Τα «φαντάσματα» της Αμερικής και οι ναζιστικοί δαίμονες σε δυο πολύ ενδιαφέρουσες ταινίες. Ο Κλιντ Ίστγουντ βάζει σύγχρονους ήρωες να παίξουν τους εαυτούς τους»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Μεθοδικά κονιορτοποιήθηκε, χάθηκε στην πνοή της λήθης εκείνο, το μιας άλλης εποχής, παιχνίδι που στήναμε παιδιόθεν (τα αγοράκια ως επί το πλείστον), με τους «καμπόιδες και τους ινδιάνους», όταν ακόμα τα ηρωικά πρότυπα στις παρέες των πιτσιρικάδων, έφεραν μπότες, σπιρούνια και εξάσφαιρα Κολτ. Η κινηματογραφική ψυχαγωγία περασμένων δεκαετιών, όταν το είδος του γουέστερν μεσουρανούσε στις μεγάλες οθόνες, ο πάνοπλος αποικιοκράτης ήταν εκείνος ο μεγαλόψυχος ήρωας, που «γενναία» και συστηματικά εξολόθρευε τους «άγριους», γηγενείς κατοίκους στο γενικότερο και άψογα σχεδιασμένο ολοκαύτωμα της Γης της Επαγγελίας. Από τον «Στρατιώτη Μπλου» (1970) του Ράλφ Νέλσον έως το «Χορεύοντας με τους Λύκους», (1990) του Κέβιν Κόστνερ οι ινδιάνικες φυλές της Βορείου Αμερικής άρχισαν να αποκτούν μια διαφορετική οπτική στις συνειδήσεις των σκεπτόμενων πολιτών του έθνους της αστερόεσσας. Οι ερωτήσεις που γεννήθηκαν για τις απάνθρωπες μεθόδους του αφανισμού των γηγενών Αμερικανών και για την εξουσία, μέχρι απληστίας, των αχανών εκτάσεων από λίγους, μετρημένους στα δάχτυλα του ενός χεριού, land lords, δεν βρήκαν ποτέ απάντηση, τουλάχιστον από επίσημα χείλη. Τους ινδιάνους της Αμερικής, ποτέ δεν θα τους έκαναν ζάφτι τα ελεεινά, λασπόκαρδα μεταναστευτικά ασκέρια των Ευρωπαίων. Το κατάλαβαν καλά οι ορδές των Ούννων, των Φράγκων και των Σαξόνων μεταναστών, όταν τους είδαν για μια και μοναδική φορά ενωμένους και ψυχωμένους εναντίον του οργανωμένου στρατού των Ηνωμένων Πολιτειών, κατατροπώνοντας τον υπερφίαλο και φιλόδοξο στρατηγό Κάστερ. Μετά άρχισαν ξανά να σκορπίζουν, το έριξαν στα πλιάτσικα, φούντωσαν οι αναμεταξύ τους διαφορές και το «χλωμό» ανθρωπάκι εκμεταλλεύτηκε την στιγμή και τους διέλυσε. Από τη μια τους πότιζε «νερό που καίει» κι από την άλλη δημιουργούσε επιδρομές σε καταυλισμούς, σφάζοντας απροκάλυπτα και αδιακρίτως οτιδήποτε στεκόταν όρθιο σε δυο πόδια. Το ζήτημα των γηγενών κατοίκων της Βόρειας Αμερικής παραμένει άλυτο μέχρι σήμερα. Αν και γκετοποιημένοι, αδικημένοι και αποδυναμωμένοι, δεν παύει να είναι μια καυτή, ολόασπρη πέτρα, που σιωπηλά ζητάει δικαίωση και την γη της, που έκλεψαν οι απολίτιστοι.     

«Ταξιδεύοντας με τον Εχθρό μου»  

(Hostiles)

  • Είδος: Γουέστερν
  • Σκηνοθεσία: Σκοτ Κούπερ
  • Με τους: Κρίστιαν Μπέιλ, Γουές Στάντι, Ρόζαμουντ Πάικ, Σκοτ Σέπερντ, Μπεν Φόστερ, Aνταμ Μπιτς, Τζέσε Πλέμονς, Ρόρι Κοκρέιν
  • Διάρκεια: 133’
  • Διανομή: Odeon

 

Είναι αυτό που ονομάζουμε καθαρόαιμο γουέστερν με όλα τα ενδιαφέροντα, old fashion συστατικά τού κινηματογραφικού είδους και με την δυναμική ανάπτυξης της πλοκής απόλυτα ευθυγραμμισμένη στα σημερινά δεδομένα της σκηνοθετικής αντίληψης. Πολυεδρικό φιλμ, καθ΄ όλα στέρεο, με όλες τις πλευρές του τοποθετημένες στην σωστή οπτική δράσης, ώστε έντεχνα να αποκαλύπτεται η ένταση, η αμφιβολία, το καθήκον, το ανθρώπινο συναίσθημα και να καταγράφεται σταδιακά και γόνιμα η πορεία της λύτρωσης.  Καλοί, κακοί, βίαιοι, θύτες και θύματα, ένα δεμάτι ανθρώπινων χαρακτήρων εκδηλώνουν τις παρουσίες τους, διασχίζοντας την πολλά υποσχόμενη γη της αμερικανικής υπαίθρου του 1892. Πορεία κολασμένη, τόσο για την σωματική ακεραιότητα των ηρώων, όσο και για τα τοξικά κατάλοιπα της ψυχής.  

