fbpx

Ταξιδεύοντας με τον Εχθρό μου

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

«Ταξιδεύοντας με τον Εχθρό μου»     

(Hostiles)

 

  • Είδος: Γουέστερν
  • Σκηνοθεσία: Σκοτ Κούπερ
  • Με τους: Κρίστιαν Μπέιλ, Γουές Στάντι, Ρόζαμουντ Πάικ, Σκοτ Σέπερντ, Μπεν Φόστερ, Aνταμ Μπιτς, Τζέσε Πλέμονς, Ρόρι Κοκρέιν
  • Διάρκεια: 133’
  • Διανομή: Odeon

Είναι αυτό που ονομάζουμε καθαρόαιμο γουέστερν με όλα τα ενδιαφέροντα, old fashion συστατικά τού κινηματογραφικού είδους και με την δυναμική ανάπτυξης της πλοκής απόλυτα ευθυγραμμισμένη στα σημερινά δεδομένα της σκηνοθετικής αντίληψης. Πολυεδρικό φιλμ, καθ΄ όλα στέρεο, με όλες τις πλευρές του τοποθετημένες στην σωστή οπτική δράσης, ώστε έντεχνα να αποκαλύπτεται η ένταση, η αμφιβολία, το καθήκον, το ανθρώπινο συναίσθημα και να καταγράφεται σταδιακά και γόνιμα η πορεία της λύτρωσης.  Καλοί, κακοί, βίαιοι, θύτες και θύματα, ένα δεμάτι ανθρώπινων χαρακτήρων εκδηλώνουν τις παρουσίες τους, διασχίζοντας την πολλά υποσχόμενη γη της αμερικανικής υπαίθρου του 1892. Πορεία κολασμένη, τόσο για την σωματική ακεραιότητα των ηρώων, όσο και για τα τοξικά κατάλοιπα της ψυχής.  

 

