«Σκάνδαλο αλά Κένεντι και ένα κουκλόσπιτο σπέρνουν αμφιβολίες και τρόμο» Οι ταινίες της εβδομάδος από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Οικογένεια Κένεντι. Τι να πρωτοαναφέρουμε για αυτή την αμερικανική, «αριστοκρατική», πολιτική δυναστεία, που άπαντα τα μέλη της λειτούργησαν ως εξελιγμένοι, σύγχρονοι Βοργίες. Παλαιό, ιρλανδέζικο, καθολικό «τζάκι», αναφέρω, τόσο παλαιό όσο και η αποικισμένη, μεταεμφυλιακή αμερικανική ήπειρος, εκ της παραθαλάσσιας Βοστώνης της Μασαχουσέτης ορμώμενο (sic IrishCatholic state, έχει και το Χάρβαρντ της), φυσικά, όχι Wasp (Anglo-Saxon Protestants), και άνευ μακρινής συγγένειας με τον βασιλικό οίκο των Γουίνσδορ. Έτσι, τουλάχιστον, σημειώνουν οι ειδικοί ερευνητές, όπως άλλωστε συνηθίζεται να έχουν οι περισσότεροι πρόεδροι την ΗΠΑ (εκτός του Χάρι Τρούμαν) με το παλάτι του Μπάνγκιχαμ. Ο δημιουργός αυτής της «οικογένειας», που αργότερα μετονομάστηκε σε «καταραμένη» φαμίλια ένεκα των δεινών που την αντάμωσαν σε χρονική διάρκεια μισού αιώνα, ήταν ο Πάτρικ Τζόζεφ Κένεντι (14 Ιανουαρίου 1858 – 18 Μαΐου 1929), γεννημένος στην Βοστώνη από γονείς Ιρλανδούς μετανάστες. Βίος και πολιτεία ήταν ο εν λόγω «πατριάρχης» των Κένεντι και παππούς του γνωστού, αγαπητού JFK. Επιχειρηματίας σε εποχές που τα εξάσφαιρα ήταν λαλίστατα, έκτισε μια επικερδή αλυσίδα σαλούν, καλύφθηκε με το απαστράπτον ένδυμα του ευυπόληπτου πολίτη, προσχωρώντας με επιτυχία στους κόλπους της αμερικανικής γερουσίας, κτίζοντας με γερά θεμέλια το πολιτικό οικοδόμημα της φατρίας. Ο γιός του, τώρα, ο κυκλώνας που τα σάρωνε όλα στο πέρασμα του,  ο Τζόζεφ Πάτρικ Κένεντι (6 Σεπτεμβρίου 1888 – 18 Νοεμβρίου 1969), γνωστός και ως «killer Joe» (παρατσούκλι που του το φόρεσαν για το αδίστακτο του χαρακτήρα του οι πολιτικοί και οι οικονομικοί κύκλοι), ήταν ο πατέρας των γνωστών πολιτικών: Τζον, Μπομπ και Τεντ Κένεντι. Μια γρήγορη επισκόπηση για τον βίο και την πολιτεία αυτού του ανθρώπου μας δίνει μερικά ανατριχιαστικά γεγονότα. Ήταν η «πρώτη μούρη» και ό,τι έβαζε στο μυαλό του και το επιθυμούσε έπρεπε να το πετύχει και να το κάνει δικό του πάση θυσία και με κάθε τρόπο, είτε θεμιτό, είτε αθέμιτο. Ήταν ο πατέρας ενός προέδρου της Αμερικής, που κατέβασε τον ουρανό στην γη για να περάσει ο καθολικός Τζον με ισχνή πλειοψηφία στις εκλογές το κατώφλι του Λευκού Οίκου το 1960. «Ο Κένεντι εξελέγη με λιγότερο από το μισό του 1% των όσων ψήφισαν», έγραψαν οι πικρόχολοι, προτεσταντικοί Νιού Γιορκ Τάιμς, τότε. Τοποθετημένος, πάντα, σε νευραλγικά, κυβερνητικά πόστα, ο πατέρας Τζο, εφάρμοσε απαγορευμένες πρακτικές (γκανγκστερισμούς, δηλαδή) για να αποκτήσει περιουσία, η οποία το 1935 υπολογιζόταν σε 180 εκατομμύρια δολάρια (κάτι περισσότερο από 3,1 δις σημερινά δολάρια) δηλωμένα, γιατί τα κρυφά και τα αδήλωτα, ως γνωστόν, ήταν άλλα τόσα. Φιλοναζιστής, υποστηρικτής του Χίτλερ, που μάλιστα, ως πρέσβης στο Λονδίνο το 1938 τάχθηκε κατά του πολέμου με την Γερμανία, επιχειρώντας μέχρι και τις αρχές του 1940 