«Ραντεβού Εκεί Ψηλά»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

 

 

«Ραντεβού Εκεί Ψηλά»             

(Au Revoir Là-haut / See You Up There)

  • Είδος: Δράμα εποχής
  • Σκηνοθεσία: Αλμπέρ Ντιποντέλ
  • Με τους: Nαουέλ Περέζ Μπισκαγιάρ, Αλμπέρ Ντιποντέλ, Λορέν Λαφίτ, Νιλς Αρεστρουπ, Μελανί Τιερί
  • Διάρκεια: 115’
  • Διανομή: Odeon
  • Διακρίσεις: 5 βραβεία Ζεζάρ: «Καλύτερης Σκηνοθεσίας» (Αλμπέρ Ντιποντέλ), «Καλύτερου Διασκευασμένου Σεναρίου» (Αλμπέρ Ντιποντέλ και Πιερ Λεμέτρ), «Καλύτερης Φωτογραφίας», «Καλύτερης Καλλιτεχνικής Διεύθυνσης» και «Καλύτερης Ενδυματολογίας»

Αναφέρω, ότι η ταινία με ευχαρίστησε. Πέρασα καλά. Συγκινήθηκα, ω ναι, ενθουσιάστηκα συνάμα με την παραγωγή και το σενάριο της  (βασισμένο στο βραβευμένο με το βαρύ, γαλλικό βραβείο Γκονκούρ μυθιστόρημα του Πιέρ Λεμέτρ) δεν βουτάει σε άπατα νερά άνευ οξυγόνου και διαφυγής. Απλά είναι τα πράγματα. Βατή ως ιστορία τραμπαλίζεται αξιοπρεπώς στην συνορογραμμή του υποφερτού μελοδράματος, δίχως να γίνεται σαχλό μελό, με ενδιαφέρουσες εικαστικές προσεγγίσεις και προσεγμένο μοντάζ. Καλές οι ερμηνείες, που παντρεύει τις τεχνικές του βωβού σινεμά, στυλ Μπάστερ Κίτον και Ζακ Τατί μέσα σε ένα ζοφερό περιτύλιγμα ακραίου Phantom of the Opera και ήπιου Darkman για mainstream κοινό.

Ο ένοχος, μικροαστός, λογιστάκος Αλμπέρ Μαγιάρ (Αλμπέρ Ντιποντέλ, άριστος) έχει συλληφθεί από τις γαλλικές αστυνομικές αρχές του αποικιοκρατικού Μαρόκο. Στην ανάκριση του, για να αποδείξει ο άνθρωπος την αθωότητα του για το έγκλημα που τον κατηγορούν, αφηγείται στον διοικητή του αστυνομικού τμήματος, αλλά και σε εμάς, την ενδιαφέρουσα ιστορία του. Το πως, δηλαδή, η ζωή του διασταυρώθηκε και δέθηκε με την ζωή ενός νεαρού, αριστοκράτη και ζωγράφου, του Εντουάρ Περικού (Nαουέλ Περέζ Μπισκαγιάρ, τον θυμάστε από τους «120 Χτύπους το Λεπτό», πολύ καλός και εδώ). Και η ιστορία αρχίζει: Νοέμβριος του 1918. Λίγες μέρες πριν από την Εκεχειρία του Α΄Π.Π., ο Αλμπέρ γίνεται αυτόπτης μάρτυρας στην εν ψυχρώ δολοφονία δυο Γάλλων στρατιωτών, που έφεραν αντίρρηση στην μάταιη επίθεση που διέταξε ο ψυχοπαθής Γάλλος υπολοχαγός Μπραντέλ (Λορέν Λαφίτ – «Εκείνη», «Μην το Πεις σε Κανέναν», «Πορφυρά Ποτάμια»). Στον πανικό της εφόρμησης και εν μέσω καταιγισμού βομβών ο αξιωματικός βάζει πλώρη να τελειώσει και τον λογιστάκο που τον είδε, για να κλείσει όλα τα στόματα και να βγει λάδι. Μια οβίδα σκάει δίπλα στον τρομοκρατημένο, άμοιρο λογιστή και τον σώζει από τον υπολοχαγό μεν, αλλά θάβεται κάτω από την γη ζωντανός, δε. Λίγο πριν ξεψυχήσει από την έλλειψη αέρα, τον ανασύρει από το χώμα ένας συμπολεμιστής του, επαναφέροντας τον στην ζωή. Δεν προλαβαίνει όμως να του μιλήσει, να τον ευχαριστήσει και μια δεύτερη οβίδα τραυματίζει σοβαρά τον νεαρό στρατιώτη, κομματιάζοντας του το πρόσωπο από την μύτη και κάτω. Ο νεαρός αριστοκράτης και σωτήρας του λογιστή Αλμπέρ, απαρνείται την οικογένεια του, δηλαδή τον βαθύπλουτο, αισχρό, τραπεζίτη πατέρα του (η μητέρα έχει πεθάνει), αναγκαστικά και την αδελφή του, αλλάζοντας ταυτότητα με έναν νεκρό, άπορο, δίχως συγγενείς φαντάρο. Με το πρόσωπο στραπατσαρισμένο και την απογοήτευση στην καρδιά του καταφεύγει με τον λογιστή Αλμπέρ και μια ορφανή πιτσιρίκα, που ερμηνεύει την ακαταλαβίστικη ομιλία του (λόγω του τραυματισμού) σε φτωχική, εξαθλιωμένη συνοικία του Παρισιού. Εθίζεται στην μορφίνη, καθώς του καταπραΰνει τον πόνο (σωματικό και ψυχικό), καταλήγοντας ένα ράκος. Η έλλειψη οικονομικών πόρων, η φτώχεια, το εσωτερικό μίσος, τόσο για τον δυνάστη πατέρα του, όσο και για το διαλυμένο του πρόσωπο (κυκλοφορεί με ευφάνταστες, μάσκες που κατασκευάζει ο ίδιος), αλλά και η ανάγκη της καλλιτεχνικής δημιουργίας φέρνει τον νεαρό ζωγράφο να πείσει τον καλοκάγαθο λογιστή, ώστε να οργανώσουν μια μεγάλη απάτη, δημιουργώντας τεράστια κέρδη πάνω στα πτώματα των θυμάτων του πολέμου και τις οικογένειες των πενθούντων. Η ζωή θες, η μοίρα ακόμα καλύτερα, κάμπτουν λειτουργικά τα γεγονότα της ιστορίας και το παρελθόν ανταμώνει το παρόν, το μίσος την εξιλέωση και η μοναξιά την αγάπη.

