«Σάδερλαντ, Μίρεν και Πολάνσκι υποκλίνονται στον «αγά» Χαν Σόλο» Οι ταινίες της εβδομάδος από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Πώς ακριβώς μεταφράζεται με απλά λόγια η ένδειξη «πολύ καλή» ταινία ή ταινία «αριστούργημα»; Είναι ένα ερώτημα που απασχολεί αρκετούς. Πάντα, κατά την προσωπική μου τοποθέτηση και γνώμη, σε αυτές τις δύο κορυφαίες κατηγορίες της κινηματογραφικής αξιολόγησης (άνω την τριών αστερίσκων) περιλαμβάνονται οι ταινίες που αδιαμαρτύρητα τις απολαμβάνεις δυο, τρεις και παραπάνω φορές, ανακαλύπτοντας ολοένα καινούργια πράγματα, που στην πρώτη τους θέαση γλίστρησαν απαρατήρητα. Εάν τοποθετήσουμε ευγενικά στην άκρη τις όποιες τεχνικές του δημιουργού, τις καινοτόμες ιδέες του, την γόνιμη έμπνευση, την πειθαρχεία του και όλα τα σωστά δομικά υλικά που χρησιμοποιεί και απασχολούν βασανιστικά την σφαίρα της κριτικής και των αναλύσεων περί ιστορίας της 7ης Τέχνης, τότε, μια ταινία την βλέπεις ξανά και ξανά γιατί σε κάνει να αισθάνεσαι όμορφα, πιο γεμάτος απ΄ όλες τις απόψεις. Είναι αυτό, που λέμε, την ζεις, είσαι μέσα στο στόρι, ταυτίζεσαι με τα όλα της και το περιβάλλον της είναι τόσο οικείο σε σένα, που συνεχώς θέτεις τον εαυτό σου στις αμέτρητες επαναλήψεις της, έως ότου να αποστηθίζεις απ΄ έξω κι ανακατωτά τα πλάνα, τις ατάκες, τις μουσικές σαν την επόμενη ανάσα που είσαι έτοιμος να λάβεις. Φτάνεις στο σημείο, μάλιστα, να αγαπάς αθεράπευτα μια πενηντάδα ταινιών γιατί εκπροσωπούν καθαρά και απαζάρευτα τα μύχια, τα φανταστικά, τα ρομαντικά, τα γνωσιακά, τα ηρωικά, τα φωτεινά και τα σκοτεινά σου στοιχεία, που φειδωλά εκδηλώνεις στον ρεαλισμό της άνευρης καθημερινότητας ή ποτέ δεν τα αποκαλύπτεις σε κανέναν γιατί τυχαίνει να είμαστε εκ πεποιθήσεως «κλειστοί» άνθρωποι. Θέλοντας και μη τα μοιραζόμαστε, λοιπόν, με τους ήρωες, τα συναισθήματά τους, τις αντιδράσεις τους, την σκέψη τους, αλλά και την πλοκή και τον διάκοσμο των αγαπημένων μας ταινιών. Αυτό ακούγεται λίγο kinky, αλλά παίζει πολύ στο ολοένα αυξανόμενο πεδίο των σινεφίλ και εν γένει στην νέα κοινωνική, φοβική κατάσταση πραγμάτων του ανθρώπινου απομονωτισμού. Μην πανικοβάλλεστε. Το σινεμά από μόνο του είναι μια σύγχρονη μαγεία ικανή να προσφέρει συγκινήσεις. Ανάμεσα σε αυτές τις πενήντα πολύ καλές – αγαπημένες ταινίες, που λάτρεψε το νεανικό, αλλά και το πιο ώριμο κοινό, συμπεριλαμβανομένου και του γράφοντος, είναι «Το Ημερόλογιο» (The Notebook) του 2004 σε σκηνοθεσία του Νικ Κασαβέτις και πρωταγωνιστές τον Ράιαν Γκόσλινγκ, την Ρέιτσελ ΜακΑνταμς, την Τζίνα Ρόουλαντς και τον Τζέιμς Γκάρνερ. Ταινία, που όποιον και να ρωτήσεις, νέο ή μεγαλύτερο σε ηλικία, γυναίκα ή άνδρα, θα αποκριθεί, ότι την έχει δει πάνω από δυο φορές και αγόγγυστα πηγαίνει για τρίτη. Είναι όπως εκείνα τα παιχνίδια που έγραφαν στην συσκευασία τους «από 7 έως 77 ετών». Έτσι είναι και το «Ημερολόγιο». Μια άχρονη ταινία που μιλάει απ΄ ευθείας στην ανθρώπινη καρδιά και την ψυχή. Η διαχρονικότητά της είναι και η επιτυχίας της. Το αναφέρω γιατί αυτή την εβδομάδα προβάλλεται το «Ταξίδι Αναψυχής», παρόμοιου ύφους με «Το Ημερολόγιο», αλλά όχι ιδίου μεγέθους, παρότι πρωταγωνιστούν δυο πολύ αγαπημένοι ηθοποιοί στο σινεφίλ κοινό. Για εμάς, πάντως (εννοώ για τους επιστήθιους φίλους και την οικογένεια μας), καθιερωμένη ταινία ως γιορτινός, ετήσιος θεσμός των τελευταίων δώδεκα χρόνων είναι το φιλμ «Αγάπη Είναι…» (Love Actually), το οποίο παρακολουθούμε το βράδυ της 22ης Δεκεμβρίου με το μενού σπιτικής πίτσας και κρασιού. Ταινία που αντικατέστησε τον, πολλών ετών, εορταστικό, οικογενειακών μας θεσμό της «Μιας Υπέροχης Ζωής» (It’s a Wonderful Life) του 1946, σε σκηνοθεσία Φράνκ Κάπρα με τους Τζέιμς Στιούαρτ, Ντόνα Ριντ, Λαίονελ Μπάριμορ και Τόμας Μίτσελ…. Σάνβουαρ!!!         