Ο μεγάλος εμφύλιος έχει τελειώσει, το ξεπάστρεμα των γηγενών Αμερικανών έχει ολοκληρωθεί με επιτυχία (ελάχιστοι ινδιάνοι το παλεύουν ακόμα μεμονωμένα) και η γη της βαθιάς, ευλογημένης Εσπερίας έχει αρχίσει να διαφεντεύεται από τα χλωμά πρόσωπα. Ο επίσημος στρατός των ενωμένων πολιτειών (των Βορείων για να είμαστε συγκεκριμένοι), με τα επανδρωμένα και οργανωμένα οχυρά-στρατόπεδα διασκορπισμένα στα τέσσερα σημεία του βορειοαμερικανικού, κατακτημένου ορίζοντα ελέγχουν και ρυθμίζουν στρατιωτικά την επικράτεια που βρίσκεται σε αναβρασμό προόδου. Πόλεις από τους υπάρχοντες αποίκους, αλλά και νεομετανάστες Ευρωπαίους (αυτοί κι αν ήταν λαθρομετανάστες) στήνονται γρήγορα στις ασφαλείς πια περιοχές. Το σιδηροδρομικό δίκτυο επεκτείνεται με ραγδαίους ρυθμούς και η νέα εποχή ανατέλλει. Οι διάφορες φυλές των ηττημένων Ινδιάνων έχουν περιοριστεί από την κυβέρνηση σε ενδεδειγμένους γεωγραφικούς χώρους (γκέτο), θάβοντας οριστικά οι πολέμαρχοι το τόμαχοκ του πολέμου. Στο Νέο Μεξικό υπάρχει το οχυρό Μπέρινγκερ, που υπηρετεί ο θρυλικός ινδιανοφάγος λοχαγός Τζότζεφ Μπλόγκερ (Κρίστιαν Μπέιλ, απίθανος), ο οποίος με ρητή και αμετάκλητη διαταγή του διοικητή του, κόντρα στις πεποιθήσεις του, αναλαμβάνει μια αποστολή: Να μεταφέρει τον χειρότερο εχθρό του, τον ετοιμοθάνατο, καρκινοπαθή, αιχμάλωτο αρχηγό των Σεγιέν, το Κίτρινο Γεράκι (Γουές Στάντι, αυτή τη φορά ως ινδιάνος είναι σοφός και ήρεμος) στην όμορφη Μοντάνα, για να δει την πατρώα γη του για τελευταία φορά πριν εγκαταλείψει η ψυχή του τα γήινα. Μια δημοσιοσχετίστικη αποστολή, που οργανώθηκε επιμελώς από τα κυβερνητικά επιτελεία των ΗΠΑ, παρουσιάζοντας οι σφαγείς κατακτητές το καλό, το ειρηνικό και το συνενωτικό προσωπείο τους, τόσο στους εναπομείναντες, αποδεκατισμένους ινδιάνους, όσο και στο γενικότερο πλαίσιο του πολιτικά ορθού της νέας κατάστασης πραγμάτων. Ο φύλαρχος με την οικογένεια του, μια μικρή σε αριθμό ομάδα στρατιωτών και ο λοχαγός Μπλόγκερ, που μισεί θανάσιμα τον ινδιάνο (ο αρχηγός είχε σκοτώσει τους φίλους και συμπολεμιστές τού λοχαγού), ξεκινούν το ταξίδι τους. Κατά την διαδρομή συναντούν την σαλταρισμένη, χαροκαμένη μάνα και σύζυγο, Ρόζαλι Κουέιντ (Ρόζαμουντ Πάικ, εκπληκτική) να βρίσκεται μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας στην διαλυμένη αγροικία της και να «περιποιείται» τα τρία σκοτωμένα παιδιά της, ενώ ο άνδρας της είναι κι αυτός νεκρός από την επιδρομή μιας ομάδας ανένταχτων Απάτσι. Η γυναίκα ακολουθεί την ομάδα του λοχαγού Τζόζεφ στο ταξίδι και όλοι μαζί για να επιβιώσουν πρέπει να ξεπεράσουν, όχι μόνο τους εξωτερικούς κινδύνους αλλά και τους εσωτερικούς τους δαίμονες.

Από την πρώτη κιόλας ταινία του, το υπέροχο κάντρι «Crazy Heart» του 2009 (χάρισε το πρώτο Όσκαρ Ερμηνείας στον Τζεφ Μπρίτζες), ο Αμερικανός σκηνοθέτης Σκοτ Κούπερ, σήμερα σαράντα οκτώ μάηδων, έδειξε ότι έχει ψυχούλα στο να αποτυπώνει μια διαφορετική Αμερική, ελάχιστα σκαλοπάτια πριν τον θεοσκότεινο κοινωνικό πάτο. Όχι, δεν είναι πεσιμιστής, μηδέ καταγραφέας του αυτοκτονικού περιθωρίου. Περισσότερο μοιάζει με παιδί της πιάτσας, που διαθέτει νιονιό και καλή σκηνοθετική οπτική, αφήνοντας ελεύθερη την όποια προοπτική καλυτέρευσης του ανθρώπινου στοιχείου. Τουλάχιστον, αυτού του στοιχείου που αξίζει. Το αποδεικνύει άλλωστε στην αμέσως επόμενη δουλειά του το 2013 και στην «Σκουριασμένη Πόλη» (Out of the Furnace), πάλι με τον Κρίστιαν Μπέιλ και τον Κέισι Άφλεκ δίπλα του, οπότε, λες, «οκ… το έχει ο άνθρωπος και μας τα ρίχνει καλά». Στο «Black Mass» (Ανίερη Συμμαχία) του 2015, απογυμνώνει τον Τζόνι Ντεπ από τα blockbuster μπιχλιμπίδια του, τον μεταμορφώνει κυριολεκτικώς και τον αμολάει σε μια ατμοσφαιρική γκανγκστερική ταινία πολιτικού περιεχομένου που αφορά τα σάπια σωθικά της ίδιας της Αμερικής. Καταλήγοντας στο σημερινό «Ταξιδεύοντας με τον Εχθρό μου», διακρίνουμε έντονα, όπως και στο «Black Mass», την διάθεση του Κούπερ να βάζει στο αμόνι ιστορικά γεγονότα και το πως αυτά διαπλάθουν στο διηνεκές το status των συμπατριωτών του. Εδώ, ρίχνει την σφύρα με σθένος στο κομβικό σημείο, που ονομάζεται ως η καθολική επικράτηση των αποικιοκρατών στην γη της Αμερικής και το στραπατσάρει, αλλάζοντας του σχήμα και μορφή. Η πατριωτική μεν, εκδοχή του θέματος υλοποιείται αψεγάδιαστα στο πρόσωπο του υπηρεσιακού και υπάκουου αξιωματικού του στρατού (Κρίστιαν Μπέιλ), ο οποίος εκτελεί όλες τις διαταγές και τις αποστολές αποτελεσματικά, αλλά τελικά δε, αναδύεται ένας σκεπτικισμός, που πηγάζει από την μόρφωση του (διαβάζει τον Ιούλιο Καίσαρα του Σαίξπηρ), για να τον οδηγήσει στην αμφισβήτηση. Η πορεία με τον άσπονδο ινδιάνο εχθρό του και η συνάντηση με την βαρυπενθούσα γυναίκα, που βλέπει ερυθρόδερμους και της σηκώνεται η τρίχα θα αρχίσουν να τραβούν το βαρύ πέπλο της ψυχής του και να τον απελευθερώνουν. Τον μετασχηματισμό του λοχαγού θα τον σχηματοποιήσει ένας κρατούμενος συμπολεμιστής τους (Μπεν Φόρεστ, καλός), ο οποίος οδηγείται σε απαγχονισμό, λόγω της βάρβαρης συμπεριφοράς του απέναντι σε ινδιάνους (εδώ καταγράφει ο Κούπερ και την υποκρισία).  

