fbpx

Ρούλα Γεωργακοπούλου, μια κουβέντα με την Τίνα Πανώριου

Τίνα Πανώριου

Τίνα Πανώριου

panoriout@gmail.com

«…Μου είπε ένα πουλάκι, ότι ο μη καταστροφικός θυμός είναι το χιούμορ. Και το πίστεψα»

Η Ρούλα Γεωργακοπούλου γεννήθηκε στην Καλαμάτα το 1955. Σπούδασε Γαλλική φιλολογία στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών και εργάστηκε για δέκα χρόνια σε σχολεία της περιφέρειας. Στη συνέχεια ασχολήθηκε επαγγελματικά με τη δημοσιογραφία, στα περιοδικά Ένα, Ταχυδρόμος, Marie Claire και στις εφημερίδες Το Ποντίκι, Το Βήμα και Τα ΝΕΑ. Σήμερα αρθρογραφεί στην Athens Voice και στα ΝΕΑ. Πέντε θεατρικά της έργα έχουν ανεβεί σε αθηναϊκές σκηνές από το 1986 ως σήμερα.

Κυκλοφορούν η συλλογή χρονογραφημάτων της «Γυναίκα μετρίου αναστήματος» (εκδ. Πατάκη) και δύο θεατρικά της έργα σε ενιαία έκδοση με τον τίτλο «Καρφίτσες στα γόνατα» (εκδ. Το Ροδακιό). Τα τελευταία χρόνια κάνει μεταφράσεις για τις εκδόσεις Πόλις και το «Δέντρα, πολλά δέντρα» είναι η πρώτη της πεζογραφική απόπειρα.

 

Κα Γεωργακοπούλου δεν θα ήταν στις προθέσεις σας ασφαλώς, αλλά –για δικούς μου λόγους– κατασυγκινήθηκα, από τη πρώτη μέχρι την τελευταία σελίδα.

Πράγματι δεν ήταν καθόλου στις προθέσεις μου να κάνω τους αναγνώστες να κλαίνε. Απεναντίας. Ήθελα να χαμογελάνε και καμιά φορά να σκάνε και κανένα δυνατό γέλιο. Με νίκησε το θέμα μου, φαίνεται. Είναι κι αυτό ένα είδος δικαιοσύνης.

Αλήθεια σκέπτομαι κα Γεωργακοπούλου, πόσο επώδυνο θα ήταν για σας να μοιραστείτε με αγνώστους- εμάς- μια τόσο καταδική σας ιστορία; Δεν υπήρξαν στιγμές που κι εσείς η ίδια να δακρύζατε ανακαλώντας;

Δεν νομίζω ότι η ιστορία αυτή είναι κατάδική μου. Όλοι έχουν μητέρες. Γι αυτό κλάψατε αντί να γελάσετε με τα Δέντρα, πολλά δέντρα.  Όσο για τις σελίδες στις οποίες αναφέρεστε, χρειάστηκε να επιστρατεύσω κάτι σαν σκληρότητα για να τις γράψω. Εννοώ λογοτεχνική σκληρότητα. Ένα υπερφωτισμένο πλάνο, που να τα αφήνει όλα γυμνά και να απορρίπτει τις υποφωτισμένες, τις «ατμοσφαιρικές» λήψεις  που εκβιάζουν τη συγκίνηση ψευτίζοντας την. Δέος, αυτό ένοιωθα παρακολουθώντας τη μητέρα μου να πεθαίνει. Και ταυτόχρονα τεράστια τρυφερότητα και απέραντο σεβασμό. Ο θάνατος είναι η πιο επίσημη στιγμή της ζωής, πόσο μάλλον μιας μακράς και καλής ζωής. Αυτό ήθελα να γράψω.   

Πόσο δύσκολο είναι να γράφει κανείς για πρόσωπα υπαρκτά, εν ζωή, χωρίς τον φόβο της παρερμηνείας, της παρεξήγησης;

Πάρα πολύ δύσκολο, έχετε δίκιο. Πρέπει να περπατάς στα νύχια μην ξυπνήσεις τη δυσπιστία. Ευτυχώς, οι δικοί μου άνθρωποι είναι πολύ πιο ποιητικά πρόσωπα από μένα, οπότε κατάλαβαν το βιβλίο, ίσως γιατί με ξέρουν καλύτερα απ’ όσο με ξέρω εγώ.

Είπατε κάπου ότι το ο γράψιμο είναι  για σας κάθαρση. Η αίσθηση λοιπόν όταν βάλατε τελεία στα Δέντρα σας -πολλά δέντρα – ποια ήταν; Κάθαρση μαζί με ανακούφιση, ίσως; Ότι έφυγε από τη ψυχή σας λίγος πόνος;

Έτσι ακριβώς. Μου έφυγε ένα τεράστιο βάρος. Με τη βοήθεια της μητέρας μου κατάφερα να δω και τη δική μου ιστορία, να της δώσω μορφή, να ολοκληρώσω κι εγώ κάτι. Αυτή η ανακούφιση κράτησε λίγες μέρες  κι ύστερα το πένθος μου επανέκαμψε αγριότερο αλλά καθόλου λογοτεχνικά διαχειρίσιμο. Να μην τα ζητάμε όλα από τη λογοτεχνία γιατί έτσι την ευτελίζουμε.

