fbpx

«Στην μυθική κοιλάδα των σκιών απλώθηκε ο ιστός της αράχνης και τα ναζιστικά τέρατα διψούν για αίμα» οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Η κατηγοριοποίηση των σχολών του σινεμά είναι ένα από τα πιο συνηθισμένα φαινόμενα της μεταπολεμικής, καλλιτεχνικής κουλτούρας, που, δυστυχώς, οδήγησε, και συνεχίζει να οδηγεί, την 7η Τέχνη στον καλό τον μύλο που τα αλέθει όλα.

Ο κινηματογραφόφιλος, που παρακολουθεί με τις αισθήσεις και τις γνώσεις του το σινεμά δεν θα εκφραστεί λέγοντας: «μ’  αρέσει ο ευρωπαϊκός κινηματογράφος», υποδεικνύοντας, ότι δεν είναι λάτρης του αμερικάνικου σινεμά ή τέλος πάντων την σαφή προτίμηση του σε πιο καλλιτεχνικούς οδούς. Η συγκεκριμένη εκφορά διάκρισης γούστου, πολλάκις ειπωμένη από τους «σινεφίλ», περισσότερο μοιάζει με μάτσο μαϊντανού, που αναδεικνύει αγνωσία και επιδερμικές αναγνώσεις του αντικειμένου, παρά αγάπη για την Τέχνη της κινούμενης εικόνας.

Ορμώμενος από την εξαιρετική, παρείστικη συζήτηση των νέων και των λαμπρών ανθρώπων, που στήθηκε προ δυο ημερών σε αθηναϊκό καφέ το απόγευμα με την συντροφιά έξι φοιτητών του Καποδιστριακού πανεπιστημίου και το επίκεντρο της κουβέντας μας ήταν, το κατά πόσο επηρεάζει το σύγχρονο γίγνεσθαι το σινεμά, οι τέσσερις από τους έξι συνδαιτυμόνες τοποθετήθηκαν σθεναρώς στην απαξία του χολιγουτιανού θεάματος, ταμπουρωμένοι στην ευρωπαϊκή πρόταση. Οι υπόλοιποι δυο, λάτρεις του φανταστικού κινηματογράφου και αυτού της δράσης, κράτησαν τεκμηριωμένα τις αποστάσεις τους ως προς την εικονοποίηση του ρεαλισμού και του δόγματος της χειραφέτησης του φιλοθεάμονος κοινού δια μέσω της 7ης Τέχνης.

Μεταξύ καφέ, κλαμπ σάντουιτς, θρεπτικών, πολύχρωμων χυμών, σφολιατοειδούς σπανακόπιτας και στριφτού τσιγάρου οι νέοι άνθρωποι, αυτοί οι έξι υπέροχοι, ολόφρεσκοι νόες, απλώθηκαν με άνεση και πειθαρχεία στις σκέψεις τους, υποπίπτοντας, όμως, στο γνωστό σφάλμα, που έδωσε την ευκαιρία στον γράφοντα να ξεκαθαρίσει τον παρεξηγημένο ορισμό, περί  του ευρωπαϊκού σινεμά ή του ασιατικού από αυτή την ξανά εσφαλμένη τοποθέτηση του λεγόμενου «εμπορικού» κινηματογράφου. Και τα αίματα άναψαν και ο αέρας στο καφέ γέμισε σθένος και αντίρρηση, αναδύθηκε εύοσμη κάπνα από τις λουλουδάτες, παλλόμενες ευεργετικά ψυχές των νέων.

Η Ευρώπη δεν είναι ομόγλωσση, δεν διαθέτει την ίδια κοινωνικοποιλιτική δομή, ούτε το ίδιο παρελθόν από χώρα σε χώρα όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, που όλη η τέχνη του σινεμά, από την Ανατολική έως την Δυτική ακτή, από τον κρύο βορρά έως το νοτιότερο άκρο της Mason-Dixon Line συγκεντρώνεται και διευθετείται αναλόγως από την μεγάλη βιομηχανία του Χόλιγουντ. Κάθε ευρωπαϊκή χώρα έχει τα δικά της ξεχωριστά αντανακλαστικά, την δική της παιδεία και γλώσσα, την δική της ξεχωριστή ιστορία και παρελθόν. Οπότε δεν μπορούμε να τοποθετήσουμε συλλήβδην τις εντελώς διαφορετικές, ευρωπαϊκές κινηματογραφικές σχολές, όταν η Αγγλία, η Γαλλία, η Ισπανία, η Γερμανία, η Τσεχία, η Πολωνία και όσες χώρες έχουν δώσει σπουδαίες, διαφορετικές κινηματογραφικές γραφές, σε μια κατηγορία με τον γενικό τίτλο «ευρωπαϊκός κινηματογράφος» επειδή ανήκουν στην ίδια ήπειρο.