Οι κουβέντες  λιτές και στακάτες, όπως: «δεν ξέρεις πόσο αλλάζει τον άνθρωπο ένας πόλεμος» μας θυμίζουν τον, επίσης, πατριώτη, λοχαγό Τομ Χανκς στην «Διάσωση του Στρατιώτη Ράιαν» του Σπίλμπεργκ, που σκότωνε και πάλι σκότωνε για την ελευθερία, την πατρίδα, ενώ πριν καταταγεί ήταν ένας καλοσυνάτος, καθηγητής αγγλικής λογοτεχνίας. Το τι ήταν πριν τον στρατό και την ρετσινιά του αιμοσταγούς ινδιανοφάγου, ο μορφωμένος Κρίστιαν Μπέιλ δεν απαντάται στην ιστορία, αφήνοντας στον θεατή μια γλυκιά γεύση, εκεί, στην σεκάνς του φινάλε της ταινίας για να αποχωρήσεις από την σκοτεινή αίθουσα με την ταινία να μαμουνιάζει  μέσα στο κεφάλι σου. Μεστό γουέστερν, καλοσχηματισμένο, σε sinemascope format να γεμίζει η οθόνη, σύγχρονο, όλο κρεμασμένο πάνω στον υπέροχο Μπέιλ, άλλοτε με ανοιχτά πλάνα να φωτίζεται η γαλήνια ύπαιθρος, όπως προστάζει το είδος των ταινιών, κι άλλοτε με κοντινά γεμάτα σιωπές και αγωνία πορτρέτα. Προσεγμένο σενάριο  του βετεράνου Ντόναλντ Στιούαρτ (Όσκαρ Σεναρίου για τον «Αγνοούμενο», 1982 του Κώστα Γαβρά). Καλή δουλειά που σίγουρα θα αγνοηθεί στα επόμενα βραβεία Όσκαρ.  

«Μαζί ή Τίποτα»                      

(Aus dem Nichts  / In the Fade)

  • Είδος: Κοινωνικό-πολιτικό δράμα
  • Σκηνοθεσία: Φατίχ Ακίν
  • Με τους: Ντάιαν Κρούγκερ, Ντένις Μοσκίτο, Γιοχάνες Κρις, Ούλριχ Τουκούρ, Νουμάν Ατζάρ.
  • Διάρκεια: 106’
  • Διανομή: Rosebud 21 / Seven Films
  • Διακρίσεις: Χρυσή Σφαίρα Ξενόγλωσσης Ταινίας – Βραβείο Γυναικείας Ερμηνείας στο Φεστιβάλ Καννών (Ντάινα Κρούγκερ).

 

Ο ταλαντούχος και πολλάκις βραβευμένος Τουρκογερμανός σκηνοθέτης Φατίχ Ακίν («Μαζί, Ποτέ!», «Η Άκρη του Ουρανού», «Soul Kitchen», «Η Μαχαιριά», «»Αντίο Βερολίνο»), είναι από τους αγαπημένους auteur των Ευρωπαίων σινεφίλ και ιδιαίτερα συμπαθής στην Ελλάδα. Φέτος, με την κατάκτηση της Χρυσής Σφαίρας στην κατηγορία της Ξενόγλωσσης Ταινίας, που συστήθηκε για τα καλά και στο κινηματογραφικό κοινό της αντιπέρα όχθης του Ατλαντικού, θα γίνει και των Αμερικανών. Αν και το θέμα που πραγματεύεται η ταινία και είναι η νεοναζιστική τρομοκρατία, δεν ξέρω πόσο θετικά θα τέρψει τα φυλλοκάρδια των Αμερικανών.