Ο μεγάλος εμφύλιος έχει τελειώσει, το ξεπάστρεμα των γηγενών Αμερικανών έχει ολοκληρωθεί με επιτυχία (ελάχιστοι ινδιάνοι το παλεύουν ακόμα μεμονωμένα) και η γη της βαθιάς, ευλογημένης Εσπερίας έχει αρχίσει να διαφεντεύεται από τα χλωμά πρόσωπα. Ο επίσημος στρατός των ενωμένων πολιτειών (των Βορείων για να είμαστε συγκεκριμένοι), με τα επανδρωμένα και οργανωμένα οχυρά-στρατόπεδα διασκορπισμένα στα τέσσερα σημεία του βορειοαμερικανικού, κατακτημένου ορίζοντα ελέγχουν και ρυθμίζουν στρατιωτικά την επικράτεια που βρίσκεται σε αναβρασμό προόδου. Πόλεις από τους υπάρχοντες αποίκους, αλλά και νεομετανάστες Ευρωπαίους (αυτοί κι αν ήταν λαθρομετανάστες) στήνονται γρήγορα στις ασφαλείς πια περιοχές. Το σιδηροδρομικό δίκτυο επεκτείνεται με ραγδαίους ρυθμούς και η νέα εποχή ανατέλλει. Οι διάφορες φυλές των ηττημένων Ινδιάνων έχουν περιοριστεί από την κυβέρνηση σε ενδεδειγμένους γεωγραφικούς χώρους (γκέτο), θάβοντας οριστικά οι πολέμαρχοι το τόμαχοκ του πολέμου. Στο Νέο Μεξικό υπάρχει το οχυρό Μπέρινγκερ, που υπηρετεί ο θρυλικός ινδιανοφάγος λοχαγός Τζότζεφ Μπλόγκερ (Κρίστιαν Μπέιλ, απίθανος), ο οποίος με ρητή και αμετάκλητη διαταγή του διοικητή του, κόντρα στις πεποιθήσεις του, αναλαμβάνει μια αποστολή: Να μεταφέρει τον χειρότερο εχθρό του, τον ετοιμοθάνατο, καρκινοπαθή, αιχμάλωτο αρχηγό των Σεγιέν, το Κίτρινο Γεράκι (Γουές Στάντι, αυτή τη φορά ως ινδιάνος είναι σοφός και ήρεμος) στην όμορφη Μοντάνα, για να δει την πατρώα γη του για τελευταία φορά πριν εγκαταλείψει η ψυχή του τα γήινα. Μια δημοσιοσχετίστικη αποστολή, που οργανώθηκε επιμελώς από τα κυβερνητικά επιτελεία των ΗΠΑ, παρουσιάζοντας οι σφαγείς κατακτητές το καλό, το ειρηνικό και το συνενωτικό προσωπείο τους, τόσο στους εναπομείναντες, αποδεκατισμένους ινδιάνους, όσο και στο γενικότερο πλαίσιο του πολιτικά ορθού της νέας κατάστασης πραγμάτων. Ο φύλαρχος με την οικογένεια του, μια μικρή σε αριθμό ομάδα στρατιωτών και ο λοχαγός Μπλόγκερ, που μισεί θανάσιμα τον ινδιάνο (ο αρχηγός είχε σκοτώσει τους φίλους και συμπολεμιστές τού λοχαγού), ξεκινούν το ταξίδι τους. Κατά την διαδρομή συναντούν την σαλταρισμένη, χαροκαμένη μάνα και σύζυγο, Ρόζαλι Κουέιντ (Ρόζαμουντ Πάικ, εκπληκτική) να βρίσκεται μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας στην διαλυμένη αγροικία της και να «περιποιείται» τα τρία σκοτωμένα παιδιά της, ενώ ο άνδρας της είναι κι αυτός νεκρός από την επιδρομή μιας ομάδας ανένταχτων Ινδιάνων Κομάντσι. Η γυναίκα ακολουθεί την ομάδα του λοχαγού Τζόζεφ στο ταξίδι και όλοι μαζί για να επιβιώσουν πρέπει να ξεπεράσουν, όχι μόνο τους εξωτερικούς κινδύνους αλλά και τους εσωτερικούς τους δαίμονες.