Στην αρχή, οι νέοι φίλοι μου, θεώρησαν τον ευρωπαϊκό κινηματογράφο ως αντι-πρόταση στην «εμπορική», ψηφιακή, αμερικανική λαίλαπα, που κατακλύζει τα τελευταία χρόνια τις σκοτεινές αίθουσες και γι αυτό τον λόφο χρησιμοποίησαν με αυτόν το τρόπο τον συγκεκριμένο ορισμό. Όταν όμως αναφερθήκαμε σε κινηματογραφικές παραγωγές, χωρών της ευρωπαϊκής επικράτειας, που έδωσαν στίγμα με ταινίες καθολικά ενταγμένες στο ψηφιακό σύμπαν, άρχισαν να κατανοούν, πως πρώτον, τα σύνορα της τέχνης του σινεμά είναι αοράτως προσδιορισμένα και συγχρόνως ανύπαρκτα και δεύτερον, ότι η παγκοσμιοποίηση σύντομα θα καταστρέψει το γόνιμο πνεύμα της δημιουργίας του ανθρώπινου πολιτισμού. Και αυτό είναι το μεγαλείο όταν βρίσκεσαι με νέους ανθρώπους, που οι νευρώνες των εγκεφάλων τους είναι πλήρως φορτισμένοι με άπιαστα ηλεκτρικά φορτία, άγνωστα στην επιστήμη, ικανά να φέρουν τα πάνω κάτω οποιαδήποτε στιγμή του χρόνου.

Ευρωπαϊκός κινηματογράφος ποτέ δεν υπήρξε, όπως ασιατικός δεν υφίσταται και είναι λάθος ο ορισμός ακόμα και ως εδαφικός προσδιορισμός. Το ελληνικό σινεμά, επί παραδείγματι, όταν μεσουρανούσε, έτσι όπως ήταν κάποτε, ουδέποτε ήταν «ευρωπαϊκό», επειδή, σώνει και καλά, η χώρα μας ανήκει γεωγραφικά στην συγκεκριμένη ήπειρο. Ήταν ο ελληνικός κινηματογράφος, ο διαφορετικός, με το δικό του νευρικό σύστημα, ξεχωριστός από κάθε άλλη χώρα της ηπείρου. Στα διεθνή φεστιβάλ δεν υφίσταται κατηγορία «ευρωπαϊκού σινεμά», «αμερικάνικου», «νοτιοαμερικάνικου» ή «ασιατικού». Υπάρχουν όμως κινηματογραφικές φιέστες και φεστιβάλ ασιατικών χωρών, προγράμματα ανάπτυξης παραγωγής ευρωπαϊκού κινηματογράφου, υπάρχει το Χόλιγουντ και το Μπόλιγουντ. Εάν αναφέρεις στον όποιο Ιρανό σκηνοθέτη, ότι η τεχνική του, ακόμα και η θεώρηση των πραγμάτων στις ταινίες του είναι όμοια με αυτή του Κινέζου σκηνοθέτη ή αντιστρόφως, θα σε φάνε ζωντανό μαζί και τα οστά σου. Το ομοιάζω από το ίδιο απέχει όσο η Σπάρτη από την Ανταρκτική.

Ευχαριστώ, πάντως, ολόψυχα την Ζωή, την Γιάννα, την Άλκηστη, την Θεανώ, τον Άρη και τον συνονόματο Γιώργο για την υπέροχη τετράωρη παρέα τους. Ειλικρινά έμαθα πολλά καινούρια πράγματα.         

«Η Κοιλάδα των Σκιών»

(Valley of Shadows / Skyggenes dal)

 

  • Είδος: Φαντασίας
  • Παραγωγή: Νορβηγία (2017)
  • Σκηνοθεσία: Γιούνας Μάτσοφ Γκουλμπράντσεν
  • Με τους: Αντάμ Εκελί, Καθρίν Φάγκερλαντ, Γιούργκεν Λάνγκελε
  • Διάρκεια: 91’
  • Διανομή: Weird Wave

Η αλήθεια είναι, ότι όταν στέκεσαι απέναντι από το άσπρο πανί, καθισμένος στην σκοτεινή αίθουσα παρακολουθώντας μια ταινία, που από το πρώτο της 10λεπτο σε προσκαλεί ήρεμα, γοητευτικά, ευγενικά να γίνεις ο πρωταγωνιστής της, τότε οι αισθήσεις εκρήγνυνται και οι άμυνες παραδίδονται αμαχητί στην δόξα της απόλαυσης. Τι, υπέροχο φιλμ! Τι, πανέμορφη δουλειά! Τι, λεπτότητα, ευαισθησία και αξεπέραστη αίσθηση εικόνας, μουσικής και θέματος! Μια πραγματική, μυθική μαγεία.

Ένα περίτεχνο πάντρεμα ρεαλισμού και φαντασίας. Ένα όνειρο, που δεν θέλεις να λάβει τέλος. Μια ταινία, που πρόσφερε στην ύπαρξη μου το μαγικό φίλτρο, καθιστώντας με ξανά μικρό άνθρωπο με όνειρα, φαντασία, πόνο, λύπη, σιωπές, αναζήτηση, με όπλισε ακροβάτη του γκρίζου, γήινου θιάσου, να σαλοπατώ στο τεντωμένο σχοινί των αναπάντητων, παιδικών συναισθημάτων του φόβου, του θαυμασμού με τόση ευγένεια και τέχνη, που πραγματικά μετά το τέλος της προβολής κοίταξα το ηλικιωμένο δέμας μου και χαμογέλασα, γιατί εντός του υπήρχε ακόμα ο μικρός, ξανθός, γαλανομάτης Ασλάκ, αυτό το αιώνιο, ελεύθερο πνεύμα που δεν έχει ηλικία, που δεν γνωρίζει τον χρόνο.

