«Το έργο ζωής του Τέρι Γκίλιαμ, ο υπέροχος Winnie the Pooh και η εφιαλτική καλόγρια», οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Είναι αδύνατον να αδειάσω το ερμάρι της προσωπικής μου μνήμης, που αφορά τον Ίαν και την Τζιλ, εκείνο το νεαρό ζευγάρι των Άγγλων καθηγητών, που εργαζόντουσαν στην χώρα μας προς τα τέλη της δεκαετίας του ’70. Έφηβος τότε, με όλες τις τροπικές καταιγίδες στο κρανίο μου να συγκρούονται κατάστηθα, αυτές που κατέφθαναν με επαναστατικούς θούριους περί ελευθερίας εξ΄ Ανατολών, κι αυτές εκ Δυσμάς με τους έντονους, ηλεκτρισμένους, απελευθερωτικούς ήχους των οργίλων μακρυμάλληδων, που τραγουδούσαν, επίσης, για την ελευθερία. Στο αθάνατο, ελληνικό σταυροδρόμι της συνάντησης φιλοσοφίας, μανιφέστων και μουσικής, ο παγκόσμιος κινηματογράφος πάντα κρατούσε σταθερά τον σφυγμό, πλάθοντας κόσμους, βασίλεια, μικρές και μεγαλύτερες πόλεις συναισθημάτων στο εσώτερο σύμπαν μου. Μια ιδιαίτερη λατρεία ο κινηματογράφος, διότι περί λατρείας επρόκειτο παιδιόθεν με όλα τα τελετουργικά της, στην τέχνη της ασπρόμαυρης ή της χρωματιστής εικόνας, που ξεδίπλωνε τους μύθους της στο άσπρο πανί. Το πολύτιμο χαρτζιλίκιο και οι έτερες, οικονομικές εξτραδούρες ένεκα εορτών, γενεθλίων, μερικών, καλών σχολικών επιδόσεων, οι λεγόμενες νόμιμες χορηγίες αδελφών, γονέων και συγγενών, αβλεπί, κατατίθεντο σε μουσικούς δίσκους, βιβλία για το σινεμά, την μουσική, την ιστορία της πατρίδας μου και, φυσικά, σε κινηματογραφικά εισιτήρια. Η γνωριμία με τον Ίαν και την Τζιλ ήταν καταλυτική στην εκπνοή της λαβωμένης δεκαετίας των seventies. Ήταν οι ιεροφάντες, οι δαδούχοι, που φώτισαν το προσωπικό μου σκοτάδι, καθότι Άγγλοι και οι δυο, στην στοά που οδηγούσε καρσί στην αυλή των θαυμάτων των συμπατριωτών τους, Μόντι Πάιθονς (Monty Python, γνωστοί και ως «The Pythons»). Τα πρώτα τεκμήρια σύστασης και γνωριμίας μαζί τους ήταν μικρές μπομπίνες μαγνητοφώνου, φερμένες από το Λονδίνο, στις αποσκευές του νεότατου ζεύγους, με τα τηλεοπτικά και τα ραδιοφωνικά σκετσάκια της εκκεντρικής, σατυρικής σπείρας που τα έλεγε χύμα και τσουβαλάτα. Η εξάδα αυτής της υπερεαλιστικής, κωμικής ομάδας, δηλαδή, ο Έρικ Άιντλ, ο Τζον Γκλιζ, ο Γκρέιαμ Τσάπμαν, ο Τέρι Τζόουνς, ο Μάικλ Παλίν και ο Τέρι Γκίλιαμ δημιούργησαν μια μυθική άνοιξη στο «στημένο» τοπίο της κωμωδίας του νησιού και της κοινωνικο-πολιτικής σάτιρας, γράφοντας, σκηνοθετώντας και παίζοντας οι ίδιοι τα κακώς κείμενα της αγγλοσαξωνίας. Μεγάλη σχολή «Το Ιπτάμενο Τσίρκο των Μόντυ Πάιθον», όταν το 1974 έκλεισε στο BBC την περιοδεία του με ένα κύκλο 45 άκρως επιτυχημένων, τηλεοπτικών επεισοδίων. Από εκεί και έπειτα όρμησαν στην παραγωγή κινηματογραφικών ταινιών για να γράψουν ιστορία στο παγκόσμιο σελιλόιντ. Σε αυτή την περίτεχνη, αγγλούρα, που έμοιαζε με κλαμπ δημιουργημένο από τον δικό μας σατιρικό Γιώργο Σουρή, ο μοναδικός Αμερικάνος της παρέας ήταν ο Τέρι Γκίλιαμ. Ηθοποιός, σεναριογράφος, σκηνοθέτης, ενίοτε και παραγωγός στα 50 χρόνια της παραγωγικής του θητείας στην 7η Τέχνη, υπηρετώντας, μάλιστα, όλα τα πόστα, έπλεξε το δικό του, ξεχωριστό, ιπτάμενο χαλί, ταξιδεύοντας τον θεατή στο παράδοξο, το φαντασιακό, το φιλοσοφικό και το προφητικό σινεμά, πάντα με το γόνιμο συναίσθημα, πάντα με την γλυκιά τρυφερότητα και την αγάπη του στο αντικείμενο. Αν και δήλωνε δεινός βιβλιοφάγος, δεν θα έγραφε κάποιο μυθιστόρημα, αλλά θα το γυρνούσε ταινία. Ως γνήσιος παραμυθάς είναι άριστος αφηγητής ιστοριών, ως φιλόσοφος στοχάζεται το ζοφερό μέλλον με την φλόγα της απελευθέρωσης μόνιμα άσβεστη να φωτίζει το κέντρο της ανθρωπότητας και ως χρονογράφος σατιρίζει με θεατράλε, σουρεαλιστική διάθεση τον ημιθανή, δημιουργικό διάκοσμο της σύγχρονης πνευματικότητας και τα δεινά της τεχνολογικής εισβολής. Ο Τέρι Γκίλιαμ συνόδευσε το κλείσιμο της νεανικής μου αυλαίας με τις ξεθωριασμένες ιστορίες του Βαρώνου Μινχάουζεν, το οργουελικό «Μπραζίλ», την χαμένη ιπποσύνη του «Βασιλιά της Μοναξιάς» και την δυστοπία των «12 Πιθήκων». Δεν υπάρχει ταινία του Γκίλιαμ, που να μην αφήνει ανεξίτηλα στον ουρανίσκο την καπνισμένη, πιπεράτη γεύση της ρεαλιστικής απόδρασης νυμφευμένη με την σπιρτάδα ενός μυθικού, γλυκού περγαμόντο. Στην πρώτη γραμμή της αλουστράριστης φαντασίας, του ευόνειρου, κινηματογραφικού ταξιδιού και του ροδανθού εφιάλτη, ο συγκεκριμένος δημιουργός, είτε σκηνοθετεί «Το Αδελφάτο των Ιπποτών της Ελεεινής Τράπεζας», είτε το «Φόβος και Παράνοια στο Λας Βέγκας», είτε σηκώνει στο θεατρικό σανίδι την όπερα «The Damnation of Faust», είτε ενορχηστρώνει χαρούμενα το video clip του ρεμιξαρισμένου τραγουδιού του Έλβις Πρίσλεϊ «A Little Less Conversation» είναι το ίδιο μοναδικός, είναι απαράλλαχτα μαγευτικός γιατί η αισθαντική, η γοητευτική και η παραμυθένια, ονειροπόλα ματιά του συνεχίζει, σταθερά και αμετακίνητα να βρίσκεται μόνιμα καρφωμένη στον ξύλινο σταυρό της διαφορετικότητας, τραγουδώντας με κέφι και αισιοδοξία… Always Look at the Bright Side of Life!