«Solo: A Star Wars Story»

 

  • Είδος: Επιστημονικής Φαντασίας
  • Σκηνοθεσία: Ρον Χάουαρντ
  • Με τους: Άλντεν Έρενραϊκ, Γιούνας Σουοτάμο, Γούντι Χάρελσον, Πολ Μπέτανι, Εμίλια Κλαρκ, Ντόναλντ Γκλόβερ, Τάντι Νιούτον
  • Διάρκεια: 135’
  • Διανομή: Feelgood Entertainment

Αναμενόμενο και ευπρόσδεκτο. Είναι το δεύτερο spin-off της επικής διαστημικής saga του «Πολέμου των Άστρων» (το πρώτο είναι το «Rogue One» του 2016, οπότε μέσα σε δυο χρονάκια σερβιρίστηκε και το δεύτερο), που πιάνει την γαλαξιακή μυθολογία από τα παλιά, συναρμολογώντας μεθοδικά και με ακρίβεια την απίστευτη ιστορία όχι μόνο των γεγονότων, αλλά και των εμβληματικών ηρώων της μέχρι στιγμής  βασικής οκταλογίας Star Wars. Πρωταγωνιστής, όπως καταλαβαίνεται είναι ο κανάγιας, ο λαθρέμπορος, το γοητευτικό λαμόγιο του διαστήματος, ο παράνομος Χαν Σόλο. Ο ριψοκίνδυνος παρτάκιας και κυβερνήτης του μοναδικού Millennium Falcon, του διαστημοπλοίου φαινόμενο, που πάντα δίπλα του για να τον προστατεύει έχει τον μαλλιαρό γενναίο πολεμιστή και πίστο σύντροφο-συνεργάτη Τσουπάκα ή Τσούι, χαϊδευτικά. Το «χρυσό» αυγό κότας του Τζόρτζ Λούκας μετασχηματίστηκε σε στρουθοκαμήλου και ολοένα αναβαθμίζεται σε μέγεθος για να κρατήσει το ενδιαφέρον των φανατικών αμείωτο και, φυσικά, η μονέδα να ρέει ποταμηδόν. Παράλληλα, όμως, παρατηρούμε την επίμονη μεθόδευση δημιουργίας ενός κινηματογραφικού, ακλόνητου σύμπαντος με περιπετειώδες παρελθόν, ηρωικό υπόβαθρο, αποτελεσματικά αντανακλαστικά, ραντισμένα με εσωτερική γνώση (ας πούμε), να ορθώνεται ατόφιο σαν κάτι το υπαρκτό, σαν να έχει συμβεί (όλα όσα διαδραματίζονται ανήκουν στο μακρινό, διαστημικό παρελθόν), σαν μια παρακαταθήκη ήθους και αρετών, που κάλλιστα θα άρμοζαν σε ένα εκ νέου δημιουργημένο, ανθρώπινο, αξιακό σύστημα. Εκεί, όπου τα ελαττώματα μετουσιώνονται σε προτερήματα και ο ατομικισμός παραδίνεται στον αλτρουισμό και την αυτοθυσία, το Star Wars έχει προτάσεις, δίχως να είναι διδακτικό, δίχως να κουνάει δάχτυλο, αλλά μέσα από την περιπέτεια, την δράση και την φαντασία κτίζει γόνιμο έδαφος. Απαλλαγμένο από εξόφθαλμο θρησκευτικό μανιπουλάρισμα, αλλά με την ιουδαϊκή, πολεμική γραμμή των γαλήνιων μαχητών του καλού και υπερασπιστών της συμπαντικής αρμονίας, τους θρυλικούς Τζένταϊ, Τζούνταϊ, να επικαλούνται μια άγνωστη, αόρατη «Δύναμη», που διευθετεί τα πάντα και χρειάζεται αλύγιστη πίστη για να είναι κοντά σου (the force be with you), η όποια σκέψη του θεατή για υποδόρια χειραγώγηση, διακόπτεται αίφνης από τα περίτεχνα τζενταϊκά κόλπα των φωτόσπαθων τους. Αμ, το άλλο το ωραίο, το πολιτικό, που από την αχανή, διαγαλαξιακή republic (όχι democracy), περνάμε στο αυτοκρατορικό σκότος και στους επαναστάτες, τους outcast που θέλουν να αφανίσουν το έρεβος των Σεθ (Αιγύπτιος θεός του Κάτω Κόσμου, ο λεγόμενος και κοκκινοτρίχης) για να επαναφέρουν στα πράγματα την republic και όχι την democracy, επαναλαμβάνω. Για να καταλήξουμε στο εκπληκτικό, ότι όλα τα μεγάλα γεγονότα, τόσο της οκταλογίας, όσο και των δυο spin off episodes, ως σημείο εκκίνησης και διαχείρισης αναφέρεται η μεγάλη «Μάνα» (που είσαι Ντάρεν Αρονόφσκι…), η θηλυκή μορφή. Από την βασίλισσα-κυβερνήτη Αμιντάλα (Νάταλι Πόρτμαν) στην πριγκίπισσα Λέια (Κάρι Φίσερ) και από την πολεμίστρια Τζιν Έρσο (Φελίσιτι Τζόουνς – «Rogue One: A Star Wars Story») στη έξυπνη θεραπαινίδα αρχιμαφιόζου, Κι’ρα (Εμίλια Κλαρκ). Αυτά, κι άλλα πολλά περνούν ελάχιστα χιλιοστά κάτω από την απαστράπτουσα επιδερμίδα αυτής της ιστορίας του διαβόητου Λούκας, που κρατάει τους συμπαντικούς πυλώνες ακλόνητα σταθερούς, αρχής γενομένης με την «Νέα Ελπίδα» του πρώτου επεισοδίου του 1977 («Episode IV, A New Hope»), ταράζοντας τις διαθέσεις του σινεφίλ κοινού της επιστημονικής φαντασίας. Επί σαράντα ένα έτη μπαινοβγαίνουμε χαλαρά στο interstellar ενός απίστευτου μυθολογικού κόσμου γεμάτου δράση, περιπέτεια και ενδιαφέρον, ορίζοντας, συνάμα, με ραγδαίους ρυθμούς ένα αυξανόμενο σε αριθμό, πιστοποιημένων φανατικών οπαδών από γενιά σε γενιά και από δεκαετία σε δεκαετία. Αυτό μάλιστα!… αυτό είναι δόξα ουράνια και επιτυχία με φούντες.

