυπώνει το προσκήνιο (τον αγώνα) και το παρασκήνιο (την προετοιμασία και τις προσωπικές ζωές των αθλητών) με μαεστρία, δίνοντας, βέβαια, αγιοποιημένα πατήματα στον βόρειο και όμορο του αθλητή, εκεί που θα μπορούσε να βάλει τον φακό τού ψυχογραφήματος πιο βαθειά στην προσωπικότητα του Μποργκ. Φυσικά, η ταινία είναι περισσότερο επικεντρωμένη στην φιγούρα φαινόμενο του λευκοντυμένου, ξανθομάλλη τενίστα από την Σουηδία. Για τον Σάια ΛαΜπεφ στον ρόλο του πληθωρικού Τζον ΜακΕνρό, προσωπικά εκτιμώ, πως είναι η καλύτερη ταινία της καριέρας του, πιο μπροστά ακόμα και από τον ρόλο του Τζακ Μπόντουραντ, δίπλα στον Τομ Χάρντι στην ταινία του Τζον Χίλκοτ «Οι Παράνομοι» (Lawless – 2012). Ο ΛαΜπεφ στάθηκε πολύ στον χαρακτήρα του ΜακΕνρό, τον δούλεψε με ζήλο, κι ενώ δεν διαθέτει την εξόφθαλμη ομοιότητα με τον συμπατριώτη του τενίστα, όπως ο Σουηδός Σβέριρ Γκούντνασον με τον Μποργκ, η άριστη εργασία του στην κινησιολογία και τις εκφράσεις σε φτάνει, από ένα σημείο κι έπειτα, να βλέπεις τον ΛεΜπαφ ως ΜακΕνρό. Μπράβο του! Η παραγωγή είναι πραγματικά άψογη και ο Γιάνους Μετζ δημιουργεί την κατάλληλη, αθλητική ατμόσφαιρα που χρειάζεται ο θεατής, με ντοκιμαντερίστικες τεχνικές, καλή χρήση του flash back στο παιδικό και νεανικό παρελθόν των αθλητών, αλλά και την ατμόσφαιρα της εποχής με την εκπληκτική φωτογραφία του Δανού Νιλς Τάστουμ, για να κοινωνήσει την απαραίτητη αγωνία ενός κρίσιμου αγώνα τένις, που ενώ γνωρίζεις την έκβασή του, θέλεις να τον παρακολουθήσεις μέχρι το τέλος του. Να αναφέρουμε, ότι ο ηθοποιός που υποδύεται τον Μπγιον Μπορκ στην εφηβική ηλικία, είναι ο Λέο Μποργκ, ο γιός του διάσημου, Σουηδού τενίστα. Αυτό που πετυχαίνει η ταινία είναι, ότι με την πάροδο των ετών – έχουν περάσει 38 χρόνια από τότε – ενώ το «μυθικό» στοιχείο του γεγονότος παραμένει ακλόνητο, το κινηματογραφικό θέμα ρολάρει σαν να βρίσκεται στον παρόντα χρόνο. Εξαιρετικός και ο  Στέλαν Σκάρσγκαρντ στον ρόλο του προπονητή του Σουηδού τενίστα, Λέναρντ Μπέργκελιν και η σχέση του με τον δύστροπο και πολλές φορές βίαιο και αγενή Μποργκ. Αν, λοιπόν, ο Ζακ Μαγιόλ ήταν ο Μπγιον Μποργκ των καταδύσεων, τότε ο Μπιογν Μπορκ ήταν ο Ζακ Μαγιόλ του τένις.

