«…Τους Τούρκους δεν του φοβάμαι, μην φαγωθούμε μεταξύ μας φοβάμαι», της Νότας Διαμαντοπούλου

Νότα Διαμαντοπούλου

Νότα Διαμαντοπούλου

notadiamantopoulou@gmail.com

Που πάνε Σάββατο  βράδυ δυο γυναίκες, κουρασμένες  απ τις  δουλειές τους, ξαπλωμένες  στα κρεβάτια τους και μιλώντας στο messenger για  τα μικρά, αθώα μυστικά τους; Πουθενά θα μου πεις χρυσό μου και δίκιο θα χεις, ειδικά αν η μια παραπονιέται για τα λουμπάγκα της.  Αν πρόκειται όμως  για παλαβιάρες, με την καλή έννοια πάντα, πετάνε τα παπλώματα, ντύνονται πρόχειρα και βάζουν το κραγιόν τους, τραβώντας για να ακούσουν το Μαργαρίτη.  Διαχρονική αξία  στο χρόνο, στη μουσική και τον νταλκαδιάρικο κόσμο της σταχτοπούτας. Πας για να ακούσεις κάνα δυο τραγουδάρες  και  καταλήγεις να γυρνάς σπίτι σου – στις μύτες των ποδιών σου – στις 4.50 το πρωί.

Του Λαζάρου ήταν  και αναστηθήκαμε στη σκηνή του Γυάλινου Μουσικού Θεάτρου με τον «Μάργκαρετ». Απλός, λαϊκός, ντόμπρος, προσιτός, ένας μικρός θεός, που επέλεξε τα τραγούδια που ήθελε ο ίδιος για αυτές τις παραστάσεις. Τα τραγούδια που τον εκφράζουν και δονούν τα σώψυχα μας, με το λαρύγγι που τολμά, τους ρεμπέτες, τις ροκ μπάντες, τα λαϊκά. «Κελί 33», «Άκου τι θα πω», «Πεθαίνω για σένα», «Εσύ μου μιλάς στην καρδιά μου», «Το καλύτερο μπεγλέρι», «Δεν κόβω τις τρέλες μου». Έφυγαν τα λουμπάγκα, χόρεψαν τα κορμιά, αλάργεψε η ψυχή.

Στο διάλλειμα του 1ου μέρους κατεβαίνω στο καμαρίνι, απροετοίμαστη να τον γνωρίσω και να πούμε δυο λογάκια. Με υποδέχεται με χαμόγελο και ρωτάει το όνομα μου. Νότα του λέω, σαν τις νότες μου λέει ε; «Τι όνομα είναι αυτό;» . Παναγιώτα – μπλιαξ – λέω από μέσα μου. «Α  έχεις το καλύτερο όνομα, της Παναγιάς το όνομα».

Στο ψητό τώρα:

Πως αρχίσατε;

Υπήρχε ο καημός μου μέσα και τον έβγαλα κάποια στιγμή όταν ήρθε η ώρα μου.

Πως σας δέχτηκαν τα ιερά τέρατα της εποχής;

Μ αγαπήσανε γιατί ήμουν ιδιαίτερος κι εγώ  και τους ιδιαίτερους τους καλωσορίζανε, τους βλέπανε αυτοί από μακριά. Αυτός θα χει διάρκεια, αυτός θα τελειώσει σε ένα χρόνο. Οι άνθρωποι αυτοί ήταν θηρία, όλα τα είχαν μέσα τους.

Ο οικογενειακός κύκλος είχε αντιρρήσεις για τα σχέδια σας;

Αντιρρήσεις υπήρχαν από παντού και απ όλο το σόι. Οι καταστάσεις ήταν άσχημες τότε. Δεν μπορούσες να ζήσεις όχι οικογένεια, αλλά ούτε τον ίδιο σου τον εαυτό. Δεν θέλω να θυμάμαι το παρελθόν, τα πολύ παιδικά μου χρόνια, πάμε παρακάτω τις καλές εποχές μου θέλω να σκέφτομαι.