«Ο Άνθρωπος που Σκότωσε τον Δον Κιχώτη»

(Τhe Man Who Killed Don Quixote)

 

  • Είδος: Δράμα –Κωμωδία – Περιπέτεια φαντασίας
  • Χώρα: Αγγλία, Ισπανία, Γαλλία, Πορτογαλία, Βέλγιο (2018)      
  • Σκηνοθεσία: Τέρι Γκίλιαμ
  • Με τους: Άνταμ Ντράιβερ, Τζόναθαν Πράις, Στέλαν Σκάρσγκαρντ, Όλγκα Κιριλένκο, Τζοάνα Ριμπέιρο, Τζόρντι Μόγια
  • Διάρκεια: 132’
  • Διανομή: Seven Films

Το όνειρο του έλαβε σάρκα και οστά. Όνειρο τριάντα χρόνων, που έπειτα από τις αντίξοες οικονομικές συνθήκες της παραγωγής, την αναβολή των γυρισμάτων λόγω της ασθένειας του Ζαν Ροσφόρ (ο Γάλλος ηθοποιός αρχικά είχε τον βασικό ρόλο), αλλά και τα θέματα υγείας που αντιμετώπισε ο ίδιος ο σκηνοθέτης, ο Δον Κιχώτης του τρελο-Αμερικανού Τέρι Γκίλιαμ, τελικά, αποκαλύφθηκε. «Καθίστε ήσυχα δίπλα μου, να σας αφηγηθώ ένα όμορφο, σύγχρονο παραμύθι, με άρωμα άλλων εποχών, γεμάτο ανθρωπιά, φαντασία, έρωτα, αλτρουισμό, γενναιότητα και άθλους», μοιάζει να λέει ο «παππούς» στη μαζεμένη «μαρίδα» γύρω του. Και η «μαρίδα» που διψά για όμορφα κινηματογραφικά παραμύθια με όλα τα παραπάνω συστατικά ριγμένα απλόχερα στην ιστορία στρώθηκε για να ακούσει… να δει. Και ο έμπειρος «παππούς»-παραμυθάς, που τα «ρίχνει» τόσο περιγραφικά, αυτή την φορά όρθωσε το γοητευτικό βασίλειο του φαντασιόπληκτου ήρωα του Θερβάντες, κι άρχισε την αφήγηση. Ο ιδεαλιστής, ευπατρίδης Δον της Μάντσας, ο ρομαντικός ιππότης με την τσαλακωμένη πανοπλία, τα φθαρμένα ρούχα, το κουρασμένο, κοκκαλιάρικο άλογο, τα ημιδιαλυμένα άρματά και συντροφιά τον πιστό του ακόλουθο, τον πεισματάρη Σάντσο Πάντσα, ξεκινάει για να δώσει την τελευταία, μεγάλη, ηρωική του μάχη-παράσταση απέναντι στους γίγαντες, καρφώνοντας απειλητικούς ανεμόμυλους, προσφέροντας δύναμη, ελπίδα, προστασία και δικαιοσύνη στους αδύναμους και κατατρεγμένους. Ο Τέρι Γκίλιαμ σκηνοθετεί τον εαυτό του, την μεγάλη διαδρομή του στην Τέχνη του σινεμά, τα όνειρα του. Ο Τέρι Γκίλιαμ είναι ο φευγάτος αγρότης Αλόνσο Κιχάδα, που διάβασε τα βιβλία ιπποσύνης και αποφάσισε να πάρει το όνομα Δον Κιχώτης, κυνηγώντας τους δαίμονες, τα αερικά του, σώζοντας το πνεύμα της Δουλτσινέας από τα κακά μάγια της Τέχνης, καθαρίζοντας, λυτρώνοντας τις σκέψεις του. Ο Τέρι Γκίλιαμ, είναι ο φυλακισμένος Μιγκέλ ντε Θερβάντες Σααβέδρα, ξαναγράφοντας, έπειτα από τα 400 χρόνια, το έπος του πιο γοητευτικού, χάρτινου ήρωα, αυτή τη φορά στην μεγάλη οθόνη, δοσμένο ως μια σύγχρονη, αλληγορική ιστορία, καθολικά ενταγμένη στα κατορθώματα του καλόκαρδου Δον Κιχώτη. Ένα κινηματογραφικό παραμύθι για όσους αγάπησαν με την καρδούλα τους τον ευφάνταστο Αμερικανό σκηνοθέτη, για όσους ακόμα πλέκουν σκάλες από την μακριά κόμη γυναικών, ώστε να ανεβούν, πλήρους αισιοδοξίας, ψηλά στα σιωπηλά αστέρια και να ατενίσουν χαμογελώντας νικηφόρα την Γη της απαισιοδοξίας μακριά από τον αέρα του αφάνταστου και των αρωμάτων της σήψης. Εκεί όπου σε στέλνει ο Τέρι Γκίλιαμ με την ταινία του είναι πανέμορφα, είναι βασίλειο ζωντάνιας και απόλυτης κάθαρσης από κάθε τοξική σκέψη. Όσο παραμυθένια και παράδοξα φαντάζουν τα γεγονότα της ταινίας, τόσο αληθινά, συγκινητικά, αναζωογονητικά και ορθά φιλοσοφημένα είναι. Τώρα, το ποιος είναι αυτός που σκότωσε τον Δον Κιχώτη, όπως αναφέρει και ο τίτλος της ταινίας; Ε, ως φινάλε ενός καλού παραμυθιού αφήνουμε να το απολαύσετε. Και να το απολαύσετε με την ψυχή σας!

