fbpx

«Προσβολές, ιστορίες αγάπης και μητρική χειραγώγηση» Οι ταινίες της εβδομάδος από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Οι άνθρωποι, όπως και να ‘χει, επιβάλλεται να είναι μονιασμένοι και αγαπημένοι. Ποιος το επιβάλλει και γιατί το επιβάλλουν; Ας πιάσουμε καλύτερα το δεύτερο. Ποιοι το επιβάλλουν; Από την δική μου σκοπιά, που είναι ο κινηματογράφος, το βλέπω συχνότατα στις ταινίες και στα σενάρια που προτείνουν οι διάφοροι σκηνοθέτες σε παγκόσμιο επίπεδο. Μονιάστε άνθρωποι, όσα κι αν είναι τα προβλήματα και τα άλυτα θέματα που σας χωρίζουν. Κινηματογραφικές παραγωγές στην θεματική τους φέρνουν αντιμέτωπους ανθρώπους με εθνικιστικά ελατήρια στους εγκεφαλικούς τους νευρώνες να συγκρούονται, είτε για τον άλφα ή τον βήτα λόγο, κυρίως μετανάστες, με τους νόμιμους κατοίκους μιας χώρας. Άνθρωποι ξεριζωμένοι, λόγω των πολέμων ή άλλων δύσκολων πολιτικών καταστάσεων, που άφησαν την πατρίδα τους για να εγκατασταθούν σε μια άλλη διαφορετικών, νοοτροπιών, άλλων θρησκευτικών χαρακτηριστικών, κυρίως, καταλαμβάνοντας σημαντικό ζωτικό χώρο. Οπότε, αγανάκτηση, φυλετισμός, θρησκευτικές διαφορές, έχθρες, μίση, πάθη και όλα τα συναφή. Ξέρετε, τώρα, τα γνωστά και μη εξαιρετέα ζητήματα, που απασχολούν τα τελευταία χρόνια ένα σημαντικό κομμάτι του ευρωπαϊκού χώρου και πέραν αυτού. Ας μην ασχοληθούμε με την γηραιά ήπειρο, αλλά με άλλα κράτη και, δη, των βασανισμένων αραβικών χωρών της  Μέσης Ανατολής, που μαστίζεται, εδώ και κάμποσες δεκαετίες, από μύρια δεινά. Μια ατελείωτη φαγωμάρα, ένας ανθρώπινος κανιβαλισμός ανάμεσα σε ετερόκλητους ανθρώπους με κοινό παρονομαστή. Ποιόν; Και οι μεν και οι δε (ντόπιοι και μετανάστες) έχουν δει κατάματα το πρόσωπο της στυγνής βίας, του θανάτου και ταυτόχρονα κοκάλωσαν από το ψυχρό χνώτο της έλλειψης ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Όλα καλά μέχρι εδώ. Ο «πληγωμένος» ιθαγενής εναντίον του «πληγωμένου» μετανάστη-φιλοξενούμενου. Ωραίο θέμα ε; Πιασιάρικο! Γιατί μαλώνετε; Ποιος ο λόγος; Υπάρχει χώρος για όλους. Τώρα, εάν τα υδροκέφαλα μυαλά, οι μοσχαροκεφαλές της παγκόσμιας μεταρρύθμισης, «αέρισαν» βιαίως, για δικούς τους λόγους, τον έναν από την πατρίδα του και τον «φύτεψαν», πάλι για δικούς τους λόγους, στην πατρίδα ενός άλλου, και του ψιθύρισαν «φιλικά» στο αυτί, εδώ είναι, τώρα το μετερίζι σου, ξεκίνα από την αρχή και το σύστημα θα σε προστατέψει, αυτό είναι αλλουνού παπά ευαγγέλιο. Ο ντόπιος, φυσικά, δεν ρωτήθηκε για το σκακιστικό ροκέ, που παίχτηκε στα νώτα του και με σημαία το πνεύμα της πανανθρώπινης συμπόνιας και της αλληλεγγύης αποδέχτηκε ερήμην του τον «αερισμένο» μετανάστη, πλην όμως βασανισμένο. Ο άνθρωπος, βέβαια, για να ζήσει αυτός και η οικογένεια του, προφανώς, θα δουλέψει κάπου με συνθήκες που θα μετασχηματίσουν αρνητικά το υπάρχον, νόμιμο εργασιακό καθεστώς, ένεκα ανάγκης, όπως καταλαβαίνετε. Άσε την θρησκευτική φανατίλα και τον θυμό, που παντρεύονται με σκληρό ροκ στην πίστα της ιστορικής συγκάλυψης της αλήθειας. Οι dj’s, απλά αλλάζουν τις μουσικές, κι εκεί που περιμένεις να «πέσει» η σκληροπυρηνική ροκιά και να γίνει πουτάνα το μαγαζί, ξαφνικά σου αλλάζει ατμόσφαιρα και στο γυρίζει σε αγαπησιάρικο μπλουζ για χουφτώματα. Χαρά μεγάλη οι «μαγαζάτορες». Είπαμε, άνθρωποι μονιασμένοι, άνθρωποι αγαπημένοι, ακόμα κι αν σου έχει γίνει η ζωή ποδηλατάδα σε ανηφόρα. Χώρος υπάρχει, κοτσμ πίστα έχεις να σύρεις τον χορός σου, μην φέρεσαι εγωιστικά, άνθρωπε! «Πληγωμένος» εσύ, «πληγωμένος» κι αυτός θα τα βρείτε… και το θέαμα καλά κρατεί.          

