fbpx

«Σκυλάκια, αλογάκια, μεταφυσική, φαντάσματα, οικογενειακές αποκαλύψεις, τραγούδι και χορός» Οι ταινίες της εβδομάδος από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Κατάληψη του κινηματογραφικού τοπίου με καταιγισμό ταινιών, ένεκα της μεγάλης επίθεσης των μαρβελικών «Εκδικητών» την άλλη εβδομάδα. Συνωστισμός, στρίμωγμα, σαρδελοποίηση, γενικό ξεφόρτωμα μέτριων παραγωγών κάνουν την εμφάνιση τους στην πιο ξέφρενη ταινιακή επέλαση. Δεκατρείς ταινίες, που το μεγαλύτερο μέρος αυτών δεν θα σου θυμίζουν τίποτα σε ένα μήνα. Άσε, που ποιος θα είναι αυτός ο τρελάρας, ο αστραποκτυπημένος, ο φεγγαρολουσμένος και πνευματοδεμένος που θα δει τόσες ταινίες. Σημαντικός αριθμός εισιτηρίων, έτσι πληροφορήθηκα, έχουν προαγοραστεί στα φαντασμαγορικά multiplex για την προβολή των Avengers και το Infinity War. Τώρα, τα κάποια δυο, με το ζόρι, τρία φιλμς αυτής της εβδομάδας που αξίζουν, θα βολευτούν στα σαγόνια της μαρμάγκας όπως όπως και θα χωνευτούν στο πιτς φυτίλι μέσα σε ένα οκταήμερο το μάξιμουμ. Το άλλο, δε! Τολμηροί αιθουσάρχες «σηκώνουν» ντοκιμαντέρ στις πλατούλες του άσπρου πανιού για κλειστό κύκλωμα θεατών. Κι όταν αναφέρω κλειστό κύκλωμα θεατών, μην παρεξηγηθώ μέρες που είναι, εννοώ, ότι το θέμα του όποιου ντοκιμαντέρ που πραγματεύεται έναν σπουδαίο άνθρωπο – προσωπικότητα της τέχνης ή των γραμμάτων, δυστυχώς,… ναι, δυστυχώς, τον γνωρίζουν οι ελάχιστοι και οι ειδικοί επί του θέματος. Να τον μάθεις άνθρωπέ μου, αποζητά η μούσα από τον Ελικώνα, και να τρέξεις να πληρώσεις, να ενημερωθείς, να διδαχθείς, να γεμίσει λίγο το νιονιό. Μα τι λές, ευλογημένε! Παίζεις γκράντε προσωπικότητες που η πορεία τους, η στάση ζωής τους στα πράγματα, όπως και τα έργα τους άφησαν αποτύπωμα βαθύ σαν το φαράγγι του Βήκου, βαλμένοι σε καλοφτιαγμένα ντοκιμαντέρ και με στέλνεις να το δω, ενώ την αίθουσα θα κοσμήσουν οι γνωστοί τρεις και ο φημισμένος κούκος; Μα τι λες τώρα; Κάποιοι με κασκόλ και γένια μέχρι το στέρνο, μπλέιζερ σακάκι και μακό με στάμπα των Ramones τα βλέπουν αυτά συντροφιά με κάποιες ξερακανιές, που βήχουν σε στυλ ευρωπαϊκό, διακεκομμένο, ψιλόσυρτο με σφραγισμένα τα χείλη. Δύσκολες εποχές, Κωστή μου Παπαγιώρη, και συ το γνώριζες άριστα το τραύμα. Ακόμα και η κουλτούρα περνάει την κρισάρα της. Η δε παιδεία ανύπαρκτη. Ευτυχώς που υπάρχουν οι αθεράπευτοι «εραστές», αυτοί οι «σκληροπυρηνικοί» αιθουσάρχες, που με τίμημα βαρύ σε εισιτήρια επιμένουν ερωτικά στην όποια ποιότητα. Βρε, λες να υπάρχει καμιά επιδότηση και να ρεφάρουν οι άνθρωποι ή όχι; Το χάσμα ανάμεσα στο ευτελές, το μέτριο και το αυθεντικό συνεχώς μεγαλώνει. Ο εις εκ των δυο θρυλικών αδελφών Ταβιάνι, ο Βιτόριο αποχώρησε, ο Μίλος Φόρμαν τον ακολούθησε και οι ήχοι, τα χρώματα, οι εικόνες τους μετεωρίζονται ανέπαφα καταμεσής του χάσματος σαν διαστημικά πνεύματα από το υπερπέραν να κοιτούν τη νέα γενιά που προαγοράζει το μαγικό χαρτάκι για να εξασφαλίσει την είσοδο της σε άλλους κινηματογραφικούς άθλους, πιο ζωγραφιστούς, πιο ηρωικούς, πιο ευφάνταστους… Τρίχες, φίλε μου Αμαντέους. Το χάος πάντα θα ζει στην φωλιά του κούκου, Ευτυχώς!, και ο πατέρας αφέντης του εαυτού μας, πάντα, θα είμαστε εμείς.                   

