fbpx

«Περί Λόγου, Γλώσσης καί Παιδείας», γράφει ο Ανδρέας Αθαν. Μπλαμούτσης, ὁ Εὐπάτωρ

Ανδρέας Αθαν. Μπλαμούτσης,  ο Εύπάτωρ

Ανδρέας Αθαν. Μπλαμούτσης, ο Εύπάτωρ

andblam@gmail.com

Επί 40 συναπτά έτη  ἀσχολούμαι μέ τον Λόγο και διάφορα ερωτήματα για τά οποία αναζητῶ απαντήσεις πού θά διευκολύνουν εμένα  καί – μάλλον προφανώς – δι’ εμού καί τούς λοιπούς συνανθρώπους μου.

Έτσι, θά χρειασθή νά ἐνεργοποιήσετε την ανοχή σας διά να μπορέσετε να δεχθήτε έναν ανατρεπτικό πολλές φορές λόγο. Βέβαιον είναι ότι υπάρχουν πάντοτε καί άλλες απόψεις από τήν αρχική, πού δεν είναι απαραιτήτως και η ορθή. Τό ἄν θα αναθεωρήση ο καθείς τίς δικές του απόψεις, αυτό είναι ένα απολύτως προσωπικό καί αναφαίρετο δικαίωμα τού καθενός καί φυσικά επ’ ουδενί υπεισέρχομαι ή εμπλέκομαι στό θέμα αυτό.

Η αναζήτησις λοιπόν αυτή μέ έχει οδηγήσει σέ δύο θέματα πού νομίζω ότι απασχολούν κάθε άνθρωπο πού επιζητεί νά ψάξη και ψάχνοντας νά βρή τά πρό καί τά μετά τής ζωής του. Από πού έρχεται καί πού πάει.

Τό ένα βασικό εργαλείο μέ τό οποίο εργάζεται καί μέ τό οποίο προσπαθεί νά δώση λύσεις στά ερωτήματά του είναι η πίστις του.

Τό άλλο εργαλείο είναι ο Λόγος.

Η πίστις του, έτσι όπως ορίζεται καί περιγράφεται, αναφέρεται είς τήν έννοιαν τής πιστότητος (fidelity καί όχι faith), έν τούτοις θεωρείται ή έχει εκληφθή ότι αφορά είς ένα συγκεκριμένον Θεόν,  τόν οποίον μάλιστα υποχρεούται ο πιστός νά αποδέχεται a priori ως Ένα, Αληθή, Ζώντα, καί Τρισυπόστατον, δηλ. τελικώς ως τόν Τριαδικόν Θεόν τού Χριστιανισμού (από την στιγμή πού είναι κομμάτι τής Διδασκαλίας και η Παλαιά Διαθήκη η ορθή ονομασία θα έπρεπε να είναι Εβραιοχριστιανισμός). Υπάρχει πάντοτε ο «κίνδυνος» νά παρασυρθή κανείς από τά θρησκευτικά βιβλία, καί έτσι νά θεωρήση κανείς τήν δημιουργία ως αποτέλεσμα τής «δημιουργική-κατασκευαστικής» διαθέσεως τού Θεού.

Πράγμα πού κατά άλλην άποψιν δέν ευσταθεί.

Η προσωπική μου ιδιαιτέρα κλίσις αλλά και «λατρεία» είναι πρός τόν Λόγον, γραπτόν καί προφορικόν, ο οποίος εκφράζεται διά τής γλώσσης, δεδομένου ότι θεωρώ ότι η νόησις έχει ανάγκη τής γλώσσης γιά νά εξωτερικευθεί καί νά αποκτήση υπόστασιν. Για νά μετατραπή σέ έργο ανθρώπινο καί δημιουργικό.

Ο Λόγος είναι τό βασικώτερο εργαλείο διά τού οποίου μετατρέπεται η επιθυμία σέ πράξη, τό συναίσθημα σέ έργο, τό αφηρημένο σέ συγκεκριμένο, τό νοερό καί νοητό σέ πραγματικό.

Κατά συνέπειαν, είναι χρήσιμον καί αναγκαίον νά αποκτήσουμε μεγαλυτέρα καί καλλιτέρα επαφή μέ τό απιστεύτου κάλλους αυτό εργαλείο πού λέγεται Γλώσσα.

Άς ξεκινήσουμε τήν μελέτη μας αυτήν μέ τήν αναζήτησι τών ριζών της.