Σε άθλια πόλη απομακρυσμένου σύμπαντος ζει στα υπόγεια ο ορφανός, νεαρός λωποδύτης Χαν (Άλντεν Έρενραϊκ – πολύ καλός), που βρίσκεται στη δούλεψη μιας συμμορίας. Η τελευταία κλεψιά του στράβωσε και πρέπει να αποδράσει από τον πλανήτη, παίρνοντας μαζί την αγαπημένη του κοπέλα Κι΄ρα (Εμίλια Κλαρκ – καταπληκτική) για να μην τους σκοτώσει ο φονιάς της αρχηγού. Λίγο πριν επιβιβαστούν στο σκάφος οι γκάνγκστερς συλλαμβάνουν την Κι΄ρα ενώ ο Χαν ξεφεύγει. Υπόσχεται πως σύντομα θα επιστρέψει στον πλανήτη για να την σώσει. Αναγκαστικά και για να ταξιδέψει μακριά από την σκατένια πόλη κατατάσσεται ως πιλότος στις δυνάμεις της Αυτοκρατορίας. Έπειτα από χρόνια και ενώ είναι άριστος πιλότος, ο ανένταχτος χαρακτήρας του τον ρίχνει στην πρώτη γραμμή των βρώμικων πολέμων με τους πεζικάριους. Εκεί γνωρίζει τον έμπειρο ληστή Μπέκετ (Χούντι Χάρλεσον – υπέροχος) και την μικρή του συμμορία. Μια μικρή προδοσία τον ρίχνει στα λασπωμένα μπουντρούμια για να συναντηθεί με τον τριχωτό Τσουπάκα (Γιούνας Σουοτάμο – τζάμι ως Τσούι). Δραπετεύουν και εντάσσονται στο πλήρωμα του Μπέκετ για να αρχίσουν τα μεγάλα κόλπα, ώστε να ικανοποιήσουν τον αδίστακτο, αρχικακοποιό και συντονιστή του υποκόσμου Νράιντεν Βος (Πολ Μπέτανι – σταθερή αξία αυτός ο ηθοποιός), που ανήκει μάλιστα σε μια μυστική σέκτα με την ονομασία «Πορφυρή Αυγή». Στο πολυτελές σκάφος του Βος, ο Χαν Σόλο (το «Σόλο» φορμαρίστηκε από τον στρατολόγο καραβανά και αφορά την ορφάνια του νεαρού, δηλαδή μόνος και έρημος), συναντά έπειτα από χρόνια την αγαπημένη του Κι΄ρα να εκτελεί χρέη θεραπαινίδας του «νονού» Βος, αλλά και σύμβουλού του. Πολύτιμο είδος συναλλαγής και πλούτου είναι ένα υγρό μέταλλο, που το εκμεταλλεύεται αποκλειστικά η Αυτοκρατορία. Ο Βος για να πατσίσει την χασούρα από το τελευταίο, αποτυχημένο κόλπο αναθέτει στον Μπέκετ και τον Σόλο να κλέψουν το μέταλλο από ένα επικίνδυνο ορυχείο στην άκρη του σύμπαντος, παίρνοντας μαζί και την Κι΄ρα. Για να επιτευχθεί ο σκοπός χρειάζονται ένα καλό σκάφος και ο Χαν βάζει στο μάτι το τσίλικο Millennium Falcon του κιριλέ τζογαδόρου Λάντο Καλρίσιαν (Ντόναλντ Γκλόβερ – καλός).         

