fbpx

Πρώτο πλάνο γυναίκες σε «παιχνίδια» συμφιλίωσης, αποπλάνησης, εφηβείας και μουσικής. Οι ταινίες της εβδομάδος από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Οι πατριάρχες του κατασκοπευτικού μυθιστορήματος, οι master class chef της ψυχροπολεμικής περιόδου, των οποίων αρκετά βιβλία πέρασαν και στην μεγάλη οθόνη, είναι ο Τζον Λε Καρέ (19 Οκτωβρίου 1931) και ο Ίαν Φλέμιγνκ (28 Μαΐου 1908 – 12 Αυγούστου 1964). Τα πραγματικά και ολοκληρωμένα ονόματα τους είναι για τον Τζον Λε Καρέ: Ντέιβιντ Τζον Μουρ Κόρνουελ και για τον Ίαν Φλέμινγκ: Ίαν Λάνκαστερ Φλέμινγκ. Σκληρή, αλλά και ρομαντική η πένα τους κατέγραψαν, ο πρώτος ακόμα γράφει, τα άδυτα των μυστικών υπηρεσιών, που με φιλοπατρία και αποφασιστικότητα υπηρέτησαν και οι δύο. Ακραιφνείς Άγγλοι, προστάτες της αυτοκρατορίας και του στέμματος, ενταγμένοι, ο μεν Λε Καρέ στην υπηρεσία της ΜΙ-5, κι έπειτα της ΜΙ-6, ο δε Φλέμινγκ στην υπηρεσία αντικατασκοπείας του αγγλικού, πολεμικού ναυτικού. Ο Λε Καρέ, παρότι πλούσιο το συγγραφικό του έργο, από το 1961 έως το 2016, έγραψε 23 βιβλία, δεν καθιέρωσε έναν συγκεκριμένο ήρωα-πράκτορα, σε αντίθεση με τον Φλέμινγκ, που είναι ο «πατέρας» του πράκτορα 007, του κοσμοπολίτη Τζέιμς Μποντ σε 15 βιβλία του από το 1953 έως το 1966. Ο Λε Καρέ κατάγεται από φτωχή οικογένεια του χωριού Πουλ στο Ντόρσετ, ο πατέρας του μπήκε φυλακή για χρέη και η μητέρα του τον εγκατέλειψε όταν ήταν πέντε ετών. Ο Ντέιβιντ Τζον Μουρ Κόρνουελ, άρχισε να γράφει κατασκοπευτικές ιστορίες όταν ήταν πρόξενος στο Αμβούργο το 1961 και το πρώτο του μυθιστόρημα, «Πρόσκληση για τους Νεκρούς», το υπογράφει με το ψευδώνυμο Τζον Λε Καρέ (Ιωάννης ο Τετράγωνος στα γαλλικά), αποφεύγοντας να χρησιμοποιήσει το πραγματικό του όνομα λόγω της θέσης που υπηρετούσε, ως ενεργός αξιωματούχος των μυστικών υπηρεσιών στην αυλή της Αυτής Μεγαλειότητας.Ο Φλέμινγκ ήταν από εύπορη, μεγαλοαστική οικογένεια, γεννημένος στο αριστοκρατικό προάστιο Μέιφερ του Λονδίνου. Η μητέρα του πασίγνωστη κυρία των κοσμικών κύκλων και ο πατέρας του βουλευτής του συντηρητικού κόμματος, σκοτώνεται στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο με τον βαθμό του ταγματάρχη. Ο Γουίνστον Τσόρτσιλ, μάλιστα, είχε γράψει μια υπέροχη νεκρολόγια στους Τάιμς για τον εξαιρετικό, Άγγλο αξιωματικό Βαλεντάιν Φλέμινγκ. Την πρώτη κατασκοπευτική περιπέτεια την γράφει το 1953 και είναι το «Καζίνο Ρουαγιάλ». Στα 85 χρόνια του ο Τζον Λε Καρέ, και συγκεκριμένα τον περασμένο Σεπτέμβριο, επανέφερε στο προσκήνιο τον παλιό φίλο και αγαπημένο ήρωα του, Τζόρτζ Σμάιλι της Βρετανικής Μυστικής Υπηρεσίας, που πρωταγωνιστεί ξανά στο καινούργιο του βιβλίο, το 24ο κατά σειρά, με τον τίτλο: «A Legacy of Spies». Είναι η συνέχεια της πρώτης μεγάλη του επιτυχίας, «Ο Άνθρωπος που Γύρισε από το Κρύο» (1963) και ο Σμάιλι εμφανίζεται σε νέες περιπέτειες από την «ένδοξη», σκοτεινή εποχή των κατασκόπων.   

«Stringless»

 

  • Είδος: Ντοκιμαντέρ
  • Σκηνοθεσία: Άγγελος Κοβότσος
  • Παραγωγή – Σενάριο: Άγγελος Κοβότσος
  • Διάρκεια: 87΄
  • Διανομή: New Star
  • Διακρίσεις: Βραβείο κοινού Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης

Το οδοιπορικό μιας φωνητικής ορχήστρας, που αποτελείται από πέντε γυναικείες φωνές. Ελληνίδες και μετανάστριες που ζουν στην Θεσσαλονίκη. Με κοινό σημείο επαφής την μουσική, έφτιαξαν το πολυφωνικό σύνολο «Stringless» (σε μετάφραση: χωρίς χορδές), αλλά ελληνιστί και ηχητική απόδοση της λέξης είναι «Στρίγγλες». Ένα παιχνίδι της λέξης και του λόγου καθ΄ όλα αληθινό και μελωδικό στην διάσταση του θέματος του ντοκιμαντέρ, που ναι μεν οι, πραγματικά, ταλαντούχες γυναίκες δεν χρησιμοποιούν όργανα, παρά μόνο τις εξαιρετικές φωνές τους, έχοντας μεταξύ τους αρκετά προβλήματα όσο αφορά την συνύπαρξη και τις συνεργασία τους. Δεν το κρύβουν άλλωστε στις on camera εξομολογήσεις τους και ως γυναίκες με έντονη καλλιτεχνική φύση που είναι, επιδίδονται και στην προσωπική αυτοκριτική τους. Το ταλέντο τους και το λογοπαίγνιο του ονόματος του γκρουπ εκμεταλλεύεται ο σεναριογράφος και σκηνοθέτης Άγγελος Κοβότσος για να κινηματογραφήσει ένα τριετές οδοιπορικό με τον φακό του επικεντρωμένο στα εμπόδια, τις έριδες, τα γεννητούρια, ακόμη και στις απώλειες δικών των ανθρώπων, που σημάδεψαν την ύπαρξη αυτού του μουσικού σχήματος. Ένα σχήμα, που ενώ έχει τη λογική και την πειθαρχία της ομάδας, ταυτόχρονα ακτινοβολεί και την προσωπικότητα της κάθε μιας ξεχωριστά από τις γυναίκες μέλη του.

Γυναικεία υπόθεση, ωραίο το θέμα του βραβευμένου μικρομηκά και ντοκιμαντερίστα Άγγελου Κοβότσου («Ραντεβού», «Το Ασανσέρ», «Ιστορία των Χρόνων μου- Μ. Κακογιάννης», «Έβγα Ήλιε, Κάτσε Ήλιε»). Η ιδέα ανταμώνει γρήγορα την δημιουργία ενός γκρουπ που οι μουσικοί του θα χρησιμοποιούν ως μόνο όργανο την ανθρώπινη φωνή. Από την αρχή της δημιουργίας τους οι «Stringless» σημαδεύονται από την πολυπολιτισμική τους προέλευση. Δημιουργήθηκαν το 2013 στη Θεσσαλονίκη. Η ιδέα του μουσικού, πολυφωνικού σχήματος, που να στηρίζεται σε έξη (σήμερα πέντε) γυναικείες φωνές, ξεκίνησε από την Αλμπένα Κούτοβα, την μουσικό, την τραγουδίστρια και δασκάλα της γιόγκα από τη Βουλγαρία, η οποία ζει εδώ και πάνω από 20 χρόνια στην Ελλάδα, αλλά και την Ελιόνα Σιντζάρι από την Αλβανία, μουσικό με υψηλού επιπέδου μουσικές σπουδές στην πατρίδα της αλλά και στη Ρουμανία, όπου ζει κι εκείνη στη Ελλάδα. Η Αλμπένα κι η Ελιόνα απευθύνθηκαν στην μουσικό από τη Θεσσαλονίκη Έλσα Μουρατίδου με καταγωγή από τον Πόντο και στη συνέχεια ακολούθησαν η Βασιλική Αλεξίου, η Κατερίνα Μαυροφρύδου, η Στέλλα Γιαλτζή και το νέο μέλος, η Δωροθέα Μιχαήλ. Μουσικά ιδιώματα από τη Βουλγαρία (δεν είναι τυχαίο ότι στη χώρα αυτή διαπρέπουν τα γυναικεία πολυφωνικά συγκροτήματα), την Αλβανία, τον Πόντο, την Ήπειρο, την Ανατολή, τη Μακεδονία, την Τουρκία, τα ρετρό του ‘30 και τα ρεμπέτικα, αλλά και κέλτικα, γκόσπελ, αφρικάνικα, ινδιάνικα και άλλα, αναμιγνύονται σε ένα πολιτισμικό μουσικό προϊόν, που χαρακτηρίζεται από την δεξιοτεχνία, την αφηγηματική ροή και την θεατρικότητα. Η πολυφωνική ενορχήστρωση είναι το ζητούμενο ακόμα και σε κομμάτια που δεν είναι από τη φύση τους πολυφωνικά. Όλες οι ενορχηστρώσεις γίνονται από το γκρουπ, δημιουργώντας άλλοτε μια εντελώς πρωτότυπη και διαφορετική πρόταση για κάποιο τραγούδι, άλλοτε είναι απλώς μια μεταγραφή των μουσικών οργάνων που συνοδεύουν μια μελωδία σε ήχο που μπορεί να παράγει το ανθρώπινο σώμα, είτε σαν πνευστό είτε σαν κρουστό.

Το ντοκιμαντέρ που συνέθεσε ο  Άγγελος Κοβότσος για το ταλαντούχο πολυφωνικό, γυναικείο γκρουπ δεν στέκεται μόνο στην μουσική παιδεία και την τραγουδιστική αξιοσύνη των κοριτσιών, αλλά περνάει και στην αναμεταξύ τους σχέση στην καθημερινή τους ζωή, στον δικό τους κόσμο, παρακολουθώντας την προσωπική διαδρομή της κάθε μιας, αναδεικνύοντας το ζήτημα της γυναικείας ταυτότητας με όχημα τη μουσική. Σε μια χώρα που η δημιουργία και το ταλέντο διώκονται με τον χειρότερο τρόπο στην εποχή μας και παρά τα οικονομικά προβλήματα, που διατρέχουν τέτοιου είδους σπουδαίες καλλιτεχνικές προτάσεις, σήμερα στην Ελλάδα της έκπτωσης, οι «Stringless», πέρα από τα προσωπικά τους σκαμπανεβάσματα ως ομάδα, επιμένουν επί σκηνής να γοητεύουν και να ενθουσιάζουν τον κόσμο. Καλή η έρευνα και ενδιαφέρουσα η καταγραφή του Άγγελου Κοβότσου, σε ένα ντοκιμαντέρ που κρατά το ενδιαφέρον του θεατή αμείωτο. Στη ταινία συνέβαλαν με την ποιότητά τους σημαντικοί Έλληνες κινηματογραφιστές: Ο διευθυντής φωτογραφίας Δημήτρης Κορδελάς με την υπέροχη φωτογραφία του, ανέδειξε πρόσωπα και φυσικά τοπία (Ικαρία και Βοβούσα). Ο μοντέρ Γιάννης Κατσάμπουλας μέσα από ένα δημιουργικό μοντάζ ενίσχυσε τη δραματουργία της ταινίας. Ο μουσικοσυνθέτης και παραγωγός της ταινίας Βαγγέλης Φάμπας επιμελήθηκε τον με ιδιαίτερες απαιτήσεις και δυσκολίες ήχο. Η ταινία έκανε την πρώτη της εμφάνιση στο κοινό της Θεσσαλονίκης, στη διάρκεια του 19ου Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης και τιμήθηκε με την μαζική προσέλευση του κοινού (sold out και στις δυο προβολές) και με το Βραβείο Κοινού για ελληνική παραγωγή μεγάλου μήκους. Απολαύστε τις  «Stringless», γιατί το αξίζουν με το παραπάνω.