«Κωστής Παπαγιώργης: Ο Πιο Γλυκός Μισάνθρωπος»

 

  • Είδος: Ντοκιμαντέρ – προσωπογραφία
  • Σκηνοθεσία – Σενάριο: Ελένη Αλεξανδράκη
  • Μουσική: Νίκος Ξυδάκης
  • Διάρκεια: 92’
  • Διανομή: Feelgood Entertainment
  • Διακρίσεις: Βραβείο της Πανελλήνιας Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου 20ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης

Γράφει η σκηνοθέτις Ελένη Αλεξανδράκη στο σημείωμα της: «Η αγάπη μου για τον Κωστή (που εν ζωή απέφευγε σαν τον διάβολο την όποια προβολή), μου δημιούργησε την ανάγκη να προσπαθήσω να βγάλω στο φως μια σφαιρική εικόνα της τόσο πολυσύνθετης προσωπικότητάς του, η οποία στην ουσία συμπεριλαμβάνει όλη την ελληνική πραγματικότητα, την ίδια την ελληνική ψυχή, σε συνδυασμό με μία εκλεπτυσμένη και εσωτερικευμένη σκέψη που οδηγεί στην αυτογνωσία. Ο Κωστής βλέπει βαθιά και καθαρά μέσα στην “Ανθρώπινη Συνθήκη”. Εμείς, οι φίλοι και οι αναγνώστες του, συνδεόμαστε και “συμβιώνουμε” μαζί του στις εμπειρίες και τα βιώματά του, που μοιράζει γενναιόδωρα μέσα στα βιβλία του. Αναγνωρίζουμε σ’ αυτόν τον εαυτό μας, γιατί τα θέματα του, είτε σχετίζονται με την ακραία μέθη (που τον οδηγεί σ’ έναν πρώτο “θάνατο” και μια “αναγέννησή”), είτε σχετίζονται με τη ζήλια, τη μισανθρωπία, την αγάπη του για το λαϊκό τραγούδι, τα σκυλάδικα, το ποδόσφαιρο, τον Πλάτωνα, το μυθιστόρημα του 19ου αιώνα, την Ελληνική Επανάσταση, τον Χάιντεγκερ, τον Νίτσε, τον Φρόιντ, τον Ντεριντά, τον Μαλαρμέ, τον Παπαδιαμάντη, τον Βακαλόπουλο, κτλ., μιλούν για μας, για την καθημερινότητά μας, για τη σημερινή ζωή μας, για τον αιώνα μας. Το πορτρέτο αυτό είναι μια περιήγηση στη ζωή του δοκιμιογράφου από την παιδική του ηλικία μέχρι τον θάνατό του μέσα από τα ίδια τα γραπτά του».

Η δημιουργός Ελένη Αλεξανδράκη, εκτός από αναγνώστρια του έργου του Κωστή Παπαγιώργη, ήταν φίλη του Κωστή και της γυναίκας του Ράνιας για χρόνια. Ένα έτος μετά το θάνατο του, η σκηνοθέτις στράφηκε ξανά στην ανάγνωση των βιβλίων του και κάπως έτσι γεννήθηκε η ιδέα ενός αφιερώματος στον αγαπημένο της φίλο. Ένας φόρος τιμής στον πασίγνωστο άγνωστο πολιορκητή των τειχών της απάθειας. Διανοητής, αλτρουιστής, ανθρώπινος, ο Κωστής Παπαγιώργης (πραγματικό ονοματεπώνυμο Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου – 7 Νοεμβρίου 1947 − Αθήνα, 21 Μαρτίου 2014), ήταν αυτό που λέμε, ο κεραυνός εν αιθρία. Αρκετές ήταν οι φορές που δεν συμφωνούσα με την σκέψη και τα γραφόμενα του, τα οποία πήγαζαν ατόφια από την γαλουχημένη νεότητα του στα ηλιοστάσια της φραγκίας και μετέπειτα ως κατοίκου του κεντρικού, πυρηνικού ατόμου των Εξαρχείων. Αυτό, φυσικά, δεν αναιρεί και δεν μετασχηματίζει την αυθεντικότητα των ιδεών και των απόψεων του, που, κυριολεκτικώς, θαύμαζα, όσο κι αν με οδηγούσαν σε εσωτερικές κραυγές. Επιτυχία είναι αυτό, κάθαρση και λύτρωση για τον κάθε αναγνώστη. Ευθυγραμμισμένος στον απέριττο ιδεαλισμό της κοινωνικής ανάτασης, διακρίνοντας την ανθρώπινη, πνευματική φτώχεια, μεταμορφωνόταν σε άκαμπτο, δωρικού ρυθμού κίονα, γράφοντας τις αλήθειες για την κατάρρευση του νεοέλληνα με σπουδή, πόνο αλλά και σπαρτιάτικη πειθαρχεία. Δεν χαριζόταν καθόλου ο Κωστής Παπαγιώργης, αλλά δινόταν στους ανθρώπους που αγαπούσε. Τέσσερα χρόνια μετά την φυγή του από τον κόσμο των ανθρώπων σε ηλικία 67 χρόνων, πάνω στο άνθος της πνευματικής του διαύγειας, που θα έλεγε και ο Πλάτων, η Ελένη Αλεξανδράκη συνθέτει το πορτρέτο του φίλου της μέσα από το έργο του και τις μαρτυρίες των ανθρώπων που τον γνώρισαν, τον κατανόησαν, τον θαύμασαν και τον αγάπησαν. Καλή η εργασία της Αλεξανδράκη, δομημένο σωστά το ντοκιμαντέρ – προσωπογραφία για μια μορφή που πραγματικά το αξίζει. Άλλωστε δεν έχουμε και πολλούς Παπαγιώργηδες σήμερα. Βέβαια, αυτό το «φιλόσοφος», που πολλές φορές του προσάπτουν, οι πασιφανείς «παρατρεχάμενοι» μοιάζει με φόρτωμα και είναι άκαιρο, βαρύ σαν αρκουδοτόμαρο απομονωτισμού και δεν του αξίζει. Απομακρύνει τον Κωστή από την κοσμική αύρα, κάτι που ποτέ δεν επεδίωκε ο ίδιος. Δεν τον γνώρισα, δεν βρεθήκαμε ουδέποτε, παρότι η σκέψη του παλλόταν έντονα σαν ηλεκτρισμός στα διάφορα έντυπα, παρά μόνο τον διάβαζα ευχάριστα, άνετα, γόνιμα. Κι αυτά που διάβαζα, πανάθεμα τα, κατάφερναν μαγικά να με τοποθετούν και στις δυο όχθες του ορμητικού ποταμού, που επιθυμεί το πέρασμα του. Κι όποιος τον περάσει. Άλλωστε αυτός ο ποταμός της ζωής ποτέ δεν είναι για όλους.    