Ο διάσημος, Αμερικανός, σκηνοθέτης διαφημιστικών σποτς, ο υπερόπτης, κακομαθημένος και κυνικός 37χρονος Τόμπι (Άνταμ Ντράιβερ – καταπληκτικός) βρίσκεται στην Ισπανία με όλο το κινηματογραφικό συνεργείο για να φιλμάρει μια μεγάλη καμπάνια βότκας, που του έχει ανατεθεί από το Αφεντικό (Στέλαν Σκάρσγκαρντ – απολαυστικός), ενώ πίσω από την παραγωγή βρίσκεται ο σκληρός Ρώσος ολιγάρχης Αλεξέι Μίσκιν (Τζόρντι Μόγια – καλός). Μερικά χιλιόμετρα πιο κάτω από το ισπανικό τοπίο που χρησιμοποιείται ως φυσικό διάκοσμο του διαφημιστικού υπάρχει ένα μικρό χωριό. Σε εκείνο το χωριό πριν χρόνια, ο σκηνοθέτης στα χρόνια της νιότης και ως ιδεαλιστής σπουδαστής, είχε γυρίσει την πρώτη του ταινία (πτυχιακή) με θέμα τα κατορθώματα του Δον Κιχώτη, του συγγραφέα Θερβάντες, χρησιμοποιώντας τους κατοίκους ως πρωταγωνιστές. Η Δουλτσινέα ήταν η κόρη του αυστηρού ταβερνιάρη του χωριού, ή όμορφη και ονειροπόλα Αντζέλικα (Τζοάνα Ριμπέιρο – πολύ καλή). Για τον ρόλο του Δον Κιχώτη είχε επιλέξει τον ντόπιο, καλοσυνάτο και αγαθούλη τσαγκάρη Χαβιέ (Τζόναθαν Πράις – φ-α-ν-τ-α-σ-τ-ι-κ-ό-ς!). Ο Τόμπι αποφασίζει να εγκαταλείψει για λίγο το χλιδάτο, διαφημιστικό σετ. Αρπάζει μια μοτοσυκλέτα και τραβάει προς το χωριό για να θυμηθεί το παρελθόν του και να συναντήσει ξανά εκείνους τους απλοϊκούς κατοίκους. Η εικόνα που υπάρχει εκεί, έπειτα τόσα χρόνια, είναι εντελώς διαφορετική απ΄ ότι την είχε αφήσει. Η ονειροπόλα Αντζέλικα εγκατέλειψε τον τόπο και πήγε να κάνει καριέρα ηθοποιού για να καταλήξει ακριβή βίζιτα με πελάτη το Ρώσο ολιγάρχη. Ο γέροντας τσαγκάρης Χαβιέ που υποδύθηκε τον Δον Κιχώτη της Μάντσας έχει παραφρονήσει εντελώς και νομίζει πως είναι ο πραγματικός Δον Κιχώτης, ενώ στο πρόσωπο του σκηνοθέτη αντικρίζει την επιστροφή του αγαπημένου του ακόλουθου Σάντσο Πάντσα. Φοράει την πανοπλία ξεφεύγει από τον κλοιό παρακολούθησης των συγχωριανών του, κι αρχίζει μια τρελή περιπέτεια συντροφιά με τον Τόμπι, που προσπαθεί να τον πείσει, ότι δεν είναι ο Σάντσο Πάντσα και εκείνος δεν είναι ο Δον Κιχώτης. Παραγωγή μεγαλείο εξωτερικών γυρισμάτων του Μπέντζαμιν Φερνάντεζ και παραμυθένιου σουρεαλισμού με την φωτογραφία του συνεργάτη του Τέρι Γκίλιαμ,  Νικόλα Πεκορίνι («The Zero Theorem», «Ο Φανταστικός Κόσμος του Δρ. Παρνάσους», «Φόβος και Παράνοια στο Λας Βέγκας») μαζί με την άριστη ενδυματολογική δουλειά της Λίνας Μόσουμ («Ερωτικό Κτήνος», «Τα 13 Τριαντάφυλλα», «Τα Φαντάσματα του Γκόγια») φέρνουν κάθε πλάνο να είναι μια εξαιρετική εικονογράφηση, άλλοτε ξεθωριασμένη από τον χρόνο κι άλλοτε λαμπερή σαν ολόχρυσο, μεσαιωνικό φλορίνι. Το σενάριο του Τέρι Γκίλιαμ και του Τόνι Γκρισόνι ευγενικά και εγκάρδια προσκαλεί τον θεατή στο γνώριμο σύμπαν των ιστοριών του σκηνοθέτη, αυτών του «Βαρώνου Μινχάουζεν» και του «Βασιλιά της Μοναξιάς», που ερμηνεύεται πότε με την παραφορτωμένη και την ενθουσιώδη και πότε με την λακωνική και μεγαλειώδη αφήγηση του. Και είμαι σίγουρος πως η καταμέτρηση του μόχθου της ταινίας θα ζυγιστεί από αρκετούς του χώρου της κριτικής λιγόψυχα, γιατί έτσι προστάζει ο ταχυφλεγής, άγονος συγχρονισμός του κενού συναισθήματος, που έχει «κατακάψει» την σπουδαιότητα της υφής ενός απαλού, μεταξωτού υφάσματος, αφήνοντας άθικτα τα συνθετικά ενδύματα στο πλαστικό ράφι της εσωτερικής μας γκαρνταρόμπας. Ο Τέρι Γκίλιαμ εκτός από καλός παραμυθάς είναι και σπουδαίος σκηνοθέτης, προσφέροντας στην Τέχνη του σινεμά πραγματικά αριστουργήματα, κι αυτή η ταινία του μοιάζει με προσωπικό άθλο. Είναι κατάδικη του, είναι η προσωπική του διαλεκτική, η ατομική του ρομαντική επικοινωνία στα τόσα χρόνια σπουδαίας διαδρομής και μοιάζει με το σώμα του κρυμμένου, αγαπημένου του όνειρο που βρήκε το άνοιγμα στο σκοτάδι και ξεπήδησε στο φως. Είναι όλες οι ταινίες του μαζί, είναι το προσωπικό του, παραμυθένιο de profundis. Γι  αυτό και μόνο αξίζει. Μην την χάσετε!          