Έτσι, όπως μάθαμε από τήν σύγχρονη χημεία καί μοριακή βιολογία, γιά νά γίνη ένα μόριο μιάς ύλης, χρειάζονται νά συντεθούν δύο τουλάχιστον επί μέρους στοιχεία, πχ. γιά νά έχουμε ένα μόριο νερού πρέπει νά έχουμε δύο άτομα υδρογόνου καί ένα οξυγόνου, γιά νά έχουμε αλάτι χρειαζόμαστε ένα άτομο νατρίου καί ένα χλωρίου. Καί πάει λέγοντας. Είναι λοιπόν ανάγκη τά στοιχεία νά είναι διατεταγμένα κατά μίαν συγκεκριμένη τάξιν γιά νά έχουν συγκεκριμένο αποτέλεσμα.

Κατά τόν ίδιο τρόπο λειτούργησε καί λειτουργεί η γλώσσα. Η συγκεκριμένη διάταξις τών γραμμάτων αποφέρει συγκεκριμένο αποτέλεσμα. Μία έννοια εκφράζεται μέ λέξι, καί ο συνδυασμός λέξεων σέ λόγο.

Τό φυσικό συνταγολόγιο πού καθορίζει τήν σειρά καί τόν αριθμό τών γραμμάτων, έχει νομοθετηθεί από τήν ίδια τήν φύσι.

Πρώτοι οι Ορφικοί αντελήφθησαν καί διετύπωσαν τόν νόμον, ότι η φύσις τά πάντα τεύχει μούνη,  ότι δηλαδή η φύσις κατασκευάζει τά πάντα μόνη της.

Ο άνθρωπος, ο ιθαγενής κάτοικος τού Ελληνικού χώρου, όταν άρχισε νά κωδικοποιή τήν φωνητική συνεννόησι σέ ιδεογράμματα, καί μετά σε γράμματα, ρίζες, λέξεις, προτάσεις καί λόγο εν τέλει, έπρεπε, ή μάλλον δεν μπορούσε παρά νά, παραδειγματισθή από τήν φύσι, συνειδητά ή ασυνείδητα.

Υπήρξε, έτσι, είτε ιδιοφυής είτε αναπόδραστος, η σκέψις νά προσκολληθή στήν φύσι καί νά προσπαθήση νά τήν μιμηθή. Όπερ καί εγένετο.

Πρώτιστο ενστικτώδες καθήκον κάθε υπάρξεως είναι η επιβίωσις.

Καί επιβίωσις σημαίνει πάλη γιά τήν επικράτηση τού ισχυροτέρου. Αυτό όμως λέγεται πόλεμος. Από αυτό, λοιπόν, τό πεδίον μάχης, ο πρωτόγονος αυτόχθων άνθρωπος τού Ελλαδικού χώρου θά πρέπη νά ενεπνεύσθη καί γι’ αυτό η αρχική δομή τής Ελληνικής γλώσσης ορίζεται από έννοιες πού η ιδία η φύσις δίδει μέ εικόνες στό πεδίον τής μάχης.

Η μαγιά τής κλασικής καί διεθνώς ανεγνωρισμένης γλώσσης τών Ελλήνων, πρέπει νά στηρίχθηκε θεωρητικώς σέ 24  λέξεις-κλειδιά, κατά τό πλείστον ρήματα, (από τά 24 τά 21 είναι ρήματα) πού παρήχθησαν στό πεδίον τής μάχης. Ίσως εδώ θά πρέπη νά αναζητηθή καί ο αριθμητικός καθορισμός τών γραμμάτων τής Ελληνικής Αλφαβήτου σέ 24.  Άλλωστε κάθε λέξις πού παράγεται από τόν πόλεμο αντιστοιχεί σέ ένα γράμμα τής αλφαβήτου.

Οι λέξεις αυτές είναι οι εξής:

  1. (Α) άγω =  οδηγώ
  2. (Β) βάλλω = βάλλω
  3. (Γ) γίγνομαι =  γί(γ)νομαι
  4. (Δ) δαίω = δένω, συγκρατώ
  5. (Ε) έλκω = σύρω, σέρνω
  6. (Ζ) ζέω = βράζω, καίω
  7. (Η) ηγέομαι = ηγούμαι
  8. (Θ) θέρω = θερμαίνω
  9. (Ι ) ίστημι = γνωρίζω
  10. (Κ) κόπτω = κόπτω
  11. (Λ) λέγω = λέγω
  12. (Μ) μένω = μένω
  13. (Ν) νάω = ρέω
  14. (Ξ) ξέω = ξύνω
  15. (Ο) όρνυμι = στολίζω
  16. (Π) πτολεμίζω, πτολίεθρον = κτίζω πόλιν, πόλις
  17. (Ρ) ρέω/ρήγνυμι = ρέω /διασπώμαι
  18. (Σ) σβέω = διατρυπώ
  19. (Τ) τύπτω = κτυπώ
  20. (Υ) υπέρ, υπό = υπέρ, υπό
  21. (Φ) φαίνω = υφαίνω
  22. (Χ) χέω ἤ χάζω = χύνω
  23. (Ψ) ψἀω = τρίβω
  24. (Ω) ώψ = οφθαλμός

