fbpx

Τάσος Καλούτσας, συνέντευξη στην Τίνα Πανώριου

Τίνα Πανώριου

Τίνα Πανώριου

panoriout@gmail.com

«…οι καλοί δάσκαλοι δικαιώνονται, μακροπρόθεσμα, στην κρίση και τη συνείδηση των μαθητών τους»

Ο Τάσος Καλούτσας γεννήθηκε το 1948 στη Θεσσαλονίκη, όπου και ζει. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και εργάζεται ως καθηγητής στη μέση εκπαίδευση. Στα γράμματα εμφανίστηκε το 1983 με διηγήματα στο περιοδικό «Διαγώνιος». Αργότερα συνεργάστηκε στενά με τα περιοδικά «Παραφυάδα» και «Το Τραμ» (τρίτη διαδρομή). Κείμενά του έχουν δημοσιευτεί και σε άλλα λογοτεχνικά περιοδικά. Κυκλοφόρησε τα βιβλία: «Το κελεπούρι και άλλα διηγήματα» (1987· 1997), «Το κλαμπ και άλλα διηγήματα» (1990), «Αλήθεια και βίωμα στα διηγήματα της «Κάτω βόλτας» του Ντίνου Χριστιανόπουλου» (μελέτη, 1990), «Το καινούριο αμάξι» (διηγήματα, 1995), «Το τραγούδι των σειρήνων» (διηγήματα, 2000, Κρατικό Βραβείο Διηγήματος και Βραβείο Διηγήματος του περιοδικού «Διαβάζω»), «Η ωραιότερη μέρα της» (διηγήματα, 2010). Διηγήματά του έχουν μεταφραστεί στα γερμανικά, τα αγγλικά και τα ολλανδικά.

  

Μια απίστευτη μοναξιά, μια μελαγχολία αποπνέουν όλες σας οι ιστορίες, κ. Καλούτσα. Είναι γιατί οι τωρινές συνθήκες ζωής όλων μας, σχεδόν, μας κατέστησαν, κατήντησαν εύθραυστους, απρόβλεπτους, ηττημένους;

Ένας συγγραφέας κατά κανόνα προσπαθεί ν’ αφουγκραστεί τον βαθύτερο παλμό της εποχής του και να διαχειριστεί τα δεδομένα της στις ιστορίες του, με τη βοήθεια της μνήμης και της φαντασίας. Παρατηρεί τα σημαντικά «εξωτερικά γεγονότα» (που σήμερα υπερτονίζονται από τα media) και προβάλλει συχνά τις προσωπικές αντιδράσεις του μέσα από την ψυχολογία των ηρώων του. Αυτοί, λοιπόν, μπορεί να ζουν τις «μικρές και ασήμαντες» ζωές τους, ωστόσο ο ψυχικός τους κόσμος, εφόσον βρίσκονται σε άμεση ανταπόκριση με τα γεγονότα και εκτίθενται στις αναταράξεις που προκαλούν, επηρεάζεται δραστικά. Οι συνθήκες που βιώνουμε εδώ και καιρό είναι εξαιρετικά δύσκολες, επομένως καταλήγουμε σε μερικά από τα αρνητικά αποτελέσματα που περιγράφετε στην ερώτησή σας.

Είπατε κάπου: «Ο συγγραφέας είναι ο αλκοολικός του βιώματος», δηλαδή λαϊκά ο συγγραφέας είναι ο διαμεσολαβητής ανάμεσα σε αυτά που ζει και σε αυτά που  μεταπλάθει σε ιστορίες;

Σίγουρα ο συγγραφέας είναι ο «διαμεσολαβητής», αφού μετουσιώνει την πρώτη ύλη που του δίνει η καθημερινότητα σε λογοτεχνία, δηλ. της δίνει βάθος σε νοήματα και αισθήματα. Θα πρόσθετα κιόλας ότι μ’ έναν τρόπο την «ξορκίζει», γιατί η πραγματικότητα είναι συχνά  εφιαλτική. Τη συγκεκριμένη φράση πάντως την έχει χρησιμοποιήσει παλιότερα ένας κριτικός, για να δείξει τον σημαντικό ρόλο που διαδραματίζει το βίωμα στην εν γένει καλλιτεχνική δημιουργία και δη στη λογοτεχνική πράξη. Συνήθως ταυτίζουμε το βίωμα με την εμπειρία, ωστόσο υπάρχουν μερικές διαφορές, η έννοια του πρώτου είναι κάπως πλατύτερη.