Μια ματιά μόνο στην εικαστική πρόταση του πόστερ της ταινίας ίσως σας πείσει για τα λεγόμενα μου. Ο μικρούλης κοιμάται γαλήνια σαν θεός στα νυχτερινά, ουράνια, αχνά, αθάνατα όρη, ενώ πίσω του καραδοκεί η πλανεύτρα σελήνη, σαν τεράστιος φάρος με το φως της ριγμένο στους αληθινούς και αδίστακτους δρόμους του ανθρώπινου πόνου. Κάτω στην γη η υδάτινη οδός, ο Αχέροντας να κόβει στη μέση το πυκνό, πανάρχαιο δάσος με τα σιωπηλά, ψηλά δένδρα και στην μια άκρη η βάρκα δίχως κουπιά να περιμένει τον ταξιδιώτη. Το ξύλινο, αρχέγονο μέσον της άδολης ψυχής προς το μυητικό ταξίδι, τόσο στην ψυχρή πραγματικότητα, όσο και στην παραμυθένια φαντασία. Τα τέρατα ενυπάρχουν παντού, στην φαντασία και στην πραγματικότητα. Το ερώτημα είναι σε ποια από τις δυο διαστάσεις είναι περισσότερο επικίνδυνα και ανεξέλεγκτα. Μοναδικό!

Ο εξάχρονος Άσλακ (Αντάμ Εκελί  – Εξαιρετικός!!!) ζει με την μητέρα του (Κάθριν Φέγκερλαντ – πολύ καλή) στο ήσυχο, νορβηγικό χωριό που βρίσκεται φυτεμένο σε μια κοιλάδα και είναι περιστοιχισμένο από ψηλά βουνά και ένα μεγάλο δάσος. Το βράδυ, λίγο πριν ολοκληρωθεί η πανσέληνος  ο μικρός ξυπνάει ανήσυχος. Την επομένη το πρωί ο μεγαλύτερος σε ηλικία φίλος του οδηγεί τον Άσλακ σε μια κτηνοτροφική μονάδα δείχνοντας του τρία σκοτωμένα πρόβατα, λέγοντας του, πως είναι δουλειά λυκάνθρωπου.

Η φαντασία του πιτσιρικά αρχίζει να βγάζει φτερά, καθώς βλέπει και μια γκραβούρα στις σελίδες ενός βιβλίου με μεσαιωνικές ιστορίες, έναν λυκάνθρωπο να ξεκληρίζει μια ολόκληρη οικογένεια. Ο φίλος του εντείνει την φαντασία του εξάχρονου, προσθέτοντας, ότι τα τέρατα σκοτώνουν για την πλάκα τους και ζουν μέσα στο απαγορευμένο δάσος. Εν τω μεταξύ οι τοπικές αρχές επισκέπτονται την μητέρα για να την ενημερώσουν, πως ο μεγαλύτερος γιός της και αδελφός του Άσλακ, που είχε φύγει από το σπίτι, έμπλεξε με ναρκωτικά και βρέθηκε νεκρός. Ο Άσλακ, λόγω της ηλικίας του, δεν είχε σχέσεις με τον έφηβο αδελφό του, παρά μόνο προσπερνά μια κλειστή πόρτα στον όροφο του σπιτιού που είναι το δωμάτιο του φευγάτου, μεγάλου αδελφού. Όταν το νέο για τον θάνατο του έφηβου κατέφθασε στο σπίτι, ο εξάχρονος εισβάλλει με δέος στο άβατο-δωμάτιο του μεγάλου αδελφού και αρχίζει να περιεργάζεται τα πράγματα του με ενδιαφέρον ως προς τον άγνωστο για αυτόν άνθρωπο, που ήταν αδελφός του και δεν τον γνώριζε.

Την ίδια ημέρα, ο σκύλος του μικρού, ο Ραπ, σε μια βόλτα στην κοιλάδα εξαφανίζεται στο δάσος και ο Άσλακ αποφασίζει κρυφά να εισέλθει στην απαγορευμένη, δασώδη περιοχή, αναζητώντας τον σκύλο του για να τον φέρει πίσω, αλλά και για να συναντήσει τα αιμοδιψή τέρατα. Και το ταξίδι του μικρού, ξανθού, γαλανομάτη ξεκινάει στα ομιχλώδη, σιωπηλά μονοπάτια του δάσους…

Μπορεί να φαντάζει με το γνωστό μουσικό παραμύθι του Προκόφιεφ, «Ο Πέτρος και ο Λύκος» το σενάριο, η ανάσα του όμως έχει ξεφύγει προς άλλους πνεύμονες, πιο ονειρικούς και μυσταγωγικούς.  Σκηνοθετικό ντεμπούτο σε ταινία μεγάλου μήκους για τον 36χρονο Νορβηγό μικρομηκά και ντοκιμαντερίστα Γιούνας Μάτσοφ Γκουλμπράντσεν, ο οποίος αποδεικνύεται μάστορας πρώτης γραμμής. Γοτθικής φόρμας ιστορία. Βόρεια τοπία της κρύας νορβηγικής, άγριας υπαίθρου, σαν να είναι βγαλμένα από ιστορία Βίκινγκ πολεμιστή, που αναζητεί την Βαλχάλα.