Υπάρχει μια φωτογραφία στο press kit, της διανομής με κόντρα φωτισμό που απεικονίζει το σκιαγραμμισμένο σώμα του νεαρού Χαν Σόλο σε στάση άγριας δύσης να μπαίνει στο χαμετυπείο-σαλούν για να τζογάρει απέναντι στον Λάντο Καλρίσιαν με σκοπό να κερδίσει το στιλάτο σούπερ σκάφος του μαύρου τυχοδιώκτη. Ο Σόλο με την πιστόλα στο πλάι, κάτι σε Λούκι Λουκ, το καουμπόικο περιβάλλον, το ύφος και η συνολική φιλοσοφία – δομή της ταινίας, στρογγυλοκάθεται αβλεπί στο mood ενός γουέστερν στο διάστημα. Πόλεις πνιγμένες στην παρανομία, συμμορίες με αδίστακτους αρχηγούς, ληστεία σε τρένο, πολύτιμα ορυκτά, απομονωμένα ορυχεία, μονομαχίες, η καπάτσα γυνάικα στο πολυτελέστατο σαλούν του προύχοντα αρχισυμμορίτη, φονιάδες πιστολέρο και αντί για γρήγορα απαλούζα και όμορφα, ημίαιμα μάστανγκ, υπάρχει το μήλον της έριδος, το ένα και μοναδικό Millennium Falcon. Ένας Κόσμος, αρκετών πλανητικών συστημάτων, που κυβερνάται αδίστακτα από την μαύρη Αυτοκρατορία. Το έστησε έξυπνα και γουστόζικα ο βραβευμένος με Όσκαρ σκηνοθέτης Ρον Χαόυαρντ (Ένας Υπέροχος Άνθρωπος) Επιστράτευσε στο σενάριο την παλιά καραβάνα – πένα, Λόρενς (Λάρι) Κάσταν («Η Αυτοκρατορία Αντεπιτίθεται» και  «Η Επιστροφή των Τζένταϊ»), παρεάκι με τον γιό του Τζόναθαν, γράφοντας μια vintage εκδοχή του Star Wars μούρλια. Έχει την ίδια θολούρα, την ίδια σκοταδίλα με την τριλογία του 1977, του 1980 και του ’83 (Star Wars IV,V, VI), συντονισμένη στις απαιτήσεις της σημερινής τεχνολογίας των ψηφιακών εφέ. Ο ωραίος Άλντεν Έρενραϊκ (Χαίρε, Καίσαρ!) αποδίδει άψογα τον Χαν Σόλο σε νεαρή ηλικία, μεταφέροντας τις κινήσεις, τις ατάκες, το  χαμόγελο του Χάρισον Φορντ, πλαισιωμένος από τους εκπληκτικούς Χούντι Χάρλεσον («Παιχνίδια Πείνας», «True Dedectives») και Πολ Μπέτανι («Κώδικας ΝταΒίντσι», «Master and Commander», «Εκδικητές: Η εποχή του Ultron»). Η Εμίλια Κλαρκ (Καλίσι του «Game of Thrones»), ξεφεύγοντας από την θρυλική, τηλεοπτική δρακομάνα που την καθιέρωσε σε σταρ πρώτης γραμμής, απέδειξε την ερμηνευτική της σταθερότητα στο τρυφερό και συγκινητικό, ερωτικό δράμα του 2016 «Πριν Έρθεις Εσύ», δίνοντας στο κινηματογραφικό κοινό καλές γεύσεις ηθοποιού πέραν της μικρής οθόνης. Δίπλα στο Χαν, ως ο μεγάλος, νεανικός του έρωτας πριν την πριγκίπισσα Λέια Οργκάνα, η Κλαρκ δένει όμορφα και ο χαρακτήρας της ηρωίδας αφήνει ουρά, πιθανώς, για μια ακόμα συνέχεια.  Millennium Falcon, όλα τα λεφτά!!!      