«Το Σπίτι Δίπλα στη Θάλασσα»

La Villa

 

  • Είδος: Κοινωνικό
  • Σκηνοθεσία: Ρομπέρ Γκεντιγκιάν
  • Με τους: Αριάν Ασκαρίντ, Ζαν-Πιέρ Νταρουσέν, Ζεράρ Μεϊλάν, Αναϊς Ντεμουστιέ
  • Διάρκεια: 107’
  • Διανομή: Weird Wave

Ουκ ολίγες αναφορές υπάρχουν σε κινηματογραφικές ταινίες που ένα δυνατό γεγονός, σοβαρού περιστατικού υγείας ή θανάτου προσφιλούς προσώπου γίνεται η αιτία μάζωξης συγγενών ή φίλων, που έχουν να μιλήσουν, να ειδωθούν χρόνια, απλώνοντας σώψυχα και πίκρες. Κορυφαία κινηματογραφική στιγμή σε αυτό το είδος των ταινιών είναι αυτή του 1983, η «Μεγάλη Ανατριχίλα» (The Big Chill) του Λόρενς Κάσταν.  Εκεί, λοιπόν, όπου η αιτία της συγκέντρωσης, είναι κάποιος παθών ή θανών και η μορφή του είναι απλά μια άλαλη ή μια νοσταλγική εικόνα στην ταινία, εκεί ακριβώς από τους συγκεντρωμένους αρχίζει και το αναμεταξύ τους μεγάλο ξεκατίνιασμα επί του παρελθόντος. Γιατί, εάν είναι συγγενείς, όπως είναι τα τρία αδέλφια στην προκειμένη περίπτωση, οι μεταξύ τους αποστάσεις έχουν παρθεί κάτω από ένα, δυο ή περισσότερα σοβαρά γεγονότα, επίσης, άλυτα, που σημάδεψαν τις ζωές τους και αναγκάστηκαν για χρόνια να σκορπίσουν στους ανέμους της πλήρους αδιαφορίας ο ένας για τον άλλον γεμάτοι θυμό και ουρανομήκη εγωισμό ο ένας για τον άλλον.

Και εδώ αρχίζει η ιστορία: Στο γραφικό και ειδυλλιακό λιμανάκι Μεζάν της Μασσαλίας χήρος, ηλικιωμένος πατέρας τριών τέκνων (δυο άνδρες, μια γυναίκα) προσβάλλεται από βαρύ εγκεφαλικό και πέφτει σε κατάσταση φυτού. Ο ένας από τους δυο γιούς, αυτός που διαμένει μαζί του και εργάζεται στην μπρασερία της οικογένειας του μασσαλιώτικου όρμου, προσκαλεί τα υπόλοιπα δυο αδέλφια του για να παραβρεθούν κοντά στον πατέρα, αλλά και για την διευθέτηση της κληρονομίας, καθώς οι γιατροί λένε, πως δεν υπάρχει πιθανότητα θεραπείας. Πρώτος στο πανέμορφο σπίτι της οικογένειας με θέα την θάλασσα καταφθάνει ο διανοούμενος λόγιος, αριστερών πεποιθήσεων γιος, που βρίσκεται σε δημιουργική ανομβρία, ο  Ζοζέφ (Ζαν Πιέρ Νταρουσέν, καλός) με την κατά πολύ νεότερη του μνηστή, Μπερανζέρ (Αναίς Ντεμουστιέ, καλή) Ακολουθεί η αδελφή, η γνωστή ηθοποιός του γαλλικού θεάτρου και της τηλεόρασης, Ανζέλ (Αριάν Ασκαρίντ, όπως πάντα άψογη και πάντα παρούσα στις ταινίες του συζύγου της Ρομπέρ Γκεντιγκιάν) για να αρχίσει το ζύμωμα των καταστάσεων του παρελθόντος με φόντο έναν παλιό, όμορφο, αγνό κόσμο που διαλύεται, καταρρέει, ξεπουλιέται.