«Η Προσβολή»

(L' Ιnsulte)

 

  • Είδος: Κοινωνικό δράμα
  • Σκηνοθεσία: Ζιάντ Ντουεϊρί
  • Με τους: Αντέλ Χαράμ, Καμίλ Ελ Μπάσα, Καμίλ Σαλαμέχ, Ντιαμάντ Μπου Αμπούντ, Ρίτα Χάγιεκ
  • Διάρκεια: 112’
  • Διανομή: Seven Films
  • Διακρίσεις: Βραβείο Ανδρικής Ερμηνείας (Καμέλ Ελ Μπάσα) Φεστιβάλ Βενετίας 2017

Το μπαϊράκι που σηκώνεται στην κορφή της χώρας των κέδρων, τον πάλαι ποτέ πανέμορφο Λίβανο είναι η ανθρώπινη αξιοπρέπεια, όταν αυτή λαβώνεται από αυτό που δεν γουστάρεις, που δεν το θέλεις, αλλά το ανέχεσαι γιατί στο φυτέψανε στο στέρνο και σου επιβάλλανε, ντε και καλά, να ζεις μαζί του άνευ εξηγήσεων και δικαιολογιών. Κατατρεγμένοι μετανάστες, που ζητούν νέες πατρίδες και λαβωμένοι πολίτες μιας χώρας με αγιάτρευτα ιστορικά τραύματα του παρελθόντος, που πρέπει να ανεχτούν την επιβαλλομένη, νέα κατάσταση πραγμάτων. Μια ρήξη, μια παρεξήγηση, δυο κουβέντες παραπάνω, κάμποσοι εγωισμοί και ο καρπός της έριδας ξεφλουδίζεται βίαια για να αποκαλυφθεί το σαθρό κοινωνικό δάπεδο στήριξης και τα δεκανίκια της ημιμάθειας. Ενδιαφέρον το πατρόν, παλαιομοδίτης ο ράφτης. Το αποτέλεσμα; Μια καλή ιδέα φτιαγμένη για εξαιρετικό, βραδινό ταγιέρ, που καταλήγει φούστα μπλούζα.