Καλοκαίρι του 1980. Το πιο βροχερό καλοκαίρι εδώ και δεκαετίες, δεν αποτρέπει δεκάδες χιλιάδες θεατές να φτάσουν στο κεντρικό γήπεδο του Γουίμπλεντον, για να δουν το νούμερο ένα παίκτη τένις παγκοσμίως, τον Σουηδό Μπγιορν Μποργκ (Σβέριρ Γκούντνασον – πολύ καλός), να κατακτά τον πέμπτο του τίτλο. Λίγοι, όμως, γνωρίζουν τι συμβαίνει πίσω από τους προβολείς και την ένταση ενός αγώνα. Ο μόλις 24 χρονών Μποργκ έχει φτάσει στα όριά του. Είναι εξαντλημένος σωματικά, εξουθενωμένος ψυχολογικά και υποφέρει από φοβερό στρες, λόγω της πίεσης που υφίσταται ως ο πρωταθλητής, που πρέπει διαρκώς να αποδεικνύει, γιατί θεωρείται ο κορυφαίος του κόσμου. Απέναντί του στέκεται ο 20χρονος Τζον ΜακΕνρό (Σάια ΛαΜπαφ – άριστος) που θα προσπαθήσει να τον αντικαταστήσει στο θρόνο του Γουίμπλεντον. Ο ΜακΕνρό φαίνεται δεν είναι διάσημος για την ψυχραιμία και αυτοκυριαρχία του, Μπιορκ. Οξύθυμος, φωνακλάς και αναιδής προς τους διαιτητές, τους δημοσιογράφους και σε κάθε είδους θεσμό. Όμως, δεν είναι όλα όπως φαίνονται και οι δύο αντίπαλοι θα συνειδητοποιήσουν ότι, ο μόνος άνθρωπος, ικανός για να καταλάβει τι περνούν εκείνη την στιγμή, είναι ο μεγαλύτερος εχθρός τους. Είναι ο άθλητής που αντικρίζουν στην άλλη πλευρά του γηπέδου.        

«Ο Πεταλούδας (2017)»

(Papillon (2017))

 

  • Είδος: Βιογραφικό δράμα εποχής
  • Χώρα: Η.Π.Α (2017)
  • Σκηνοθεσία: Μάικλ Νόερ
  • Με τους: Τσάρλι Χάναμ, Ράμι Μάλεκ
  • Διάρκεια: 133’
  • Διανομή: Spentzos Film