Από την πρώτη κιόλας ταινία του, το υπέροχο κάντρι «Crazy Heart» του 2009 (χάρισε το πρώτο Όσκαρ Ερμηνείας στον Τζεφ Μπρίτζες), ο Αμερικανός σκηνοθέτης Σκοτ Κούπερ, σήμερα σαράντα οκτώ μάηδων, έδειξε ότι έχει ψυχούλα στο να αποτυπώνει μια διαφορετική Αμερική, ελάχιστα σκαλοπάτια πριν τον θεοσκότεινο κοινωνικό πάτο. Όχι, δεν είναι πεσιμιστής, μηδέ καταγραφέας του αυτοκτονικού περιθωρίου. Περισσότερο μοιάζει με παιδί της πιάτσας, που διαθέτει νιονιό και καλή σκηνοθετική οπτική, αφήνοντας ελεύθερη την όποια προοπτική καλυτέρευσης του ανθρώπινου στοιχείου. Τουλάχιστον, αυτού του στοιχείου που αξίζει. Το αποδεικνύει άλλωστε στην αμέσως επόμενη δουλειά του το 2013 και στην «Σκουριασμένη Πόλη» (Out of the Furnace), πάλι με τον Κρίστιαν Μπέιλ και τον Κέισι Άφλεκ δίπλα του, οπότε, λες, «οκ… το έχει ο άνθρωπος και μας τα ρίχνει καλά». Στο «Black Mass» (Ανίερη Συμμαχία) του 2015, απογυμνώνει τον Τζόνι Ντεπ από τα blockbuster μπιχλιμπίδια του, τον μεταμορφώνει κυριολεκτικώς και τον αμολάει σε μια ατμοσφαιρική γκανγκστερική ταινία πολιτικού περιεχομένου που αφορά τα σάπια σωθικά της ίδιας της Αμερικής. Καταλήγοντας στο σημερινό «Ταξιδεύοντας με τον Εχθρό μου», διακρίνουμε έντονα, όπως και στο «Black Mass», την διάθεση του Κούπερ να βάζει στο αμόνι ιστορικά γεγονότα και το πως αυτά διαπλάθουν στο διηνεκές το status των συμπατριωτών του. Εδώ, ρίχνει την σφύρα με σθένος στο κομβικό σημείο, που ονομάζεται ως η καθολική επικράτηση των αποικιοκρατών στην γη της Αμερικής και το στραπατσάρει, αλλάζοντας του σχήμα και μορφή. Η πατριωτική μεν, εκδοχή του θέματος υλοποιείται αψεγάδιαστα στο πρόσωπο του υπηρεσιακού και υπάκουου αξιωματικού του στρατού (Κρίστιαν Μπέιλ), ο οποίος εκτελεί όλες τις διαταγές και τις αποστολές αποτελεσματικά, αλλά τελικά δε, αναδύεται ένας σκεπτικισμός, που πηγάζει από την μόρφωση του (διαβάζει τον Ιούλιο Καίσαρα του Σαίξπηρ), για να τον οδηγήσει στην αμφισβήτηση. Η πορεία με τον άσπονδο ινδιάνο εχθρό του και η συνάντηση με την βαρυπενθούσα γυναίκα, που βλέπει ερυθρόδερμους και της σηκώνεται η τρίχα θα αρχίσουν να τραβούν το βαρύ πέπλο της ψυχής του και να τον απελευθερώνουν. Τον μετασχηματισμό του λοχαγού θα τον σχηματοποιήσει ένας κρατούμενος συμπολεμιστής τους (Μπεν Φόρεστ, καλός), ο οποίος οδηγείται σε απαγχονισμό, λόγω της βάρβαρης συμπεριφοράς του απέναντι σε ινδιάνους (εδώ καταγράφει ο Κούπερ και την υποκρισία).  

Οι κουβέντες  λιτές και στακάτες, όπως: «δεν ξέρεις πόσο αλλάζει τον άνθρωπο ένας πόλεμος» μας θυμίζουν τον, επίσης, πατριώτη, λοχαγό Τομ Χανκς στην «Διάσωση του Στρατιώτη Ράιαν» του Σπίλμπεργκ, που σκότωνε και πάλι σκότωνε για την ελευθερία, την πατρίδα, ενώ πριν καταταγεί ήταν ένας καλοσυνάτος, καθηγητής αγγλικής λογοτεχνίας. Το τι ήταν πριν τον στρατό και την ρετσινιά του αιμοσταγούς ινδιανοφάγου, ο μορφωμένος Κρίστιαν Μπέιλ δεν απαντάται στην ιστορία, αφήνοντας στον θεατή μια γλυκιά γεύση, εκεί, στην σεκάνς του φινάλε της ταινίας για να αποχωρήσεις από την σκοτεινή αίθουσα με την ταινία να μαμουνιάζει  μέσα στο κεφάλι σου. Μεστό γουέστερν, καλοσχηματισμένο, σε sinemascope format να γεμίζει η οθόνη, σύγχρονο, όλο κρεμασμένο πάνω στον υπέροχο Μπέιλ, άλλοτε με ανοιχτά πλάνα να φωτίζεται η γαλήνια ύπαιθρος, όπως προστάζει το είδος των ταινιών, κι άλλοτε με κοντινά γεμάτα σιωπές και αγωνία πορτρέτα. Προσεγμένο σενάριο  του βετεράνου Ντόναλντ Στιούαρτ (Όσκαρ Σεναρίου για τον «Αγνοούμενο», 1982 του Κώστα Γαβρά). Καλή δουλειά που σίγουρα θα αγνοηθεί στα επόμενα βραβεία Όσκαρ.