«Πλήξη στην Επίδαυρο», γράφει η Νότα Διαμαντοπούλου

Νότα Διαμαντοπούλου

Νότα Διαμαντοπούλου

notadiamantopoulou@gmail.com

Καθόσον και εφόσον η καταγώγα μου είναι απ’ την Αργολίδα και μπορώ να έχω όσο έντονο θέλω το Νι και το Λι, από μικρό παιδί οι γονείς μου με πήγαιναν με το έτσι θέλω στο θέατρο της Επιδαύρου. Τότενες , όπως λέμε, κι εδώ οι παραστάσεις γίνονταν κάθε Σάββατο και Κυριακή.

Πηγαίναμε από νωρίς με κιοφτέδες και ζαρζαβάτια, τρωγοπίναμε πριν την παράσταση και μετά ανηφορίζαμε. Κρατάγαμε κάτι απ’ το αρχαιοελληνικό γίγνεσθαι. Διότι νηστικό αρκούδι δεν μπορεί να δει, να συγκινηθεί και να κρίνει.

Τα εισιτήρια μας τα προμήθευαν, ως επί το πλείστον οι Λυγουριάτες, που έβλεπαν την τζενεράλε τζαμπέ την προηγούμενη και οι θίασοι ήξεραν απ την αντίδραση τους αν θα εισπράξουν το χειροκρότημα.

Ορκισμένη πια, πως μετά από τόσες «πειραγμένες» ξετσιτσιδωσιές στο κοίλο δεν θα ξαναπάταγα το πόδι μου εκεί, ειδικά μετά την αριστουργηματική Γκόλφω, της αιώνιας έφηβης Λυδίας Φωτοπούλου, πάτησα τον όρκο για αρκετές φορές. Επίορκη λοιπόν πήγα και ξαναπήγα.

Στο κλείσιμο, την προηγούμενη Παρασκευή, σχεδόν  απ΄ τα μαλλιά τραβηγμένη, πήγα να δω τον Οιδίποδα στον Κολωνό. Εγώ αυτόν τον κύριο Κόκκο, που μεταπήδησε σαν «βατράχι», απ την σκηνογραφία στη σκηνοθεσία δεν τον είχα ακουστά. Υποχρεωμένη είμαι; Δεν ασχολούμαι και πολύ με τα λυρικά. Δε με νοιάζει κιόλας, άλλωστε ο Γεωργουσόπουλος καθόταν κάθιδρος στις πρώτες θέσεις, ενός παγωμένου θεάτρου.

Το Γκόλουμ απ «τον άρχοντα των δαχτυλιδιών» περί τα έξι μέτρα ύψος και χρησιμότητα μηδενική μας είχε γυρίσει την πλάτη. Τα κυπαρίσσια μέσα στις γλάστρες τους, αλλά μήδε φράχτες είδα, μήδε φυλάκιο. Αυτά μάλλον μόνο οι Συρακούσιοι είχαν το «προνόμιο» να δουν, από άποψη σκηνικών. Σχεδόν άδειο το πρώτο διάζωμα, σχεδόν γεμάτα τα παραπάνω.

Διάβαζα πως έκανε θραύση στην Ταορμίνα. Στην Επίδαυρο όμως τι δουλειά είχε μια διεκπεραιωτική παράσταση; Πρέπει να μας έρχονται απ τα εξωτερικά, να μας τα λένε και ιταλικά, την κατ εξοχήν γλώσσα της όπερας, μα όχι και της Ελληνικής τραγωδίας, για να τσιμπάμε;

Πόσο επαρχιώτες είμαστε, που περιμένουμε να μας βγάλει απ την φτώχια του  προγράμματος ένας Μάσιμο ντε Φράνκοβιτς και 47 ακόμα ηθοποιοί , που αποτελούν το θίασο της ψείρας; Αντιλαλούνε τα βουνά στην ορχήστρα που ο Βιτρούβιος θαύμαζε για την καθαρότητα της ακουστικής και ας βαριέμαι εγώ στα σκοτεινά. Ντυμένοι σαν Σισιλάνοι, παεζάνοι, 48 άτομα θίασος, αρκούσαν να φτιάξουν μια τρικυμία εν κρανίω.

Γιατί κύριε Κόκκο μου το κάνατε αυτό; Επίορκη όπως είπα πριν, μα και σεις δεν κουνήσατε το μικρό σας δαχτυλάκι για να μη μουντζώνομαι που πάτησα το ποδαράκι μου στα Ιερά της μητρίδος.

Απ την άλλη πως στήθηκε αυτό το πρόγραμμα; Μάλλον εκ του προχείρου. Βέβαια δεν άκουσα και τα καλύτερα για τις «Θεσμοφοριάζουσες», που μπήκαν στην καλύτερη σειρά, στη ντάλα του καλοκαιριού και θύμιζαν «Σεφερλιάζουσες»

Κυρ διευθυντά, αν παραμείνετε σε αυτή τη θέση και την επόμενη χρονιά, προσέξτε σας παρακαλώ, διότι δεν θα χρειάζεται ο κόσμος να βγάζει εισιτήρια. Θα τους ανοίγετε τις πόρτες να γιορτάσετε την ασημαντότητα.