Πως άρχισαν αυτές οι καλές εποχές;

Σίγουρα βοήθησε ο πρώτος μου συνθέτης, με τα ωραία και μερακλήδικα τραγούδια, ο Τάκης ο Σούκας, θα πω για τον Άκη Πάνου μετά, με τις τραγουδάρες αυτές που μου έδωσε και όλοι όσοι τραγούδησα ο Αντώνης ο Ρεπάνης , ο Βασίλης Βασιλειάδης, ο Τάκης ο Μουσαφίρης, μέχρι ο Λαυρέντης  και το μεγάλο εισιτήριο μου το δωσε ο πολύ δυνατός και μεγάλος Τρικαλινός, Βασίλης Τσιτσάνης. Πήρα μεγάλη δύναμη τότε.

Απ τις πιο καλές συνεργασίες ποια ξεχωρίζετε;

Μια δυνατή συνεργασία, σε μαγαζί, ήταν στο Playboy, το 1984 με τη μεγάλη Τζένη Βάνου, το Γιάννη Βογιατζή, τραγουδισταράς  και ηθοποιός καλός, τη Νέλλη Γκίνη με την ομορφιά και το ταλέντο της, το Δημήτρη Ψαριανό και εγώ, καινούργιος τραγουδιστής τότε, με καλοδεχτήκανε σ αυτό το σχήμα. Ένα απ όλα λέω τώρα, έτσι.

Τον καιρό της κρίσης η νύχτα έχει αλλάξει;

Η κρίση τα άλλαξε όλα. Ο κόσμος έχει την ανάγκη και τη θέληση γιατί είμαστε ένας λαός μερακλής και θέλουμε να διασκεδάσουμε, θέλουμε να περνάμε καλά για να ξεχνάμε την ταλαιπώρια μας, αλλά τα πράγματα ήρθαν διαφορετικά και δεν μπορεί ο καθένας να βγει, όπως παλιά. Εντάξει, εμείς έχουμε περάσει και χειρότερα πράγματα, κι έτσι θα τα περάσουμε όλα.

Σας έχει κουράσει η νύχτα;

Τι λες κοπέλα μου; Τώρα αρχίζω. Ξέρεις τι θα πει η αγάπη του κόσμου; Η μεγαλύτερη δύναμη του πλανήτη, λες και είμαι 20 χρονών.

Τους παλιούς φίλους τους κρατάτε;

Παλιούς φίλους;  Ντάξει, όσοι μείναν τριγύρω μου και μ αγαπάνε και τους αγαπώ και αυτοί ακόμα που έχω πικραθεί στο παρελθόν τους έχω συγχωρήσει και βλεπόμαστε και τα λέμε. Το κύκλωμα αυτό, τρικλοποδιές μεγάλες. Τον εχθρό τον ξέρεις , τον φίλο δεν τον ξέρεις, είναι μουλωχτός. Έχω πληγωθεί και ακόμα συνεχίζονται τέτοια πράγματα τριγύρω μου. Το ξέρω αυτό. Στομάχι μεγάλο να χεις για να τους καλωσορίζεις. Σε κάνουν πιο δυνατό.

Σκέψη για νέα δισκογραφία;

Τι να τον κάνεις το δίσκο; Να τους πάμε που; Δεν τους θέλει ούτε το Μοναστηράκι».

Το στίγμα των ημερών το έδωσε από την πίστα…

Τα τραγούδια, η μουσική δεν έχει σύνορα. Με πήραν απ την Κωνσταντινούπολη φίλοι, στεναχωρημένοι. Οι άνθρωποι πρέπει να κάνουν τη δουλειά τους και οι πολιτικοί τη δική τους. Τους Τούρκους δεν του φοβάμαι, μην φαγωθούμε μεταξύ μας φοβάμαι. Πιστεύω πως από κει που βρίσκεται ο καθένας μας μπορούμε να κάνουμε καλές πράξεις, ΦΙΛΙΑ, ΑΔΕΡΦΟΣΥΝΗ.