Να αναφέρω εξ΄ αρχής, ότι είμαι εντελώς αντίθετος στην αναπαραγωγή (remake) ταινιών που άφησαν ανεξίτηλο το στίγμα τους στην ιστορία της 7ης Τέχνης, διεθνώς. Το θεωρώ εγκληματικό να πιάνεις έναν κινηματογραφικό μύθο, που γυρίστηκε πριν δεκαετίες, σημείωσε επιτυχία, τοποθετήθηκε μετά τιμών και επαίνων στο πάνθεον της παγκόσμιας αναγνώρισης και να το ξαναγυρίζεις. Δεν έχεις να πεις και να δώσεις τίποτα παραπάνω από το προηγούμενο για χίλιους δυο λόγους. Ο πρώτος είναι, ότι το αρχικό ήταν πεντάστερο αριστούργημα, οπότε δεν μπορείς, διάολε, να το ξεπεράσεις, ούτε να το αγγίξεις, γιατί θα σε συνθλίψει ο όγκος του πρωτοπόρου θαύματος, όσο καλή κι αν είναι η παραγωγή – που εδώ είναι -, όσο καλές κι αν είναι ερμηνείες – που εδώ είναι έντιμες. Ο Στιβ ΜακΚουίν (Πεταλούδας) και ο Ντάστιν Χόφμαν (Λουί Ντεγκά) στους πρωταγωνιστικούς ρόλους του «Πεταλούδα» του 1973 στην ταινία του Φράνκλιν Σάφνερ και σενάριο – κινηματογραφική μεταφορά από το αυτοβριογραφικό μπεστ σέλερ του Ανρί Σαριέρ – δια χειρός Ντάλτον Τράμπο και Λορέντζο Σέμπλ, είναι αδύνατον να συγκριθεί με τον Τσάρλι Χάναμ και τον Ράμι Μάλεκ, στους αντίστοιχους ρόλους και τον Δανό σκηνοθέτη Μάικλ Νόερ. Και αυτό είναι που δεν μ΄ αρέσει καθόλου σε τέτοιου είδους ταινίες,… το να μπαίνω στον ανώφελο χώρο των συγκρίσεων! Μια χαρά είναι το remake, αλλά αυτό που βασιλεύει ως αισθητική και ουσία στους κινηματογραφικούς νευρώνες του εγκεφάλου μου, με την αρχική ταινία, και δεν αποκαθηλώνεται  ούτε με την μορφή πραξικοπήματος, είναι, ότι ο Πεταλούδας του 1973 είναι αναντικατάστατος. Είναι σαν να επιθυμώ να κτίσω έναν δεύτερο Παρθενώνα στο Γαλάτσι, λέμε, και να καμωθώ πως είναι σαν κι εκείνον τον γνωστό του ιερού βράχου. Γίνεται; Όλα γίνονται, αλλά άπαντες θα γελάνε μαζί μου και, τελικά, θα αξιοποιηθεί ως ατραξιόν συντροφιά με φραπεδιές και τσίπουρα. Όσες κινηματογραφικές παραγωγές μπήκαν σε αυτή την ανώφελη διαδικασία των remakes με ταινίες έπη του παγκόσμιου σινεμά στεφανώθηκαν στο στέρφο βάθρο της αποτυχίας. Δεν υπάρχει καμιά φρεσκάδα στην ταινία, παρά μόνο οι συντελεστές της και εντωμεταξύ στο καινούργιο σενάριο ο γραφιάς Άαρων Γκαζικόφσκι έχει παραλείψει σοβαρά γεγονότα του βιβλίου, τα οποία υπήρχαν στην πρώτη εκδοχή. Ο Ντενί Βιλνέβ δεν έφτιαξε remake του «Blade Runner», αλλά sequel, κι εκεί ήταν η εξυπνάδα του Καναδού σκηνοθέτη. Με ορόσημο και γνώμονα την αξεπέραστη αρχική ταινία του Ρίντλεϊ Σκοτ προχώρησε το θέμα ένα βήμα παρακάτω.

Ο Χένρι είναι διαρρήκτης χρηματοκιβωτίων του παριζιάνικου υποκόσμου, με το υποκοριστικό Πεταλούδας (Τσάρλι Χάναμ – πολύ καλός), λόγω ενός τατουάζ που έχει στο στήθος του. Το 1930 κατηγορείται για έναν φόνο που δεν έπραξε και τελικά καταδικάζεται σε ισόβια. Την ποινή του θα την εκτίσει στο τρομακτικό, σωφρονιστικό ίδρυμα που βρίσκεται στο «Νησί του Διαβόλου» της ποινικής, Γαλλικής Γουιάνας. Κατά την μεταφορά του στο κολασμένο νησί γνωρίζεται με τον ιδιόρρυθμο, κρατούμενο Λουί Ντεγκά (Ράμι Μάλεκ – πολύ καλός), που έχει καταδικαστεί για το αδίκημα της παραχάραξης. Αποφασισμένος να ξανακερδίσει την ελευθερία του ο Πεταλούδας, προσφέρει προστασία στον Ντεγκά με αντάλλαγμα ο παραχαράκτης να χρηματοδοτήσει την απόδραση του. Είναι η ιστορία του Πεταλούδα που επί 14 χρόνια κάτω από απάνθρωπες σωφρονιστικές μεθόδους προσπαθούσε να αποδράσει από το «Νησί του Διαβόλου», από το οποίο δεν είχε δραπετεύσει ποτέ κανείς.  