«Το Σπίτι Δίπλα στη Θάλασσα» του αρμενικής καταγωγής, προοδευτικού Γάλλου σεναριογράφου, παραγωγού και σκηνοθέτη Ρομπέρ Γκεντιγκιάν (Χιόνια στο Κιλιμάντζαρο» (2011) «Η Ιστορία Ενός Τρελού» (2015) «Ο Μίτος της Αριάν» (2014), «Μάριος και Ζανέτ», ταινία που προβλήθηκε μόνο στο 38ο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης το 1997) έχει στρέψει την πυξίδα του πάνω στον τσεχοφικό «Βυσσινόκηπο», ψηλαφίζοντας το υπαρξιακό και το κοινωνικό περιβάλλον της μεσαίας τάξης σε ένα σύγχρονο κόσμο αλλαγών προς το χειρότερο. Με ευαισθησία, τακτ και εσωτερική ευγένεια, ο Γκεντιγκιάν θέτει τα ψυχικά ανθρώπινα τραύματα, τους εγωισμούς και τις εμμονές πάνω σε ανάλαφρο στρώμα, καταγράφοντας, άλλοτε δραματικά, άλλοτε ρομαντικά την επιφάνεια και την πυρήνα της ζωής, που είναι η αγάπη και η ξεγνοιασιά, η αδυναμία προστασίας του παλιού κόσμου και πως αυτά τα συναισθήματα με αρνητικό φορτίο μετασχηματίζονται από το βάρος τραγικών γεγονότων, τόσο οικογενειακών, όσο και κοινωνικών. Δεν είναι κακή η ταινία του, αντιθέτως με παρρησία και καλή γνώση της κάμερας στριφογυρίζει στους άξονες της ελπίδας και σε αυτή της αθωότητας άλλων εποχών, που ξεπουλιέται σήμερα ως περιβόητη εταίρα στις αγορές του παγκόσμιου, σχεδόν απρόσωπου, χρήματος. Μαρξιστής ο ίδιος, κάτι που δεν παραλείπει να διαλαλεί, στήνει σκηνικά καθαρού οξυγόνου (καλή η φωτογραφία του Πιερ Μιλόν), μοιράζοντας δίκαια τον κινηματογραφικό χρόνο σε δυο μέρη, σε αυτόν του παρελθόντος που βρίσκεται σε σύγκρουση με το σήμερα και σε αυτόν του παρόντος που αφορά ανθρώπους που ζουν την καθημερινότητα εκτός των μεγάλων αστικών κέντρων, κι ακόμα δεν έχουν απολέσει τα ανθρώπινα αντανακλαστικά τους. Δεν απουσιάζει το ρομαντικό και το ερωτικό στοιχείο, τόσο ανάμεσα στον θεατρόφιλο, νεαρό, βαρκάρη και ψαρά, τον αθεράπευτο θαυμαστή της Ανζέλ, όσο και της νεαρής και γεμάτης ενέργειας αρραβωνιάρας του ξεπεσμένου διανοούμενου αδελφού, που έχει βαρεθεί την κυκλοθυμία του και φλερτάρει με τον γιατρό και γιό των γειτόνων. Για να κυκλώσει όσο το δυνατόν καλύτερα γίνεται το θέμα με το οποίο ασχολείται ο  Γκεντιγκιάν – και είναι η μονάδα άνθρωπος ανάμεσα στις εποχές των αλλαγών, αλλά και της αδιαφορίας της μεσαίας τάξης στα μεγάλα γεγονότα – φέρνει στην πλοκή ένα γεγονός μεταναστευτικού χαρακτήρα και ύφους (τρία παιδιά λαθρομετανάστες), που η φονική βάρκα τους βυθίστηκε, πνίγοντας σημαντικό αριθμό επιβαινόντων μαζί και τους γονείς τους. Τα ορφανά παιδιά κρύβονται στο βουνό, τα καταδιώκει ο γαλλικός στρατός για να τα συλλάβουν, να τα βάλουν σε hot spots και από εκεί να τα προωθήσουν στις εμπόλεμες πατρίδες τους. Γεγονός ευκολάκι, που θα μπορούσε να το αποφύγει ο Γκεντιγκιάν, ενώ το πάει τόσο καλά με το υπαρξιακό και να μην βγάλει μελοδραματικές μπουρμπουλήθρες το στόρι. Εδώ, βέβαια, φτιάχνει τον ανθρωπιστικό βατήρα για να επιδοθούν οι πρωταγωνιστές σε ευαίσθητες, περίτεχνες βουτιές στα ύδατα της αλληλεγγύης, της ελπίδας και της αγάπης προς τους δυστυχείς κατατρεγμένους της γης, καθότι όλη η οικογένεια, ιδεολογικά, είναι σε τροχιά αριστερού διεθνισμού, αλλά και στην ανατολή της αυτοκριτικής των μπερδεμένων ζωών τους. Είπαμε, Γάλλοι κινηματογραφιστές είναι αυτοί. Από την μια κλαίνε και οδύρονται για τα μύρια κακά που έχει προκαλέσει στη χώρα τους η αθρόα λαθρομετανάστευση (βλέπε Ελλάδα), κι από την άλλη φτιάχνουν τρυφερές ταινίες για τους μετανάστες, προκαλώντας δάκρυα. Το αναφέρει άλλωστε και η πινακίδα της μπρασερίας της οικογένειας, πάνω στο κύμα: «le mange- tout», τρώτε τα πάντα, φθηνά… ένεκα εποχών!

«Κόκκινο Σπουργίτι»

Red Sparrow

 

  • Είδος: Κατασκοπευτική περιπέτεια
  • Σκηνοθεσία: Φράνσις Λόρενς
  • Με τους: Τζένιφερ Λόρενς, Τζόελ Έτζερτον, Ματίας Σένερτς, Τζέρεμι Άιρονς, Μαίρη–Λουίζ Πάρκερ, Σάρλοτ Ράμπλινγκ, Σεργκέι Πολούνιν
  • Διάρκεια: 140’
  • Διανομή: Odeon