Γυρισμένο σε 35αρι φιλμ ο σκηνοθέτης παίζει ωραία με την ανθρώπινη παρουσία, την παιδική φαντασία και την φύση, χρησιμοποιώντας έναν εξάχρονο άνθρωπο, (ο μικρός Αντάμ Εκελί είναι απόλαυση) την στιγμή που ο πιτσιρικάς ανακαλύπτει τον εαυτό του, ενώ ζει στην ύπαιθρο και όχι σε προστατευμένο, στείρο, αστικό περιβάλλον. Δηλαδή σε ένα χώρο που ο ανθρώπινος, παιδικός νους είναι ελεύθερος, αδέσμευτος και εναρμονισμένος με την δύναμη των φυσικών στοιχείων. Ο ρεαλισμός της καθημερινότητας κρούει διακριτικά, ευγενικά την θύρα της παιδικής φαντασίας και αυτή αποκρίνεται γενναιόδωρα και καλόκαρδα για να υποδεχθεί τον θεατή σε μια υπέροχη ιστορία, που ανοίγει το μυαλό και σφίγγει το στομάχι.  

Το εκπληκτικό της ταινίας, κάτι που οφείλεται στην θέση του σκηνοθέτη, είναι, ότι από ένα και σημείο και έπειτα τον αφηγηματικό ρόλο της πλοκής αναλαμβάνει η παραμυθένια φωτογραφία (Μάριους Μάτζοφ Γκουλμπράντσεν, ο αδελφός του σκηνοθέτη) και η απίστευτη μουσική του μεγάλου Πολωνού μουσικοσυνθέτη Ζμπίγκνιεφ Πράισνερ (που απολαύσαμε προσφάτως στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών), ικανά και τα δυο να δημιουργήσουν μια αφάνταστη πληθωρικότητα διαλεκτικής, ώστε να μην χρειάζεται να ειπωθεί η παραμικρή λέξη. Αφήνεσαι, κυριολεκτικώς στην μαγεία της μουσικής του Πράισνερ και συντροφιά με το υπέροχο, γαλανοβόλο βλέμμα του πιτσιρικά απολαμβάνεις την μυθική διαδρομή του επί της οθόνης.

Παραμυθένια μυσταγωγία φαντασίας, μουσικής και εικόνας, που κάνει το σινεμά υπερήφανο.    

 

«Overlord»

 

  • Είδος: Πολεμικό, τρόμου
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2018)
  • Σκηνοθεσία: Τζούλιους Εϊβερι
  • Με τους: Γιοβάν Αντέπο, Γουάιατ Ράσελ, Ματίλντ Ολιβιέ, Τζον Μαγκάρο
  • Διάρκεια: 110’
  • Διανομή: Odeon

Ο διάκοσμος στέρεος, ακλόνητος και αφορά την γνωστή ιστορική στιγμή του 2ου μεγάλου πολέμου, την D-Day (στρατιωτικός όρος, ενώ η κωδική ονομασία που δόθηκε στην επιχείρηση είναι «Operation Overlord»), δηλαδή της απόβασης των συμμαχικών δυνάμεων στις γαλλικές ακτές της Νορμανδίας την 6η Ιουνίου 1944. Τώρα, ο ιδρυτής της επιτυχημένης κινηματογραφικής εταιρείας «Bad Robot», ο πανέξυπνος σκηνοθέτης και παραγωγός Τζέι Τζέι Εϊμπραμς ρίχνει αρκετό χρηματάκι στο σενάριο των Μπίλι Ρέι και Μαρκ Σμιθ για να γυρίσει ο σκηνοθέτης Τζούλιους Έιβερι την δεύτερη μεγάλη μήκους ταινία του (Ο Νόμος της Σιωπής), εμβαπτισμένη στον τρόμο την φρίκη και το αίμα.

Λίγες μόλις ώρες πριν την απόβαση στη Νορμανδία, μια ομάδα Αμερικανών αλεξιπτωτιστών πέφτει στην κατεχόμενη από τους Ναζί Γαλλία για να πραγματοποιήσει μια αποστολή που είναι ζωτικής σημασίας για την επιτυχία της εισβολής. Κάτι λιγότερο από τους μισούς επιβιώνουν και ο στόχος τους είναι η ανατίναξη ενός ραδιοφωνικού πύργου στην κορυφή μιας οχυρωμένης εκκλησίας. Με την βοήθεια μιας, νεαρής, χωρικής Γαλλίδας οι Αμερικανοί στρατιώτες κρύβονται στο χωριό, που συμβαίνουν θηριωδίες από την πλευρά των Ναζί κατακτητών. Όμως για να το καταφέρουν να ολοκληρώσουν την σημαντική αποστολή τους, θα πρέπει να μπουν σε ένα μυστηριώδες εργαστήριο των Ναζί που βρίσκεται κάτω από την εκκλησία. Εκεί, που είναι ένα κρυφό εργαστήριο πειραμάτων όπου συμβαίνουν σημεία και τέρατα θα έρθουν πρόσωπο με πρόσωπο με εχθρούς βγαλμένους από τα πιο καταχωνιασμένα κελιά της κόλασης.