«Καλπάζοντας με το Όνειρο»

(The Rider)

 

  • Είδος: Κοινωνικό δράμα
  • Σκηνοθεσία: Κλόε Ζάο
  • Με τους: Μπρέιντι Τζάντρο, Τιμ Τζάντρο, Λίλι Τζάντρο
  • Διάρκεια: 105’
  • Διανομή: Ama Films
  • Διακρίσεις: Βραβείο (Art Cinema) στο Δεκαπενθήμερο Σκηνοθετών του Φεστιβάλ Καννών 2017Χρυσή Αθηνά Καλύτερης Ταινίας στο 23ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας  – Νύχτες Πρεμιέρας

Το παράδοξο, αλλά και ευχάριστο συνάμα της ταινίας είναι, ότι το πνεύμα της «παραμελημένης» ή αγνοημένης από πολλούς Άγριας Δύσης (με κεφαλαία και οι δυο λέξεις), ζωγραφίζεται και φορμάρεται καλόπιστα, αγκαλιάζεται ευγενικά και ανθρώπινα από μια σκηνοθέτιδα, που γεννήθηκε στο Πεκίνο, τελείωσε το γυμνάσιο στο Λονδίνο και ακολούθησε κολεγιακές σπουδές πολιτικών επιστημών και μεταπτυχιακό στην σκηνοθεσία στις ΗΠΑ.  Από το μικρομηκάδικο σύμπαν, που ξεκίνησε ως παραγωγός και σκηνοθέτις το 2008, η Κλόε Ζάο, ντεμπουτάρισε στις μεγάλου μήκους ταινίες το 2015 με το «Songs My Brothers Taught Me» (Τραγούδια που μου Έμαθαν τα Αδέρφια μου), ταινία που στην χώρα μας προβλήθηκε στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας  – Νύχτες Πρεμιέρας, όπως άλλωστε και το «Καλπάζοντας με το Όνειρο», όπου η εν λόγω ταινίας της βραβεύτηκε με την Χρυσή Αθηνά Καλύτερης Ταινίας. Την παραγωγή, μάλιστα, στην πρώτη της ταινία την ανέλαβε ο γνωστός ηθοποιός Φόρεστ Γουίτακερ. Το δεύτερο σημαντικό είναι ότι η Κινέζα Ζάο στρέφει για δεύτερη συνεχομένη φορά το ενδιαφέρον της στα γεωλογικά διαβρωμένα Badlands της Νότιας Ντακότα, εκεί που λευκοί και Ινδιάνοι συνυπάρχουν απόλυτα συνδεδεμένοι με την γεωφυσική ταυτότητα της περιοχής, δηλαδή την ζόρικη ανάσα που εκπέμπει το προϊστορικό αργιλώδες, άλλοτε κόκκινο, άλλοτε γκρίζο χώμα της περιοχής, το γεμάτο ιστορία, συναίσθημα και χρώμα. Μακρύτερα από την οπτική του βίαιου «Badlands» (1973) του Τέρενς Μάλικ και του ρομαντικού «Γητευτή των Αλόγων» (1998) του Ρόμπερτ Ρέντφορντ στον ίδιο χώρο, που σήμερα κατοικείται από έναν αρκετά σημαντικό αριθμό ανθρώπων της φυλής των Λακότα (γνωστοί και ως Σιού), η Ζάο ρίχνει τον φακό της κάμερας, αποτυπώνοντας τον άνθρωπο, τα άλογα, που είναι αδιάσπαστο κομμάτι των ζωών τους, την απεραντοσύνη του τόπου, την αποξένωση, το χαμένο όνειρο και τον επαναπροσδιορισμό της όποιας πορείας ζωής.

Ο Μπράντι Μπλάκμερν (Μπράντι Τζάντρο που διαμένει στη Νότια Ντακότα – πολύ καλός), εκτός του ότι είναι ανερχόμενος αστήρ του ροντέο, είναι και εξαιρετικός horse whisperer, διαθέτοντας την ικανότητα να συνδέεται με την ψυχοσύνθεση των αλόγων. Η βίαιη πτώση του από το άγριο άλογο σε έναν αγώνα προκαλεί σοβαρό τραύμα στο κεφάλι του. Έπειτα από τριήμερο κώμα και ένα βαρβάτο χειρουργείο, που του τοποθέτησαν μεταλλική πλάκα γύρω από τον τραυματισμένο εγκέφαλο του, το ιατρικό πόρισμα κατέληξε ρητώς, ότι πρέπει να αποτραβηχτεί εντελώς από το σπορ, καθότι κινδυνεύει να πεθάνει. Ο Μπράντι που ζει στην φάρμα με τον πατέρα Τιμ (Γουέιν Τζάντρο – πραγματικός πατέρας και στην ζωή), αλλά και με την, ολίγον καθυστερημένη νοητικά, καλόκαρδη, αδελφή του, Λίλι (Λίλι Τζάντρο – πραγματική αδελφή του και στην ζωή, που πάσχει από αυτιστική διαταραχή, γνωστή και ως σύνδρομο Άσπεργκερ), αγοράζουν άλογα, τα εξημερώνουν και τα μεταπωλούν. Ο τραυματισμός ενός καλού αλόγου που εκπαιδευόταν από τον Μπράντι και η θανάτωσή του φέρνουν όλα τα σχέδια της οικογένειας πίσω. Η οικονομική ανέχεια, τα χρέη του πατέρα, οι ανάγκες και η φροντίδα της Λίλι είναι τα αδιέξοδα που δημιουργούν τις εσωτερικές συγκρούσεις του νεαρού Ινδιάνου – κάου μπόι. Ταυτισμένος απόλυτα με την ιδιοσυγκρασία των αλόγων, θεωρεί τον τραυματισμό και την απομάκρυνση του από τον στίβο ως το τέλος της ζωής του.  Παράλληλα επισκέπτεται στο νοσοκομείο και τον τετραπληγικό, συνομήλικο φίλο του, πρώην φίρμα των ροντέο στο να ιππεύει άγριους ταύρους, ο οποίος από πέσιμο κι αυτός κυριολεκτικώς σακατεύτηκε. Η ζωή, όμως του Μπράντι είναι απόλυτα συνδεδεμένη με το ροντέο και η απαγόρευση από το άθλημα τον οδηγεί σε ομιχλώδη σταυροδρόμια που πρέπει να ξεκαθαρίσει και να αποφασίσει.