να συναντηθεί με τον Χίτλερ και να τα πούνε από κοντά. Τυχαίο; Όχι βέβαια, γιατί με τον έτερο φαμιλιέρη, πατέρα και παππού των δυο Αμερικανών, προτεσταντών προέδρων, του περιβόητου Πρέσκοτ Μπους, που είχε τρανές και επικερδείς οικονομικές συναλλαγές με τον Αδόλφο, ο Τζο Κένεντι συνεργάστηκε μαζί του. Σκεφτείτε, λοιπόν, πόσο «γατόνι» και πόσο βαθιά χωμένος ήταν μέσα στην σήψη και στα κόλπα ο Τζο (άριστες σχέσεις με την μαφία), καθώς αποσύρθηκε αλώβητος από το χρηματιστήριο πριν το μεγάλο κραχ του 1929, που γονάτισε οικονομικά την Βόρεια Αμερική και την μισή υφήλιο. Στην σκοτεινή λίστα των μύριων σκανδάλων και των βρωμοδουλειών του Τζο Κένεντι, καταγράφεται κι εκείνη του τρομερού σκανδάλου για την εποχή, που αφορούσε τον δαιμόνιο και υπέροχο Έλληνα μετανάστη, τον επιχειρηματία, παραγωγό και ιδιοκτήτη 72 θεατρικών, κινηματογραφικών αιθουσών, τον Ανδριώτη, Αλέξανδρο Πανταζή (Pantages Theatres), τον άνθρωπο που ενθάρρυνε τον Γουόλτ Ντίσνεϊ να μπει στην βιομηχανία του κινηματογράφου και πρόβαλε πρώτος στα θέατρα του τον Τσάρλι Τσάπλιν. Αυτόν τον Έλληνα θαυματουργό και οραματιστή, ο φριχτός «Killer» Joe Κένεντι, το 1926 του έστησε ολόκληρη πλεκτάνη, τον διέσυρε στα κοινά σκοπίμως με ψευδείς κατηγορίες περί βιασμού για να εξαγοράσει την κολοσσιαία εταιρεία του μπιρ παρά. Ο δεύτερος γιός του, τώρα, ο «λαοπρόβλητος» Τζον Φιτζέραλντ Κένεντι, ο γεμάτος σκάνδαλα πρόεδρος, ο ιθύνουν νους της δολοφονίας της Μέριλιν Μονρό, ο θιασώτης του ψυχρού πολέμου και κρυφός υποστηριχτής του τείχους του Βερολίνου – φανερά το αποκαλούσε το τείχος της ντροπής, λέγοντας: «Ich bin ein Berliner!» (είμαι ένας Βερολινέζος) – δολοφονήθηκε στο Ντάλας του Τέξας στις 22 Νοεμβρίου 1963, μένοντας στην ιστορία ως «ο πρόεδρος των χιλίων ημερών». Το έβδομο σε οικογενειακή κατάταξη τέκνο τού Τζο (εννέα τον αριθμό τα τέκνα του, τέσσερεις παίδες και πέντε θυγατέρες), ο  πανέξυπνος, ο όμορφος, ο δημοφιλής Ρόμπερτ Φράνσις Κένεντι με τα μύρια σκάνδαλα κι αυτός στην ράχη του (είχε ενοχοποιηθεί ακόμα και για τον θάνατο της Μέριλιν Μονρό), ως υποψήφιος πρόεδρος των ΗΠΑ, δολοφονήθηκε τα χαράματα της 6ης Ιουνίου 1968. Τέλος, το ένατο κατά σειρά τέκνο, ο χαζούλης, ο μπουνταλάς και φιλόδοξος της οικογένειας, το «καμένο χαρτί», όπως λένε, ο Έντουαρντ (Τέντ) Κένεντι ο ισόβιος γερουσιαστής με το έτσι θέλω και το σκάνδαλο Chappaquiddick (Τσαπακουιντίκ, νησί της Μασαχουσέτης) το 1969, που αφορούσε τον πνιγμό της συνεργάτιδας του, της 29χρονης Μαίρη Τζο Κόπεχνε (πιθανώς έγκυος από τον Τεντ, λένε) τερματίζει την πορεία του στον προεδρικό θώκο της Αμερικής. Η κατάρα και το θανατικό ακόμα περιδιαβαίνει την notorious οικογένεια Κένεντι. Είναι άραγε ο σφοδρός πόλεμος ανάμεσα στις «αριστοκρατικές» φατρίες των προτεσταντών και των καθολικών της Αμερικής ή το αποτέλεσμα εκείνων των σοφών, παλαιών τσιτάτων: «όπως έστρωσες θα κοιμηθείς» και «όλα τα αίσχη εδώ πληρώνονται»; Η ιστορία, πάντως ακόμα, αποκαλύπτει και αενάως καταγράφει.             