«Κρίστοφερ & Γουίνι» (Μεταγλωττισμένο)

(Christopher Robin)

 

  • Είδος: Animation – Παιδική περιπέτεια εποχής
  • Χώρα: Η.Π.Α. (2018)
  • Σκηνοθεσία: Μαρκ Φόρστερ
  • Με τους: Γιούαν ΜακΓκρέγκορ, Χέιλι Ατγουελ, Τζιμ Κάμινγκς, Μπραντ Γκάρε, Μαρκ Γκάτις, Μπρόντι Καρμάικλ. Στην ελληνική μεταγλώττιση ακούγονται οι: Γιώργος Στάμος, Άριελ Κωνσταντινίδη, Στεφανία Παππά, Σωτήρης Δουβρής, Ακίνδυνος Γκίκας, Κώστας Τριανταφυλλόπουλος, Ντίνος Σούτης, Σπύρος Μπιμπίλας, Γιάννης Στεφόπουλος, Ανδρέας Ευαγγελάτος, Γιάννος Κοιλάκος, Βάσια Ζαχαροπούλου, Ηλίας Ζερβός
  • Διάρκεια: 104’
  • Διανομή: Feelgood Entertainment

Πριν από ένα χρόνο γυρίστηκε και προβλήθηκε στις μεγάλες οθόνες μια καταπληκτική ταινία βιογραφικού περιεχομένου σε σκηνοθεσία του Σάιμον Κέρτις με τον τίτλο «Goodbye Christopher Robin». Το θέμα που πραγματεύεται η ταινία αφορά την μονογραφία του Άγγλου συγγραφέα Άλαν Αλεξάντερ Μιλν (18 Ιανουαρίου 1882 – 31 Ιανουαρίου 1956), για το πως εμπνεύστηκε το 1924 τον πιο αγαπημένο αρκούδο του κόσμου, τον Winnie the Pooh και των ιστοριών του. Στην ταινία πρωταγωνιστούν ο Ντόναλντ Γκλίσον στον ρόλο του συγγραφέα, η Μαργκότ Ρόμπι και ο πιτσιρικάς Γουίλ Τίλστον στον ρόλο του μικρού Κρίστοφερ Ρόμπιν. Η ταινία έκανε πρεμιέρα στο Λονδίνο πέρσι ακριβώς τέτοια εποχή (20 Σεπτεμβρίου 2017) με μεγάλη επιτυχία και δεν γνωρίζω το γιατί δεν πέρασε ποτέ τα σύνορα της ελληνικής διανομής, καθώς ως παραγωγή (της γνωστής Fox Searchlight Pictures)  θεματολογικά είναι ενδιαφέρουσα, μέχρι το κόκκαλο, για το παιδικό και άνω ηλικιακά κοινό. Πάραυτα μυστηριωδώς αγνοήθηκε παντελώς από την Ελλάδα. Την απόλαυσα, κυριολεκτικώς, πριν μερικούς μήνες σε δανεικό DVD του εξωτερικού και η απορία μου ολοένα μεγάλωνε στο γιατί να μην πάρει διανομή αυτή η ταινία, ώσπου το νέο έσκασε σαν γιορτινή κανονιά: Το μεγαθήριο που ονομάζεται Ντίσνεϊ ετοιμάζει τον δικό της  Winnie the Pooh, ενώ τον Δεκέμβριο του 2017 η Fox αγοράστηκε από την Disney, περίπου στο ποσό των 71 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Και το κινηματογραφικό παράπονο ολοένα αυξάνεται, όταν συνειδητοποιείς το ετήσιο ξεφόρτωμα της ευρωπαϊκής, ταινιακής σαβούρας, μεγέθους 20τονου κοντέινερ, που συμβαίνει στην χώρα μας και καλές ταινίες σαν αυτή μένουν στην απέξω από την ελληνική διανομή για κάποιους λόγους. Η ταινία, τώρα, «Κρίστοφερ & Γουίνι»  του 49χρονου, έμπειρου Βαυαρού σκηνοθέτη Μαρκ Φόρστερ («Ο Χορός των Τεράτων» (2001), «Ψάχνοντας τη Χώρα του Ποτέ» (2004), «Χαρταετοί Πάνω από τη Πόλη» (2007), «Quantum of Solace» (2008), «Παγκόσμιος πόλεμος Ζ» (2013)) είναι ένας επιτυχημένος συνδυασμός ηθοποιών και ψηφιακού animation. Δεν είναι η πρώτη φορά που βουτάει ο σκηνοθέτης σε παραμυθένιο σύμπαν το οποίο πηγάζει από τις αισιόδοξες σελίδες παιδικού βιβλίου. Τα διαπιστευτήρια του τα παρέδωσε επιτυχημένα στην μεγάλη οθόνη το 2004 με την ταινία «Ψάχνοντας τη Χώρα του Ποτέ» σκηνοθετώντας τον Τζόνι Ντεπ στο ρόλο του συγγραφέα Τζέιμς Μάθιου Μπάρι, πνευματικού πατέρα του Πίτερ Παν. Γνώριμα, λοιπόν, τα βασικά στοιχεία έλξης για τον Φόρστερ ώστε να δημιουργήσει το κατάλληλο ένδυμα της αθωότητας και να το πάει φορετό στο νοητικό δέμας του ενήλικου που έχει χαθεί στον κόσμο της ρουτίνας και της στείρας καθημερινότητας. Συγκινητικό με καλές ερμηνείες και άριστη επιλογή φωνών στα ζωάκια ήρωες της ταινίας (δείτε το ει δυνατόν όχι μεταγλωττισμένο, είναι μαγεία η φωνή του ηθοποιού Τζιμ Κάμινγκς ως Γουίνι ). Το σενάριο (Σκοτ ΜακΚάρθι – Όσκαρ Σεναρίου για το Spotlight), αλλά και η σκηνοθεσία εκκολάπτονται προσεκτικά από το εύθραυστο κέφυλος μιας ταινίας αποκλειστικά για μικρούς φίλους, για να απλώσει τις φτερούγες της τρυφερά και να συμμαζέψει μέσα της και τα μεγαλύτερα παιδιά, δηλαδή εμάς, κάτι που το κατορθώνει αγόγγυστα. Άψογη η παραγωγή της Κρίστιν Μπερ. Πάνω από 400 κομπάρσοι ντύθηκαν με ρούχα εποχής και συντονίστηκαν για τις σκηνές που διαδραματίζονται στον πολύβουο σιδηροδρομικό σταθμό του Λονδίνου, ο οποίος έχει πάψει να λειτουργεί από το 1994. Απίστευτης ομορφιάς και τεχνικής η φωτογραφία του Ματάιας Κονινγκγουίσερ, καθώς ο καλλιτέχνης έκανε το γύρισμα με παραδοσιακές κάμερες στο χέρι για να προσδώσει αληθοφάνεια στις κινήσεις των ζώων. Και τώρα, απορία ψάλτου βηξ: Είναι καθαρόαιμη οικογενειακή ταινία για γιορτινές ημέρες και δη χριστουγεννιάτικης απογευματινής προβολής. Ο λόγος που προγραμματίστηκε τόσο πρώιμα η έξοδος της στις κινηματογραφικές αίθουσες ποιος είναι;  