Η πραγματική οικογένεια και οι φίλοι του νεαρού παίζουν την φανταστική εκδοχή των εαυτών τους επικεντρωμένο, βέβαια, το σενάριο στην προσωπικότητα του Μπράντι, που ότι συμβαίνει στην ταινία έχει γίνει στην πραγματικότητα. Η ταινία δεν βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα, αλλά είναι ένα πραγματικό γεγονός. Η Ζάο δείχνει την άλλη πλευρά της αμερικανικής υπαίθρου, απαλλαγμένη από την βία και το νοσηρό, εγκληματικό περιβάλλον, που συνήθως διακρίνει αυτό το κομμάτι του αμερικανικού πληθυσμού. Τρυφερή, πιο εσωτερική και διόλου εμμονική, αφήνει ελεύθερο το πνεύμα της περιοχής να την συνεπάρει στην πανέμορφη αγρίλα που διαμορφώνει χαρακτήρα. Ένα υβριδικό φιλμ που ισορροπεί καλά ανάμεσα στο ντοκιμαντέρ και στην μυθοπλασία, με ηθοποιούς τους ίδιους τους ανθρώπους της πραγματικής ιστορίας του Μπράντι και της οικογένεια του. Οι φόρμες της Ζάο είναι ευκίνητες και δένουν σταθερά και με γνώση την ζώσα εξάρτηση των ανθρώπων της συγκεκριμένης γεωγραφικής περιοχής που έχουν με την φύση. Άλλωστε, το ινδιάνικο φτερό που στολίζει το καουμπόικο καπέλο τους για να θυμούνται την καταγωγή τους είναι κι αυτό ένα στοιχείο του σύγχρονου υβριδισμού, ένεκα επιβίωσης, βεβαίως βεβαίως!              

«Οικογενειακός Φίλος»

(Le Fils de Jean)

 

  • Είδος: Κοινωνικό δράμα
  • Σκηνοθεσία: Φιλίπ Λιορέ
  • Με τους: Πιερ Ντελαντοσάμπ, Γκαμπριέλ Αρκάντ, Μαρί-Τερέζ Φορτίν
  • Διάρκεια: 98’
  • Διανομή: Filmtrade

Το σενάριο της ταινίας είναι εμπνευσμένο από το βιβλίο με τον τίτλο «Si ce Livre Pouvait me Rapprocher de Toi» (1999) του Ζαν-Πολ Ντιμπουά. Είναι παραγωγή του 2016 και ο 62χρονος Παριζιάνος παραγωγός και σκηνοθέτης Φιλίπ Λιορέ (Είμαι καλά Μη σε Νοιάζει – 2006) – γνωστός ως πετυχημένος διευθυντής ήχου σε πολλές ταινίες –  γοητευμένος από το στόρι του βιβλίου φτιάχνει ταινία προσθέτοντας και δικά του στοιχεία στην πλοκή.

Ο τριάντα κάτι Ματιέ (Πιερ Ντελαντοσάμπ – καλός), χωρισμένος με ένα παιδί λαμβάνει ένα τηλεφώνημα, ότι ο πατέρας που δεν γνώρισε ποτέ πέθανε. Η μητέρα του, που επίσης έχει πεθάνει, του είχε πει πως είναι καρπός μιας τυχαίας συνάντησης με έναν άνδρα. Μαθαίνει, επίσης, ότι ο άγνωστος πατέρας πέθανε την ώρα που ψάρευε σε μια λίμνη του γαλλόφωνου Καναδά. Ο Ματιέ αποφασίζει να ταξιδέψει στην χώρα των λιμνών για να δει έστω και νεκρό τον πατέρα του, αλλά και να παραλάβει ένα δέμα που φέρει το όνομά του. Όταν φτάνει στο Κεμπέκ συναντιέται με τον καλύτερο φίλο του συγχωρεμένου, τον ολιστικό γιατρό Πιέρ (Γκαμπριέλ Αρκάντ –πολύ καλός), από τον οποίο ενημερώνεται, πως έχει και δυο μηλαδέρφια, πάνω κάτω στην ίδια ηλικία με εκείνον. Παρότι το νεκρό σώμα του αποθανόντος πατέρα δεν βρέθηκε (κάποιο ρεύμα της λίμνης το πήρε) η κηδεία θα γίνει. Ο Πιέρ συμβουλεύει τον Ματιέ να μην παραβρεθεί για να μην δημιουργήσει αναστάτωση στην οικογένεια και στους συγγενείς του νεκρού. Γνωρίζει τα αδέλφια του (ο ένας έχει ανακαλύψει την εβραϊκή θρησκεία και ο άλλος είναι μεγαλοδικηγόρος), δεν συστήνεται ως ετεροθαλής αδελφός τους, και μαζί ψάχνουν στην λίμνη, αλλά δεν βρίσκουν τον νεκρό. Ο Πιέρ παραδίδει το δέμα στα χέρια του νέου, τον παροτρύνει να αποχωρήσει από τον Καναδά και να επιστρέψει στην Γαλλία. Το δέμα είναι ένας μεγάλης αξίας ζωγραφικός πίνακας, που τον άφησε ο νεκρός πατέρας ως κληροδότημα στον γιο που δεν γνώρισε, σε περίπτωση που θα πέθαινε. Ο Ματιέ, πάραυτα, γνωρίζει και την οικογένεια του καλού Πιέρ (μάνα, χωρισμένη κόρη και εγγονή), μαθαίνει τις ασωτίες του πατέρα του (γιατρός, κλινικάρχης, πλούσιος, σφοδρός γκομενάκιας και παρτάκιας), αποφασίζει να ακολουθήσει την συμβουλή του πράου γιατρού και να επιστρέψει στο Παρίσι, αφού κανένας δεσμός δεν τον συνδέει, πια, με το Κεμπέκ και τον πατέρα του.