«Meg: Ο Κυρίαρχος του Βυθού»

(The Meg)

 

  • Είδος: Θρίλερ, περιπέτεια, δράση (και σε 3D)
  • Χώρα: Η.Π.Α (2018)
  • Σκηνοθεσία: Τζον Τουρτέλτομπ
  • Με τους: Τζέισον Στέιθαμ, Λι Μπινγκμπινγκ, Ρέιν Γουίλσον, Ρούμπι Ρόουζ
  • Διάρκεια: 100’
  • Διανομή: Tanweer

Ο Αμερικανός παραγωγός και σκηνοθέτης, ο 55χρονος Τζον Τουρτέλτομπ στο παρελθόν έδωσε εύπεπτες, ψυχαγωγικές περιπετειούλες δράσης, κομεντί ακόμα και δράμα στη μεγάλη οθόνη. Με την Σάντρα Μπούλοκ στο «Ενώ Εσύ Κοιμόσουν» (1995), το «Φαινόμενο» (1996) με Τζον Τραβόλτα, το «Ένστικτο» (1999) με τον Άντονι Χόπκινς, «Για πάντα παιδί» (2000) με τον Μπρους Γουίλις, τις δυο ταινίες στιλ Ιντιάνα Τζόουνς με τον Νίκολας Κέιτζ «Στα ίχνη του χαμένου θησαυρού»(2004 -2007), έως και το συμπαθητικό «Last Vegas» με την τετράδα των γερόλυκων: Ντε Νίρο, Ντάγκλας, Φρίμαν και Κλάιν. Η επιλογή αυτού του «τερατουργήματος» με τον 25μετρο, παλαιολιθικό καρχαρία, που όλα τα μασάει, όλα τα καταπίνει, μάλλον προς χαβαλέ μεριά πάει το όλο θέμα. Αν κρίνω από αυτό που είδα, αλλά και από την αφίσα της ελληνικής διανομής με το μότο κεντραρισμένο στα σαγόνια του υδρόβιου, παμφάγου, θηλαστικού: «Ανοίξαμε και σας Περιμένουμε» δεν έχω να υποθέσω τίποτα άλλο. Καμιά μπιμουβιά δεν δικαιώνεται σε αυτή την συμπαραγωγή Αμερικής Κίνας. Όλα είναι τερατώδη στην ταινία. Το στόρι, τα βάθη, ο Μεγαλοδόντης καρχαρίας, αυτά που γίνονται κατά την διάρκεια της εξολόθρευσής του, τα σαγόνια του, ακόμα και ο Τζέισον Στέιθαμ (μηδέ μπουνίδι, μηδέ κλωτσίδι), που έχει ανεξόφλητα χρέη με το κήτος και τα βάζει μαζί του είναι εντελώς καρτουνίστικος. Η «Άβυσσος» του Τζέιμς Κάμερον, συνάντησε τα «Σαγόνια του Καρχαρία» του Σπίλμπεργκ, κι αντί να καθίσουν και να μιλήσουν κάπως σοβαρά με μπυρίτσα και νούντλς, ο Τζον Τουρτέλτομπ πρότεινε να μπούνε σε στριπτιτζάδικο και να τα κάνουν όλα τεράτογλου. Εν τω μεταξύ, γύρω από την παραγωγή έχει συγκεντρωθεί η εθνική κόσμου στις τεχνικές δομές, όπως: ο υποψήφιος για Όσκαρ διευθυντής φωτογραφίας Τομ Στερν («American Sniper», «The Hunger Games»), ο βραβευμένος με Όσκαρ σκηνογράφος Γκραντ Μέιτζορ («The Lord of the Rings: The Return of the King,», «X-Men- Apocalypse»), οι μοντέρ Στίβεν Κέμπερ («Mission: Impossible II», «Face Off») και Κέλι Ματσουμότο («Fast and Furious 6»), αλλά και η σχεδιάστρια κοστουμιών Αμάντα Νιλ («Truth», «Pete’s Dragon», «What We Do in the Shadows»). Δεν ξέρω τι να πω. Τέτοια δύναμη κρούσης πηγαίνει χαμένη σε μια ταινία που την βαριέσαι στο πρώτο 15λεπτο γιατί ξέρεις, ρε γαμώτο, τι θα συμβεί στο αμέσως επόμενο λεπτό που ακολουθεί με τον γκοτζιλοκαρχαρία.      