Ο πολύ καλός Γιούαν ΜακΓγκρέγκορ στον ρόλο του ενήλικα πια Κρίστοφερ Ρόμπιν, ζει στο μεταπολεμικό Λονδίνο με την γυναίκα του Έβελιν Ρόμπιν (Χέιλι Άτγουελ – καλή) και την μικρή θυγατέρα του Μάντλιν (Μπρόντι Καρμάικλ – καλή). Ο Κρίστοφερ αφόυ πολέμησε στον 2ο μεγάλο πόλεμο έχει ξεχάσει το όμορφο Δάσος των Γαλάζιων Ονείρων των παιδικών του χρόνων και τους αγαπημένους, λούτρινους φίλους του και ιδιαίτερα τον αγαθούλη και καλοπροαίρετο αρκουδάκο Γουίνι με το κόκκινο γιλέκο. Παραμελεί την σύζυγο και την κόρη του, λόγω της αφοσίωσης στην απαιτητική εργασία του ως στέλεχος της εταιρείας κατασκευής ταξιδιωτικών αποσκευών Γουίνσλοου και συνεχώς τρέχει για να είναι συνεπής στις αυξημένες υποχρεώσεις του γραφείου. Το άγχος και η πίεση του Κρίστοφερ στην δουλειά μεγαλώνουν, όταν ο ακαμάτης διάδοχος του ιδρυτή της εταιρείας, ο Τζάιλς Γουίνσλοου (Μαρκ Γκάτις – καλός) φορτώνει στον Κρίστοφερ το δύσκολο έργο να παρουσιάσει στο Συμβούλιο κερδοφορία στην εταιρεία, με στόχο τις μαζικές απολύσεις προσωπικού. Ο Κρίστοφερ δεν επιθυμεί να συμβεί κάτι τέτοιο και στέλνει την γυναίκα και την κόρη του στο εξοχικό για να περάσουν το Σαββατοκύριακο μόνες τους, ενώ εκείνος θα ασχοληθεί με το να βρει την λύση στο πρόβλημα που του ανάθεσε ο Τζάιλ. Ο στενοχωρημένος αρκούδος Γουίνι, ψάχνοντας τους φίλους του στο δάσος και περνώντας καθημερινά από το στέκι που σύχναζαν με τον αγαπημένο του Κρίστοφερ, αναπολώντας εκείνες τις ημέρες της ξεγνοιασιάς,  διασχίσει την γνωστή κουφάλα του δένδρου και ξαφνικά βρίσκεται στο Λονδίνο όπου συναντά, έπειτα από χρόνια, τον φίλο του, ενήλικα και εντελώς αλλαγμένο, Κρίστοφερ. Η μικρή Μάντλιν, που είναι στην εξοχή με την μητέρα της, έρχεται σε επαφή με τον παιδικό κόσμο του πατέρα της και τους φίλους του, τον Γκαρή, τον Τίγρη, τον Πίγκλετ το Γουρουνάκι, τον Ρο, τον Λαγό την Κουκουβάγια και όλη την λούτρινη τρελοπαρέα του Δάσους των Γαλάζιων Ονείρων. Μαζί με τον Γουίνι η Μάντλιν θα βοηθήσουν τον Κρίστοφερ να βρει την λύση στην εργασία του, αφού πρώτα ξαναβάλει στην ζωή του την χαμένη παιδικότητα και να ανακαλύψει τον χαμένο εαυτό του.         

«Η Καλόγρια»

(The Nun)

 

  • Είδος: Τρόμου
  • Χώρα: Η.Π.Α. (2018)
  • Σκηνοθεσία: Κόριν Χάρντι
  • Με τους: Ντέμιαν Μπισίρ, Τάισα Φαρμίγκα, Ζονάς Μπλοκέ
  • Διάρκεια: 96’
  • Διανομή: Tanweer