Εσείς πάλι πώς δουλεύετε; Μαζεύετε υλικά στο μυαλό σας από την καθημερινότητα (π.χ. επίσκεψη σε νοσοκομείο) και έπειτα από καιρό στο γραφείο σας ή σε ένα καφέ κάθεστε και τις γράφετε;

Είναι τόσο σύνθετη η διαδικασία που δυσκολεύομαι να τη βάλω σε στερεότυπα και κανόνες. Σίγουρα χρειάζομαι τη λεπτομερή καταγραφή ενός περιστατικού για να την έχω ως οδηγό. Όταν όμως αργότερα την ξαναδώ, κάνω προσθαφαιρέσεις κι αρχίζω να σκέφτομαι και τις πιθανές παραλλαγές της ιστορίας. Μπορεί λ.χ. η συγκεκριμένη καταγραφή να αποτελέσει τμήμα μιας καινούργιας ιστορίας (που δεν είχα ως τώρα φανταστεί). Βλέποντας εξάλλου από μια ορισμένη χρονική απόσταση, βλέπεις πιο καθαρά. Τα άλλα επιμέρους στοιχεία, πέρα από το αρχικό σχέδιο, είναι η αφήγηση, η περιγραφή, οι διάλογοι. Έχεις επίσης να φροντίσεις τη γλώσσα και το ύφος, ώστε να είναι καλά κουρδισμένο. Αυτά βέβαια όταν κάποια στιγμή νιώσεις έτοιμος να πεις την ιστορία που σημαίνει πως έχει φτάσει η ώρα της σύνθεσης. Τα στοιχεία που προανέφερα συντάσσονται μέσα στο μυαλό σου και παίρνουν σιγά σιγά τη θέση τους σ’ ένα όλον που έχει αρχή, μέση και τέλος. Περίεργη, κοπιώδης (αλλά και απολαυστικά δημιουργική) διαδικασία για ένα διήγημα (που μπορεί και να ’ναι τόσο σύντομο), αλλά έτσι τη βιώνω εγώ. Δεν γράφω ποτέ σε καφέ. Απορούσα μάλιστα, όταν ο Νίκος Μπακόλας μου έλεγε ότι συνήθιζε να το κάνει. Γράφω συνήθως πρωινές ώρες στο γραφείο μου και ποτέ το βράδυ. Τότε θέλω να διαβάσω ή να δω μια ταινία.

Ιστορίες με ήρωες ανθρώπους πονεμένους, τσακισμένους, 23 τον αριθμό, που στο τέλος όμως φαίνονται σαν να θέλουν να αντισταθούν σε όσα ερήμην τους τους συμβαίνουν. Δεν το βάζουν εντελώς κάτω, έτσι δεν είναι;

Όπως το είπατε, «ερήμην τους…»; Ή τάχα θα έπρεπε να λογαριάσουμε και τους πολυάριθμους «φταίχτες» (στη «Δραπέτευση» και στο «Υπό το κράτος του τρόμου» γίνονται νύξεις για τον ρόλο τους) που μας παρέσυραν σε μια άνευ προηγουμένου (πολυδιάστατη) κρίση, όπου όλοι μας (λαός και ηγεσίες) βρεθήκαμε τραγικά απροετοίμαστοι; Τώρα, τόσα χρόνια μετά, διαπιστώνουμε πόσο έχουν οξυνθεί οι συνέπειες. Ως εκ τούτου το βρίσκω φυσικό ν’ αποπνέουν έντονη μελαγχολία οι ιστορίες, νομίζω ωστόσο ότι τον χαρακτηρισμό «ηττημένοι» που αποδώσατε παραπάνω γενικά στους ήρωες, κάποια διηγήματα τον πολεμούν εκ των ένδον. Δεν παραιτούνται αυτοί οι ήρωες -πλην ίσως του άρρωστου πατέρα στο «Μόνο βόλτες»-, απλά φτάνουν κάποτε στα όρια της φυσικής τους εξόντωσης.

Υπάρχει ένα διήγημά σας, «Στη σκιά ενός παιδικού πάθους», στο οποίο ένα αγοράκι μιλάει στον πατέρα του στον πληθυντικό, κι ο πατέρας αυτός ρίχνει και καμιά σφαλιάρα άμα λάχει. Διανοείστε στις μέρες μας τέτοιες συμπεριφορές στα αστικά τουλάχιστον σπίτια;

Ασφαλώς όχι! Η συμπεριφορά εκείνη είναι αποτύπωμα μιας άλλης εποχής, με τις δικές της δύσκολες μεταπολεμικές συνθήκες και οικογενειακές ανησυχίες. Όχι ότι δεν μπορείς, σπανιότερα, να τη συναντήσεις και σήμερα ίσως κυρίως σε κάποια λαϊκά υποβαθμισμένα κοινωνικά στρώματα (εννοώ τη σφαλιάρα, σε περίπτωση ανυπακοής). Αλλά βέβαια στο συγκεκριμένο διήγημα πρόκειται για τη βεβιασμένη απόπειρα επιβολής του πατέρα στον γιο του, αν και δεν γίνεται κατά βάθος με κακή πρόθεση. Απλά πραγματοποιείται με λανθασμένο τρόπο. Ο διά των λόγων αυστηρός και ηθικοπλαστικός συνετισμός θα αποδειχθεί μη αποτελεσματικός, ενώ συνάμα προδίδει την αμηχανία του γονέα να διαπαιδαγωγήσει σωστά το παιδί του.