«Η Ενοχή του Κένεντι»

(Chappaquiddick)

 

  • Είδος: Πολιτικό θρίλερ
  • Σκηνοθεσία: Τζον Κάραν
  • Με τους: Τζέισον Κλαρκ, Κέιτ Μάρα, Εντ Χελμς, Τζιμ Γκάφιγκαν, Κλάνσι Μπράουν, Τέιλορ Νίκολς, Ολίβια Θίρλμπι, Μπρους Ντερν
  • Διάρκεια: 106’
  • Διανομή: Tanweer

Είναι αβάσταχτο κυριολεκτικά να είσαι ως γιός η τελευταία, πολιτική ελπίδα της τρομερής φατρίας Κένεντι, όταν πριν από σένα πέρασαν δυο δολοφονημένα αδέλφια, αφήνοντας ανεξίτηλο  το ίχνος τους όχι μόνο στην διεθνή, πολιτική σκηνή ή στις συνειδήσεις των «δημοκρατικών» Αμερικανών, αλλά ως πολιτικές φυσιογνωμίες γερά εδραιωμένες και στην σφαίρα του μύθου για πολλούς και διάφορους λόγους. Είναι τρομερό, επίσης, να νοιώθεις τις βαριές σκιές του Τζον και του Μπομπ Κένεντι παντού γύρω σου να σε πνίγουν, να σε τραβούν στο απύθμενο σκοτάδι της μοίρας και ως αδελφός να πρέπει να σταθείς παλικάρι και στο ίδιο ύψος με αυτούς τους δυο καταπέλτες, δικαιώνοντας πρώτον το παρελθόν της οικογένεια και δεύτερον τους ψηφοφόρους σου. Σκεφτείτε, λίγο το τρισθεόρατο βουνό της ιστορίας, καθώς ένα χρόνο μετά την δολοφονία του Μπομπ, έπεσε στις πλάτες του μετριοπαθούς, βλακούλη και πολύ φιλόδοξου, με άλυτα τα μύρια πατρικά συμπλέγματα μέσα του, Έντουαρντ (Τεντ) Κένεντι. Είναι ζόρικο, εδώ που τα λέμε. Εκτός από το στοιχειωμένο πνεύμα της ιστορίας, ο Τεντ Κένεντι είχε να αντιμετωπίσει και τον «δράκο» πατέρα του, τον σκληροτράχηλο, «πατριάρχη» Τζο Κένεντι, που παρότι ήταν σακατεμένος από τα εγκεφαλικά και τον πηγαινοέφερναν οι εσωτερικές νοσοκόμες σε αναπηρικό καροτσάκι και σχεδόν ανύπαρκτη την δυνατότητα της ομιλίας, ω δαίμονα, αυτό το δεινοσαυρικό  «κουμάσι» κινούσε, ακόμα, άψογα τα πολιτικά νήματα με απόλυτη δεξιότητα σαν δεινός μαριονετίστας. Καθώς διανύουμε την «συντηρητική» Tramp-era της Αμερικής, τι το καλύτερο και ασφαλέστερο από το να γυριστεί μια ταινία, που θα πριονίσει προσεκτικά κάθε εναπομείναν γυάλινο θεμέλιο της εμβληματικής, καθολικής clan των Δημοκρατικών Κένεντι, που έγραψαν ιστορία με ανεξίτηλα, βαθιά, χαραγμένα γράμματα σε όλα τα αφώτιστα και ημιφωτισμένα επίπεδα της πολιτικής σκηνής.   