Όταν είχα παρακολουθήσει «Το Κάλεσμα» (The Conjuring -2013) με πρωταγωνιστές την Βέρα Φάρμιγκα και τον Πάτρικ Γουίλσον σε σκηνοθεσία του Μαλαισιανού, σύγχρονου τεχνίτη του τρόμου Τζέιμς Γουάν και σενάριο των αδελφών Τσαντ και Κάρεϊ Χέιζ, ξεκάθαρα, είπα, πως το συγκεκριμένο είδος του κινηματογραφικού τρόμου έχει ακόμα κάτι να δώσει. Ξέρετε, αυτό το old fashion σινεμά, φτιαγμένο με σύγχρονο βλέμμα, που τα διαβολικά πνεύματα παρενοχλούν θανατηφόρα τους ανθρώπους και υπάρχουν οι κυνηγοί τους με όπλα τις μεταφυσικές δυνάμεις, την γνώση και την βαθιά θρησκευτική πίστη, ικανά να τα στέλνουν πίσω στο πυρ το εξώτερο όπου ανήκουν. Ο Τζέιμς Γουάν έκανε μερακλίδικη δουλειά, κι αν τα «Insidious» κινηματογραφικά συντρέχουν παράλληλα, «Το Κάλεσμα» έχει άλλη ατμόσφαιρα, πιο απόκοσμη και ερεβώδη, καθώς εισβάλλει στο απόλυτα δαιμονικό κακό ως μια αρχέγονη κατάσταση με επιθυμία την κατάληψη και την εξόντωση των ανθρώπινων ψυχών. Η ταινία έγινε μεγάλη επιτυχία και ως blockbuster φυσικό ήταν τρία χρόνια μετά να φέρει το sequel «Κάλεσμα 2» με το ίδιο επιτυχημένο δίδυμο πρωταγωνιστών και πάλι τον μαστοράκο Γουάν πίσω από την κάμερα. Το ίδιο δυνατό, το ίδιο σκοτεινό και κολασμένο όπως το πρώτο. Η Φάρμιγκα και ο Γουίλσον σε ερμηνείες «τζάμι», κατάφεραν όχι μόνο να αναβιώσουν το είδος του τρόμου με τα δαιμονικά πνεύματα και αντίπαλό τους την ιερατική δύναμη, που τα τελευταία χρόνια θεματικά έφθινε επικίνδυνα από τις εφηβικές παπαριές των jump scares και του άφθονου αίματος σε μορφή σιντριβανιού, αλλά και να το κρατήσουν ζωντανό. Και εκεί που περιμένεις να σκάσει το τρίτο μέρος και να θέσει τα όρια του κακού στο τρισκατάρατο υπερπέραν, τοποθετώντας την μυθιστορία του με την βελόνα στο στροφόμετρο του τρόμου πέρα από τα δυο προηγούμενα, ξαφνικά εμφανίζεται η «Καλόγρια», που είναι prequel των «Καλεσμάτων» (την μοχθηρή καλόγρια την συναντάμε στο «Κάλεσμα 2» ως τον δαίμονα Βάλακ), που δεν υπάρχει μηδέ η  Φάρμιγκα, μηδέ ο Γουίλσον (παρά ένα μικρό πέρασμα δευτερολέπτων στην έναρξη και το φινάλε) και, δυστυχώς, δεν υφίσταται σκηνοθετικά ο ευέλικτος «πολεοδόμος» Τζέιμς Γουάν στην κάμερα. Υπάρχει όμως στο σενάριο  η πένα του Αμερικανού, θριλερά, Γκάρι Ντάουμπερμαν, σεναριογράφου της «Άναμπελ 1 &2», της μεταφοράς του «Αυτού» (It), των «Φωνών Μέσα στους Τοίχους», επίσης, η κατά 21 χρόνια μικρότερη αδελφή της Βέρα Φάρμιγκα, η πολύ καλή, 24χρόνη Τάισα Φάρμιγκα (καλή εμφάνιση στο τηλεοπτικό American Horror Story) στον πρωταγωνιστικό ρόλο και ο Μεξικανο-Αμερικανός ηθοποιός Ντέμιαν Μπισίρ (Οι Μισητοί Οκτώ). Την σκηνοθετική μπαγκέτα αυτή την φορά βαστά ο 43χρονος, πολυσχιδής Άγγλος καλλιτέχνης Κόριν Χάρντι (συγγραφέας, γλύπτης, ζωγράφος, μικρομηκάς), βραβευμένος, μάλιστα με το αγγλικό βραβείο ανεξάρτητου κινηματογράφου Ντάγκλας Χίκοξ για την πρώτη του ταινία τρόμου «The Hollow» (2015), μια συμπαθητικούλα ταινία για ντεμπούτο στην μεγάλη οθόνη, που δεν έτυχε διανομής στην χώρα μας, αλλά προβλήθηκε στο φεστιβάλ Αθηνών «Νύχτες Πρεμιέρας». Η «Καλόγρια» είναι η δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του, επικεντρωμένη κι αυτή στο είδος του κατασκότεινου, διαμονικού τρόμου. Η ταινία του Χάρντι παρότι δεν έχει το σεναριακό εκτόπισμα των «Καλεσμάτων 1 &2», διαθέτει καλή ατμόσφαιρα και δυστυχώς πέφτει γρήγορα στην γοητευτική παγίδα των πολλών jump scares, αλλάζοντας με αυτό τον τρόπο το ενήλικο target group σε πιο εφηβικό, νεανικό. Την ίδια επιβεβαίωση δίνει και η φτωχή σεναριακή πένα του Γκάρι Ντάουμπερμαν, που αραδιάζει μισή ντουζίνα κλισέ στην πλοκή. Αν και πηγαίνει αρκετά πίσω χρονολογικά το στόρι, φθάνοντας στην Ρουμανία και στην αλχημική μαγεία των μαύρων μάγων (το μόνο γοητευτικό στοιχείο της ταινίας, που το περνάνε αέρα) σκηνοθέτης και σεναριογράφος παγιδεύονται στην απόκοσμη φιγούρα της τρομακτικής καλόγριας, μπερδεύοντας συχνά κατά την διάρκεια της ταινίας ποια καλόγρια τελικά είναι η ζωντανή και ποια είναι η στοιχειωμένη. Η ξύλινη πινακίδα που διαβάζουν οι δυο μοναχές στην πρώτη σεκάνς της ταινίας, κατεβαίνοντας τα σκοτεινά μπουντρούμια του ρουμάνικου πύργου-καθολικού μοναστηριού, γράφει το καταπληκτικό έξω από μια πόρτα: «Ο Θεός τελειώνει εδώ». Και λες, ρε γαμώτο, η ταινία δεν θα με κρατήσει στο κάθισμα, αλλά θα την βγάλω στο όρθιο από την αγωνία. Δυστυχώς, στρογγυλοκάθεσαι και τρως σιγανά φιστίκι αράπικο, αλατισμένο.   