«Ταξίδι Αναψυχής»

(Leisure Seeker)

 

  • Είδος: Ρομαντικό road movie
  • Σκηνοθεσία: Πάολο Βίρτζι
  • Με τους: Ελεν Μίρεν, Ντόναλντ Σάδερλαντ, Κρίστιαν ΜακΚέι
  • Διάρκεια: 112’
  • Διανομή: StraDa FIlms

Υπάρχουν άνθρωποι αιωνίως ερωτοδεμένοι, που έχουν υποσχεθεί γλυκά και ειρηνικά ο ένας στον άλλον: «αγάπη μου, εμείς οι δυο θα γεράσουμε μαζί» και έχει γίνει ή θα γίνει. Είναι από τις πιο ουσιώδης υποσχέσεις αγάπης που δίνονται (ελπίζω ακόμα), γιατί θεωρώ, ότι μια τέτοιου είδους δέσμευση, εάν είναι αληθινή και βγαλμένη από τα τρίσβαθα της ψυχής, σημαίνει προσωπική ευθύνη, απέραντη κατανόηση και θεϊκός σεβασμός να εδράζονται στο λείο στέρνο του αγέραστου έρωτα. Και όπου αληθινός έρωτας η ελευθερία είναι παρούσα. Δυο αγαπημένοι και μυθικοί ηθοποιοί (Σάδερλαντ και Μίρεν), ανταμώνουν, έπειτα από 27 χρόνια, για δεύτερη φορά στα κινηματογραφικά πλατό, ξανά ως ζευγάρι (η πρώτη ήταν στην ταινία: «Μπέθουν: Η Ιστορία ενός Ήρωα» (1990), που πέρασε απευθείας στο δίκτυο διανομής dvd) στην τελευταία ταινία του Τοσκανού σκηνοθέτη Πάολο Βίρτζι (Η Τρελή Χαρά), παραγωγής 2017. Ο Ιταλός Βίρτζι την γύρισε εξ΄ ολοκλήρου στις ΗΠΑ και η ταινία διέπεται από το μεσογειακό άρωμα του δημιουργού της, αγγίζοντας ένα άκρως ευαίσθητο θέμα, αυτό της παντοτινής αγάπης, που ξεκινάει από την νεότητα και φθάνει έως τον τελικό διάδρομο της ανθρώπινης, βιολογικής δύσης με όλα τα προβλήματα υγείας και μνήμης που αντιμετωπίζουν τα δεμένα ζευγάρια της τρίτης ηλικίας, όταν ο ένας δεν μπορεί δίχως τον άλλον, έπειτα από πενήντα και βάλε χρόνια γάμου. Βασισμένο το σενάριο στο ομότιτλο, βραβευμένο βιβλίο του 61χρονου, Αμερικανού νοβελίστα Μάικλ Ζαντούριαν, γραμμένο το 2009 (μπεστ σέλερ στην Ιταλία και λογοτεχνικό βραβείο IMPAC του Δουβλίνου), η ταινία είναι ένα ιδιαίτερο road movie, γεμάτο ευαισθησία, τρυφερότητα, απόγνωση, απέραντη αγάπη και απελευθέρωση. Η Έλεν Μίρεν, μάλιστα, έγραψε για αυτή την ταινία το ακόλουθο σημείωμα: «Η ταινία «Ταξίδι Αναψυχής» είναι μια πανανθρώπινη ιστορία για την αληθινή αγάπη, για το τι συμβαίνει όταν ψιθυρίζεις στον άλλον: «για πάντα μαζί» μέσα από την ανθρώπινη, μεσογειακή ματιά του Πάολο Βίρτζι. Και είναι επιπλέον ένα κλασικό, αμερικάνικο road movie. Με τον θρυλικό Ντόναλντ Σάδερλαντ έχουμε μια τέτοια χημεία που θα πίστευες ότι υπήρξαμε όντως παντρεμένοι όλα αυτά τα χρόνια. Λάτρεψα αυτήν την ταινία και εύχομαι να το διασκεδάσετε κι εσείς όπως κι εγώ». Η αλήθεια είναι, πως ναι, τόσο ταιριαστό ενήλικο, κινηματογραφικό ζευγάρι, που να δένει με αυτή την εύοσμη ανάσα ζωής της τρίτης ηλικίας στην μεγάλη οθόνη είχα να δω από την εποχή του Νόρμαν και της Εθελ Θάγιερ (Χένρι Φόντα, Κάθριν Χέπορν) στην «Χρυσή Λίμνη» του 1981 σε σκηνοθεσία Μάρκ Ράιντελ. Δεν θα παραλείψω το μυθολογικό πια, ζευγάρι Ντιούκ και Άλι (Τζέιμς Γκάρνερ και Τζίνα Ρόουλαντς) από το «Ημερολόγιο» του Νικ Κασαβέτις.

 