Παρασκευή 18 Ιουλίου 1969. Η αμερικανική επικράτεια είναι καθηλωμένη στους τηλεοπτικούς δέκτες, παρακολουθώντας το διαστημικό ταξίδι του «Απόλλωνος 11» προς την σελήνη με το γνωστό, τριμελές πλήρωμα Νιλ Άρμστρονγκ, Μπαζ Όλντριν και Μάικλ Κόλινς. Το σκάφος απογειώθηκε από το  Διαστημικό Κέντρο Κένεντι της νήσου Μέριτ στην Φλόριντα, στις 16 Ιουλίου 1969, και ήταν η πέμπτη επανδρωμένη αποστολή του προγράμματος «Απόλλων» της NASA, ενός προγράμματος που υποστήριξε με χέρια και δόντια στο ψυχροπολεμικό περιβάλλον εκείνης της εποχής ο δολοφονημένος πρόεδρος των ΗΠΑ, Τζον Κένεντι και οι επερχόμενοι πρόεδροι. Ο γερουσιαστής της Μασαχουσέτης των Δημοκρατικών και αδελφός των δολοφονημένων πολιτικών Τζον και Μπομπ, ο «λίγος», ο «ελάχιστος» Τεντ Κένεντι (Τζέισον Κλαρκ – καταπληκτικός), ετοιμάζεται να θέσει υποψηφιότητα για πρόεδρος της χώρας και μόλις τελείωσε την συνέντευξη του σε παναμερικανικό δίκτυο υποστηρίζοντας με παρρησία το διαστημικό «όνειρο» τού αδικοχαμένου αδελφού του και προέδρου, Τζον Κένεντι. Η χώρα είχε παρακολουθήσει τις διαδοχικές δολοφονίες του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ τον Απρίλιο του 1968 και του Μπόμπι Κένεντι τον Ιούνιο της ίδιας χρονιάς. Ο Τεντ, μάλιστα, ήταν στο πλευρό του αδελφού του τη νύχτα που τον πυροβόλησαν. Η Αμερική δεν ξεκολλάει από τους τηλεοπτικούς δέκτες, λόγω της αδιάκοπης μετάδοσης του διαστημικού επιτεύγματος και ο γερουσιαστής Τέντ μαζί με τους δυο συμβούλους και φίλους του, τον συγγενή του που στήριξε τις πολιτικές καμπάνιες των δυο αδελφών του, τον Τζόζεφ Κάργκαν (Εντ Χέλμς – υπέροχος) και τον Πολ Μάρκχαμ (Τζιμ Γκάφιγκαν – καλός), πηγαίνουν στο νησάκι της Μασαχουσέτης, Τσαπακουιντίκ για τον ετήσιο αγώνα ιστιοπλοΐας. Συγκεντρωμένη όλη η ομάδα της προεκλογικής εκστρατείας στην καλύβα του νησιού και εν μέσω διασκέδασης, χαβαλέ και ευπρεπών μπυροκατανύξεων, ο Τεντ εμψυχώνει το team, βγάζοντας λογύδρια περί αφοσίωσης, οικογενειακών δεσμών, προσπαθώντας, μάλιστα, να πείσει την προκομμένη και άξια υπεύθυνη της πολιτικής καμπάνιας του δολοφονημένου αδελφού του Μπομπ, την όμορφη και δουλευταρού, 29χρονη  Μαίρη Τζο Κόπεχνε (Κέιτ Μάρα – πολύ καλή), να τον ακολουθήσει και να σχεδιάσει την στρατηγική της προεκλογικής του εκστρατείας. Η καθολική Μαίρη Τζο έχει τις αντιρρήσεις της και ο Τεντ την παίρνει μαζί του σε μια νυχτερινή  κουρσάδα around του μικρού νησιού. Το όχημα με οδηγό τον γερουσιαστή τρέχει αδικαιολόγητα πάνω από το επιτρεπτό όριο ταχύτητας στους μικρούς χωμάτινους καρόδρομους. Στην απότομη στροφή που συνδέεται με την ξύλινη, μικρή γέφυρα, κτυπάει σε ένα στηθαίο χάνεται ο έλεγχος βουτάει στο νερό και το αυτοκίνητο βυθίζεται ανάποδα στα σχεδόν αβαθή νερά του όρμου. Ο Τέντ βγαίνει σώος, ενώ η Μαίρη Τζο είναι εγκλωβισμένη μέσα στην καμπίνα. Αναπνέει μεν, καλεί σε βοήθεια δε, το νερό όμως γεμίζει τον χώρο. Ο Τεντ σαν να μην συμβαίνει τίποτα  την παρατάει στο δράμα της, ενημερώνει ατάραχος τους δυο συμβούλους του για τα καθέκαστα, τρέχουν οι άνθρωποι να βοηθήσουν (έτσι δείχνει το σενάριο) δεν τα καταφέρνουν να διασώσουν την άτυχη κοπέλα και παροτρύνουν τον γερουσιαστή να ενημερώσει άμεσα τις αρχές για το ατύχημα. Ο Τέντι τους γράφει στα παλαιότερα των υποδημάτων του, περνάει απέναντι από το νησί, πηγαίνει στο ξενοδοχείο, κάνει το μπανάκι του, ντύνεται σαν κύριος, κοιμάται και το πρωί προγευματίζει κυριλέ με φίλους. Τηλεφωνεί, μάλιστα, στον γέρο πατέρα του, τον τρομερό Τζο Κένεντι (Μπρους Ντερν, απίθανος). Ο ολίγον σαστισμένος γερουσιαστής αφηγείται με το νι και με το σίγμα την μαλακία που έκανε και μονολεκτικώς λαμβάνει τις οδηγίες από τον padre padrone Τζον Κένεντι, οι οποίες οδηγίες δεν είναι διόλου ηθικές, μήτε ανθρώπινες, μήτε αθώες. Έπειτα από δέκα ώρες από την στιγμή του ατυχήματος με άνεση και αφοβία αναφέρει εγγράφως το συμβάν στην αστυνομία, δαχτυλίζοντας τα γεγονότα κατά το δοκούν (θολά νερά της θάλασσας, διάσειση, κι άλλες ανοησίες). Η κοπέλα αν και έζησε αρκετά μέσα στο αυτοκίνητο, τελικά, πνίγηκε αβοήθητη. Ο πατέρας Τζο Κένεντι, γνωρίζοντας, ότι ο Τέντ είναι φελλός περιωπής και δεν μοιάζει καθόλου στα δυο αδέφια του, καλεί στο σπίτι τα «σαΐνια» που καθοδηγούσαν τον JFK και τον Μπομπ Κένεντι στις σοβαρές πολιτικές κρίσεις, αυτή την φορά για να σώσουν τον δραματικά άθλιο γιό του. Ήταν τόσο δραστική, καταλυτική και παρεμβατική η δράση των βετεράνων της διαφθοράς στο σύστημα, που ο Τεντ Κένεντι, όπως είναι ιστορικά καταγεγραμμένο, δικάστηκε, καταδικάστηκε με την «βαρύτατη» ποινή των δυο μηνών με αναστολή λόγω αμέλειας (!!!) Πρόεδρος των ΗΠΑ δεν έγινε, αλλά ως ισόβιος γερουσιαστής της Μασαχουσέτης απεβίωσε, σημειωμένος ως ο δεύτερος μακροβιότερος σε θητεία και εν ενεργεία στη Γερουσία μετά τον Ρόμπερτ Μπερντ.          