 Νεαρή καλόγρια για να μην πέσει στα χέρια του δαίμονα αυτοκτονεί σ΄ ένα απομονωμένο μοναστήρι της Ρουμανίας το 1952. Ένας ιερέας με θολό παρελθόν, ο πατέρας Μπεργκ (Ντέμιαν Μπισίρ – τραγικά κακός, κάτι σαν τον καθολικό παπά Κάρας στον «Εξορκιστή» από την ανάποδη) και μία ασκούμενη μοναχή με μεταφυσικές δυνάμεις, η αδελφή Αϊρήν (Τάισα Φαρμίγκα – καλή στο περιθώριο του ρόλου που της ανήκει), στέλνονται από το Βατικανό για να διερευνήσουν τον θάνατό της. Διακινδυνεύοντας τη ζωή τους, την πίστη και τις ίδιες τις ψυχές τους, έρχονται αντιμέτωποι με μία δαιμόνια δύναμη στο πρόσωπο μιας καλόγριας, που έχει καταλάβει όλο το μοναστήρι, το οποίο πριν γίνει μοναστήρι ήταν το κάστρο Ρουμάνου ευγενούς που ασκούσε μεθόδους μαγείας, επικαλούμενος τον αρχηγό δαίμονα  για να λάβει εξουσία. Η μονή μετατρέπεται σε τρομακτικό πεδίο μάχης ανάμεσα στους ζωντανούς και τους καταραμένους, ενώ ένας αγρότης με γαλλο-καναδική καταγωγή, που βρήκε την κρεμασμένη καλόγρια, ο Φρέντσι (Ζονάς Μπλοκέ – καλός), προσπαθεί να βοηθήσει τους δυο πιστούς ερευνητές στο τρομακτικό έργο τους.      

«Πρόσκληση σε Γάμο»

(Destination Wedding)

 

  • Είδος: Ερωτική κομεντί
  • Χώρα: Η.Π.Α. (2018)
  • Σκηνοθεσία: Βίκτορ Λέβιν
  • Με τους: Κιάνου Ριβς, Γουινόνα Ράιντερ
  • Διάρκεια: 86’
  • Διανομή: Odeon

Είναι η τρίτη φορά μετά τον «Δράκουλα» του Φράνσις Φορντ Κόπολα το 1992 και το animation «A Scanner Darkly» του Ρίτσαρντ Λινκλέιτερ το 2006, που η Γουινόνα Ράιντερ και ο Κιάνου Ριβς συναντώνται στο κινηματογραφικό πλατό. Ο σεναριογράφος, σκηνοθέτης και παραγωγός τηλεοπτικών σειρών, Βίκτορ Λέβιν, αρέσκεται στην αναμέτρηση με τις κόντρα δυνάμεις αρσενικού θηλυκού. Κατόπιν της «Σχέσεως 5 με 7» και την διαφορά ηλικίας και κοινωνικής τάξης, καταπιάνεται με ένα άνδρα, τον Φρανκ και μια γυναίκα, την Λίντσεϊ, άγνωστοι εντελώς μεταξύ τους, που τους συνδέει ένας άνθρωπος ο οποίος νυμφεύεται και τους έχει προσκαλέσει στον γάμο του. Ο άνθρωπος αυτός είναι ο αδελφός του Φρανκ που σχεδόν δεν μιλιούνται, αλλά και ο πρώην αρραβωνιαστικός της Λίντσεϊ, που την χώρισε μια εβδομάδα πριν περάσουν τις γαμήλιες βέρες, έξι χρόνια πίσω. Με το στοιχείο του χιούμορ να κυριαρχεί στα 86 λεπτά προβολής (ούτε μισό δευτερόλεπτο δεν μειδίασα) και την κάμερα αποκλειστικά κολλημένη πάνω στον Κιάνου και την Γουινόνα (ουδείς άλλος σε πλάνο και ρόλο), ο Λέβιν ξεκινάει μια ακατάσχετη φλυαρία υπαρξιστικής θεματολογίας χωρίς ενδιαφέρον με την κέρινη παρουσία του αντιρρησία Ριβς να μην μπορεί να υποστηρίξει το έντονο ατακαδόρικο διαλογικό σύστημα του σεναρίου (γιατί να το υποστηρίξει άλλωστε, αφού είναι μια ταινία που την έχεις ξεχάσει πριν ακόμα βγεις από την αίθουσα) και την νευρωτική Ράιντερ που τέλος πάντων κάπως δίνει μια πνοή ζωής σε όλο αυτό το απίστευτο πολυλογάδικο κατασκεύασμα. Μονοκάμερο και αδιάκοπο μπλα μπλα επί παντός του επιστητού για να καταλάβουμε στο τέλος, ότι αυτοί οι δυο άνθρωποι που δείχνουν αταίριαστοι, τελικά ταιριάζουν. Ήμαρτον!  

Ο Φρανκ και η Λίντσεϊ γνωρίζονται καθοδόν για έναν  γάμο στην εξοχή και αντιπαθούν αμέσως ο ένας τον άλλον. Έχουν όμως μερικά κοινά: είναι κυνικοί, μισούν και οι δύο τον γάμο και, κυρίως, τον γαμπρό που εκτός από απεχθής ετεροθαλής αδερφός του Φρανκ, είναι και πρώην αρραβωνιαστικός της Λίντσεϊ. Τα πράγματα γι’ αυτούς θα χειροτερέψουν όταν συνειδητοποιήσουν πως ο γαμπρός και η νύφη τούς έχουν «ζευγαρώσει» για το ρομαντικό Σαββατοκύριακο, βάζοντάς τους μαζί σε κάθε πιθανή δραστηριότητα που προορίζεται για δύο! Αναγκασμένοι να ανεχτούν ο ένας τον άλλον για 72 ώρες, ο Φρανκ και η Λίντσεϊ θα έρθουν κοντά, σε μια αναπάντεχη «συμμαχία» κατά του έρωτα, και σύντομα θα πρέπει να αποφασίσουν αν θα ακολουθήσουν τον δρόμο της λογικής ή της καρδιάς.

«Γιατρέ μου, Κερατωθήκαμε»

(Terapia di Coppia per Amanti)

 

  • Είδος: Κομεντί
  • Χώρα: Ιταλία (2017)
  • Σκηνοθεσία: Αλέσιο Μαρία Φεντερίτσι
  • Με τους: Άμπρα Ανγκιολίνι, Αλέσια Αλσιάτι, Φράνκο Μπρανκιαρόλι
  • Διάρκεια: 97’
  • Διανομή: Feelgood Entertainment

Δύο άπιστοι σύντροφοι πηγαίνουν σε σύμβουλο γάμου για να βρουν την χρυσή τομή στην παράνομη σχέση τους. Η Βιβιάνα και ο γνωστός ροκάς κιθαρίστας Μοντέστο έχουν παρασυρθεί από ένα αμοιβαίο ανεξέλεγκτο πάθος. Η κρυφή τους σχέση καταλήγει σε έναν ψυχαναλυτή που δεν έχει αναλάβει στην καριέρα του παρόμοια περίπτωση. Ο δε ηλικιωμένος γιατρός, που είναι φορτωμένος με τα δικά του ερωτικά προβλήματα ως εραστής νεαράς τσαπερδόνας, θα προσπαθήσει να βοηθήσει τους δύο εραστές να καταλάβουν τα συναισθήματα τους και να εκπληρώσουν την επιθυμία για αληθινή αγάπη.