Η Γερμανίδα Κάτια (Ντάιαν Κρούγκερ, καταπληκτική), παντρεύεται στις φυλακές τον τιμωρημένο για εμπόριο ναρκωτικών, κουρδικής καταγωγής, σύντροφό της Νούρι (Νουμάν Ατζάρ). Ο Νούρι αποφυλακίζεται και ξεκινάει μια νέα ζωή, ανοίγοντας λογιστικό γραφείο, αφήνοντας πίσω του το παραβατικό παρελθόν του. Το ζευγάρι φέρνει στην ζωή τον γιο τους Ρόκο. Έπειτα από μερικά χρόνια, ένα πρωί, η Κάτια αφήνει στο γραφείο του άνδρα της τον μικρό Ρόκο για να τακτοποιήσει τις πρωινές δουλειές της. Το γραφείο του Κούρδου λογιστή γίνεται στόχος τρομοκρατικής, βομβιστικής επίθεσης με αποτέλεσμα να σκοτωθούν ο πατέρας και μικρός γιός του. Ο κόσμος της Κάτιας διαλύεται κι αποφασίζει να δώσει τέρμα στην ζωή της, καθώς δεν υπάρχει κανένα νόημα πια, δίχως τον αγαπημένο άνδρα και παιδί της. Το μήνυμα του δικηγόρου της, πως συνέλαβαν τους δράστες της βομβιστικής επίθεσης της δίνει κουράγιο και ετοιμάζεται να αντιμετωπίσει στα έδρανα του δικαστηρίου τους δολοφόνους της οικογένεια της. Οι ένοχοι είναι μέλη νεοναζιστικής οργάνωσης με διεθνές δίκτυο δράσης, που φθάνει έως την Ελλάδα και την οργάνωση της Χρυσής Αυγής. Η κατάθεση στη δίκη του Έλληνα χρυσαυγίτη και ιδιοκτήτη ξενοδοχείου Νικόλα Μάκαρη (Γάννης Οικονομίδης, καλός) και κάποια στημένα δικονομικά τερτίπια της υπεράσπισης, η δικαστικά έδρα αθωώνει τους νεοναζί, δολοφόνους βομβιστές και η Κάτια βρίσκεται σε απόγνωση. Αποφασίζει να πάρει τον νόμο στα χέρια της και να εκδικηθεί τον άδικο χαμό του άνδρα και του μικρού παιδιού της.

 

Είναι γνωστό, ότι η Ευρώπη βιώνει αισθητά στο πετσί της την ύστατη ζαριά του γερμανικού Ράιχ. Ο κόσμος το έχει τούμπανο και οι Γερμανοί κρυφό καμάρι, ότι σύσσωμο το βλέμμα του γερμανικού έθνους ήταν, είναι και θα είναι πάντα στραμμένο στο ένδοξο ναζιστικό παρελθόν τους και τα μεγαλεία τους. Όλα τα υπόλοιπα, περί μεταμέλειας και συγχωρήσεων είναι ψιμύθια για να βαυκαλιζόμαστε, πως όλα βαίνουν καλώς. Αυτό εκφράζει, έμμεσα και άμεσα ο Φατίχ Ακίν στην ταινία του και το αποτυπώνει, ο μπαγασας, εύστοχα, αρχής γενομένης με την δίκη παρωδία και τις συνοπτικές διαδικασίες που χρησιμοποιεί το δικαστικό σύστημα σε παρόμοιες περιπτώσεις. Το ναζιστικό τέρας υπάρχει και είναι ολοζώντανο στην σκοτεινή σπηλιά του, έτοιμο να κατασπαράξει ξανά το σύμπαν. Στην τελική απόφαση της Κάτιας, την οποία η Κρούγκερ ερμηνευτικά ανεβάζει στα ουράνια, ως γυναίκα, σύζυγος και μάνα, που ο δαίμονας του παρελθόντος αφάνισε στον παρόντα χρόνο τον κόσμο της δεν αντιδρώ διόλου, αλλά ως σκιά που κατάντησε μετά το τρομερό γεγονός που την βρήκε και την διαπίστωση, πως η χώρα της δεν ξέχασε, δεν τιμωρεί με την χειρότερη των ποινών, αντιθέτως υποθάλπει τέτοιους είδους ενέργειες, συμφωνώ με την κατάληξη της ταινίας που δίνει ο σκηνοθέτης. Καλή δουλειά του Ακίν, που αξίζει να δείτε για να διαπιστώσετε, πως εκείνο το παλιό, σκοτεινό τοπίο της πρόσφατης παγκόσμιας ιστορία, που μετατόπισε το κέντρο βάρους της ανθρώπινης προόδου στο σκότος είναι σε εγρήγορση. Εμείς οι Έλληνες το βιώνουμε αυτά τα χρόνια έντονα σε όλους τους τομείς, σαν να μην πέρασαν επτά δεκαετίες από την απελευθέρωση της χώρας μας.                        

«Αναχώρηση για Παρίσι 15:17»  

(The 15:17 to Paris)

 

  • Είδος: Βιογραφική Περιπέτεια
  • Σκηνοθεσία: Κλιντ Ίστγουντ
  • Με τους: Αντονι Σάντλερ, Αλεκ Σκαρλάτος, Σπένσερ Στόουν, Τζούντι Γκριρ, Τζένα Φίσερ, Ρέι Κορασάνι, Τόμας Λένον και Τόνι Χέιλ
  • Διάρκεια: 194 ’
  • Διανομή: Tanweer