Σε συνέχεια του «JFK» του Όλιβερ Στόουν και του «Bobby» του Εμίλιο Εστέβεζ, ταινίες που αφορούσαν τις δολοφονίες των δυο αδελφών Κένεντι, ο Νεουρκέζος Τζον Κάραν ασχολείται με το σκάνδαλο του τρίτου παίδα της δυναστείας Κένεντι, που κυλίστηκε στον βούρκο της πολιτικής και των σκανδάλων. Ο Κάραν χειρίζεται άριστα την ανθρώπινη, εσωτερική πλοκή και όχι τόσο την πεπατημένη πλοκή με ανθρώπους, κάτι που το έχει αποδείξει στις ταινίες του: «Βαμμένο Πέπλο» (2006), «Δόλωμα γένους θηλυκού» (2010) και το «Διασχίζοντας την έρημο» (2013). Είναι ατμοσφαιρικός, αποτυπώνει την εποχή εξαιρετικά και αρέσκεται σε αφαιρετικές φάτσες, που άλλο δείχνουν και άλλο είναι. Έντονη και ενδιαφέρουσα η σχέση του ανεπρόκοπου Τέντ με τον σκληρό πατέρα του Τζο. Ο σχεδιασμός της παραγωγής είναι καλός (Τζον Γκολτσμιθ) και οι σεναριογράφοι, Τέιλορ Άλεν και  Άντριου Λόγκαν αφήνουν ανοιχτά όλα τα παράθυρα που οδηγούν έξω από το άβατο του κενεντικού Κάμελοτ, χαϊδεύοντας διακριτικά το φαλακρό κεφάλι της συγκάλυψης τρομερού σκανδάλου, διαφοροποιώντας αισθητά προς το αρνητικότερο του θέματος τον Τεντ Κένεντι από τους δυο «θρυλικούς» αδελφούς του. Η φωτογραφία της Μαρίζ Άλμπερτι εντυπωσιακή και το μοντάζ του Κιθ Φράας κλειστό, ενοχικό, προσεκτικό. H ερμηνεία του Τζέισον Κλαρκ, ως Τεντ τον βγάζει από τα άνευρα ταινιάκια και τον τοποθετεί όρθιο στο πράσινο λιβάδι των καλών ρόλων ως συνέχεια της καλή προσπάθειας που έγινε στο «Mudbound: Δάκρυα στον Μισισιπή». Ε, ο 82χρονος γερόλυκος Μπρους Ντερν αν και εμφανίζεται ελάχιστα στον ρόλο του πατέρα «Killer»Τζο Κένεντι, γράφει, ο μπαγάσας, ιστορία.    

«Το Κουκλόσπιτο του Τρόμου»

(Ghostland)

 

  • Είδος: Τρόμου
  • Σκηνοθεσία: Πασκάλ Λοζιέ
  • Με τους: Κρίσταλ Ριντ, Τέιλορ Χίκσον, Αναστάζια Φίλιπς, Μιλέν Φάρμερ, Κέβιν Πάουερ, Ρομπ Άρτσερ, Άντζελα Άσερ
  • Διάρκεια: 91’
  • Διανομή: Seven Films – Audiovisual

 

Όταν μια ταινία τρόμου ξεκινάει με τσιτάτο του Χάουαρντ Λάφκραβτ. Όταν ο σκηνοθέτης Πασκάλ Λοζιέ δηλώνει θαυμαστής και οπαδός του Λάφκραφτ, κι όταν η ηρωίδα της ταινίας, η συγγραφέας ιστοριών τρόμου ερωτάται από βληματερή δημοσιογράφο τηλεπερσόνα «Γιατί γράφεται βιβλία τρόμου;» και λαμβάνει την απάντηση από την συγγραφέα, «για να μην τρελαθώ!», τότε έχουμε να κάνουμε με κάτι πολύ ενδιαφέρον στον λεηλατημένο χώρο του κινηματογραφικού τρόμου. Και όντως είναι ενδιαφέρουσα η ταινία με τον μπανάλ ελληνικό, φριζαρισμένο τίτλο: «Το Κουκλόσπιτο του Τρόμου». Πόσο εύκολα μπορείς να καταδικάσεις μια παρουσία από το ατυχές όνομα της. Σαν να λέμε «ο Καραγκιόζης Μάγειρας», αναφερόμενοι σε θέατρο σκιών. «Ghostland» είναι ο τίτλος και αυτό είναι! Ο Λοζιέ, μπαίνει αποφασιστικά στον κανιβαλισμένο κινηματογραφικό χώρο του τρόμου, που τα τελευταία χρόνια βάλλεται ανελέητα από την καφρίλα των μαθητο-κολεγιακών νοσηρών φιλμς, των jump scares και του αίματος χασάπικου. Σενάριο εμπνευσμένο, που δεν είναι γραμμένο στο γόνυ (Πασκάλ Λοζιέ) σε βάζει στην τρύπα του άσπρου κουνελιού και άντε να βγεις από εκεί. Καλοδουλεμένο, χωρίς στεγανά και κλισέ. Φρέσκια ματιά στον ανθρώπινο εφιάλτη με μεταφυσικές προεκτάσεις, ανελέητα τρομακτικό, φουλ στην ανατροπή όχι για κραυγές και φωνές (παίζουν κι αυτές), αλλά για σφίξιμο στο στομάχι, πιάσιμο στο στήθος και συζήτηση με μπύρες après της προβολής. Ταινία που θα γεμίζει και τις χειμερινές μεταμεσονύκτιες κινηματογραφικές αίθουσες.