Το ηλικιωμένο ζευγάρι, ο πρώην αγαπητός καθηγητής Τζον (Σάδερλαντ – υπέροχος) και η αγαπημένη του γυναίκα Έλα (Μίρεν – επίσης υπέροχη) δραπετεύουν από τους γιατρούς και τα ενήλικα παιδιά τους που ελέγχουν την ζωή τους, παίρνουν το αυτοκινούμενο τους, ένα Βεστφάλια του 1975, εύστοχα βαπτισμένο «Leisure Seeker» (αναζητητής της αναψυχής) και την κοπανάνε απροειδοποίητα για να ταξιδέψουν ελεύθεροι οι δυο τους σε όλες τα παλιές τοποθεσίες των διακοπών τους που πήγαιναν οικογενειακώς και νεότεροι. Ο Τζον πάσχει από σοβαρό σύμπτωμα απώλειας μνήμης λόγω ηλικίας και εκεί που βρίσκεται εντός χρόνου και τόπου, ξαφνικά χάνεται και δεν θυμάται τίποτα απολύτως (μοιάζει με το «Ημερολόγιο» του συγγραφέα Νίκολας Σπαρκς, με αντεστραμμένους τους ρόλους). Τα παιδιά τους αναστατώνονται με την φυγή των ηλικιωμένων γονιών τους, γνωρίζοντας το πρόβλημα του πατέρα τους και ανήσυχοι περιμένουν τηλεφωνική ενημέρωση από την μητέρα τους. Η Έλα τους καθησυχάζει, λέγοντας πως είναι ένα ταξίδι που ήθελαν πολύ να κάνουν και κάπως τα πράγματα ηρεμούν. Το ταξίδι κυλάει με τον Τζον να έχει λαμπρές στιγμές μνήμης και κατασκότεινες πλήρους αμνησίας. Η Έλα άλλοτε χαρούμενη, άλλοτε θλιμμένη για την κατάσταση του αγαπημένου της, ξεφυλλίζει όλο το παρελθόν τους δια μέσου οικογενειακών φωτογραφιών που προβάλλει τα βράδια στα διάφορα οργανωμένα κάμπινγκ που σταθμεύουν. Έως κάποια στιγμή κουρασμένη με το πρόβλημα του Τζον, κι ενώ εκείνος πάλι βρίσκεται σε κατάσταση απώλειας της μνήμης του τον παρακαλεί παραπονιάρικα, θλιμμένα να της φέρει πίσω τον άνδρα που ξέρει, τον άνδρα που αγάπησε και της ανήκει. Εκείνος την κοιτάει επίσης θλιμμένα και ανήμπορος να αντιμετωπίσει το πρόβλημα απαντάει στην γυναίκα του: «δεν ξέρω τι να κάνω». Το ταξίδι στο παρών συνεχίζεται με χάρτη το φωτογραφικό παρελθόν σε μια διαλυμένη, σύγχρονη Αμερική και όμορφων φιλολογικών αναλύσεων ενίοτε για το έργο του Χέμινγουεϊ και του Μελβίλ. Σημαντικά θέματα αγάπης, θανάτου και μνήμης ρολάρουν συγκινητικά, γαλήνια και σκληρά με μουσικές της γενιάς του ηλικιωμένου ζευγαριού, πάνω στα μπαλαντικά πεντάγραμμα της Τζάνις Τζόπλιν και της Κάρολ Κινγκ. Το αυτοκινούμενο ως ένα κινητό καβούκι μεταφέρει μια ολόκληρη ζωή στην ύπαιθρο της νεότητας δυο ανθρώπων που αγαπήθηκαν πραγματικά εκδηλώνοντα τις υπέροχες ζήλιες τους, ξαναδίνοντας ραντεβού στην σαρκική ηδονή, απελευθερώνοντας την πνευματική νιότη, επιβεβαιώνοντας την ενάρετη πορεία τους από τα εύσημα άλλων ανθρώπων σε εκείνους. Ο Πάολο Βίρτζι είναι απίστευτα προσεκτικός στο κάθε του πλάνο του, αν και τρελάρας Ιταλός, εδώ είναι απόλυτα πειθαρχημένος στο αγγλοσαξονικό πνεύμα του βιβλίου, ζωγραφίζοντας με μεράκι την ακριβώς διπλανή, φωτερή αμμουδερή παραλία της «Αγάπης» του Μίκαελ Χάνεκε.   

«Ξυπόλυτοι στο Παρίσι»

(Paris Pieds Nus)

 

  • Είδος: Ρομαντική κομεντί
  • Σκηνοθεσία: Ντομινίκ Αμπέλ και Φιόνα Γκόρντον
  • Με τους: Ντομινίκ Αμπέλ, Φιόνα Γκόρντον, Εμανουέλ Ριβά, Πιερ Ρισάρ
  • Διάρκεια: 83’
  • Διανομή: Μικρόκοσμος

Ρομαντικός σουρεαλισμός να μοιάζει με ερωτική, κόμικ ιστορία. Ταινία καταστάσεων με δυο ηθοποιούς άσους στην μιμική, που τόσος σουρεαλισμός και γκαγκς φρακάρουν το γέλιο στην στενή διασταύρωση του ρεαλισμού και της φαντασίας. Ρομαντικό με τόλμη μεν, πουσαρισμένο υπέρ το δέον δε και η τελευταία ταινία της Γαλλίδας ηθοποιού Εμανουέλ Ριβά (24 Φεβρουαρίου 1927 – 27 Ιανουαρίου 2017). Την παράσταση κλέβει το ασύλληπτο, σκηνοθετικό δίδυμο, εκ Βελγίου ορμώμενο, ο Ντομινίκ Αμπέλ και η Φιόνα Γκόρντον (πρωταγωνιστές της ταινίας), το οποίο είναι ζευγάρι και στην ζωή. Δυο ηθοποιοί που διαθέτουν χαρακτηριστικά πουλιών (υπερβολικά αδύνατοι σε πρόσωπο και σώμα, προτεταμένος θώρακας, ολίγον μυτόγκες και έντονα ζυγωματικά) είναι λες και έχουν ξεφύγει από ατραξιόν περιοδεύοντος τσίρκου. Αυτοί οι δυο ωραίοι τύποι επιδίδονται σε εξαιρετικού ύφους και τάξης κινησιολογία με παλαιομοδίτικα χορευτικά στυλ Τσάρλι Τσάπλιν και σόλο εμφάνιση κινητικής στυλ Ζάκ Τατί. Ευχάριστη ταινία, μια δροσερή, γκροτέσκα, πολύχρωμη πινελιά (εξαίσια η φωτογραφία της Κλερ Σιλντερίκ και του Ζαν Κριστόφ Λεφορεστιέρ) στην γενικότερη μουντίλα που επικρατεί, που εκτός της παρουσίας της Ριβά εμπλουτίζεται και με την ολιγόλεπτη εμφάνιση του αξέχαστου «Ξανθού», Πιέρ Ρισάρ.