Ο γερόλυκος Κλιντ Ίστγουντ στα 88 χρόνια της ζωής του σκηνοθετεί ακόμα ταινίες, ξεπερνώντας και τον Τζον Χιούστον που στα 81 του σκηνοθέτησε τους «Δουβλινέζους» (1987). Ζωή να έχει ο άνθρωπος, καθώς και αυτή η δημιουργία του δεν αναδύει διόλου γεροντίλα και μανιέρα. Εμμονή, ίσως. Μια εμμονή όμως που την θαυμάζω και ο λόγος είναι, ότι επιβεβαιώνει τα μέγιστα αυτό που λέει: «κάποτε οι ήρωες έψαχναν για συγγραφείς, τώρα οι συγγραφείς ψάχνουν για ήρωες». Αυτή είναι η εμμονή του Κλιντ: Να αναδεικνύει τους πραγματικούς ήρωες της πατρίδας του, αυτούς που τίμησαν την Αμερική (συμφωνείς ή δεν συμφωνείς είναι η αλήθεια), είτε στα πεδία των μαχών, είτε κατά την διάρκεια του επαγγελματικού τους καθήκοντος, ακόμα κι όταν βρίσκονται σε ταξίδι αναψυχής με αυταπάρνηση να σώζουν ανθρώπινες ψυχές. Μια ενέργεια που απουσιάζει από το συνειδησιακό σύμπαν του βολεμένου και απαθούς, σύγχρονου ανθρώπου. Η  ταινία «Αναχώρηση για Παρίσι 15:17» ίσως είναι η τελευταία του τρίπτυχου, μπορεί και όχι, που περιλαμβάνει τον «Ελεύθερο Σκοπευτή», τον «Sully», ταινιών που αφορούν τα πραγματικά ανδραγαθήματα, τους ηρωισμούς, τους άθλους υπαρκτών Αμερικανών πολιτών, γράφοντας την δική τους ιστορία. Γιατί να κατηγορήσω έναν σπουδαίο δημιουργό για αυτή την εμμονή του, όταν ως γήινα όντα βιώνουμε μια εποχή δίχως θετικά πρότυπα, βουτηγμένοι έως την άκρη των χειλέων μας στην κινηματογραφική άρνηση, την ανωμαλία, την κατήφεια και την παρακμιακή θλίψη, που πολλοί επικροτούν ως αριστουργήματα. ΄Ο,τι και είναι οι άνθρωποι που επιλέγει ο Κλιντ, απ΄ όποιο κοινωνικό στρώμα ή υπόστρωμα  προέρχονται, κατάφεραν να γίνουν γνωστοί διεθνώς ως ήρωες. Κι  αυτό, ο γεροντόβραχος Ίστγουντ, ως γνήσιος Αμερικανός που είναι, μπορεί και το προβάλει από το καλλιτεχνικό μέσο που υπηρετεί τόσα χρόνια και μπράβο του! Άλλωστε όλες οι δουλειές του σκηνοθετικά είναι άψογες, βραβευμένες και δεν είναι βαρετές.

 

Μια αληθινή ιστορία που συγκλόνισε την διεθνή κοινή γνώμη τον Αύγουστο του 2015. Είναι η ιστορία των τριών νέων ανθρώπων που γνωριζόντουσαν από μικρά παιδιά, φτάνοντας στην ηλικία των 22 χρόνων για να αποφασίσουν να ταξιδέψουν παρέα στην κεντρική και την δυτική Ευρώπη. Ο σπουδαστής κολεγίου ‘Αντονι Σάντλερ, ο Ελληνοαμερικάνος εθνοφρουρός του Όρεγκον, Άλεκ Σκαρλάτος, και ο διασώστης του αμερικανικού στρατού, Σπένσερ Στόουν (οι πραγματικοί ήρωες είναι και οι πρωταγωνιστές της ταινίας), ταξιδεύουν με το γαλλικό τρένο «Θαλής» από τις Βρυξέλλες προς το Παρίσι. Άοπλοι και με κίνδυνο τις ζωές τους, μαζί ακόμα έναν επιβάτη, τον Τζέφρι Ι. Στερν ακινητοποιούν έναν Μαροκινό τρομοκράτη, οπλισμένο με Καλάσνικοφ ΑΚ47, ένα σακ βουαγιάζ γεμάτο δεσμίδες και ένα μαχαίρι, που είχε σκοπό να δολοφονήσει και τους 554 επιβάτες της αμαξοστοιχίας. Το γεγονός ταξίδεψε σε όλο τον κόσμο μέσα από τα ΜΜΕ, μέχρι που ο Γάλλος πρόεδρος Ολάντ παρασημοφόρησε με το μετάλλιο της Γαλλικής Λεγεώνας της Τιμής, την υψηλότερη διάκριση του γαλλικού κράτους, τους τέσσερις ήρωες πρωταγωνιστές, καθώς στην συνέχεια συνάντησαν τον τότε πρόεδρο των ΗΠΑ, Μπαράκ Ομπάμα, ο οποίος τους αποκάλεσε «τους καλύτερους της Αμερικής».

Ο Κλίντ Ίστγουντ δεν μένει στο αυτό καθεαυτό γεγονός, αλλά το σενάριο που είναι βασισμένο στο βιβλίο  «The 15:17 to Paris: The True Story of a Terrorist, a Train, and ThreeAmerican Heroes» των Άντονι Σάντλερ, Άλεκ Σκαρλάτος, Σπένσερ Στόουν και Τζέφρι Ι. Στερν, καταγράφει τις ζωές των τριών φιλών, την γνωριμία τους (τον Άντονι Σάντλερ τον γνώρισαν στην εφηβεία), τις ασχολίες τους και το πως έφτασαν να βρεθούν και οι τρεις στο ευρωπαϊκό ταξίδι αναψυχής ως επιβάτες στο συγκεκριμένο τρένο, την συγκεκριμένη ώρα. Γυρίσματα έγιναν στην Ολλανδία, την Γαλλία, την Ιταλία και όπως οι προηγούμενες ταινίες του Κλιντ, έτσι και αυτή διακρίνεται από την σφιχτοδεμένη σκηνοθεσία και τον αλάνθαστο ρυθμό της αφήγησης. Μια έντιμη παραγωγή με την υπογραφή του βετεράνου Κλιντ Ίστγουντ. 

«Mudbound: Δάκρυα στο Μισισιπή»        

(Mudbound)

 

  • Είδος: Κοινωνικό δράμα εποχής
  • Σκηνοθεσία: Ντι Ρις
  • Με τους: Κάρεϊ Μάλιγκαν, Τζέισον Κλαρκ, Γκάρρετ Χέντλουντ, Τζέισον Μίτσελ, Μέρι Τζ. Μπλάιτζ
  • Διάρκεια: 134΄
  • Διανομή: Feelgood Entertainment