Η μητέρα Πολίν (η σπουδαία Γαλλίδα αοιδός Μιλέν Φαρμέρ) με τις δυο έφηβες κόρες της μετακομίζουν στο απομονωμένο από κληρονομιά σπίτι μιας πεθαμένης θείας. Η μεν μια θυγατέρα, η ονειροπόλα Μπεθ λατρεύει τον συγγραφέα Χάουαρντ Λάφκραβτ, γράφοντας διηγήματα τρόμου, η δε άλλη, η γήινη Βέρα χλευάζει την αδελφή της για τις ιστορίες της και ασχολείται με πιο καθημερινά θέματα της ηλικίας της. Φτάνουν στο απομακρυσμένο σπίτι, που μέσα του είναι ανακατεμένος ο ερχόμενος από στυλ και διακόσμηση, κάτι σε παλαιοπωλείο να φέρνει από τα μύρια παράταιρα αντικείμενα και έπιπλα. Το βράδυ δέχονται επίθεση από ένα ζευγάρι βίαιων, παρανοϊκών ανθρώπων με απόκοσμες μορφές και εγκληματικές διαθέσεις. Έπειτα από μια αιματηρή συμπλοκή για να σώσουν τις ζωές τους, οι τρεις γυναίκες, τελικά, καταφέρνουν να σκοτώσουν τους εισβολείς. Το γεγονός της επίθεσης και τα θανατικά που συνέβησαν στιγμάτισαν βαθιά την μάνα και τις δυο κόρες. Δεκάξι χρόνια μετά, η Μπεθ γίνεται η επιτυχημένη, διάσημη, πλούσια συγγραφέας ιστοριών τρόμου με σύζυγο και παιδί, ενώ η Βέρα είναι σχιζοφρενής με το μυαλό της χαμένο από εκείνη, την προ δεκαεξαετίας φρικτή νύχτα. Κλεισμένη στο υπόγειο του ίδιου σπιτιού, απομονωμένη από όλα, λόγω της αρρώστιας της, την φροντίζει η μάνα Πολίν. Η Μπεθ, που το best seller βιβλίο της αναφέρεται στα γεγονότα της βίαιης επίθεσης, αρχίζει να έχει εφιάλτες. Ένα παράξενο τηλεφώνημα από την νοητικά άρρωστη αδελφή της, αναγκάζει την Μπεθ να αφήσει άντρα και παιδί για να επισκεφθεί την μητέρα και την αδελφή της στο σπίτι που έγιναν όλα. Μένει μερικές ημέρες γνωρίζοντας το πρόβλημα της Βέρας και δίνοντας κουράγιο στην μάνα, ενώ προσπαθεί να ξεπεράσει κι εκείνη τα εσωτερικά της τραύματα. Όπως είναι ξανά μαζί η μάνα με τις κόρες της ξεκινούν να συμβαίνουν παράξενα πράγματα που το παρελθόν, η πραγματικότητα, ο εφιάλτης του θανάτου αγκαλιάζει το παρόν, την φαντασία και την μεταφυσική.

Είναι η τέταρτη κατά σειρά  ταινία του 47χρονου Γάλλου Πασκάλ Λοζιέ, που θα αρχίσει ο σκηνοθέτης να λαμβάνει τον τίτλο του μετρ στον τρόμο, εκ των οποίων τεσσάρων ταινιών του μόνο οι δυο από αυτές πέρασαν τα ελληνικά σύνορα. Το εκπληκτικό «Μάρτυρες» που παίχτηκε στην μεγάλη οθόνη και «Το Βασίλειο των Νεκρών», που βγήκε απ΄ ευθείας σε dvd δίκτυο. Ο Λοζιέ είναι πολύ καλός στην διαχείριση των χαρακτήρων του και έντεχνα δίνει τις ανατροπές που χρειάζονται για να σηκωθεί πάνω από το έδαφος η πλοκή της ταινίας. Οι διαφορετικής ιδιοσυγκρασίας ηρωίδες του, το σπίτι καθεαυτό ως σκηνικό, η νοσηρή σεξουαλικότητα και η ανθρώπινη ανάγκη της άμεσης απαλλαγής από τους φρικιαστικούς εφιάλτες γίνονται οι αφετηρίες για να εκδηλωθεί στο κινηματογραφικό πανί αυτό που ονομάζουμε pure terror με ουσία. Διαβασμένος και δίχως ίχνος επιπολαιότητας απελευθερώνει τον φόβο για να γίνει το σταθερό εργαλείο της σκοτεινής και παράδοξης κατασκευής του. Κι όπως όμορφα αναφέρεται: «Ας προσπαθήσουμε να βγάλουμε χρυσάφι από τους βαθύτερους φόβους μας».  Απολαύστε το με τα δόντια σφιγμένα.      