Η προχειρότητα της ταινίας λάμπει από την αρχή έως το τέλος για να καταλήξει σε μια τρομακτικού επιπέδου μπαλαφάρα που χάνεις τον χρόνο σου. Μια ακαταλαβίστικη κατάσταση ερωτικών γεγονότων, ένα ασυντόνιστο αλαλούμ, που βαφτίζεται κωμωδία ενώ είναι για κλάματα. Το μόνο που σκέφτεσαι βλέποντας αυτό το τρομερό των τρομερών θέαμα είναι τα χρήματα που ξοδεύτηκαν για να γυριστεί η ταινία. Νοιώθω υπερβολικά άβολα όταν βρίσκομαι απέναντι σε τέτοια ανοσιουργήματα, που θέλουν να χαρακτηρίζονται κινηματογράφος και περιμένουν να κριθούν. Ακόμα περισσότερο αμήχανα αισθάνομαι, όταν τα γραφεία διανομής επιλέγουν τέτοιου είδους παραγωγές για το ελληνικό, φιλοθεάμον κοινό. Μα τόσο χαμηλά έχει φτάσει το γούστο και η καλαισθησία του Έλληνα κινηματογραφόφιλου, που παραγωγές σαν κι αυτή εκτιμώνται από τους υπεύθυνους ως κατάλληλες για θέαση. Τόσο κάτω είμαστε πια;       

«Candelaria: Eνα Τραγούδι για την Αβάνα»

(Candelaria)

 

  • Είδος: Αισθηματική
  • Χώρα: Κολομβία, Γερμανία, Νορβηγία, Αργεντινή, Κούβα (2017)
  • Σκηνοθεσία: Τζόνι Χέντριξ
  • Με τους: Μανουέλ Βιβέρος, Όλντεν Νάιτ, Βερόνικα Λιν
  • Διάρκεια: 87’
  • Διανομή: Danaos Films
  • Διακρίσεις: Βραβείο Καλύτερης Ταινίας στο 74ο Φεστιβάλ Βενετίας στο τμήμα Venice Days

Αβάνα, Κούβα, αρχές δεκαετίας του ’90. Η οικονομία καταρρέει μετά την αποχώρηση των Σοβιετικών, ο Κάστρο χαρακτηρίζει την κατάσταση «Ειδική Περίοδο» σε καιρό ειρήνης και κάνει άνοιγμα προς τον τουρισμό, ενισχύοντας τις ξενοδοχειακές επιχειρήσεις, προκειμένου να εξασφαλισθεί η ροή ξένου συναλλάγματος. Η Καντελάρια βάφεται σαν έφηβη. Τι κι αν έχει περάσει ήδη τα 70; Βάζει κοκκινάδι στα μάγουλα και από το ίδιο στα χείλη. Θα βγει να τραγουδήσει στο διψασμένο για κέφι, ζωή και έρωτα κοινό της Αβάνας. Καταχειροκροτείται κάθε βράδυ και γυρίζει στο μικρό της διαμέρισμα να κοιμηθεί πλάι στον Βίκτορα Ουγκό. Ναι, έτσι λένε τον σύζυγό της. Το πρωί θα πάνε κι οι δύο για δουλειά. Εκείνος στο εργοστάσιο κι εκείνη στο ξενοδοχείο ως καθαρίστρια. Μια μέρα, ανάμεσα στα άπλυτα σεντόνια που μαζεύει θα βρει μία κάμερα. Θα την πάρει στο σπίτι. Ο Βίκτορ Ουγκό αρχίζει να κινηματογραφεί την ζωή, την καθημερινότητα τους και μέσα από τον φακό θα ανακαλύψει τη σταρ που χειροκροτεί το κοινό της Αβάνας κάθε βράδυ. Τον έρωτα που είχε ξεχάσει ότι έχει σπίτι του. Το τραγούδι της Αβάνας που τον κάνει να χορεύει στα βήματα της αγάπης σαν αλαφροΐσκιωτος έφηβος. Χωρίς σκοτούρες κι ανάγκη για χρήματα και επιβίωση. Ακόμη κι αν δεν είναι η απόλυτη διαφυγή, αυτή η κάμερα γίνεται η αφορμή για έναν ακόμη παθιασμένο χορό. Ως το τέλος του τραγουδιού.

Ο σκηνοθέτης: Ο Τζόνι Χέντριξ, ανήκει στη νέα γενιά παραγωγών – σκηνοθετών της Κολομβίας. Με 14 χρόνια εμπειρίας στην παραγωγή τόλμησε το σκηνοθετικό του ντεμπούτο με το «Choco», που έκανε πρεμιέρα στο Διεθνές Φεστιβάλ Βερολίνου το 2012. Η νέα του ταινία «Candelaria: Eνα Τραγούδι για την Αβάνα » είναι βασισμένη στην αληθινή ιστορία μίας γυναίκας με το ίδιο όνομα, γύρω στα 90, που συνάντησε τυχαία στην Αβάνα το 2013 και του μίλησε για τη ζωή της. Πίσω από την ανάγκη για επιβίωση, ο σκηνοθέτης διέκρινε μία αυθεντική ιστορία αγάπης και αυτό τον έκανε να θέλει να την κάνει ταινία. «Μία από αυτές τις σπάνιες ταινίες που αποπνέουν γενναιοδωρία και ζεστασιά, παρουσιάζοντας έναν καθόλου συμβατικό τρόπο με τον οποίο ανακαλύπτουν εκ νέου την αγάπη δύο ηλικιωμένοι που αγωνίζονται να επιβιώσουν στην Κούβα», ανέφερε η επιτροπή βράβευσης της ταινίας στο 74ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας.

Προβάλλονται επίσης σε επανέκδοση με αποκαταστημένες κόπιες:

Το σαιξπηρικό ασπρόμαυρο δράμα  «Μάκβεθ» (1950)  του Όρσον Γουέλς – (Bibliotheque)

και το  «2001: Η Οδύσσεια του Διαστήματος» (1968)  του Στάνλεϊ Κιούμπρικ – (Tanweer)