 

Για το genre του σπλάτερ, της δράσης και της πολεμικής περιπέτειας η ταινία είναι πρωτότυπη, έντιμη, ακριβή ως παραγωγή, καλογυρισμένη, με σωστά εφέ στις πρώτες, πολεμικές σεκάνς της ταινίας, όπου τα αεροπλάνα μεταφέρουν τα ψαρωμένα φαντάρια στο μέτωπο, αλλά και στο επίπεδο των απόκοσμων μεταμορφώσεων από άνθρωπο σε ανθρωπο-τέρας. Η σκηνοθεσία πραγματικά είναι καλή και δημιουργεί την απαραίτητη αγωνία που χρειάζεται το είδος, ενώ το αίμα δεν φείδεται ποσότητας. Το σενάριο διαθέτει καλή αφήγηση και μια πρωτιά, μάλιστα, καθώς για πρώτη φορά ο 2ος μεγάλος πόλεμος χρησιμοποιείται ως έδαφος για να ξεδιπλωθεί επάνω του κινηματογραφικά το ματωμένο χαλί των ταινιών τρόμου.

Αναφέρω το κινηματογραφικά, διότι στον χώρο της φανταστικής λογοτεχνίας, υπάρχει, βέβαια, παραπλήσιο θέμα, με ακριβώς το ίδιο επιχειρησιακό, πολεμικό θέατρο της απόβασης στην Νορμανδία ως πεδίο δράσης, αλλά πιο spooky από την εν λόγω ταινία, και αφορά το αριστούργημα του Ιρλανδού, μετρ του τρόμου Γκράχαμ Μάστερτον με τον τίτλο «Οι Δαίμονες της Νορμανδίας» (The Devils of D-Day), γραμμένο το 1978. Πιθανώς, οι σεναριογράφοι του «Overlord» να εμπνεύστηκαν κάπως από την πένα του Μάστερτον.

Αμερικανοί αλεξιπτωτιστές, λοιπόν, εναντίον σκληρών Γερμανών στρατιωτών και νοσηρών επιστημόνων του Γ΄ Ράιχ (κάτι σαν τον Μένγκελε δηλαδή), που μετατρέπουν τους ζωντανούς και τους νεκρούς ανθρώπους σε σχεδόν αθάνατους υπερ-στρατιώτες (ο Ζαν Κλοντ ΒανΝταμ, by the way, διερωτάται γιατί δεν του πρότειναν ρόλο  στην ταινία), έτοιμους να υπερασπιστούν τα τευτονικά ιδεώδη και φυσικά το όραμα της Deutschland über alles.

«Το Κορίτσι στον Ιστό της Αράχνης»

(The Girl in the Spider’s Web)

 

  • Είδος: Θρίλερ περιπέτεια, δράση
  • Παραγωγή: Αγγλία, Γερμανία, Σουηδία, Καναδάς, ΗΠΑ (2018)
  • Σκηνοθεσία: Φέντε Αλβάρεζ
  • Με τους: Κλερ Φόι, Σβέριρ Γκούντνασον, Λακίθ Στάνφιλντ, Σίλβια Χεκς
  • Διάρκεια: 117’
  • Διανομή: Feelgood Entertainment

Το εκδοτικό χρυσορυχείο που έστησε ο Σουηδός δημοσιογράφος και συγγραφέας Στιγκ Λάρσον (5 Αυγούστου 1954 – 9 Νοεμβρίου 2004) με την νέο-νουάρ τριλογία του «Μιλένιουμ» και ηρωίδα την γκόθικ χάκερ, τιμωρό Λίσμπεθ Σαλάντερ, συνέχισε μετά τον θάνατο του ο ομοεθνής, δημοσιογράφος και συγγραφέας Ντάβιντ Λάγκερκραντζ με δυο βιβλία και την ίδια ακριβώς ηρωίδα, συντηρώντας το ύφος και το στυλ της περιπέτειας του Λάρσον.

«Το Κορίτσι στον Ιστό της Αράχνης» είναι το πρώτο βιβλίο του Λάγκερκραντζ, οπότε το τέταρτο σε αρίθμηση από την δημιουργία της ηρωίδας Λίσμπεθ Σαλάντερ, έτσι για να μην μπερδεύονται οι θεατές και τα χάσουν οι φανατικοί αναγνώστες. Η τριλογία του  συγχωρεμένου Λάρσον πέρασε στο σουηδικό σινεμά με επιτυχία, ενώ «Το Κορίτσι με το Τατουάζ», ταξίδεψε στις θερμές ακτές του Λος Άντζελες για να το παραλάβει το 2011 ο Ντέιβιντ Φίντσερ και να το κοινωνήσει στα αμερικανάκια που ως γνωστόν δεν διαβάζουν υπότιτλους.