«Βηρυτός»

(Beirut)

 

  • Είδος: Περιπέτεια κατασκοπίας
  • Σκηνοθεσία: Μπραντ Άντερσον
  • Με τους: Τζον Χαμ, Ρόζαμουντ Πάικ, Ντιν Νόρις, Λάρι Πάιν
  • Διάρκεια: 109’
  • Διανομή: Feelgood Entertainment

Ο πολλά υποσχόμενος Αμερικανός διπλωμάτης Μέισον Σκιλς (Τζον Χαμ –πολύ καλός) μαζί με την γοητευτική, εξωτικών προδιαγραφών γυναίκα του Νάντια τοποθετείται στην σαγηνευτική, πανέμορφη Βηρυτό του 1972. Το ζεύγος έχει υπό την προστασία του τον μικρό Λιβανέζο Καρίμ, τον οποίο τον προωθούν από πλευράς μόρφωσης και εκπαίδευσης ώστε να φτάσει το παιδί ψηλά και να γίνει άξιος και τρανός. Σ΄ ένα σουαρέ ντε γκαλά στο σπίτι του διπλωμάτη μπουκάρουν τρομοκράτες αρπάζουν τον Καρίμ και πάνω στο μπάχαλο σκοτώνεται η γυναίκα του διπλωμάτη. Η τραγωδία κτυπά την ψυχοσύνθεση του Μέισον, ο οποίος επιστρέφει στις ΗΠΑ ράκος, συνεχίζει να εργάζεται στο διπλωματικό σώμα, αλλά στην σάλα με τα αζήτητα, καθώς πνίγει βάσανα και καημούς στην βότκα και στο σκοτς. Δέκα χρόνια μετά, δηλαδή το 1982, εποχή Ρίγκαν, που έχει αρχίσει το νταβαντούρι στον Λίβανο, μετατρέποντας την μαγευτική χώρα των Κέδρων σε σεληνιακό τοπίο, πράκτορας της CIA και φίλος του Μέισον απάγεται από μια ανεξέλεγκτη ομάδα ανταρτών της PLO. Η ομάδα ζητάει από τους Αμερικανούς να απελευθερώσουν τον νούμερο ένα τρομοκράτη από τις ισραηλινές φυλακές, ώστε να επιστρέψουν τον πράκτορα σώο και αβλαβή. Οι μυστικές υπηρεσίες ανασύρουν τον αλκοόλα Μέισον, που είναι καμένο χαρτί, για να απελευθερώσει τον φίλο του. Κοντά του δένουν και μια δυναμική πρακτόρισσα, την Σάντι (Ρόζαμουντ Πάικ, ακόμα ένας διαφορετικός ρόλος για την Αγγλίδα ηθοποιό, που τον βγάζει αέρα) για να έχει από κοντά τον Μέισον στις διαπραγματεύσεις σε περίπτωση που θα χάσει το μέτρο.

Από την μια στο σεναριακό τιμόνι έχουμε τον ευέλικτο Τόνι Γκίλροϊ της τριλογίας του Τζέισον Μπορν  του «Michael Clayton» και του «Rogue One: A Star Wars Story». Εν ολίγοις τα διαπιστευτήρια μιας κάποιας εγγύησης στο σενάριο είναι ορατά. Από την άλλη όμως η βάση της σαπουνόπερας με το δράμα του διπλωμάτη είναι τόσο κλισέ για να στήσει επάνω του την αποκάλυψη ενός σοβαρού, διεθνούς ιστορικού γεγονότος. Οκ, θα μου πεις, κάπου πρέπει να αναπτύξει την μυθοπλασία του και η ταινία να έχει αρχή, μέση και τέλος. Αποδεκτό, αλλά το plot μοιάζει να είναι γραμμένο στην καφετέρια τρώγοντας ντόνατς. Σενάριο παλιό, λένε οι σημειώσεις της παραγωγής, που δεν έβρισκε τον δρόμο της υλοποίησης διότι αφορούσε την διάλυση μιας χώρας που την προκάλεσαν οι πολεμοκάπηλες ορέξεις του Ρίγκαν, το μένος του ισραηλίτικου κράτους και οι διεφθαρμένες μέθοδοι των Παλαιστινίων. Ώσπου, το «Argo» του Μπεν Άφλεκ τσίμπησε οσκαράκι με το θέμα της απελευθέρωσης των διπλωματών από το Ιράν του Χομεϊνί η «Βηρυτός» βγήκε από το ντουλάπι της λήθης και πήρε τον δρόμο της στα πλατό. Ο Γκίλροϊ αναπτύσσει υποφερτά τις ανάρμοστες συμπεριφορές των εμπλεκομένων κρατών στο θέμα του Λιβάνου, παραμελώντας από ένα σημείο και έπειτα την προσωπική τραγωδία του διπλωμάτη για να αφοσιωθεί αποκλειστικά στο μεγάλο δράμα του λιβανέζικου λαού, που Χριστιανοί, Μουσουλμάνοι και Εβραίοι γίνανε μαλλιά κουβάρια. Η γραφή του σεναρίου, αναφέρει ο ίδιος ο σεναριογράφος, είναι εμπνευσμένη από ένα πραγματικό γεγονός απαγωγής αμερικανού πράκτορα που έλαβε χώρα στην Βηρυτό το 1982. Ο ιστός της ταινίας στο γρήγορα και αμέσως γυρνάει στο αμιγώς κατασκοπευτικό, ταξιδεύοντας νορμάλ στα παρασκήνια του παραλογισμού και της πολιτικής σήψης. Έχουμε και τον βομβαρδισμό των πληροφοριών σε πολιτικό και ιστορικό επίπεδο, που ίσως ζητήσουν παραπάνω την προσοχή σας. Βολευτείτε καλά στο κάθισμα και συντονιστείτε καλοπροαίρετα στην προσπάθεια του νοικοκύρη σκηνοθέτη Μπραντ Άντερσον του «Άγρυπνου» και του «The Call» που φιλότιμα καθιστά το σοφόν σαφές, όσο μπορεί ο άνθρωπος, χρησιμοποιώντας πολλούς τρόπους κατά την διάρκεια των εξελίξεων. Ο Τζον Χαμ («Baby Driver», «Town»), ξεγλιστράει άνετα από τους δεύτερους κινηματογραφικούς ρόλους και με την Χρυσή Σφαίρα στο χέρι από το τηλεοπτικό «Mad Man» αναδύεται στο καρέ του πρωταγωνιστή, που, μάλιστα ανταπεξέρχεται περίφημα.