 Βαθυσκάφος που παίρνει μέρος σ΄ ένα διεθνές πρόγραμμα  υποθαλάσσιας παρατήρησης, ανοιχτά της θάλασσας της Κίνας, δέχεται επίθεση από ένα τεράστιο πλάσμα που θεωρούνταν εξαφανισμένο και ως αποτέλεσμα βρίσκεται ακινητοποιημένο στο βάθος του ωκεανού, με όλο το πλήρωμά του παγιδευμένο. Με το χρόνο να τελειώνει, ο εμπειρογνώμονας δύτης διάσωσης, ο σκληροτράχηλος Τζόνας Τέιλορ (Τζέισον Στέιθαμ) προσλαμβάνεται από τον οραματιστή Κινέζο ωκεανογράφο (Γουίνστον Τσάο), και ενάντια στην επιθυμία της κόρης του, Σουγίν (Λι Μπινγκμπίνγκ), ξεκινά για να σώσει το πλήρωμα και τον ίδιο τον ωκεανό από την απειλή. Η απειλή δεν άλλη από τον προϊστορικό καρχαρία μήκους 25 μέτρων, γνωστός και ως Μεγαλοδόντης, έτοιμος να εξολοθρεύσει την ομάδα αλλά και τις κοντινές παραλίες που σφύζουν από παραθεριστές. Μερικά χρόνια  πριν, ο Τέιλορ είχε ξανασυναντήσει το ίδιο τρομακτικό πλάσμα. Τώρα, με τη βοήθεια της Σουγίν, πρέπει ν’ αντιμετωπίσει τους φόβους του να έρθει ξανά αντιμέτωπος με το μεγαλύτερο αρπακτικό όλων των εποχών και να ρισκάρει τη ζωή του για να σώσει όλους τους παγιδευμένους στο βυθό.  

«Slender Man»

(24 Hours to Live)

 

  • Είδος: Τρόμου
  • Χώρα: Η.Π.Α. (2018)
  • Σκηνοθεσία: Σιλβάν Γουάιτ
  • Με τους: Τζόι Κινγκ, Τζούλια Γκολντάνι Τέλες, Τζαζ Σινκλέρ, Αναλίζ Μπάσο
  • Διάρκεια: 93’
  • Διανομή: Feelgood Entertainment

Σε μια μικρή πόλη στη Μασαχουσέτη, μια παρέα κοριτσιών εκτελεί ένα τελετουργικό σε μια προσπάθεια να αποκωδικοποιήσει τον μύθο του Slender Man, μιας απρόσωπης, ψηλόλιγνης και τρομαχτικής φιγούρας με αφύσικα μακριά χέρια που ευθύνεται για την εξαφάνιση παιδιών. Όταν η μια από τις φίλες εξαφανίζεται μυστηριωδώς, αρχίζουν να υποψιάζονται ότι είναι, στην πραγματικότητα, το τελευταίο θύμα του Slender Man.

Ενώ υπάρχει ένα καλό υπόβαθρο στο σενάριο για να χρησιμοποιηθεί ως βάση για την ταινία και να εξελιχθεί σε ένα καλό plot τρόμου, ο Γάλλος σκηνοθέτης Σιλβάν Γουάιτ πέφτει στην πεπατημένη, χάνει τα αυγά και τα πασχάλια με αποτέλεσμα ο μπαμπούλας του, ο φοβερός Slender Man (δυνατός αστικός μύθος) να πνιγεί στο έλος του αδιάφορου, του μιμητισμού και του κοπιαρίσματος ιδεών και σεκάνς άλλων ταινιών του είδους. Βαθιά νύστα και δεν ξεφυτρώνει ένα Μποουυυ της προκοπής.. για να ξυπνήσεις.