Στη σημερινή Βηρυτό, 27 χρόνια μετά την Συμφωνία του Ταΐφ, που έδωσε τέλος στην 15ετή εμφύλια σύρραξη της χώρας, ο Λιβανέζος, χριστιανός, τριάντα κάτι βιοπαλαιστής, μηχανικός αυτοκινήτων κύριος Τόνι (Αντέλ Χαράμ – καλός) ζει με την έγκυο γυναίκα του, Σαρίν (Ρίτα Χάγιεκ – καλή) σε μια ημι-υποβαθμισμένη συνοικία της Βηρυτού, που αναπλάθεται, βάσει του νέου, κυβερνητικού, χωροταξικού νομοσχεδίου. Το συνεργείο που έχει αναλάβει τον εκμοντερνισμό και την διαμόρφωση του συγκεκριμένου διαμερίσματος της πόλης έχει ως εργοδηγό τον φιλότιμο, Παλαιστίνιο, εργατικό και έμπειρο μηχανικό έργων, Γιασέρ (Καμίλ Σαλαμέχ, πολύ καλός). Η κακοφτιαγμένη υδρορροή του μπαλκονιού του κυρίου Τόνι δημιουργεί πρόβλημα στον δρόμο και ο μηχανικός Γιασέρ με γρήγορες και συντονισμένες κινήσεις του συνεργείου (παρότι δεν είναι η δουλειά του η αλλαγή της υδροοής) αντικαθιστά την κακοτεχνία με ότι πιο σύγχρονο. Ο κύριος Τόνι αντιδρά βίαια στην πρωτοβουλία του μηχανικού, διαλύει την υδρορροή με ένα σφυρί και ο Γιασέρ, πάνω στην αγανάκτηση του για την αχαριστία τα «χώνει» ελαφρώς στον Λιβανέζο, κάτι για την φάρα του.  Το ένα φέρνει το άλλο, χάνεται το κοντρόλ μεταξύ τους, βγαίνουν απωθημένα, μίση και από την απλή, καλοπροαίρετη πρωτοβουλία αλλαγής της υδρορροής, ο Λιβανέζος και ο Παλαιστίνιος μετανάστης καταλήγουν στα δικαστήρια για να λύσουν τις διαφορές τους. Σε πρώτο βαθμό ο Παλαιστίνιος μηχανικός αθωώνεται και στην εφέσιμη διαδικασία, η δίκη αποκτά διαστάσεις πολιτικού-κοινωνικού θέματος, διχάζοντας την κοινωνία του Λιβάνου. Οι δικηγόροι (ο Λιβανέζος έχει προσλάβει έναν διάσημο, κάτι σε Κούγια και ο Παλαιστίνιος μια νεαρά, φιλόδοξη και δραστήρια δικηγορίνα, κάτι σε Ζωή Κωνσταντοπούλου) εκμεταλλεύονται το γεγονός για δική τους προβολή. Ως γνωστόν τα Μ.Μ.Ε. πυροδοτούν την κατάσταση και κατά την διάρκεια της δίκης γίνεται το σώσε. Το πληγωμένο παρελθόν της χώρας, έρχεται σε σύγκρουση με το δύσκολο παρόν και οι αποκαλύψεις ρέουν ποταμηδόν.

Ο βραβευμένος Λιβανέζος σκηνοθέτης  Ζιάντ Ντουεϊρί («Όλα Για την Λίλα» (2004), «Η Επίθεση» (2012)) έχει την ιδέα, την προσφέρει καλά σκηνοθετικά και το ζουμί του σεναρίου, (είναι συν-σεναριογράφος μαζί με την Ζοέλ Τουμά (Μια Γυναίκα Μόνο Ξέρει – 2012) το μεταθέτει στην δικαστική αίθουσα, αποδυναμώνοντας τις δυναμικές του θέματος, δημιουργώντας μια φωσκολική, δικαστική σαπουνόπερα, απόντος Νίκου Κούρκουλου. Η «bad company» συνεργασία του Ζιάντ Ντουεϊρί με τον Κουέντιν Ταραντίνο σε πολλές ταινίες του Αμερικανού σκηνοθέτη, άφησε καλά στοιχεία στον Λιβανέζο κινηματογραφιστή, τα οποία, όπως και στο ενδιαφέρον, πολιτικό δράμα «Η Επίθεση» τα εκμεταλλεύεται κι εδώ. Στο πλαίσιο να αυξήσει το ενδιαφέρον της ταινίας, τόσο στο κοινωνικό, όσο και στο πολιτικό πεδίο, πέφτει στην πεπατημένη της υπερβολής και της παρατραβηγμένης δραματουργίας για να καταλήξει το δημιούργημα απλοϊκό έως «λαϊκόν» ανάγνωσμα. Δεν φτάνει μόνο η καλή ιδέα, χρειάζεται και ανάλογη στήριξη για μην γίνει ακαδημαϊσμός, αλλά ούτε και του συρμού. Ο Ντουεϊρί δεν πετυχαίνει να βρει την χρυσή τομή και σχεδόν ως μια άνιση κατανομή αξιών στους ήρωες του (ο Παλαιστίνος μετανάστης είναι μορφωμένος μηχανικός, ενώ ο Λιβανέζος μια θρησκόληπτη μηχανικάτζα με έντονες τις εθνικιστικές κορώνες) προσπαθεί να στηρίξει επάνω τους τα τόσο σοβαρά θέματα που θίγει. Κουρδίζει το προσωπικό δράμα του καθενός μέχρι εκεί που δεν πηγαίνει άλλο, κλέβοντας, ύπουλα, πολύτιμο οξυγόνο από την ουσία, που προφανώς, ήθελε να τονίσει. Την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και την συγκάλυψη ενός εγκλήματος σε εθνικό επίπεδο, που ταλάνισε ένα ολόκληρο έθνος.  