Το remake του τεχνίτη Φίντσερ συνοδεύτηκε από παρόμοια επιτυχία, αλλά σε διεθνές επίπεδο, καθώς στους βασικούς δυο ρόλους της πλοκής βρέθηκαν η σχεδόν άσημη κατά άλλα εξαιρετική Μάρα Ρούνεϊ στον ρόλο της Λίσμπεθ Σαλάντερ (η ταινία την έστειλε στις υποψηφιότητες για Όσκαρ, ανοίγοντας τα φτερά της, ώστε να πετάξει μέχρι την αυλή της έπαυλης των κινηματογραφικών σταρς)  και ο Ντάνιελ – Μποντ – Γκρεγκ στο ρόλο του δημοσιογράφου Μίκαελ Μπλούμκβιστ. Εδώ, πρωταγωνιστές και σκηνοθέτης αλλάζουν.

Ένας επιστήμονας αναθέτει στην Λίσμπεθ Σαλάντερ( Κλέρ Φόι – κάνει ό,τι μπορεί) να χακάρει  και να τραβήξει απόρρητα αρχεία. Η δουλειά γίνεται, αλλά η Λίσμπεθ βρίσκεται στο στόχαστρο, αφού μυστήριες δυνάμεις βάζουν φωτιά στο διαμέρισμα της και την αφήνουν ετοιμοθάνατη. Μαζί με τον παλιό φίλο και μοναδικό σύμμαχο, τον δημοσιογράφο Μίκαελ Μπλούμκβιστ (Σβέριρ Γκούντνασον  – άνευρος), ξεκινά ένα επικίνδυνο ταξίδι για να βρει αυτούς που της επιτέθηκαν, να προστατεύσει τον νεαρό γιο του επιστήμονα και να πάρει πίσω ό,τι της πήραν. Όσο ο κλοιός σφίγγει γύρω της, εκείνη βυθίζεται στις σκιές του δικού της μυστηριώδους παρελθόντος.

Το Χόλιγουντ που δεν ξεχνά, αλλά οργανώνεται νικά, δεν ασχολήθηκε με τα υπόλοιπα βιβλία του γεννήτορα Στιγκ Λάρσον, που ήδη είχαν περάσει στην μεγάλη οθόνη με την Νούμι Ραπάς, αλλά πήγε στην ζώσα, «αμόλυντη» πηγή, στον διάδοχο του στέμματος «Μιλένιουμ», τον συνεχιστή Ντάβιντ Λάγκερκραντζ και στο πρώτο βιβλίο του. Όλα καλά μέχρι εδώ. Μόνο που η Λίσμπεθ σε αυτή την ταινία έχει μεν το τατουάζ στην πλάτη της, αλλά ο «δράκος» της είναι ξεψυχισμένος, φλύαρος, φασαριόζος, καθόλου σκοτεινός και άδειος από εσωτερική δύναμη.

Τεχνολογικά κολπάκια, μπουνιές κλωτσιές, ανθρωποκυνηγητά, πιστολίδι, σένιο, αμερικάνικο ρουχαλάκι όλη η ταινία και η άμοιρη, βραβευμένη με την Χρυσή Σφαίρα για την τηλεοπτική σειρά «The Crown» Κλερ Φόι, ως Λίσμπεθ Σαλάντερ, που προσπαθεί φιλότιμα, καταλήγει να χάσει το «Στέμμα» στο crash test με τις προκατόχους της, δηλαδή την Νούμι Ραπάς και την Μάρα Ρούνεϊ, που είναι σαφώς καλύτερες. 

Παράλληλα, ο σημαντικός ήρωας και προστάτης δημοσιογράφος της Λίσμπεθ, που ανάμεσά τους καλπάζει το ανεκδήλωτο άτι του έρωτα, ο δημοσιογράφος  Μίκαελ Μπλούμκβιστ – τον υποδύεται ο Σουηδός ηθοποιός Σβέριρ Γκούντνασον (ο Μπγιον Μποργκ στην ταινία  Borg – McEnroe) – είναι μια ψυχρή φιγκιουράν όπως και η καταγωγή του. Ο 40χρονος Ουρουγουανός  σκηνοθέτης Φέντε Άλβαρεζ του ενδιαφέροντος, προπέρσινου θρίλερ «Μην Ανασαίνεις» είναι καλός χειριστής του πλάνου έντασης και της αγωνίας, μόνο που εδώ, κάτι το σενάριο που είναι ελαφρύτερο από το βιβλίο, κάτι το πάντρεμα της απόλυτης δράσης και των αλλόκοτων συναισθημάτων της ηρωίδας, παγίδεψαν τον Άλβαρεζ σαν ανυποψίαστη μύγα στον ιστό της αράχνης, με αποτέλεσμα η ταινία να μεταμορφωθεί σε «Επικίνδυνες Αποστολές» με τον Ίθαν Χαντ στην θηλυκή του έκδοση.

Καμιά σχέση με το hi tec, γκόθικ περιβάλλον του βιβλίου και των προηγούμενων ταινιών, ουδεμία επαφή με τον ψυχισμό της  weird, χάκερ Λίσμπεθ Σαλάντερ. Ο Ντέιβιντ Φίντσερ παραμένει σταθερά βιδωμένος στην θέση του και οι κοπελιές: Ραπάς και Ρούνεϊ απαζάρευτα στην κορυφή του συγκεκριμένου ρόλου. Την δε μέτρια έως γλυκιά βραστή Κλερ Φόι την «τρέχει» το Χόλιγουντ δίχως ανάσα.                 