Με όχημα την ανατροπή μιας σημαντικής υπόθεσης που χαρακτηρίζεται ως η ανακάλυψη του πατέρα, που δεν ποτέ δεν γνώρισε και από πού στο καλό κρατάει η σκούφια του ήρωα, ο Φιλίπ Λιορέ κινηματογραφεί το υπαρξιακό δράμα συγκινητικά και εντελώς ανθρώπινα, βάζοντας στο πλάνο την ανδρική ιδιοσυγκρασία, που έχει να κάνει με τις ρίζες, την καταγωγή και την αναζήτηση του άλλου κομματιού, ώστε να ολοκληρωθεί η εικόνα της οικογένειας. Δεν εμβαθύνει στην φιλοσοφική διάσταση, ότι η παράσταση της ζωής διακρίνεται από ποικίλους ρόλους, που πρέπει να παιχτούν καλά, κι αν δεν παιχτούν καλά τότε bye bye, αλλά «κολλάει» στην αναζήτηση του γιού ως προς την ανακάλυψη του ανύπαρκτου πατέρα, που τριάντα τόσα χρόνια δεν έδωσε σημεία ζωής, ενώ ήξερε πως είχε ένα γιο με μια γυναίκα στο Παρίσι. Προσεκτικά ντυμένη η σαστιμάρα του αναζητητή γιού, που βρίσκεται χαμένος σε μια ξένη χώρα, που ναι μεν έχει την ίδια γλώσσα, αλλά οι κώδικες συμπεριφοράς είναι εντελώς διαφορετικοί από τους ευρωπαϊκούς. Καλές οι ερμηνείες και η ιστορία κυλάει με ενδιαφέρον, συναισθηματική φόρτιση, καλά ασφαλισμένη στην γεμάτη ρεύματα επιφάνεια της λίμνης των διαφόρων εκπλήξεων. Ούτε ένα μακροβούτι, ούτε μια υπέρβαση δεν γίνεται. Όλα τα τραγικά με την γνωστή γαλλική γλύκα του θέματος ειδομένα, που παρά τις εκπλήξεις, αποχωρείς ευχάριστα από την σκοτεινή αίθουσα.                

«Το Νησί των Σκύλων»

(Isle of Dogs)

 

  • Είδος: Περιπετειώδες stop – motion animation
  • Σκηνοθεσία: Γουές Αντερσον
  • Με τις φωνές των: Φ. Μάρεϊ Αμπραχαμ, Μπομπ Μπάλαμπαν, Μπράιαν Κράνστον, Γκρέτα Γκέργουιγκ, Τζεφ Γκόλντμπλουμ, Ακίρα Ιτο, Σκάρλετ Τζοχάνσον, Χάρβεϊ Καϊτέλ, Φράνσις ΜακΝτόρμαντ, Μπιλ Μάρεϊ, Μαρί Νατσούκι, Γιοτζίρο Νόντα, Κουνίτσι Νομούρα, Εντουαρντ Νόρτον,
  • Διάρκεια: 102΄
  • Διανομή: Odeon

Η αλήθεια είναι πως το σινεμά του Γουές Άντερσον διαθέτει μια φλύαρη φιοριτούρα που ροκανίζει αισθητά τον ζωτικό χώρο της ουσίας που θέλει να εκφράσει ο δημιουργός. Είναι πολύ καλός στο να στήνει την ατμόσφαιρα, άριστος στις χρωματικές του, προσεκτικός στην μονταζιέρα του. Όλο αυτό το υπερφίαλο, με φινέτσα, όμως δομημένο κουράζει αφάνταστα.  Δεν με έχει πείσει ακόμα ο Άντερσον για το προσωπικό του «δια ταύτα» και ως διανοούμενος που έχει χαρακτηριστεί, συνεχίζει να γαλλίζει αμερικανιστί. Οι ταινίες του, τουλάχιστον οι πρώτες του, «Κλέφτες Κατά Λάθος», «Ο Αρχάριος» και η «Οικογένεια Τενενμπάουμ» είχαν μια φρεσκάδα ως προς την κλεφτή ματιά τους στην διαφορετικότητα και την εικόνα της αμερικανικής συμπλεγματικότητας, Από τις «Υδάτινες Ιστορίες», που ξεκίνησε και η γενικότερη αποδοχή του σκηνοθέτη προς το σκεπτόμενο, σινεφίλ κοινό το σκηνικό άρχισε να χαλάει, διακρίνοντας έναν έντονο ναρκισσισμό του δημιουργού προς το δημιούργημα του.