Ο ηθοποιός και σκηνοθέτης Αλμπέρ Ντιποντέλ (ο λογιστάκος της ταινίας) βουτάει για τα καλά στο βραβευμένο μπεστ σέλερ βιβλίο του  Πιέρ Λεμέτρ «Καλή Αντάμωση Εκεί Ψηλά» (εκδόσεις Μίνωας) και το ταξιδεύει μια χαρά. Το φιλμ έσπασε ταμία στην Γαλλία. Η φωτογραφία που μοιάζει με ζωγραφικές αφίσες του μεσοπολέμου (Βενσάν Ματιάς), τα κοστούμια της Μιμί Λεμπικά, αλλά και το ντεκόρ του Πιέρ Κεφελάν, όλοι τους βραβευμένοι με Σεζάρ,  ανεβάζουν τον πήχη, αποκαλύπτοντας μια όμορφη ταινία στο σύνολο της. Το ευχάριστο είναι, πως για πρώτη φορά, (εξαιρείται το αριστούργημα «Σιρανό Ντε Μπερζεράκ» του Ζαν Πολ Ραπενό (1990)), που οι Γάλλοι δεν χάνουν τα αυγά και τα πασχάλια σε υπερπαραγωγή, όπως συνηθίζουν (εδώ εξαιρείται ο Λικ Μπενσόν). Και τα σωστά εφέ έχει και γοητευτική εικαστική μορφολογία διαθέτει. Το σενάριο, βεβαίως, είναι καλοδουλεμένο και παίζει έντιμα στο συγκρουσιακό πεδίο των συναισθημάτων και της εσωτερικότητας των ηρώων (Αλμπέρ Ντιποντέλ και Πιερ Λεμέτρ). Η μουσική του Κριστόφ Ζιλιέν καταπληκτική, αλλά και η πλοκή σε κρατάει σε αγωνία, που είναι το ζητούμενο. Το χρήμα της παραγωγής φαίνεται και είναι πολύ έξυπνα τοποθετημένο. Έπειτα από πολλά χρόνια, εντυπωσιάζομαι με γαλλική ταινία σε αυτό το είδος σινεμά. Οργάνωση παραγωγής άριστα δέκα με τόνο.