Δεν παύω να  αναρωτιέμαι κι ας μεγαλώνω: Η σχέση μάνας κόρης γιατί άραγε να είναι τόσο, συγκρουσιακή, σύνθετη, σκληρή ενίοτε «άρρωστη» και όχι μόνο αγαπησιάρικη, απλή;

Και γιατί να μην είναι έτσι όπως την περιγράφετε; Εμένα μου άρεσε που ήταν έτσι. Πίσω απ αυτά τα «αποτρόπαια» πράγματα υπάρχει μια μαθητεία αγάπης και ωρίμανσης. Ένα παιχνίδι γνωριμίας, μια περιέργεια της μικρής για την μεγάλη, ένας αντικατοπτρισμός. Θα γίνω αυτό που έγινες. Ήμουν αυτό που είσαι. Και ποιος δεν γρατσουνίζεται σ’ ένα τέτοιο  παιχνίδι;  

Μεγαλώσατε σε ένα  αστικό σπίτι στην Καλαμάτα την  δεκαετία  του ΄50, ‘60 Ο πατέρας σας ήταν όντως αύστηρος και λίγο τετράγωνος ή απλά ένας κλασικός μπαμπάς της εποχής.

Δεν ξέρω πώς ήταν οι άλλοι μπαμπάδες. Έχω την εντύπωση ότι πολλοί ήταν απείρως πιο ευκολοδιάβατοι από τον δικό μου, αλλά κατά βάθος τον προτιμούσα. Γιατί ένοιωθα ότι κι αυτός με προτιμούσε ανταποδίδοντας μου ίσως μια ασυνείδητη επικοινωνία που είχαμε μεταξύ μας.

Πέραν του βιβλίου σας αυτό καθ εαυτό, αρθρογραφείτε σε δυο αθηναϊκές εφημερίδες Από πού αντλείτε τα θέματα σας; Παρατηρώντας; Διαβάζοντας;

Το δημοσιογραφικό γράψιμο είναι το παιχνίδι μου. Με βοηθάει να βγάλω το ελαφρύ κομμάτι του εαυτού μου, να μην σκάσω, να σταθώ υπόλογη απέναντι σε όλους τους αναγνώστες. Όχι μόνον σ’αυτους που πάνε στο βιβλιοπωλείο αλλά και σ’ αυτούς που πάνε στο περίπτερο ή καίγονται στο ίντερνετ. Ναι, ασφαλώς παρατηρώ, διαβάζω, ακούω, θυμώνω. Μου είπε ένα πουλάκι, ότι ο μη καταστροφικός θυμός είναι το χιούμορ. Και το πίστεψα.

Η Ρούλα Γεωργακοπούλου και η Σοφία Φιλιππίδου

«Χάνω ώρες κερδίζοντάς τες. Το λέω αλλά κανείς δεν με πιστεύει…»

Αν σας  έλεγαν να ξεχωρίσετε ένα μόνον έναν από τους σύγχρονους ομότεχνους σας; Αυτός ή αυτή ποιος θα ήταν;

Στη λογοτεχνία είμαι αναγνώστρια και από αυτή τη θέση θα ξεχώριζα από τους νεότερους τον τεράστιο Σωτήρη Δημητρίου, την Κάλλια Παπαδάκη και τον Δημοσθένη Παπαμάρκο. Δεν τους ξεχωρίζω απλώς. Τους ευγνωμονώ.

Μεταφράζετε παράλληλα έργα άλλων. Πόσο δύσκολη είναι κι αυτή η δουλειά, αλλά και πόσο ελαφρά «υποτιμημένη», έτσι δεν είναι;

Υποτιμημένη; Εγώ νομίζω ότι οι έλληνες εκδότες έχουν μακράν καλύτερα αντανακλαστικά από τους εκδότες άλλων χωρών. Είναι αξιοθαύμαστη η επιμονή τους να εκδίδουν αμέσως τα καλύτερα βιβλία της σύγχρονης παγκόσμιας παραγωγής, μέσα σ’ αυτή την κρίση  που τους έχει τσακίσει. Σκεφτείτε τι δεν θα είχαμε διαβάσει αν κάποιος δεν έβγαζε τα μάτια του μεταφράζοντας; Ούτε που θέλω να το σκεφτώ. Θα πέσει η βιβλιοθήκη μου να με πλακώσει. Όσο για μένα, η μετάφραση είναι πανηγύρι! Κάτι σαν άσκηση Ειρήνης και Φιλίας, όπως λέει κι ο ευφημισμός του γνωστού σταδίου. Μπαινοβγαίνεις σε δυο γλώσσες, αφήνεις έναν άλλον άνθρωπο να σε διηθήσει. Θα χοροπηδούσα αν δεν είχα πάθει αυχενικό, τόσες ώρες καρφωμένη στον υπολογιστή μεταφράζοντας.

Τις ώρες που αφήνετε τα γραψίματα κατά μέρος τι σας αποφορτίζει κ Γεωργακοπούλου;

Χαζεύω πάρα πολύ. Είναι το καλύτερό μου. Χάνω ώρες κερδίζοντάς τες. Το λέω αλλά κανείς δεν με πιστεύει. Λένε ότι απλώς τεμπελιάζω.

Ευχαριστώ για την συνεργασία. Κι ευχαριστώ  περισσότερο για τα Δέντρα σας.

Εγώ πρέπει να σας ευχαριστήσω  που ενδιαφερθήκατε για το βιβλίο μου

 

Το βιβλίο «Δέντρα, πολλά δέντρα» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Πόλις».

Η παρουσίαση του θα γίνει την Δευτέρα 5 Νοεμβρίου 2018 στις 19:30 στο βιβλιοπωλείο Πλειάδες (Σπ Μερκούρη 62 Παγκράτι). Με την συγγραφέα θα μιλήσουν οι Κατερίνα Ευαγγελάκου , Κάλλια Παπαδάκη, ενώ αποσπάσματα των Δέντρων θα διαβάσει η Αμαλία Μουτούση.