Η avant garde αντιμετώπιση των θεμάτων του έρχεται σε μετωπική σύγκρουση με την τελειότητα της παραγωγής στον πλέον αψεγάδιαστο βαθμό της, δεσμεύοντας κάθε είδους έκφραση ελευθερίας και χαλαρότητας. Όλα είναι τόσο τέλεια, τόσο απίθανα τακτοποιημένα σε αντιστοιχία με την θεματική τους, που η ταινία μοιάζει απονευρωμένη. Ακόμα και το σκοτεινό στοιχείο που θέλει να προσδώσει για να δημιουργηθεί η αντίθεση, κι αυτό είναι τόσο καθωσπρέπει και ατσαλάκωτο. Όπως και εδώ, στο «Νησί των Σκύλων», που ως παραγωγή είναι καταπληκτική, δεύτερη φορά χρησιμοποιεί την τεχνική stop – motion animation (η πρώτη ήταν «Ο Απίθανος Κύριος Φοξ – 2009), ρίχνει μέσα στο σενάριο τα πάντα. Μια μπλεντεροποίηση για την οικολογία, την ζωοφιλία, τον κυβερνητικό έλεγχο, την παιδική περιπέτεια, μαζί με ιαπωνική κουλτούρα, την εξουσία της τεχνολογίας απόλυτα κυβοποιημένα με την γνωστή, εικαστική τελειότητα του Γουές Άντερσον, που στο φινάλε κατανοείς ότι είδες μια άρτια τεχνικά ταινία, αλλά άδεια από νοητικές διεργασίες, οπότε και αποτέλεσμα. Το ίδιο είχε συμβεί, προσωπικά σε μένα και στο βραβευμένο με Όσκαρ στις τεχνικές κατηγορίες και την εξαιρετική μουσική του Ντεσπλά, «Ξενοδοχείο Grand Budapest».

Σε ένα, όχι μακρινό μέλλον, η ιστορία μας αφηγείται τις περιπέτειες του Ατάρι Κομπαγιάσι, ενός 12χρονου προστατευόμενου του διεφθαρμένου Δημάρχου Κομπαγιάσι. Όταν, με Προεδρικό Διάταγμα, αποφασίζεται να μεταφερθούν όλοι οι σκύλοι της πόλης Μεγκασάκι σε μία αχανή χωματερή, ονόματι Νησί των Σκουπιδιών, λόγω του ότι τα σκυλιά, αδέσποτα και οικόσιτα μεταφέρουν θανατηφόρες για τον άνθρωπο αρρώστιες. Ο μικρός Ατάρι ξεκινά μόνος του την αναζήτηση του σκύλου-σωματοφύλακά του, Σποτς. Στο νησί – χωματερή με τη βοήθεια μίας αγέλης ημίαιμων φίλων, αρχίζει ένα επικό ταξίδι που θα καθορίσει την τύχη και το μέλλον ολόκληρης της Νομαρχίας.

«Ιστορίες Φαντασμάτων»

(Ghost Stories)

 

  • Είδος: Τρόμου
  • Σκηνοθεσία: Τζέρεμι Ντάισον και Αντι Νάιμαν
  • Με τους: Αντι Νάιμαν, Μάρτιν Φρίμαν, Πολ Γουάιτχαουζ, Αλεξ Λόθερ
  • Διάρκεια: 98’
  • Διανομή: Spentzos Films

Αγγλικό, ορίτζιναλ τρόμο διάλεξαν για το σκηνοθετικό του ντεμπούτο σε μεγάλου μήκους ταινία οι δυο Άγγλοι, Τζέρεμι Ντάισον και Αντι Νάιμαν. Ο μεν πρώτος (Τζέρεμι Ντάισον), σεναριογράφος, παραγωγός, ολίγον τηλεοπτικός ηθοποιός και ο δε έτερος (Άντι Νάιμαν), πρωτίστως ηθοποιός (πρωταγωνιστής στην ταινία), σεναριογράφος, παραγωγός, Άγγλοι και δυο, ένωσαν τις δυνάμεις τους για να γράψουν και να σκηνοθετήσουν θρίλερ με στοιχεία μεταφυσικού τρόμου, κάτι που τηλεοπτικά και κινηματογραφικά το νησί έχει την παράδοση του.  

Ο καθηγητής Φιλιπ Γκουντμαν (Άντι Νάιμαν – καλός) είναι ψυχολόγος και σκεπτικιστής, βάζοντας σκοπό της ζωής του να ξεσκεπάζει μαϊμού υποθέσεις φαντασμάτων, απαλλάσσοντας τους ανθρώπους από τις δεισιδαιμονίες. Ας πούμε, είδωλο του είναι μια παλιά καραβάνα, ένας ερευνητής αντίστοιχων υποθέσεων, που μερικές δεκαετίες πίσω είχε εκπομπή στην τηλεόραση, αποκαλύπτοντας ανθρώπους με ψεύτικες, μεταφυσικές εμπειρίες από το βασίλειο των νεκρών. Ο ερευνητής και τηλεοπτικός σταρ χάθηκε ξαφνικά, αφήνοντας πίσω του το πεδίο ελεύθερο να οργιάσουν ξανά οι διάφοροι, επίδοξοι μάγοι, πνευματιστές και μυθομανείς των παράδοξων φαινομένων. Ο ορθολογισμός του προφέσορα θα δοκιμαστεί ανελέητα όταν λαμβάνει ένα φάκελο που περιέχει μια κασέτα και τρεις τρομακτικές, άλυτες ιστορίες ανθρώπων με αδίστακτα φαντάσματα. Ο αποστολέας του φακέλου δεν είναι άλλος από τον χαμένο ερευνητή, ο οποίος γέρος πια ζει σε ένα τροχόσπιτο απομονωμένος με πολλά προβλήματα υγείας. Ο γέρος ερευνητής ιντριγκάρει τον καθηγητή για να λύσει αυτές τις τρεις υποθέσεις, που εκείνος δεν κατάφερε και τον έχουν στοιχειώσει. Επηρεασμένος από την συνάντηση ο ψυχολόγος ξεκινάει την έρευνα ώστε να δώσει λογικές εξηγήσεις στις υποθέσεις και ότι όλες είναι μια απάτη. Καθώς ο Γκούντμαν ερευνά συναντά τρεις βασανισμένους ανθρώπους, ο καθένας με μια ιστορία τρομακτικότερη από την άλλη, αλλόκοτη και ανεξήγητη. Ο νυχτοφύλακας Τόνι είχε με απόκοσμη συνάντηση με ένα φάντασμα σε μία άδεια αποθήκη, πράγμα που τον στοιχειώνει για χρόνια. Ο έφηβος Σάιμον έκανε μια νυχτερινή βόλτα με το αυτοκίνητο στο δάσος και από εκείνη την νύχτα δεν μπορεί να κοιμηθεί. Και ο Μάικ ένας σνομπ μπρόκερ, τραπεζικός αναθεώρησε στο έπακρο τον τρόπο που σκέπτεται, όταν τα ανήσυχα πνεύματα της γυναίκας και του πεθαμένου βρέφους τους εμφανίστηκαν στην μέχρι τότε τέλεια ζωή του. Ο καθηγητής ψυχολογίας αγκαλιά με τον ορθολογισμό του βρίσκεται στο μάτι του κυκλώνα βιώνοντας ιστορίες φαντασμάτων που δεν έχουν προηγούμενο.