«Η Υπόσχεση της Αυγής»

(La Promesse de l’ Aube)

 

  • Είδος: Βιογραφικό δράμα εποχής
  • Σκηνοθεσία: Ερίκ Μπαρμπιέ
  • Με τους: Πιερ Νινέ, Σαρλότ Γκενσμπούργκ, Ντιντιέ Μπουρντόν, Κάθριν ΜακΚόρμακ
  • Διάρκεια: 131’
  • Διανομή: Feelgood Entertainment
  • Διακρίσεις: Βραβείο Κοινού μπύρας Fischer στο 19ο Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου

Η βιογραφία του Γάλλου διπλωμάτη και αυτόχειρα συγγραφέα, Ρομέν Γκαρί (21 Μαΐου 1914 – 2 Δεκεμβρίου 1980), που στηρίζεται στο ομότιτλο μπεστ σέλερ μυθιστόρημα του, είναι η δεύτερη φορά που βλέπει το φως σκοτεινής αίθουσας. Η πρώτη ήταν το 1970, στην ταινία του Ζιλ Ντασέν, με τον ίδιο τίτλο και πρωταγωνίστρια την Μελίνα Μερκούρη στον ρόλο της «φοβερής» μάνας του συγγραφέα, η οποία ταινία είχε προταθεί για δυο Χρυσές Σφαίρες (Γυναικείας Ερμηνείες για την Μελίνα Μερκούρη και Ανδρικής Ερμηνείας πρωτοεμφανιζόμενου ηθοποιού στον Ασί Νταγιάν για τον ρόλο του συγγραφέα). Την είχα δει το 1994 σε ένα ταινιακό αφιέρωμα για τον Ντασέν και η ταινία ήταν χαμηλών προσδοκιών, σαφώς, όμως καλύτερη από την τελευταία μεταφορά. Ο Ιουδαίος, λιθουανικής καταγωγής συγγραφέας Ρομέν Γκαρί, ο οποίος χρησιμοποιούσε ένα πλήθος ψευδώνυμων ως λογοτέχνης (Ρομάν Κατσέβ, Εμιλ Αζάρ, Φόσκο Σινιμπάλντι), είναι ο μοναδικός συγγραφέας που βραβεύτηκε δυο φορές με το βραβείο Γκονκούρ την δεύτερη φορά με άλλο όνομα. Επίσης, ήταν ένας από τους πάμπολλους συζύγους της όμορφης ηθοποιού της Νουβέλ Βαγκ, Τζιν Σίμπεργκ (είχε και ένα παιδί μαζί του), η οποία αυτοκτόνησε κι αυτή από υπερβολική δόση βαρβιτουρικών με αλκοόλ ένα χρόνο πριν ο συγγραφέας Γκαρί βάλει το πιστόλι στο στόμα, δίνοντας με αυτόν τον τρόπο τέρμα στην ζωή του. Το σημείωμα που άφησε πίσω του, έγραφε, «καμία σχέση με την Τζιν Σίμπεργκ». Το απίθανο είναι, όταν η όμορφη, ξανθούλα, Τζιν Σίμπεργκ ερωτεύτηκε τον Κλιντ Ίστγουντ το 1968, ο Γκαρί πετάχτηκε μέχρι τις Η.Π.Α., προκαλώντας τον Αμερικανό ηθοποιό σε μονομαχία με πιστόλια, κάτι που, φυσικά, ο Κλιντ, το αρνήθηκε.