Έχετε διδάξει στη Μέση Εκπαίδευση για χρόνια. «Δάσκαλοι» σαν τον κ. Ζήσιμο υπάρχουν πολλοί ή οι άλλοι οι διεκπεραιωτές είναι οι περισσότεροι;

Δεν έχω υπόψη μου στατιστικές για να σας δώσω ακριβή απάντηση σ’ αυτό. Η γνώμη μου είναι ότι υπήρξαν, υπάρχουν και θα υπάρχουν καλοί δάσκαλοι. Χρειάζεται βέβαια και λίγο να βοηθήσει η τύχη να πέσουν στον δρόμο σου. Έχω συναντήσει συναδέλφους που νοιάζονταν ειλικρινά για τα παιδιά και τα βοηθούσαν μέχρι αυτοθυσίας, ενώ παράλληλα τους παρείχαν ερεθίσματα και γνώσεις ικανές να τους αλλάξουν τη ζωή. Αντίθετα εκείνοι που αδιαφορούσαν ή τα τρομοκρατούσαν έχασαν τελικά το παιχνίδι. Τον σεβασμό των παιδιών και την εκτίμησή τους δεν την εξασφαλίζεις με τον φόβο, αλλά δείχνοντάς τους αγάπη. Οι «διεκπεραιωτές» που αναφερθήκατε ενδιαφέρονται μάλλον να είναι υπάκουοι και αρεστοί στους ανωτέρους τους, οι καλοί δάσκαλοι δικαιώνονται, μακροπρόθεσμα, στην κρίση και τη συνείδηση των μαθητών τους.

Γράφετε: «Φαίνεται πως η μνήμη μας (τρέφοντας έτσι και τις ψευδαισθήσεις μας) αρέσκεται να διατηρεί τα δικά της προσφιλή χάσματα». Ίσως γιατί…

Αλλά δυστυχώς, δεν είμαστε «διαφορετικοί» (όπως φανταζόμαστε), αυτό προκύπτει ως χρήσιμο  συμπέρασμα! Το κρυφτούλι με τον αληθινό εαυτό μας πραγματοποιείται συνήθως με τη συνέργεια μιας μεροληπτικής μνήμης που λειτουργεί εγωιστικά, μας εμποδίζει να παραδεχτούμε τα λάθη μας και συνεπακόλουθα να τα διορθώσουμε. Στην ουσία μάς δυσκολεύει ν’ αποκαταστήσουμε βαθύτερη επαφή με τον εαυτό μας.

Κλείνοντας, κ. Καλούτσα, τι νομίζετε: Ένα βιβλίο μπορεί στο ελάχιστο τουλάχιστον να αλλάξει τον τρόπο που βλέπουμε εαυτούς κι αλλήλους; Να μαλακώσει πληγές, έστω;

Χωρίς αμφιβολία τα βιβλία μετατοπίζουν την οπτική μας προς μια θετικότερη κατεύθυνση. Εάν πράγματι είναι καλά, ανοίγουν την όρασή μας σε υπέροχα τοπία (τόπων και ψυχής), τα οποία με γενναιοδωρία μάς χαρίζονται από τον συγγραφέα. Προσωπικά διατηρώ μέχρι στιγμής το πάθος της ανάγνωσης, ισόποσο σχεδόν με το πάθος της συγγραφής και αλληλοτροφοδοτούμενο. Ελπίζω δε να μη χάσει την έντασή του, γιατί τότε, όπως λέει και ο Κάρβερ, «χάνοντας την επαφή μας με τους συγγραφείς και όσα «ψυχωφέλιμα» θέλουν να μας μεταδώσουν, κινδυνεύουμε ν’ αποχωριστούμε και από τις αισθήσεις μας.»

 

Βιβλία του Τάσου Καλούτσα:

  • (2018) «Υπό το κράτος του τρόμου» –  Μεταίχμιο
  • (2011) «Η ωραιότερη μέρα της» –  Μεταίχμιο
  • (2000) «Το τραγούδι των Σειρήνων» –  Νεφέλη
  • (1997) «Το κελεπούρι και άλλα διηγήματα» –  Νεφέλη
  • (1995)  «Το καινούριο αμάξι» – Νεφέλη
  • (1990) «Το κλαμπ και άλλα διηγήματα» – Διαγώνιος
  • (1987) «Το κελεπούρι και άλλα διηγήματα» – Διαγώνιος