«Γκωγκέν»

(Gauguin)

 

  • Είδος: Βιογραφικό εποχής
  • Σκηνοθεσία: Εντουάρ Ντελίκ
  • Με τους: Βενσάν Κασέλ, Τουχέι Άνταμς, Μαλίκ Ζιντί, Περνίλε Μπέργκεντορφ
  • Διάρκεια: 102’
  • Διανομή: Seven Films

Η ταινία δεν είναι η βιογραφία του εξαιρετικού και πολύ αγαπημένου μου Γάλλου, μεταϊμπρεσιονιστή ζωγράφου Πολ Γκωγκέν, αλλά αυτό που αναφέρει ο πρωτότυπος τίτλος: «Gauguin – Voyage de Tahiti» (Γκωγκέν: Ταξίδι στην Ταϊτή). Ο βασικός εκπρόσωπος της πειραματικής σχολής «Pont-Aven», που έγινε η αψίδα για να περάσει η μοντέρνα τέχνη, άφησε πίσω του γυναίκα και τέσσερα τέκνα για να ακολουθήσει την ρότα της καρδιά του, την ζωγραφική προς Ταϊτή μεριά. Αυτός ο «δαιμονισμένος», που μεταμορφώθηκε σε «θηρίο» για να στέκει στο καβαλέτο του σιωπηλός αθόρυβος, ζωγραφίζοντας ό,τι έβλεπε εκεί στον παράδεισο της Πολυνησίας. Αυτός ο ρομαντικός και σαρκαστής των πάντων, όπως τον χαρακτηρίζει ο Ιρλανδός συγγραφέας Σόμερσετ Μομ, αυτός ο φανατικός, ο απόβλητος του πολιτισμού έπεσε στα χέρια του άσχετου Γάλλου σκηνοθέτη Εντουάρ Ντελίκ και πολτοποιήθηκε παντελώς. Έγινε κινηματογραφική αλοιφή ο Γκωγκέν από την κάμερα του εν λόγω σκηνοθέτη, που δεν τον γνωρίζω και πραγματικά κρίμα, γιατί δεν έχει δοθεί ακόμα η ευκαιρία να αποτυπωθεί στην μεγάλη οθόνη το αληθινό, ελεύθερο πνεύμα αυτού του αξιοθαύμαστου καλλιτέχνη, που ξέφυγε από τον μικροαστισμό της εποχής, μεγαλουργώντας χωμένος στους κοκοφοίνικες, τις αργιαχλαδιές και τους φύκους, φορώντας παρεό.

Διαβάζοντας, λέει, ο σκηνοθέτης  το «Nόα Nόα» (στην πολυνησιακή γλώσσα σημαίνει Άρωμα), δηλαδή το ημερολόγιο που έγραψε ο Γκωγκέν μετά το πρώτο του ταξίδι στην Ταϊτή το 1893, έφτιαξε την ταινία. Εμείς γινόμαστε μάρτυρες του πρώτου ταξιδιού του ζωγράφου στην Ταϊτή την περίοδο που αποτύπωσε στον καμβά τα αριστουργήματα του. Από το πολύβουο Παρίσι, αποφασίζει να φύγει για την Πολυνησία, απηυδισμένος από την αστική στασιμότητα και την άμετρη, ανθρώπινη ανοησία. Εκεί γνώρισε την όμορφη Μαορί, Τεχούρα (Τουχέι Άνταμς), την ερωτεύτηκε σφόδρα και την εξωτική της φιγούρα την αποτύπωσε σε κάμποσα έργα του («Γυναίκα που κρατά φρούτο μάνγκο», «Η Δυσαρέσκεια», «Κορίτσι με ριπίδιο», «Γυναίκα με λουλούδι», «Ονειροπόληση», «Το πνεύμα των νεκρών παρακολουθεί»). Ο Γκωγκέν είναι καταπιεστικός στην Τεχούρα γιατί ζηλεύει την ελευθεριότητα των γυναικών του νησιού, την κλειδώνει στο σπίτι, ενώ εκείνος δουλεύει χαμάλης στο λιμάνι, ώσπου αναχωρεί για την Γαλλία, λόγω προβλημάτων της υγείας του. Πού και πού τον βλέπουμε να ζωγραφίζει με πάθος, πού και πού λαμβάνουμε μια ποιητική πινελιά από το περιβάλλον που έγινε η πηγή της έμπνευσης του, πού και πού…. Ο Βενσάν Κασέλ ερμηνεύει την αρνητική όψη του Γκωγκέν σε ολόκληρη την διάρκεια της ταινίας, εντελώς αλλαγμένος σε ένα σενάριο σαλατοποιημένο, που προσπαθεί με φωτογραφική ημιμάθεια να καλύψει σημαντικά ζητήματα και γεγονότα. Κρίμα!