 

Η βιβιοθηκονόμος Φιόνα (Φιόνα Γκόρντον – καλή) κάτοικος μικρής καναδικής πόλης, λαμβάνει γράμμα απελπισίας από την αγαπημένη, 93χρονη  θεία της Μάρτα (Εμανουέλ Ριβά – καλή), που ζει στο Παρίσι και ζητάει την βοήθεια της. Η πειθαρχημένη ζωή της Φιόνα κλονίζεται αισθητά, φτιάχνει σακίδιο (με την καναδική σημαία στην κορυφή του) και βγάζει εισιτήριο με το πρώτο αεροπλάνο για την γαλλική πρωτεύουσα. Η πρώην χορεύτρια βαριετέ, η θεία Μάρτα είναι εξαφανισμένη καθότι πάσχει από γεροντική άνοια και δεν θέλει να κλειστεί σε γηροκομείο, οπότε πήρε τους δρόμους για να παρευρεθεί στην κηδεία μιας συναδέλφου χορεύτριας. Η Φιόνα, κάνοντας βόλτες στο Παρίσι και στην προσπάθεια να φωτογραφηθεί με φόντο τον πύργο του Άιφελ, βουτάει στον Σικουάνα, χάνει το σακίδιο της με όλα τα υπάρχοντα της. Τα βρίσκει όμως ο άστεγος Ντομ (Ντομινίκ Αμπέλ – καλός) ο οποίος έπειτα από μια σειρά κωμικών καταστάσεων συναντά την Φιόνα και την ερωτεύεται κατακέφαλα. Η Φιόνα δεν τον θέλει στην αρχή και με αγχωμένη αποστολή την ανεύρεση της χαμένης θείας, ο Ντομ γίνεται το συμπαθητικό τσιμπούρι στην αναζήτησή της στην ταραχώδη, παριζιάνικη διαμονή της.     

«Μια Αληθινή Ιστορία»

(Based on a True Story / D'après une histoire vraie)

 

  • Είδος: Μυστηρίου
  • Σκηνοθεσία: Ρομάν Πολάνσκι
  • Με τους: Εμανουέλ Σενιέ, Ευα Γκριν, Βενσάν Περέζ, Ντομινίκ Πινόν
  • Διάρκεια: 100’
  • Διανομή: Spentzos Films»

Ήδη από τον «Αόρατο Συγγραφέα» του 2010 το θέμα με τον Ρομάν Πολάνσκι άρχισε να χωλαίνει σκηνοθετικά. Η οπτική του είναι ανυπόφορα βιαστική και οι προσεγγίσεις του αλληθωρίζουν αισθητά. Σαν να θεωρεί αυτονόητα κάποια πράγματα στήνει τον φακό της κάμερας μονοδιάστατα και επαναλαμβάνεται συνεχώς, κινηματογραφώντας διαγώνια την ιστορία και όχι head on, όπως πετυχημένα είχε συστηθεί σε τόσα αριστουργήματα του. Δεν πειράζει, άλλωστε η αρχική  περίοδος τού «Μωρού της Ρόζμαρι», του «Ένοικου» και της «Τσάινατάουν» (τρεις ταινίες από μόνες τους σχολή κινηματογράφου) είναι αρκετές για να σταθεί ο Ρομάν τιμητικά στο πάνθεον των κινηματογραφιστών, κλείνοντας πονηρά το μάτι στην θέαινα της 7ης Τέχνης. Προσωπικά, εκτιμώ ότι ο Πολάνσκι στέρεψε ως πηγή στη «Ένατη  Πύλη» (1999) και στον «Πιανίστα» (2002), που του χάρισε και το Όσκαρ σκηνοθεσίας. Με αυτές τα δυο ταινίες «σφράγισε» την δυναμική του και πέραν αυτών άρχισαν τα προβλήματα. Θα σκεφτείς, ότι 84 χρόνων είναι και πάλι καλά να λες. Και ο Ίστγουντ 87 είναι αλλά ακόμα δίνει. Τέλος πάντων, ο αντιπαθής στους Αμερικάνους Πολωνο-Γάλλος, Ιουδαίος σκηνοθέτης, μπλεγμένος σε σκοτεινές καταστάσεις με σκάνδαλα για κακοποίηση 13χρονου κοριτσιού, εξορισμένος στο Παρίσι προσπαθεί τα τελευταία χρόνια μη τυχόν πιάσει το σκορ των παλαιοτέρων επιδόσεων του. Σενάριο βασισμένο στην ομότιτλη νουβέλα της Ντελφίν Βιγκάν (εκδόσεις Utopia) μπαίνει στα γνωστά διαμερίσματα του μυστηρίου, εκμεταλλευόμενος την φυσική παρουσία δυο πανέμορφων γυναικών του σινεμά, της 52χρονης Γαλλίδας Εμανουέλ Σενιέ και της επίσης, 38χρονης, Γαλλίδας (σεφραδίτικης καταγωγής) Εύα Γκριν. Γυναικεία υπόθεση η πλοκή της ταινίας, περιπλέκεται στο πολυσχιδές, σκοτεινό παλάτι της θηλυκής συμπλεγματικότητας με φακό χωρίς μπαταρίες. Το στόρι είναι καλό και ενδιαφέρον, αλλά το ραντεβού του με τον γερό-Πολάνσκι στερείται ακρίβειας και συνέπειας.