Ο συγγραφέας του «Κόκκινου Σπουργιτιού», Τζέισον Μάθιους, έπειτα από την 30χρονη θητεία του στην CIA (βάσει βιογραφικού σημειώματος) και κατά την χαλαρή διάρκεια της σύνταξης του σκέφτηκε το αυτονόητο: Αντί να ξοδεύει τον καιρό του κουρεύοντας το γκαζόν, παίζοντας μπίνγκο ή να ψαρεύει πέστροφες, προτίμησε να αξιοποιήσει εποικοδομητικά τον άφθονο, ελεύθερο χρόνο του, επιστρατεύοντας τις πολύτιμες εμπειρίες του από την υπηρεσία και να αρχίσει το γράψιμο κατασκοπευτικών μυθιστορημάτων. Το «Κόκκινο Σπουργίτι» είναι το πρώτο βιβλίο μιας ψυχροπολεμικής τριλογίας που περιλαμβάνει τα βιβλία: «Red Sparrow», «Palace of Treason», και «The Kremlin’s Candidate», όπου στηρίζεται και το σενάριο της ταινίας, βάζοντας στο επίκεντρο της πλοκής το γυναικείο παιχνίδι της σαγήνης και της ερωτικής αποπλάνησης. Αρχαία τέχνη, πάντα επιτυχημένη, που την έκαναν σχολείο οι Σοβιετικοί, στρατολογώντας όμορφες, Καυκάσιες κοπέλες, εκπαιδεύοντας τες, μάλιστα, σε πόρνες πολυτελείας, άδειες από συναίσθημα, ικανές όμως να γαντζώνουν στο ηδονικό τους αγκίστρι επιλεγμένους στόχους. Τα «Σπουργίτια», όπως ονομάζονται, δεν είναι μάχιμοι πράκτορες του όπλου, των πολεμικών τεχνών και των εκτελέσεων, αλλά μαστόρισσες στο ξελόγιασμα και ασχολούνται με το θύμα τους μέχρις ενός επιπέδου, μέχρι να αναλάβουν οι σκοτώστρες των μυστικών υπηρεσιών. Προφανώς υπήρχαν στην εποχή του ψυχροπολεμικού νταβαντουριού και, μάλλον, υπάρχουν μέχρι σήμερα τέτοιου είδους «όπλα» στις μάχες των κατασκόπων, για να το περιγράφει με πάσα λεπτομέρεια και ακρίβεια ο κυρ- Μάθιους, ο δεν ξέρω ΄γω τι άνθρωπος της CIA ήταν.    

Η Ντομινίκα (Τζένιφερ Λόρενς, κι εδώ βάζει τα δυνατά της) είναι πρίμα μπαλαρίνα των Μπολσόι. Πειθαρχημένη, άριστη χορεύτρια, άψογη στην δουλειά της είναι το καμάρι της μεγάλης καλλιτεχνικής οικογένειας των ρωσικών μπαλέτων. Ο χαρακτήρας της είναι ατσάλινος, αυστηρός για να μπορέσει να επιβιώσει στον τεράστιο ανταγωνισμό του χώρου της και να σταθεί στην κορυφή, πολλές φορές την μεταμορφώνει σε μια κυνική και ψυχρή γυναίκα. Φροντίζει την αγαπημένη, άρρωστη μητέρα της και η επιτυχία στην μεγάλη σκηνή των γνωστών μπαλέτων της Ρωσίας είναι δεδομένη με αποτέλεσμα να δημιουργήσει έχθρες, που θέλουν να την ρίξουν από το βάθρο της πρωτιάς. Ένα στημένο ατύχημα την ώρα της παράστασης, από μια συνάδελφο την στιγμή που χορεύει με τον Κονσταντίν (ο χορευτής Σεργκέι Πολούνιν σε δεύτερη κινηματογραφική εμφάνιση μετά το «Έγκλημα στο Όριαν Εξπρές»), καταστρέφει το πόδι της και βγαίνει εκτός μπαλετικών δραστηριοτήτων δια παντός. Τα πολλά σέα και τα μέα, οι ειδικές περιποιήσεις και οι ιατρικές παροχές από τον οργανισμό των Μπολσόι κόβονται μαχαίρι με κίνδυνο να χάσει την μητέρα της. Η Ντομινίκα εκδικείται ψυχρά και βίαια την αντίζηλο και τον εραστή της χορευτή, σακατεύοντας τους στο ξύλο, κι εδώ μπαίνει στον χορό ο θείος Βάνια (Ματίας Σένερτς, καλός), που εργάζεται στην SVR – μυστικές υπηρεσίες της Ρωσικής Ομοσπονδίας -προτείνοντας στην αποφασιστική και συνάμα απελπισμένη ανιψιά του εργασία και μέλλον για να σώσει την μητέρα της. Μια απλή αποστολή ξελογιάσματος ενός Ρώσου ολιγάρχη καταλήγει σε λουτρό αίματος και αμέσως η πρώην δοξασμένη χορεύτρια βρίσκεται στα χέρια της τραχιάς εκπαιδεύτριας «Σπουργιτιών», Μάτρον (Σαρλότ Ράμπλινγκ, καλή). Η Ντομινίκα, θέλοντας και μη, για να μην στερήσει την φροντίδα της μητέρας της εντάσσεται στο πρόγραμμα και μεταμορφώνεται σε περίφημο, σεξουαλικό εργαλείο, που σκοπεύει στην αποπλάνηση διακεκριμένων αξιωματούχων του «εχθρού». Η ρωσική SVR με αξιωματικό επιχειρήσεων τον παρασημοφορημένο στρατηγό Κορτσνόι (Τζέρεμι Άιρονς, καλός) αναζητά τον Αμερικανό πράκτορα της CIA, Νέιτ Νας (Τζόελ Έτζερτον), ο οποίος Αμερικανός συνεργάζεται με κάποιον άγνωστο, Ρώσο πληροφοριοδότη. Ο πρόεδρος και ο υπουργός Ασφαλείας της Ρωσίας θέλουν τον προδότη στο πιάτο. Στέλνουν την όμορφη Ντομινίκα για να γοητεύσει τον πράκτορα Νας και να βγει το ψάρι-καταδότης στο αφρό.