Τι σενάριο γραμμένο από τους δυο σκηνοθέτες (Τζέρεμι Ντάισον και Αντι Νάιμαν), το οποίο είχε σηκωθεί με επιτυχία και στο αγγλικό θεατρικό σανίδι, περιλαμβάνει όλα τα συστατικά που χρειάζονται οι καλές ιστορίες φαντασμάτων, διανθισμένο με το γνωστό αγγλικό χιούμορ, για να ελαφραίνει κάπως η βαριά ατμόσφαιρα. Καλή η κινηματογράφηση, καλές και οι ερμηνείες με μοναδικό προβληματικό στοιχείο στην εξέλιξη της υπόθεσης την πλοκή που αφορά τις τελευταίες σεκάνς της ιστορίας. Είναι έξυπνη η μετάβαση, μόνο που η απόδοση της θα προξενήσει κάποια μικρά ερωτηματικά, που δεν είναι αναπάντητα, αλλά ήθελαν περισσότερη φροντίδα. Υπάρχει έντονη η αγγλική θεατρικότητα, όπως και η αγωνία είναι κυρίαρχη καθ΄ όλη την διάρκεια.  

«Thelma»

 

  • Είδος: Θρίλερ
  • Σκηνοθεσία: Γιοακίμ Τρίερ
  • Με τους: Έλι Χάρμπο, Κάια Γουίλκινς, Χένρικ Ράφαλσεν
  • Διάρκεια: 107’
  • Διανομή: Seven Films

Η ψυχοσύνθεση των Σκανδιναβών καλλιτεχνών είναι πέρα ως πέρα ιδιαίτερη έως παράξενη. Όσο πιο πάνω ανεβαίνεις γεωγραφικά τόσο πιο πολύπλοκα γίνονται τα θέματα. Ίσως είναι το πολύ κρύο, ίσως είναι οι λευκές νύχτες, ίσως η ίδια φύση του σκανδιναβικού τοπίου, ίσως ακόμα και η γερμανική ρίζα της λέξης, που ετυμολογικά σημαίνει επικίνδυνο νησί, να έχει μια αλήθεια. Οι άγριες νορδικές χώρες που την αποτελούν η Δανία, η Νορβηγία και η Σουηδία έχουν αυτό το κάτι αλλόκοτο, ξεκινώντας λογοτεχνικά από τον Άντερσεν μέχρι τον σημερινό Γιο Νέσμπο, μουσικά από τον Έντβαρντ Γκρίεγκ για να καταλήξουμε κινηματογραφικά στον Λαρς φον Τρίερ, τον Βίντεμπεργκ, τον Γουίντινγκ Ρεφν και τώρα στον Νορβηγό  Γιόακιμ Τρίερ, οποίος γεννήθηκε στην Δανία και έχει μια μακροσυγγένεια με τον Λαρς Φον Τρίερ. Ο 44χρονος Γιόακιμ είναι γνωστός στην χώρα μας από τις ταινίες του  «Όσλο, 31 Αυγούστου» και «Ο Ήχος της Σιωπής». Η «Thelma» είναι η τέταρτη κατά σειρά μεγάλου μήκους ταινία του.

Η νεαρή και συνεσταλμένη Θέλμα αποδεσμεύεται από τους θρησκόληπτους γονείς της, που ζουν σε μια μικρή πόλη της δυτικής ακτής της Νορβηγίας, προκειμένου να σπουδάσει σε ένα πανεπιστήμιο του Όσλο. Μια μέρα, κι ενώ βρίσκεται στη βιβλιοθήκη του πανεπιστημίου για να διαβάσει, κυριεύεται από μια έντονη και αναπάντεχη κρίση, η οποία μοιάζει με εκείνες της επιληψίας. Στο ελεύθερο φοιτητικό περιβάλλον η  Θέλμα νοιώθει ερωτική έλξη για την όμορφη συμφοιτήτριά της Άνγια, η οποία δείχνει να ανταποκρίνεται στην μαγνητική παρουσία της μοναχικής, παράξενης επαρχιώτισσας. Τα συμπτώματα της επιληψίας της Θέλμας συνοδεύονται και με ψυχοκινητικά συμπτώματα, όπως τηλεκινησία και χωροχρονικές μεταφορές. Καθώς κυλάει η ακαδημαϊκή χρονιά, η Θέλμα κυριεύεται ολοένα και περισσότερο από τα έντονα αισθήματά της για την Άνγια. Αισθήματα που δεν τολμά να τα παραδεχτεί ακόμα και στον ίδιο της τον εαυτό, λόγω της θρησκευτικής παιδείας της. Στο ίδιο χρονικό διάστημα, όμως, βιώνει ολοένα και συχνότερες και πιο έντονες κρίσεις. Καθώς γίνεται ξεκάθαρο ότι αυτές οι κρίσεις αποτελούν απλώς ένα σύμπτωμα ανεξήγητων, ενδεχομένως και επικίνδυνων φαινομένων οι εξηγήσεις έρχονται από το παρελθόν για να την απελευθερώσουν.