Το σενάριο της ταινίας είναι απλό, πάναπλο, όπως και στο βιβλίο, περιστρεφόμενο γύρω από την πληθωρική περσόνα, της γυναίκας, που τελικά, αγάπησε ο Γκαρί (Πιερ Νινέ – καλός) όσο καμιά άλλη θηλυκή ύπαρξη στην ζωή του. Την μητέρα του! Το πόσο σημαντικά επηρέασε όλη την πορεία του βίου του αυτή η έντονη και πληθωρική μητρική φιγούρα, που ήθελε το καλύτερο για τον γιό της, ωθώντας τον να καλλιεργήσει το πνεύμα του με κάθε είδους φινετσάτη δραστηριότητα υψηλών αξιών, από μουσική και χορό έως ξιφασκία και αθλητισμό. Το όνειρο της αεικίνητης και δαιμόνιας Νίνα (Σαρλότ Γκενσμπούργκ- καλή), πρόσφυγας από την Βαρβοσία μεταφέρεται στην Νίκαια της Γαλλίας, ήταν να δει το βλαστάρι της σπουδαίο συγγραφέα και διπλωμάτη. Κάτι, που το πέτυχε στην πραγματική ζωή του. Από τα δύσκολα προσφυγικά χρόνια, η μετανάστευση στην Αιξ της Νότιας Γαλλίας, οι σπουδές του, οι συναναστροφές του με γυναίκες, τα πρώτα διηγήματα, τα κατορθώματα του στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο ως πιλότου μέχρι και τον θάνατο της μάνας του, η βαριά σκιά αυτής της γυναίκας τον ακολουθούσε συνεχώς. Μια αρρωστημένη, συμπλεγματική σχέση μητέρας, γιού και αντιστρόφως, που η παθιασμένη, Ελληνίδα αγορομάνα θα βρει αρκετά κοινά σημεία στο πρόσωπο της Νίνα.

Η άκρατη λατρεία του σεναριογράφου και σκηνοθέτη Ερίκ Μπαρμπιέ (Το Φίδι, 2007) προς τον διάσημο, Γάλλο συγγραφέα Ρομέν Γκαρί, κάνει μπαμ καθ΄ όλη την διάρκεια της ταινίας. Ο Μπαρμπιέ κινηματογραφεί έναν εγκλωβισμένο «μαμάκια» στο βρόχι της επιβλητικής και σαρωτικής μητέρας του, που συνεχώς τον πατρονάρει, δίχως να μπορεί να απαλλαγεί ο ανήρ από το άμετρο, θηλυκό τσουνάμι της αγάπης της. Εκεί στέκεται ο Μπαρμπιέ και πουθενά αλλού, ορθώνοντας ένας weird love story με έντονες εικόνες (πολύ καλή η φωτογραφία του βραβευμένου  Γκλιν Σπικάρτ («Μαργκερίτ» -2015)) και αξιόλογη καλλιτεχνική επιμέλεια (Πιέρ Ρενσόν). Ο  Πιερ Νινέ, που τον τρέχουν με χίλια («Συγγραφέας», «Yves Saint Laurent», «Φραντς») βγάζει τον ρόλο και η θυγατέρα του θρυλικού ζεύγους Τζέιν Μπίργκιν και Ζερζ Γκενσμπούργκ, η  Σαρλότ Γκενσμπούργκ, σχεδόν, μούσα του Λαρς Φον Τρίερ («Nymphomaniac Α’ & Β’ Μέρος», «Melancholia») ανταπεξέρχεται καλώς, ως προς τας υποδείξεις του σκηνοθέτη, την εμβληματική φιγούρα της μάνας. Γαλλικό biopic επικών διαστάσεων, ακριβή παραγωγή με τεράστιο πρόβλημα αφήγησης και μοντάζ. Όλα μοιάζουν στην ταινία σαν το παιδικό view master με τις εικονίτσες να περνούν στον μεγεθυντικό φακό της κάμερας του Ερίκ Μπαρμπιέ άδειες από νευρικό σύστημα τουλάχιστον στις διάφορες συστολές του ήρωα με την γαλλική υπερβολή φιλμαρίσματος παρούσα να σπάει τζάμια. Κουραστικό το μοντάζ που παίζει τον ρόλο καρτ ποστάλ, ενός «Λαλάκη», που δεν έφαγε την κρεμούλα του σε μια εξοντωτική χρονικής διάρκειας προβολή των 131 λεπτών.       