 Τα γνωστά και μη εξαιρετέα. Δηλαδή, πωρωμένος, αμερικανικός νότος (προ και μεταπολεμικής χρονικής περιόδου) με τις φυλετικές διαμάχες, τις αγεφύρωτες σχέσεις των μαύρων και των λεύκων με βάση την καλλιεργήσιμη, λασπωμένη γη και τα απατηλά όνειρα για ειρήνη, ευημερία και συνύπαρξη όλων των ανθρωποχρωμάτων, ως γνωστόν, δεν είναι κάτι το καινοτόμο για την 7η Τέχνη. Ταινία που το σενάριο της είναι βασισμένο στο μυθιστόρημα της λευκούλας, Τεξανής συγγραφέως Χίλαρι Τζόρνταν. Ποια είναι, όμως, η διαφορά του  «Mudbound» (πιστή μετάφραση είναι «Οι Δεσμοί της Λάσπης») από τις υπόλοιπες ταινίες του είδους; Είναι, ότι η σκηνοθέτις Ντι Ρις, πρώτον είναι γυναίκα, όπως και η συγγραφέας και δεύτερον, είναι Αφροαμερικάνα, που δεν είναι η συγγραφέας. Οπότε η κινηματογραφική οπτική της στην δεύτερη μεγάλους μήκους ταινία της Ρις, καθότι ασχολείται με ένα τόσο χιλιοειπωμένο λογοτεχνικό, μουσικό, θεατρικό, κινηματογραφικό θέμα, αξίζει την προσοχή μας. Κι όπου, βεβαίως, υπάρχει φυλετικό, αναπηρία και ομοφυλοφιλικό, η Αμερικανική Ακαδημία Κινηματογράφου, σπεύδει να επιδείξει ζήλο και ευαισθησία, όπως τώρα, προτείνοντας την ταινία για Όσκαρ σε τέσσερις κατηγορίες (Β΄ Γυναικείου Ρόλου για την Μέρι Τζ. Μπλάιτζ,  Καλύτερης Φωτογραφίας, Διασκευασμένου Σεναρίου και Μουσικής). Να επισημάνουμε, όμως, ότι το τραγούδι που ακούγεται στην ταινία με τον τίτλο: «Mighty River», ερμηνευμένο από την βαθιά soul φωνή της Μέρι Τζ. Μπλάιτζ (γραμμένο από την ίδια) και είχε προταθεί για Χρυσή Σφαίρα, είναι καταπληκτικό. Όπως όλο το score της ταινίας με έντονα τα blues και gospel στοιχεία, είναι δυνατό.

Δυο οικογένειες, οι λευκοί κτηματίες Μακάλαν και οι μαύροι εργάτες της γης Τζάκσον συνυπάρχουν με όλες τις αντίξοες κοινωνικές συνθήκες που διακρίνουν τον αμερικανικό νότο. Οι Μακάλαν, δηλαδή, ο μορφωμένος, υπεύθυνος, μηχανολόγος Χένρι (Τζέισον Κλαρκ, καλός) και η καλοσυνάτη γυναίκα του, με γαλλικά και πιάνο, Λάουρα (Κάρεϊ Μάλιγκαν, καλή) μετακομίζουν από το κοσμοπολίτικο περιβάλλον του Μέμφις κυνηγώντας το όνειρο του συζύγου για ένα καλύτερο αύριο στην ύπαιθρο του Νότου. Αγοράζουν μια καλλιεργήσιμη έκταση με σκοπό να την εκμεταλλευτούν οικονομικά και να φτιάξουν την ζωή τους, που εκτός των δυο μικρών θυγατέρων τους, το ζευγάρι φορτώνεται και τον κακότροπο, γεροξούρα πατέρα του Χένρι, τον φυλετιστή και άξεστο Πάπι Μακάλαν  (Τζόναθαν Μπανκς, καλός). Από τα σαλόνια στα κατώγια, καθώς το σπίτι που διαμένουν καταμεσής των χωραφιών είναι ένας εφιάλτης. Ο αδελφός του Χένρι και γαμπρός της Λάουρα, ο ρομαντικός, ευαίσθητος, γοητευτικός μποέμ, Τζέμι Μακάλαν (Γκάρρετ Χέντλουντ, πολύ καλός) με την ένταξη της Αμερικής στον πόλεμο κατατάσσεται στην αεροπορία και βρίσκεται ως πιλότος βομβαρδιστικού στην καρδιά του Β΄ΠΠ και μάλιστα στις μάχες του Ειρηνικού με την Ιαπωνία. Παίζει και φλερτ ανάμεσα στον Τζέιμς και την λεπτεπίλεπτη Λαόυρα. Η μαύρη οικογένεια των Τζάκσον, δηλαδή, ο πάτερ φαμίλιας Χαπ (Ρομπ Μόργκαν, καλός), από προγόνους καραμπινάτους σκλάβους, εκτός της αγάπης, της φιλοτιμίας ως εργάτης – επιστάτης στην γη των Μακάλαν είναι και ο πάστορας στην μικρή εργατική, κοινωνία των μαύρων. Μαζί με την γυναίκα του Φλόρενς (Μέρι Τζ. Μπλάιτζ, καλή), η οποία είναι εμπειρική μαία και όλη την φτωχή και αγαπημένη, πολύτεκνη φαμίλια στήνουν σχέδια, κάνουν όνειρα για το πως θα αποκτήσουν, κάποια στιγμή, την δική τους γη, έπειτα από την κυβερνητική απόφαση περί μοιρασιάς τιμαρίων σε μαύρους γεωργούς. Προλαβαίνει όμως ο πόλεμος και τα σχέδια, τα όνειρα πάνε πίσω. Ο μεγάλος γιός της οικογένειας Τζάκσον, ο τολμηρός Ρόνσελ (Τζέισον Μίτσελ, καταπληκτικός), φεύγει για το μέτωπο και μάλιστα στα τεθωρακισμένα. Ως διοικητής άρματος, οι συμπολεμιστές του (παντός χρώματος) τον εκτιμούν, τον σέβονται και στο επιχειρησιακό θέατρο της δυτικής Ευρώπης, παρασημοφορείται για την ανδρεία του. Όσο διαρκεί ο πόλεμος σχετίζεται ερωτικά με μια λευκή, ξανθιά Γερμανίδα και όπως λέει ο ίδιος: «οι Ευρωπαίοι δεν έχουν φυλετικά σύνδρομα. Η ζωή για έναν μαύρο στην Ευρώπη είναι ίδια όπως για έναν λευκό». Ο πόλεμος τελειώνει και οι στρατιώτες επιστρέφουν στην πατρίδα, μαζί τους οι: Τζέιμς Μακάλαν και ο Ρόνσελ Τζάκσον. Οι δυο άνδρες που έζησαν την κόλαση του πολέμου δημιουργούν μια φιλία, η οποία δημιουργεί προβλήματα στην κοινωνία των λευκών και στους φυλετιστές νότιους. Οι δύο οικογένειες έρχονται σε σύγκρουση και ο θυμός, η οργή, η αδικία αποκαλύπτονται βίαια και απάνθρωπα στην υγρή γη των ονείρων. Μια δραματική εξέλιξη θα αναδείξει όλο το πρωτόγονο και απολίτιστο στοιχείο μεγάλης μερίδας του αμερικανικού λαού, που μέχρι σήμερα είναι ζωντανό και έντονο.