 Η Ντελφίν (Εμανουέλ Σενιέ – καλή) είναι η συγγραφέας ενός best-seller, μιας ιδιαίτερα προσωπικής νουβέλας, αφιερωμένης στην μητέρα της. Εξουθενωμένη από τις αμέτρητες υποχρεώσεις και εύθραυστη εξαιτίας των αναμνήσεων της, η Ντελφίν  βασανίζεται από ανώνυμα γράμματα που την κατηγορούν ότι έχει ρίξει την οικογένεια της στα λιοντάρια. H συγγραφέας βρίσκεται σε τέλμα ενώ παραλύει μόνο με την ιδέα ότι θα πρέπει να γράψει ξανά. Μέχρι που στον δρόμο της συναντά την Ελ (Εύα Γκριν, πολύ καλή) μια νέα γοητευτική, έξυπνη και διαισθητική γυναίκα. Η Ελ, (εκείνη), την καταλαβαίνει καλύτερα από όλους με αποτέλεσμα η Ντελφίν να αναπτύξει ιδιαιτέρα αισθήματα για την Ελ, να την εμπιστεύεται τυφλά και να της ανοίγεται. Μέχρι που θα φτάσει η Ελ όταν μετακομίσει στο διαμέρισμα της Ντελφίν; Έχει έρθει για να συμπληρώσει ένα κενό ή για να δημιουργήσει ένα νέο; Για να δώσει στην Ντελφίν κίνητρο ή για να της κλέψει την ζωή;

«Taxi 5»

 

  • Είδος: Δράση
  • Σκηνοθεσία: Φρανκ Γκασταμπίντ
  • Με τους: Φρανκ Γκασταμπίντ, Μαλίκ Μπενταλά, Μπερνάρ Φαρσί, Σαλβατόρε Εσποζίτο
  • Διάρκεια: 102’
  • Διανομή: Odeon

Όπως σωστά διαβάζετε και στον τίτλο της ταινίας είναι η πέμπτη κατά σειρά συνέχεια του περίφημου σούπερ ταξί αυτοκινήτου Πεζό, δηλαδή, η γαλλική απάντηση στο «Fast & Furious», σε παραγωγή και σενάριο του Λικ Μπεσόν. Μια απάντηση με έντονο το στοιχείο του μιμητισμού σε βαθμό υπερβολής, με καλή σκηνοθεσία στις σεκάνς δράσης των αυτοκινητομαχιών για να είμαστε δίκαιοι. Ως ταινία όμως δεν έχει τίποτα, είναι άδεια, κοινότυπη και δυσάρεστα αηδιαστική με σκηνές που ανακατεύουν το εντερικό σου σύστημα. Καφροειδές, ρηχό χιούμορ, και αποτέλεσμα κάτω από την βάση. Βλέποντας την πρώτη έχεις δει και τις υπόλοιπες τέσσερις.

 Ο Σιλβέν Μαρό, ένας επιτυχημένος Παριζιάνος αστυνομικός και άσος στην οδήγηση, λόγω του άστατου χαρακτήρα του, στέλνεται με δυσμενή μετάθεση στη δημοτική αστυνομία της Μασσαλίας. Ο πρώην αρχηγός της αστυνομίας, Ζιλμπέρτ, που είναι πια Δήμαρχος της πόλης (αλλά πάντα χαμηλά στις δημοσκοπήσεις), του αναθέτει να σταματήσει τη δράση της «Ιταλικής Συμμορίας» που ληστεύει κοσμηματοπώλες και καταφέρνει να ξεφεύγει χάρη σε μια γρήγορη Ferrari. Για να τα καταφέρει, ο Μαρό δεν έχει άλλη επιλογή από το να συνασπιστεί με τον ανιψιό του χειρότερου οδηγού Uber στη Μασσαλία που, όμως, είναι ο μοναδικός που μπορεί να τον βοηθήσει.