«Rampage: Το Απόλυτο Χάος»

(Rampage)

  • Είδος: Δράση, περιπέτεια
  • Σκηνοθεσία: Μπραντ Πέιτον 
  • Με τους: Ντουέιν Τζόνσον, Ναόμι Χάρις, Μαλίν Άκερμαν, Τζέικ Λέισι, Τζο Μανγκανιέλο, Τζέφρι Ντιν Μόργκαν
  • Διάρκεια: 107΄
  • Διανομή: Tanweer

Bigger than life, κυριολεκτικώς. Εξυπνούλης, αλμπίνος medium large Κινγκ Κονγκ, μαζί με έναν κροκοδειλογκοτζίλοδεινόσαυρο και ακόμα έναν λυκονυχτεριδοπτερόσαυρο, ζώα-τέρατα από γενετικές μεταλλάξεις, διασχίζουν την Βόρειο Αμερική, κάνοντας γυαλιά καρφιά, ότι βρουν στο πέρασμά τους. Ο τερατόσωμος Ντουέιν Τζόνσον προσπαθεί να δώσει τέλος στην απόλυτη καταστροφή. Τα πάντα ρημαδιό. Πόλεις διαλύονται, ουρανοξύστες καταρρέουν, γέφυρες ξηλώνονται, αεροπλάνα, ελικόπτερα πέφτουν σαν μύγες, ρουκέτες, βλήματα δεν κάνουν τίποτα και ο Ντουέιν – Ροκ επί των ερειπίων μιας Αμερικής διαλυμένης παίζει με τον φίλο του Τζόρτζ… όπου Τζόρτζ, τρομερός, επικίνδυνος και εκτός ελέγχου γορίλας.

Ο επιστήμονας πρωτοζωολόγος Ντέιβις Οκόγιε (Ντουέιν Τζόνσον), ένας άνδρας που κρατάει τον κόσμο σε απόσταση, μοιράζεται έναν ακλόνητο δεσμό με τον Τζορτζ, έναν εντυπωσιακά έξυπνο, αλμπίνο γορίλα τον οποίο φροντίζει από τη γέννησή του. Παράνομο γενετικό πείραμα που πήγε στραβά και έπεσε από το διαστημικό εργαστήριο μιας πολυεθνικής εταιρείας στη Γη μεταμορφώνει τον πράο γορίλα σε οργισμένο τέρας. Τα πράγματα θα χειροτερέψουν, όταν σύντομα αποκαλύπτεται πως το εργαστηριακό μείγμα έχει τροποποιήσει και άλλα επικίνδυνα ζώα με παρόμοιο τρόπο. Έναν λύκο και έναν κροκόδειλο. Καθώς τα δημιουργημένα τέρατα διασχίζουν την Βόρεια Αμερική καταστρέφοντας τα πάντα, για να προσεγγίσουν τον πομπό των ηχητικών κυμάτων που τα προσκαλεί στο χάος (ο πομπός ενεργοποιημένος από την εταιρεία), ο Οκόγιε συμμαχεί με μια μηχανικό γενετικής, την Κέιτ (Ναόμι Χάρις), η οποία έχει προηγούμενα με την εταιρεία που προκάλεσε το κακό, ώστε να φτιάξουν ένα αντίδοτο, όχι μόνο για να αποτραπεί μια παγκόσμια καταστροφή, αλλά και να σώσει ο Οκόγιε το τρομακτικό τέρας που κάποτε ήταν φίλος του.