Σεξουαλική ταυτότητα, οικογενειακή καταπίεση, θρησκοληψία και ανεξήγητα φαινόμενα ανταμώνουν την «Κάρι» του Στίβεν Κινγκ και τους «Scanners» του Κρόνεμπεργκ σε μια συμπαθητική μεν, μέτρια δε, ταινία που εμπεριέχει πλήθος κλισέ για να δείξει τα σκηνοθετικά του καλούδια ο Γιόακιμ Τρίερ όχι σιωπηρά και διακριτικά, αλλά κραυγάζοντας.

«Μποέμικη Ψυχή»

(Djam)

 

  • Είδος: Μουσική δραμεντί
  • Σκηνοθεσία: Τόνι Γκατλίφ
  • Με τους: Δάφνη Πατακιά, Σιμόν Αμπκαριάν, Μαρίν Καριόν, Κίμων Κουρής
  • Διάρκεια: 97’
  • Διανομή: Tanweer

Γαλλοελληνική συμπαραγωγή σε σκηνοθεσία του Αλγερινού Τόνι Γκατλίφ, γνωστού από την υπέροχη ταινία του: «Gadjo Dilo», ελληνιστί «Υπάρχουν Ακόμα Γελαστοί Τσιγγάνοι» του 1997. Η «Djam», ελληνιστί «Μποέμικη Ψυχή» (σκίζουμε στις ελληνικές μεταφορές τίτλων) με πρωταγωνίστρια την Δάφνη Πατακιά στον πρώτο μεγάλο πρωταγωνιστικό της ρόλο, είναι ένα μουσικό, road movie, που ξεκινάει από την Μυτιλήνη της Λέσβου, ταξιδεύει στην Κωνσταντινούπολη, μετά στην Καβάλα για να καταλήξει ξανά στην Λέσβο. Κεντρικό πρόσωπο η καταπληκτική, κυριολεκτώ σε αυτό, Δάφνη Πατακιά στον ρόλο ενός ελεύθερου κοριτσιού, που ρουφάει το λεπτό, την ώρα, την ημέρα, την ίδια την ζωή. Μια Ζορμπού (θηλυκό του καζαντζακικού Ζορμπά), που δεν χάνει την ευκαιρία να χορέψει, να τραγουδήσει, δεν κομπλάρει, γελάει, δεν κωλώνει πουθενά.  Όσο έωλη είναι η υπόθεση της ταινίας, τόσο μαγευτική, μαγνητική είναι η απίθανη Δάφνη. Γεννημένη και μεγαλωμένη στις Βρυξέλλες είναι μια ηθοποιός από τα νέα ταλέντα του διεθνούς σινεμά. Στις Κάνες, μάλιστα, πριν την προβολή της ταινίας χόρεψε και τραγούδησε στο ρυθμό των ρεμπέτικων που ερμήνευσαν οι μουσικοί της ταινίας του Γκατλίφ. Η Δάφνη Πατακιά, επαναλαμβάνω με παρρησία, η κοπέλα είναι ο θησαυρός της ταινίας, επιλέχθηκε από την επιτροπή του δικτύου προώθησης του ευρωπαϊκού κινηματόγραφου (European Film Promotion) ως ένα από τα δέκα ανερχόμενα ταλέντα στον θεσμό. Γεμάτη πάθος, φρεσκάδα, μπρίο, σωστή οδοστρωτήρας, ουράνιο ταπεραμέντο, που ούτε ο Γιώργος Ζώης κατάφερε να το της βγάλει στο «Interruption», ούτε ο Αλέξανδρος – The Boy – Βούλγαρης στο «Νήμα». Ο Γκατλίφ εδώ την αποκαλύπτει, την αποθεώνει και μπράβο του για αυτό.

Η Τζαμ (Δάφνη Πατακιά) είναι η νεαρή Ελληνίδα, που ο θείος της με το όνομα Κακούργος (φάτσα φοβερή ο Σιμόν Αμπκαριάν) , δηλαδή ο εραστής της νεκρής μάνας της, που τον φωνάζει θείο, πρώην ναυτικός και παθιασμένος θαυμαστής του Ρεμπέτικου τραγουδιού, στέλνει την νεαρή Τζαμ στην Πόλη για να επιδιορθώσει ένα πιστόνι του τουριστικού σκάφους τους. Εκεί συναντά την δεκαοχτάχρονη Γαλλίδα Αβρίλ, που βρίσκεται σε εθελοντική αποστολή για τους μετανάστες, ενώ ο γκόμενος της την παράτησε, αρπάζοντας τα χρήματα της. Η απεγνωσμένη Αβρίλ δεν γνωρίζει κανέναν στην Τουρκία. Η Τζαμ, γενναιόδωρη, αθόρυβη, απρόβλεπτη και ελεύθερη, παίρνει υπό την προστασία της την Αβρίλ και κατευθύνονται προς την Ελλάδα με πορεία την Καβάλα. Ένα ταξίδι γεμάτο  μουσική και απρόοπτα.

Το σενάριο είναι χειρότερο και από ελληνικό, τηλεοπτικό σήριαλ, η σκηνοθεσία καλή, αλλά όλα τα λεφτά, ο χρυσός και ο αδάμας μαζί, όπως λένε, είναι η ηθοποιός Δάφνη Πατακιά και οι μουσικές της ταινίας.