«Στις Τρεις Κορυφές»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

(Three Peaks)

 

  • Είδος: Δράμα
  • Χώρα: Ιταλία, Γερμανία (2017)
  • Σκηνοθεσία: Γιαν Ζαμπέιλ
  • Με τους: Αλεξάντερ Φέλινγκ, Μπερενίς Μπεζό, Αριάν Μοντγκόμερι
  • Διάρκεια: 94’
  • Διανομή: Rosebud 21 – Seven Films
  • Διακρίσεις: Βραβείο Piazza Grande στο Φεστιβάλ του Λοκάρνο από τους κριτικούς του Variety

Η δεύτερη κατά σειρά μεγάλου μήκους ταινία του 37χρονου, βραβευμένου, Γερμανού σκηνοθέτη Γιαν Ζαμπέιλ. Θέμα της ταινίας  «Στις Τρεις Κορυφές» (σενάριο του σκηνοθέτη) είναι τα ανθρώπινα αντανακλαστικά, οι συμπεριφορές των μικρών και των μεγάλων ανθρώπων, που προέρχονται από διαλυμένους γάμους και προσπαθούν να ξαναφτιάξουν τις ζωές τους με νέους συντρόφους, ενώ η γυναίκα έχει και ένα ανήλικο αγόρι από την προηγούμενη σχέση της. Αυτό το αθώο αγοράκι είναι και η πυριτιδαποθήκη του σεναρίου. Η επικοινωνία και η ψυχοσύνθεση της σύγχρονης αναστάτωσης, που εκπορεύεται από το ανήλικο προς τον ενήλικα και αντιστρόφως, όταν ο ανήλικος πρέπει να συνειδητοποιήσει, ότι η ζωή του από τούδε και στο εξής θα τρέχει με την ίδια μεν μητέρα, αλλά με διαφορετικό σύντροφο της μητέρας. Ο καινούργιος σύντροφος, πάντα στην πρίζα, στην αμήχανη θέση της συμπαθητικής προσέγγισης προς τον ανήλικο, όσο κι αν ο πιτσιρικάς του σπάει τα ούμπαλα με την ανάρμοστη και ανάγωγη έως φρικτή και ανατριχιαστική συμπεριφορά του, διότι δεν θέλει νέο μπαμπά, ούτε αδελφάκι, ούτε τίποτα, αλλά την παλιά παραδοσιακή οικογένεια του. Η ταινία εικαστικά παρέχει ένα ενδιαφέρον και αυτό λόγω της φωτογραφίας στις ορεινές εκτάσεις των ιταλικών Άλπεων, που διαδραματίζεται το στόρι, αλλά και στο λιγόλογο σενάριο, που ο διάλογος ή οι ηλεκτρισμένες σκέψεις προσφέρουν αυτοκρατορικά την θέση τους στην ταρκοφσκική διαλεκτική των αργών πλάνων και στις αισθητικά πανέμορφες εικόνες. Μόνο που ο Ζαμπιέλ δεν είναι Ταρκόφσκι, κι αυτό που θα μπορούσε να το πει σε είκοσι λεπτά και να κλείσει το θέμα στο τσακ μπαμ, το απλώνει σε ένα βαρετό, θριλερικού σφυγμού φιλμ 94 λεπτών. Τελικά, παίρνεις το κουράγιο κάπου εκεί προς το φινάλε και πονηρά εικάζεις, ότι ο σκηνοθέτης θα κάνει την υπέρβαση του, αποδεικνύοντας την πραγματική νοσηρότητα, και τις αδάμαστες σκιές στο παιδικό μυαλό. Δυστυχώς, η ταινία καταλήγει διδακτική, μικροαστικού βεληνεκούς με ένα φινάλε που προδίδει την ίδια την κινηματογραφική φαντασία. Το εμβόλιο του politically correct που προστάζει το νέο ευρωπαϊκό ιδεώδες για την θεραπεία της βαρβαρίλας επιδρά άμεσα στον νοσηρό μικρούλη και τον επαναφέρει στην τάξη. Ούτε για κοινωνιολογική ανάλυση δεν φθουράει η ταινία με τον τρόπο που την χειρίστηκε ο σκηνοθέτης, καθώς ούτε ο ίδιος δεν γνωρίζει εάν ορθώνει κριτική αιχμή σε τόνους θρίλερ ή ψυχαναλύει το νέο οικογενειακό μοντέλο.     

Ο Άαρον προσκαλεί τη σύντροφό του, Λέα, και τον οκτάχρονο γιο της, Τρίσταν, σε μια εκδρομή στο βουνό. Αντί για μια αρμονική έναρξη της καινούργιας τους ζωής μαζί, το ταξίδι τούς επιφυλάσσει πολλά και δύσκολα εμπόδια, καθώς οι τρεις τους μάχονται για τη θέση τους στη νέα οικογένεια. Ψηλά στην περιοχή των Τριών Κορφών, ο Άαρον και ο Τρίσταν έρχονται αντιμέτωποι με την αγάπη και τον φόβο που τρέφουν ο ένας για τον άλλο, ενώ η Λέα βρίσκεται ανάμεσά τους, προσπαθώντας να σταθεροποιήσει το ιδιόμορφο αυτό τρίγωνο. Στην προσπάθειά του να κερδίσει την αποδοχή του αγοριού, που δείχνει μια ολοένα και πιο επιθετική συμπεριφορά απέναντί του, ο Άαρον παίρνει τον Τρίσταν ψηλά στο βουνό. Όταν, όμως, έρθει η ομίχλη και o Άαρον χάσει τον μικρό, το υπόγειο παιχνίδι εξουσίας ανάμεσά τους παίρνει μια επικίνδυνη τροπή.