Να ξεκινήσουμε από την πρωταγωνίστρια, την πιο ακριβοπληρωμένη ηθοποιό του Χόλιγουντ και την πιο πετυχημένη της γενιάς της, την Τζένιφερ Λόρενς (Όσκαρ Α΄ Γυναικείου Ρόλου το 2015 για την βασίλισσα της σφουγγαρίστρας στην ταινία «Joy»). Η Λόρενς μπήκε στην καρδιά μου από την εμφάνιση της στην ταινιακή χιλμπιλιά «Στην Καρδιά του Χειμώνα» (Winter’s Bone – 2010). Στην ταινία της Ντέμπρα Γκράνικ η 20χρονη, τότε, Τζένιφερ αποκάλυψε τον ταλαντούχο εαυτό της, που δεν πέρασε απαρατήρητος και στη συνέχεια, ως γνωστόν, απογειώθηκε κινηματογραφικά με την τριλογία (τετραλογία για την μεγάλη οθόνη) των «Παιχνιδιών Πείνας». Από τότε συμμετέχει σε καλοδουλεμένους ρόλους, μόνο που είναι ρόλοι για σταριλίκι. Στο τελευταίο θρησκευτικό κρεσέντο του Ντάρεν Αρονόφσκι «Mother», ψιλοτσαλακώθηκε, αλλά και πάλι βγήκε αλώβητη από την γενικότερη ιουδαϊκή σαλατοποίηση της ταινίας. Ακόμα και το Όσκαρ της στο «Joy» δεν λες ότι είναι από τους ρόλους που καρφώνονται στο καύκαλο σου και δεν τους ξεχνάς. Έτσι και δω. Προσπαθεί φιλότιμα, βγάζει τον ρόλο, κάνει τις υπερβάσεις της και δεν διστάζει να ξεγυμνωθεί τρεις τέσσερις φορές μπροστά στην κάμερα. Πάλι, όμως, ως ερμηνεύτρια προδιαγραφών έχει σκοντάψει σε τραυλό, αλλήθωρο, χωλό, γενικώς προβληματικό σενάριο για mainstream κοινό, με αποτέλεσμα ο υποκριτικός θησαυρός της να πηγαίνει στράφι. Από την άλλη, ο 47χρονος Αμερικανός σκηνοθέτης Φράνσις Λόρενς, των τελευταίων τριών «Παιχνιδιών Πείνας», του «Νερού για Ελέφαντες», του «Ζωντανού Θρύλου» και του κινηματογραφικού του ντεμπούτο, «Κόνσταντιν» ξέρει καλά την Τζένιφερ Λόρενς  στο πως κινείται και αντιδρά στο φακό, όπως γνωρίζει και το πως να στήνει την δράση στο πλάνο. Η ολισθαίνουσα οδός σε αυτή την ταινία είναι, ότι χαρακτηρίζεται κατασκοπευτική περιπέτεια. Ναι μεν το concept λειτουργεί με το νευρικό σύστημα των ταινιών του είδους, αλλά μέχρι εκεί, δε. Η αντιρωσική προπαγάνδα βγάζει μάτι (όλα είναι άθλια στην Ρωσία, ενώ ακόμα και οι αμερικάνικες μυστικές υπηρεσίες έχουν ανθρώπινες συνθήκες εργασίας), η ατμόσφαιρα της ιστορίας είναι επίπεδη, άνευρη και δεν σε συναρπάζει, η πλοκή δεν λυνοδένει εγκεφαλικούς, σκοτεινούς γρίφους που να μυρίζουν αγγλούρα και πρακτορίλα – όσο δαιμόνιο κι αν είναι το γυναικείο μυαλό στο φινάλε της ταινίας – και φυσικά όταν τελειώνει δεν μένει κάτι τις για να το στριφογυρίσεις στους νευρώνες του εγκεφάλου σου, εκτός από το συνεχές τσιτσίδωμα της Λόρενς, εάν κι αυτό δεν είναι ντουμπλαρισμένο. Άσε δε και με αυτή την απροσμέτρητη ανοησία, που Αμερικανοί ηθοποιοί παίζουν Ρώσους και μιλούν αγγλικά με βαριά, ρώσικη προφορά. Πολλοί επιθυμούν να γίνουν χαλίφηδες στην θέση του χαλίφη και ο γραφιάς κατασκοπευτικών μυθιστορημάτων κυρ-Μάθιους είναι ένας από αυτούς. Δεν είναι, όμως ούτε ο διαυγής και πολυσύνθετος Τζον Λε Καρέ, ούτε ο κοσμοπολίτης Ιαν Φλέμινγκ. Όλη η ταινία είναι η Τζένιφερ Λόρενς (εξ΄ ου και το σταριλίκι), ενώ οι υπόλοιποι βετεράνοι και νεόκοποι ηθοποιοί, απλά στολίζουν το λουλούδι ή το σπουργίτι.                   

«Lady Bird»

 

  • Είδος: Κοινωνικό
  • Σκηνοθεσία: Γκρέτα Γκέργουιγκ
  • Με τους: Σίρσα Ρόναν, Λόρι Μέτκλαφ, Τίμοθι Σαλαμέ,
  • Διάρκεια: 93 ’
  • Διανομή: UIP
  • Διακρίσεις: 2 Χρυσές Σφαίρες στην κατηγορία Μιούζικαλ-Κωμωδία: Καλύτερης Ταινίας και Α΄ Γυναικείου Ρόλου για την Σίρσα Ρόναν.

Ακόμα μια κινηματογράφηση στην φευγάτη, κοριτσίστικη εφηβεία και την ενηλικίωση. Η Lady Bird (Σίρσα Ρόναν, υπέροχη) είναι η έφηβη που δεν την χωρά ο τόπος που ζει, που θέλει να γνωρίσει τον έρωτα και η πρώτη της αγάπη κάνει γκελ και είναι ομοφυλόφιλος, που δεν ανέχεται την νοσοκόμα μάνα της (Λόρι Μέτκλαφ, ακόμα μια εκρηκτική σχέση μάνας κόρης), που δεν αντέχει τον έξυπνο, αλλά φρικιό αδελφό της, που συμπιέζεται η προσωπικότητά της από το καθολικό λύκειο όπου σπουδάζει, όπως κι από τα σύγχρονα κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα (άνεργος μπαμπάς), που θέλει να είναι πλούσια με ωραίο σπίτι, αλλά δεν είναι. Η Lady Bird εκτονώνει την συνολική αντιδραστικότητά της σε συμμετοχές μιούζικαλ σχολικών παραστάσεων και αναμένει, ως μάννα εξ ουρανού, την στιγμή που θα εγκαταλείψει αυτόν τον εφηβικό εφιάλτη για το κολέγιο, για θα βρεθεί ενήλιξ, χωμένη στις φτερούγες της ελευθερίας, μακριά απ΄ όλα.