«Το Μυστικό της Πέτρα»

(Petra)

 

  • Είδος: Κοινωνικό
  • Παραγωγή: Ισπανία, Γαλλία, Δανία (2018)
  • Σκηνοθεσία: Χάιμε Ροζάλες
  • Με τους: Μπάρμπαρα Λένι, Μαρίζα Παρέδες, Χοάν Μποτέι, Αλεξ Μπρέντεμουλ
  • Διάρκεια: 107’
  • Διανομή: Danaos Films

Η έκτη κατά σειρά μεγάλου μήκους ταινία του σκηνοθέτη και σεναριογράφου της «Όμορφης Νιότης» («Hermosa Juventud», Ειδική Μνεία Οικουμενικής Επιτροπής, Διεθνές Φεστιβάλ Καννών 2014) είναι μια ιστορία βγαλμένη από την παρακαταθήκη της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας, όπου η ηρωίδα χρειάζεται να περάσει μέσα από μία σπείρα από ψέματα, αμαρτίες προγόνων και βίαια γεγονότα, να έρθει αντιμέτωπη με την τραγική ειρωνεία της μοίρας της και να θυσιάσει κάτι ή κάποιον που αγαπά για να φτάσει στην κάθαρση. Ένα ψυχολογικό θρίλερ αναζήτησης της ταυτότητας της ηρωίδας, όπου ο μίτος με τα στοιχεία ξετυλίγεται αργά αλλά λυτρωτικά.

Χωρισμένη σε κεφάλαια, η ταινία χρησιμοποιεί ευρηματικά μία μη χρονολογική σειρά, δοκιμάζοντας το ένστικτο του θεατή και σημαίνοντας ότι ο δρόμος για την αλήθεια δεν έχει πάντα ευθεία πορεία.

Ο Χάιμε Ροζάλες προσέχει πολύ εκτός από τη δομή και την κατασκευή της ταινίας, δίνοντας πρωταγωνιστικό ρόλο στην φωτογενή επαρχία της ιβηρικής χερσονήσου και σε ένα πέτρινο σπίτι, που φιλοξενεί μεγάλο μέρος της ιστορίας του. Με «συνένοχο» στην διεύθυνση φωτογραφίας την Ελέν Λουβάρ («Πίνα Μπάους» και «Beach Rats»), χαρίζει έναν εκκωφαντικό ήχο στην σιωπή του κάδρου. Με ένα μοτίβο αργής κίνησης της κάμερας, συχνά προσπερνά τους ήρωες και πλανάται στον άδειο χώρο που τους στοιχειώνει, δίνοντας έμφαση στην απόσταση μεταξύ τους, στο ανατριχιαστικό κενό ανάμεσα στις αλήθειες τους.

Η Μπάρμπαρα Λένι, («Magical Girl» & «Contratiempo») στον ρόλο της Πέτρα, προσφέρει μία συγκλονιστική ερμηνεία, εσωτερικής αυτανάφλεξης, που δίνει στην προσωπική ιστορία την αγωνία και την ένταση που χρειάζεται, για να κάνει τον θεατή συμμέτοχο της αναζήτησης, ενώ στον ρόλο του Γιάμε, ο Χοάν Μποτέι, o πραγματικός ιδιοκτήτης του αγροκτήματος που διαδραματίζεται μέρος της ταινίας, στην πρώτη του ερμηνευτική απόπειρα, καταφέρνει να δώσει το πορτρέτο ενός από τους πιο αντιπαθείς, αναίσχυντους, αδίστακτους, βίαιους, τραχείς και ναρκισσιστές καλλιτέχνες που έχει «γεννήσει» ο κινηματογράφος.

Η Πέτρα είναι γύρω στα 30. Ζωγράφος. Δεν γνώρισε ποτέ τον πατέρα της. Όλη της την ζωή τής έκρυβαν επιμελώς την ταυτότητά του. Όταν η μητέρα της πεθαίνει, αποφασίζει να λύσει μόνη της το μυστήριο της ίδιας της ύπαρξής της. Η έρευνα που ξεκινά την οδηγεί στον Γιάμε, έναν διάσημο καλλιτέχνη αλλά παράλληλα έναν θρασύ και αδίστακτο άνθρωπο. Με την πρόφαση της μαθητείας στο πλάι του, μπαίνει στην ζωή του. Γνωρίζει την σύζυγό του Μαρίζα, τον γιο του Λούκας και την γειτονική τους οικογένεια. Τόσοι λίγοι άνθρωποι που τους ενώνουν και παράλληλα τους χωρίζουν τόσα πολλά ψέματα.