Το βιβλίο της  Χίλαρι Τζόρνταν δεν το έχω διαβάσει, αλλά κρίνοντας την κινηματογραφική μεταφορά του στο σενάριο της ομότιτλης ταινίας που επιμελήθηκε ο τηλεοπτικός σεναριογράφος και παραγωγός Βέρτζιλ Γουίλιμας («Εντατική», «24», «Criminal Minds») μαζί με την σκηνοθέτιδα Ντι Ρις, επισημαίνω μια καλή αφηγηματική ροή από τους ίδιους τους ήρωες, κάθε φορά που ξεδιπλώνονται οι ιστορίες τους. Έξυπνο, ευχάριστο και ξεκούραστο, καθώς υπάρχει αρκετό voice over στην ταινία. Ευαίσθητη η σκηνοθετική προσέγγιση της Ρις, έντονα και τα σημεία της διαμαρτυρίας ως προς την διαχείριση του άλυτου κοινωνικού ζητήματος των φυλετικών διακρίσεων. Η φωτογραφία της Ρέιτσελ Μόρισον, πραγματικά είναι αξιοπρόσεκτη, αιχμαλωτίζοντας τόσο το συναίσθημα των ηρώων, όσο και την άλλοτε λασπωμένη, άλλοτε ηλιόλουστη γη του αμερικανικού νότου. Βέβαια, η συγγραφέας έχει ράψει στα κεφάλαια της όλα τα λογοτεχνικά μοτίβα των συγγραφέων του κατατρεγμού της πατρίδας της, από τον Στάινμπεκ έως τον Σάλιντζερ, από την Ζόρα Νεάλες Χόρστον έως την Τόνι Μόρισον και την Άλις Γουόκερ. Μια στρωτή ιστορία με έντονο, δραματικό φινάλε, που δεν διαφέρει από άλλες του είδους. Τομές δεν υπάρχουν, παρά μόνο, ότι η Ευρώπη δεν έχει φυλετικά κόμπλεξ με τους μαύρους, όπως η Αμερική… Εκτός, εάν είναι μουσουλμάνοι. Η  Μέρι Τζ. Μπλάιτζ, που διεκδικεί το Όσκαρ Β΄ Γυναικείου Ρόλου είναι στιβαρή και θαυμαστή, αλλά έχει να αντιμετωπίσει μια σκληρή αντίπαλο σε αυτή την κατηγορία, που ακούει στο όνομα Άλισον Τζάνεϊ και υποδύεται την αποκρουστική μητέρα της πρωταθλήτριας του πατινάζ Τόνια Χάρτινγκ στο biopic «Εγώ, η Τόνια».                     

 «Κάθε Μέρα, Μία Aλλη Μέρα»       

(Every Day)

 

  • Είδος: Ερωτική νεανική – Επιστημονικής Φαντασίας
  • Σκηνοθεσία: Μάικλ Σάκσι
  • Με τους: Ανγκούρι Ράις, Μαρία Μπέλο, Ντέμπι Ράιαν, Κόλιν Φορντ, Τζάστις Σμιθ, Οουεν Τιγκ
  • Διάρκεια: 91’
  • Διανομή: Odeon

 

Υπάρχει ή, τέλος πάντων, υπήρχε ποτέ έφηβη ή έφηβος σε αυτή τη Γη, ηλικίας από 13 έως 17, άντε 18 χρόνων, που να ερωτεύτηκε σφόδρα και να έπεσε στα πατώματα, ανιχνεύοντας πρώτα την ψυχή, κι όχι την μούρη ή την κορμάρα ή το στυλ αυτού ή αυτής που φλερτάρει; Γιατί εάν υπάρχει, τότε λανθασμένη εφηβεία έζησα μαζί με μερικά δισεκατομμύρια ανθρώπων αυτού του πλανήτη. Όλη η ψυχολογία του έφηβου ανθρώπου στηρίζεται στις εικονικές προσλαμβάνουσες, κι όχι στην ψυχική διείσδυση και την συγκομιδή των αρετών και των προτερημάτων του ανθρώπου που γοητεύεται. Η εξωτερική εμφάνιση είναι η πρώτη εικόνα. Ακόμα και η όμορφη Εσμεράλδα ένιωσε αποστροφή κοιτάζοντας για πρώτη φορά τον καμπούρη, κωδωνοκρούστη Κουασιμόδο στην «Παναγία των Παρισίων» του Βίκτορος Ουγκό. Δεν έπεσε στην αγκαλιά του με την μια (ποτέ δεν έπεσε, άλλωστε), ούτε άρχισε τις γλύκες μαζί του. Πέρασε καιρός μέχρι να αντιληφθεί το μεγαλείο και την καλοσύνη της ψυχής του (τρελά καψούρης ήταν ο άμοιρος Κουάσι με την τσαχπίνα τσιγγάνα) και η Εσμεράλδα να αρχίσει να νοιώθει κάτι. Άρα, το έξω μας παίζει πολύ σοβαρό ρόλο ως προς την αποδοχή μας στο άλλο φύλλο, πόσο μάλιστα όταν ο άνθρωπος βιώνει τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα την περίοδο της εφηβείας του. Σε ένα πλήθος προτύπων, άσχετα εάν συμφωνούμε ή διαφωνούμε, ο νέος, ακόμα και ο πιο μεγάλος σε ηλικία άνθρωπος, πολιορκείται ανελέητα από όλα τα είδη των τεχνών και του Τύπου, με σκοπό την μίμηση ή την σύγκριση. Απλό το ερώτημα: Μια ωραία, εφηβική ύπαρξη, ανεξαρτήτου φύλλου, με όλες τις χάρες της ομορφιάς και του Κάλλους, γεμάτη αυτοπεποίθηση και μπρίο είναι δυνατόν να γοητευτεί, στην συνέχεια να ερωτευτεί και να συνυπάρξει με έναν άλλον άνθρωπο γεμάτο μορφολογικά ελαττώματα; Μην αρχίσετε τις άγονες φιλοσοφικές τοποθετήσεις. Η απάντηση είναι μια και ξεκάθαρη. Όχι, Βέβαια! Ακόμα κι αν ο ελαττωματικός, μορφολογικά, άνθρωπος είναι ό,τι πιο καλοκάγαθο και ευγενικό πλάσμα ζει και αναπνέει στη οικουμένη. Αλλά για να το προχωρήσουμε και λίγο παραπέρα, οι αρχαίοι παππούδες μας έλεγαν, και συγκεκριμένα ο Αγησίλαος, πως «όποιος σφάλει στο σώμα σφάλει και στο μυαλό». Ελάχιστες, μικρές στον αριθμό, υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις, απλά για να επιβεβαιώνουν τον αρχικό κανόνα.