Ανεξάρτητο φιλμ (παρεξηγημένη πια η έννοια του αμερικανικού ανεξάρτητου σινεμά) με μια πολύ καλή ερμηνεία της 23χρονης Σίρσα Ρόναν («Παραδεισένια Οστά», «Εξιλέωση», «Χάνα», «Brooklin») και μέχρι εκεί. Χιλιοειπωμένο θέμα, κινηματογραφημένο σε όλες τις διαστάσεις του, αυτή την φορά από την 34χρονη, Αμερικανίδα ηθοποιό, σεναριογράφο και σκηνοθέτιδα Γκρέτα Γκέργουιγκ στην δεύτερη σκηνοθετική της δουλειά, έπειτα από τις «Νύχτες και Σαββατοκύριακα», όσοι το είδατε στο 23ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Αθηνών – Νύχτες Πρεμιέρας του περιοδικού Σινεμά. Τώρα, για ποιο λόγο την τρέχουν με χίλια αυτή την ταινία είναι απορίας άξιον. Εκτός από την συγκομιδή των δυο Χρυσών Σφαιρών σε μια άσχετη κατηγορία Μιούζικαλ-Κωμωδία (μηδέ κωμωδία, μηδέ μιούζικαλ είναι): Καλύτερης Ταινίας και Α΄ Γυναικείου Ρόλου για την Σίρσα Ρόναν, η ταινία είναι υποψήφια σε πέντε οσκαρικές κατηγορίες: Καλύτερης Ταινίας, Σκηνοθεσίας, Α’ Γυναικείου Ρόλου για τη Σίρσα Ρόναν, Σεναρίου και Β’ Γυναικείου Ρόλου για την Λόρι Μέτκλαφ στην πρώτη υποψηφιότητα τής ηθοποιού σε αυτό τον θεσμό. Η Σίρσα Ρόναν είναι ηθοποιός προδιαγραφών με άριστες περγαμηνές και δυο φορές προτεινόμενη για το Όσκαρ Β΄ Γυναικείου Ρόλου («Brooklin» (2015), «Εξιλέωση»(2007)) και την ταινία την βγάζει αέρα. Σίγουρα είναι ένα θέμα που αφορά αποκλειστικά τις νεαρές μαμάδες και τις θυγατέρες τους και αντιστρόφως. 

«Σπόρος»

Grain

 

  • Είδος: Επιστημονικής Φαντασίας Α/Μ
  • Σκηνοθεσία: Σεμίχ Καπλάνογλου
  • Με τους: Ζαν Μαρκ Μπαρ, Ερμίν Μπράβο, Γκριγκόριι Ντομπρίκιν
  • Διάρκεια: 123 ’
  • Διανομή: Ama Films

Θέλεις να σταθείς ρωμαλέα και με σθένος απέναντι στα παγκόσμια κοινωνικά και πολιτισμικά γεγονότα, που αφανίζουν την ανθρώπινη ταυτότητα, μεταφέροντας, μάλιστα, ένα σφιχτοδεμένο, φιλοσοφημένο, οικουμενικό μήνυμα που να έχει σημασία, γνώση και δυναμικές άμυνας, αντίστασης προς αυτό το εχθρικό; Γράφεις ένα βιβλίο ή γυρίζεις μια ταινία ή ακόμα συνθέτεις μουσική. Το μεγάλο σχέδιο της παγκοσμιοποίησης που εφαρμόζεται από όλες τις κυβερνήσεις σε ταχύς ρυθμούς με τα πολύπτυχα πρόσωπά της είναι μήλον της έριδος για πολλούς επίδοξους καλλιτέχνες της γραφής, της κινουμένης εικόνας και της μελωδίας. Έχουμε διαβάσει, έχουμε δει και έχουμε ακούσει ουκ ολίγες δημιουργίες επικεντρωμένες στο συγκεκριμένο θέμα. Άλλες καλές, άλλες μέτριες, άλλες ακατανόητες, κι άλλες εντελώς άκυρες. Που χωλαίνουν οι περισσότερες; Στην απουσία γνώσης για το ον άνθρωπος και τον σκοπό της παρουσίας του σε αυτό τον πλανήτη. Ο σκηνοθέτης του «Σπόρου», ο Τούρκος Σεμίχ Καπλάνογλου, διαβάζοντας μια συνέντευξη του, σε ένα σημείο έχει δίκιο: «…ότι οι κυρίαρχες κουλτούρες αφαιρούν τα μοναδικά χαρακτηριστικά των τοπικών πολιτισμών». Η πολιπολιτισμικότητα, άραγε, είναι το κόκκινο πανί της παγκοσμιοποίησης, κι αν είναι, τότε, γιατί οι ρυθμιστές, αρχιτέκτονες της νέας κατάστασης πραγμάτων στο παμπάλαιο σχέδιο τους πλημμυρίζουν τις δυτικές χώρες και δη το χριστιανικό ευρωπαϊκό κλαμπ με Ανατολίτες Ασιάτες και Άραβες, αναμειγνύοντας με αυτό τον τρόπο ήθη, έθιμα, γλώσσα και κουλτούρες;