Ταινία της απόλυτου καταστροφής με rampage τέρατα, καλογυρισμένη από τον ειδικό του είδους, τον Καναδό Μπραντ Πέιτον («Μετενσάρκωση», «San Andreas: Επικίνδυνο ρήγμα», «Ταξίδι 2: Το μυστηριώδες νησί») συνεργαζόμενος δις με τον τεράστιο Ντουέιν Τζόνσον. Κι όπως προτείνει ένα disaster film, τα εφέ είναι καλά, αλλά τίποτα το καινούργιο και το ιδιαίτερο ως ταινία. Στο πνεύμα των ιαπωνικών Καϊτζού (Kaiju), ο Μπραντ Πέιτον επιθυμεί να δώσει την δική του πρόταση στην εκπληκτική cult ταινία του 1962, «Κινγκ Κονγκ Εναντίον Γκοτζίλα», σε σκηνοθεσία του απίθανου Ισιζίρο Χόντα ή κατά άλλους Ισιχίρο Χόντα. Καμιά σχέση, βέβαια με εκείνο το απίστευτης ομορφιάς μένος των τεράτων. Απλά, εδώ το γοριλάκι πηδάει το μαντράκι τα κάνει super μπάχαλο και πάπαλα…   

«Ο Ήλιος του Μεσονυχτίου»

(Midnight Sun)

 

  • Είδος: Ρομαντικό δράμα
  • Σκηνοθεσία: Σκοτ Σπιρ
  • Με τους: Μπέλα Θορν, Πάτρικ Σβαρτζενέγκερ, Κουίν Σέπαρντ, Κεν Τρέμπλετ, Σουλέκα Μάθιου, Ρομπ Ριγκλ
  • Διάρκεια: 91’
  • Διανομή: Odeon

H 17χρονη Κέιτι (Μπέλα Θορν – καλή), που πάσχει από XP (Xeroderma Pigmentosum – σοβαρή δερματική πάθηση), κινδυνεύοντας από την έκθεση στο φως του ήλιου, περνάει την ημέρα της στο σπίτι συντροφιά με τον πατέρα της Τζακ (Ρομπ Ριγκλ) και την καλύτερή της φίλη, Μόργκαν (Κουίν Σέπαρντ – καλή). Τα βράδια όμως ο κόσμος της Κέιτι είναι διαφορετικός και παίρνει ζωή, καθώς μπορεί να κυκλοφορεί άφοβα. Γράφει στοίχους, συνθέτει μουσική και με την κιθάρα της τραγουδάει στον σιδηροδρομικό σταθμό. Μια νύχτα, συναντάει τον Τσάρλι (Πάτρικ Σβαρτζενέγκερ – καλός) και οι δυο τους ερωτεύονται βαθιά κατά τη διάρκεια ενός ιδανικού καλοκαιριού. Η αγάπη των δυο εφήβων θα τους αλλάξει για πάντα.

Συγκινητική, ρομαντική, εφηβική ιστορίας αγάπης, η αμερικανική εκδοχή της ιαπωνικής ταινίας «Song of the Sun» του Νοριχίρο Κοϊζούμι. Ο σκηνοθέτης Σκοτ Πιρ, που έχει το άγγιγμα στο εφηβικό-νεανικό αμόρε, διανθισμένο με μουσική («Step Up Revolution»), είτε εντάσσονται στο τηλεοπτικό μενού, είτε είναι short films και video clips τα πάει καλά, δίχως υπερβάσεις και προωθημένες καταστάσεις. Μέσα στο ανάλαφρο πλαίσιο του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας, αλλά και στις σταθερές ράγες της ταινίας θρύλος του Άρθουρ Χίλερ «Love Story» (1970), για πιο νεανική προσέγγιση,  ο Πιρ χρωματίζει ευγενικά, γλυκερά την ιστορία αγάπης των δυο εφήβων, μονταρισμένη στην κλασσική φόρμα teenage love με την συνηθισμένη χρυσόσκονη και το κλισέ φουλ επιστρατευμένο σε άμεση εφαρμογή για το απαραίτητο δάκρυ και το χαρτομάντιλο στο χέρι. Τρυφερό, αγαπησιάρικο με τα τραγουδάκια του, τις ωραίες φατσούλες, την όμορφη, 21χρονη Μπέλα Θορν που «ξεκολλάει» από τους ασήμαντους ρόλους (Φ.Λ.Ο.Μ.Π.Α.: Φίλη Λόγω Όγκου Μάζας Περιφέρειας και Ασχήμιας) και τον μεγαλύτερο γιό του Άρνολντ Σβαρτζενέγκερ, τον 25χρονο Πάτρικ σε πρωταγωνιστικό ρόλο με την πρώτη του εμφάνιση στον κινηματογράφο. Κομμένο και ραμμένο για την προ και μετά ακμής περίοδο.