Η όμορφη και καλών επιδόσεων μαθήτρια, η έφηβη Ριάνον (Ανγκούρι Ράις, καλή) ερωτεύεται μια ψυχή με το όνομα, Έι (Α), η οποία παράξενη και αγνώστου προέλευσης ψυχή, καθημερινά τοποθετείται σε διαφορετικό ανθρώπινο σώμα (ώρα 11:45 αλλάζει κορμί), επιλεγμένο ηλικιακά (έφηβοι, αγόρια κορίτσια) για να ζήσει εμπειρίες ζωής, κυριεύοντας καθολικά, μάλιστα, την συνειδητότητα του ατόμου που κυριεύει. Σε κάποια μετάβαση του, ο Έι (Α), μπαίνει στο σώμα του ανέμελου έφηβου Τζάστιν (Τζάστις Σμιθ), ο οποίος είναι το boyfriend της Ριάνον. Ο Τζάστιν αλλάζει συμπεριφορά και από κλασσικός έφηβος που είναι γεμάτος τεστοστερόνη, σπαρίλα, ηλεκτρονικά, μπύρες με φίλους, ψιλοπαρτάκιας, για μια ημέρα γίνεται ο ιππότης με το άσπρο άλογο, προσφέροντας ένα ειδυλλιακό, πρωτόγνωρο, ρομαντικό απόγευμα στην Ριάνον. Η Ριάνον δαγκώνει την λαμαρίνα περισσότερο από πριν με τον Τζάντιν, αλλά δεν γνωρίζει, πως όλες αυτές τις ομορφιές και την αγάπη τις εξεδήλωσε η αερομεταφερόμενη ψυχή  Έι (Α), που ήταν στο σώμα του Τζάστιν. Εδώ η ψυχή ερωτεύτηκε την ομορφούλα μας. Την επόμενη ημέρα η ψυχή μεταφέρεται σε μια νεοφερμένη κοπέλα του σχολείου και ο ανυπεράσπιστος Τζάστιν  στην ρουτίνα της εφηβείας του. Η κοπέλα με την ψυχή Έι (Α) μέσα της εκδηλώνεται φιλικά στην Ριάνον, ή Ριάνον ψιλοκομπλάρει, αλλά η ψυχή, καθότι ερωτευμένη δεν το βάζει κάτω. Το επόμενο πρωί τσακώνει έναν θρησκόληπτο, ομοφυλόφιλο, έφηβο, μετά ένα παχύσαρκο, ολίγον τρομακτικό έφηβο, κι εκεί η Ριάνον αρχίζει να μαθαίνει την αλήθεια, καθώς την ενημερώνει από το κινητό, κάθε φορά που μεταφέρεται σε καινούργιο σώμα, ποιο ακριβώς είναι. Η ψυχή Έι (Α) και η έφηβη ερωτεύονται τρελά, ζώντας τον έρωτα τους από σώμα σε σώμα διαφόρων τύπων εφήβων (μαύρος, Ασιάτισσα με αυτοκτονικές τάσεις, βλαχαδερό, βουτυρομπεμπές, χοντροί, κοντοί ψηλοί και πάει λέγοντας), μέχρι που φτάνει η στιγμή να παρθεί η μεγάλη απόφαση, για το τι θα γίνει με την περίπτωση τους.

Η ιδέα, ως ιδέα συγγραφής βιβλίου και έπειτα μεταφοράς σε σενάριο, φαντάζει εν πρώτοις καλή, αλλά στο γέμισμα της είναι πάμπτωχη, έως άδεια, διαβάζοντας, μάλιστα, το κίνητρο του συγγραφέα που τον οδήγησε να γράψει το βιβλίο, ότι: «…τι σημαίνει πραγματικά να αγαπάς τον εσωτερικό κόσμο του άλλου, όταν δεν έχεις τον εξωτερικό παράγοντα;». Σκέψεις ενός ενήλικα ανθρώπου, που προφανώς θα είχε προβληματική εφηβεία μέσα στην απόρριψη. Ουδείς έφηβος σκέφτεται όπως ο εν λόγω συγγραφέας. Τέλος πάντων, εικάζω, πως η ταινία θα έχει ανταπόκριση στο εφηβικό κοινό και δη στο κοριτσίστικο.