Το άνω  ερώτημα δεν απασχολεί τον Τούρκο σκηνοθέτη στην ταινία του, που ευλαβικά προς τις ιερές γραφές του Κορανίου από την μια, κι από την άλλη την μυστική διδασκαλία των μουσουλμάνων Σούφι στήνει ένα δυστοπικό περιβάλλον σε μελλοντικό κόσμο, που ελέγχεται από τρομερές πολυεθνικές εταιρίες εστιασμένες στην γενετική μετάλλαξη των σπόρων. Η αναγκαία τροφή και το απαραίτητο νερό πρέπει να είναι ελεγχόμενα και να χρησιμοποιούνται από τους επικυρίαρχους ως μέσα χειραγώγησης, τρόμου και καταστολής. Γνωστό αυτό. Η μεγάλη εταιρία Novus Vita Corporation, που βρίσκεται στο χείλος της χρεωκοπίας και ελέγχει την τροφή δια μέσου της καλλιέργειας, τοποθετείται γεωγραφικά στο σημείο που υπάρχει πληθυσμός. Στην άλλη πλευρά της χώρας, η οποία έχει ως σύνορα κατά μήκος του δρόμου μια σειρά απροσπέλαστων θανατηφόρων ηλεκτρομαγνητικών πυλώνων, σημειώνεται ως η περιοχή των Νεκρών Τόπων. Μια αχανής έκταση γεμάτη ξηρασία, αρρώστιες και θάνατο. Οι έρευνες του καθηγητή Έρολ (Ζαν Μαρκ Μπαρ – «Απέραντο Γαλάζιο»), που εργάζεται στην εταιρία, έδωσαν το θλιβερό αποτέλεσμα, ότι οι γενετικά μεταλλαγμένοι σπόροι έχουν εκφυλιστεί με συνέπεια να κινδυνεύουν άμεσα οι καλλιέργειες, οπότε και η τροφή. Ο καθηγητής, βρίσκει μια παλιά μελέτη ενός χαμένου από τον κόσμο συναδέλφου και πρώην στελέχους της εταιρίας, που προφητεύει αυτή την δυσοίωνη κατάληξη των σπαρτών. Ο Έρολ με κίνδυνο την ζωή του ξεκινάει να ανακαλύψει τον χαμένο καθηγητή, ασκητή Τζεμίλ Ακμάν (Ερμίν Μπράβο, «Σαράγεβο Σ΄ Αγαπώ»), ο οποίος έχει «φύγει» για άλλες πολιτείες, ποιο ψαγμένες και πνευματικές, στις άβατες και απαγορευμένες  περιοχές των Νεκρών Τόπων. Μέσα από ένα πνευματικό οδοιπορικό, συντροφιά με τον άγιο άνθρωπο-καθηγητή, και σε αντίξοες συνθήκες, ο Έρολ (ο ευγενής δηλαδή) θα προσπαθήσει να αποκομίσει τις απαντήσεις, ώστε να σώσει την ανθρωπότητα από την πείνα.  

Είναι η πρώτη αγγλόφωνη ταινία του βραβευμένου, Τούρκου σκηνοθέτη Σεμίχ Καπλάνογλου, ενός από τους πιο σπουδαίους σκηνοθέτες της γειτονικής μας χώρας, γνωστός από την τριλογία του: «Αυγό», «Γάλα» και «Μέλι», αλλά  και το «Μακριά από την Πατρίδα», που παρουσιάστηκε στο 42ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης το 2001. Ακριβή παραγωγούλα, με γυρίσματα στο Ντιτρόιτ, την Καππαδοκία, την Γερμανία, αλλά και έναν εργατικό Ζαν Μαρκ Μπαρ στο cast, προσδίδοντας το γλυκό, ανάλαφρο, δυτικό αεράκι που μάλλον χρειαζόταν το concept για ευρύτερη κατανάλωση και αποδοχή. Η ταινία του Καπλάνογλου στο επίπεδο της αισθητικής είναι άψογη. Ασπρόμαυρη γυρισμένη, όπου για την, πραγματικά, εξαίσια φωτογραφία επιστράτευσε τον Άγγλο Ζιλ Νούτγκενς (Πάση Θυσία), εκπληκτικά κάδρα, λιγόλογη και γεμάτη αλληγορίες. Πλήθος αναφορών στο Κοράνι και την διδαχή των μουσουλμάνων Σούφι περί «Αναπνοής και Σιταριού» (ο πρωτότυπος τίτλος της ταινίας είναι «Grain» -εκτός από κόκκος είναι και τα σιτηρά), σπουδαίο κείμενο των Σούφι, που χρονολογείται κάπου ανάμεσα στον 11ο με 12ο αιώνα, και πιο συγκεκριμένα ανήκει στον Τούρκο ποιητή, μυστικιστή Σούφι, Γιουνούς Εμρέ, του ανθρώπου που με τα γραπτά του επηρέασε τα μέγιστα την τουρκική λογοτεχνία. Ο Καπλάνογλου με το στρωσίδι του κορανίου και τους σουφικούς γρίφους περί ανθρώπου, φύσης και ζωής, τα ασπρόμαυρα πλάνα και την βιβλική συμπεριφορά των ηρώων του (λιθοβολισμοί, καιόμενη βάτος, αβρααμικές θυσίες) πιάνει ανοικτή συνομιλία με το ταρκοφσκικό σύμπαν. Μόνο που η σύνδεση με το πνεύμα του Ταρκόφσκι δεν είναι επιτυχής, έχει παράσιτα, πολύ κακή αφήγηση, τεράστια διάρκεια (123’) και θεοκρατία τα μέγιστα. Αυτό είναι το πολιτιστικό μήνυμα του Τούρκου σκηνοθέτη ως απάντηση στην παγκοσμιοποίηση που μάχεται από το στασίδι του. Αλλάχ ουάχμπαρ!… παρακαλώ πάρτε το μηδέν μπας και ακουστείτε καλύτερα.