Στην κοινή τους διαδρομή, η σκληρή λογική της μοίρας θέλει τη μία αποκάλυψη να διαδέχεται την άλλη, τη βία να διαταράσσει τη ζωή και ό,τι η Πέτρα θεωρεί η αλήθεια να ανατρέπεται μέρα με την ημέρα. Θα καταφέρει να λυτρωθεί από το παρελθόν και να χαράξει το μέλλον της πάνω σε αυτόν τον καμβά από μυστικά;

 

Σημείωμα Σκηνοθέτη: Οι θεατές θέλουν να περάσουν καλά. Θέλουν να ενθουσιαστούν και παράλληλα να συγκινηθούν. Θέλουν να εκπλαγούν. Η έκπληξη είναι ο χυμός που θρέφει το ενδιαφέρον. Όλη η διαδικασία έχει να κάνει με τη δημιουργία ενός έργου που φέρνει κοντά γοητευτικές συμπεριφορές. Μαζί με την Κλάρα Ρόκετ και τον Μισέλ Γκαζταμπίντ, τους συν-συγγραφείς του σεναρίου πήγαμε πίσω, στα κλασικά. Ο Αριστοτέλης ήταν ο φάρος μας. «τὸ δὲ θαυμαστὸν ἡδύ» («Το θαυμαστό, πάντως, είναι κάτι που προκαλεί ευχαρίστηση», Αριστοτέλης, Ποιητική). Καθετί έχει συλληφθεί ώστε να προσκαλεί τους θεατές να εμβαθύνουν στην ταινία και να ταξιδέψουν μαζί της. Το ταξίδι είναι εσωτερικό. Στο εσωτερικό των χαρακτήρων και των θεατών.

Περισσότερο από κάθε προηγούμενη ταινία μου, «Το Μυστικό της Πέτρα» είναι αποτέλεσμα συμμετοχικής και συλλογικής διαδικασίας. Ενώ στην ταινία συνυπάρχουν περισσότερα από ένα θέματα, ο κάθε θεατής καλείται να τα ορίσει μόνος του. Ωστόσο, το στοιχείο της ταυτότητας είναι πολύ σημαντικό. Όπως είναι η μοίρα και η σύγκρουση του καλού με το κακό. Ένα τραγικό πέπλο απλώνεται πάνω από ολόκληρη την πλοκή. Αν μου ζητούταν να συνοψίσω το κεντρικό θέμα της ταινίας θα έλεγα ότι είναι μία ταινία για την αναζήτηση και την λύτρωση. 

«Ληστεία στο Μουσείο»

(Museo)

 

  • Είδος: Αστυνομικό
  • Παραγωγή: Μεξικό (2018)
  • Σκηνοθεσία: Αλόνσο Ρουιζπαλάθιος
  • Με τους: Γκαέλ Γκαρσία Μπερνάλ, Σάιμον Ράσελ Μπιλ, Λιν Ζιλμάρτιν
  • Διάρκεια: 128’
  • Διανομή: Spentzos Film
  • Διακρίσεις: Αργυρή Άρκτος Καλύτερου Σεναρίου 68ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Βερολίνου – Βραβείο Σκηνοθεσίας Της Πόλης Των Αθηνών 24ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Αθήνας «Νύχτες Πρεμιέρας»

Σχεδόν 30χρονών ο Χουάν και ο Μπένχαμιν δεν λένε να φύγουν από τα σπίτια των γονιών τους και να τελειώσουν την κτηνιατρική σχολή. Αντιθέτως  είναι βολεμένοι στην άνετη γειτονία τους στο Mexico City, μια μεξικανική εκδοχή Αμερικάνικου προαστίου. Κατά την διάρκεια ενός σημαδιακού Χριστουγεννιάτικου ρεβεγιόν αποφασίζουν  ότι ήρθε η ώρα να ξεχωρίσουν διαπράττοντας την πιο διάσημη  ληστεία αρχαιοτήτων στην Μεξικανική ιστορία.

Αφήνοντας για λίγο τα οικογενειακά παραδοσιακά δείπνα και εκμεταλλευόμενοι την έλλειψη ασφάλειας λόγω Χριστουγέννων, εισβάλουν λαθραία στο εμβληματικό Εθνικό Ανθρωπολογικό μουσείο και αφαιρούν τα πιο πολύτιμα κομμάτια, μπλέκοντας σε μια περιπέτεια που θα αλλάξει για πάντα την ζωή τους. Η σπουδαιότητα και η σημασία της λείας τους ξεπερνάει τα όρια της αντίληψης των ερασιτεχνών ληστών και την επόμενη μέρα όταν θα είναι πλέον αργά θα συνειδητοποιήσουν το αντίκτυπο της πράξης τους. Ξεκινάνε ένα ταξίδι μέχρι το Ακαπούλκο για να ανακαλύψουν ότι κανείς δεν τολμά να αγοράσει τα κλεμμένα αντικείμενα.

 

Εμπνευσμένη από πραγματικά γεγονότα η ταινία περιγράφει μια διδακτική ιστορία με σαρκασμό, υπογραμμίζοντας το παλιό ρητό που λέει ότι δεν εκτιμάς αυτό που έχεις παρά μόνο όταν το χάσεις.

Προβάλλονται επίσης:

Η κοινωνική ταινία που κέρδισε την Χρυσή Αρκτο στο Φεστιβάλ Βερολίνου «Μη Με Αγγίζεις», της Αντίνα Πιντίλιε (Feelgood Entertainmen)