Προφανώς γίνεται αντιληπτόν διά ποίον λόγον η Ελληνική αποκαλείται «σημαντική» γλώσσα, ενώ τά παράγωγά της, οι παραφθορές της, (όπως πχ. η Λατινική καί εξ αυτής άλλες γλώσσες: Ιταλική, Γαλλική, Αγγλική Γερμανική κλπ), εμπλουτισμένες μέ έννοιες καί ήχους πού έχουν σχέσιν μέ τό κλίμα καί τίς συνθήκες ζωής άλλων λαών, σέ άλλες  περιοχές, θεωρούνται γλώσσες «συμβατικές», διότι χρησιμοποίησαν παρεφθαρμένην τήν Ελληνικήν, χρησιμοποίησαν τό Ελληνικόν Κυμαϊκόν αλφάβητον (από τήν Κύμην Ευβοίας) διά νά συγκροτήσουν τήν δικήν τους γλώσσα, διά νά αποτυπώσουν μέ σαφήνεια τά διανοήματά τους.

Αναφέρω τίς κατ’ εμέ ένδεκα (11) διαφορετικές έννοιες-σημασίες τής λέξεως Λόγος.

Θα ξεκινήσω με τήν ερμηνεία τής λέξεως ΛΟΓΟΣ. Κι όταν λέμε ερμηνεία εννοούμε τήν άλλην εσωτερικήν σημασίαν μιά λέξεως. Η λέξις ερμηνεία προέρχεται από τό όνομα τού Ερμού τού Τρισμεγίστου, σπουδαίου φιλοσόφου, τού οποίου  η φιλοσοφία είχε πάντοτε και δευτέρα ανάγνωση, διότι πάντα κάτι άλλο εκρύβετο από πίσω. Καί ωσάν τήν ΑΛΗΘΕΙΑ, εχρειάζετο και η αποκάλυψις τής δευτέρας εννοίας-σημασίας.

Ο Λόγος λοιπόν έχει τίς έννοιες:

  1.  τής λέξεως,
  2. τού συνόλου τών λέξεων ενός κειμένου ή μιάς ομάδος κειμένων,
  3. τής προφορικής εκφοράς τού γραπτού κειμένου,
  4. τής προφορικής εκφοράς τής γνώσεως καί εμπειρίας ενός άλλου  ανθρώπου,
  5. τής σχέσεως μεταξύ δύο συνόλων,
  6. 6. τής υποσχέσεως, τής αναλήψεως υποχρεώσεως, τού όρκου, ως σχέσις πρός τήν ιδίαν μας  τήν τιμήν
  7. τού μαθηματικού κλάσματος, ( ο λόγος αριθμητού προς παρονομαστήν)
  8. τής αντωνυμίας ( ελόγου μου, ελόγου σου κλπ)
  9. τής λογικής ως ορθός λόγος,
  10. τής αιτίας και κατά συνέπειαν,
  11. τής Δημιουργού Αιτίας, όπου με τόν όρον Αιτία δέν νοούμε τίποτε άλλο από τήν Αιτίαν τής Δημιουργίας, δηλαδή τήν μή εκδηλωμένην εισέτι πρόθεσιν τού Δημιουργού πρός δημιουργίαν.

 

Υπάρχουν λοιπόν, πολλές έννοιες τής λέξεως Λόγος πού μπορούν να κεντρίσουν τό φιλοσοφικόν ενδιαφέρον μας.

Εκείνο πού ιδιαιτέρως μάς ενδιαφέρει είναι η ανεύρεσις τού καταλλήλου μέσου  διά τήν οικοδόμησιν τού πνευματικού ανθρώπου», είναι αναγκαία καί παρούσα η παιδεία, εν τή ευρεία αυτής εννοία.

Η λέξις προέρχεται από τόν παίδα  (τό παιδί), οπότε, παιδεία σημαίνει τήν γονική υποχρέωση νά εξοπλίση τό παιδί του μέ γνώσεις ικανές νά τού προσφέρουν τήν δυνατότητα νά «πολεμίση» εις τήν καθημερινότητα τής ζωής του, νά αντιμετωπίση τίς δυσκολίες καί τά προβλήματα καί νά βγή νικητής. Τό σύνολον αυτών τών γνώσεων αποκαλείται παιδεία. Και επειδή η μετάδοσις τών γνώσεων απαιτεί κόπο καί προσπάθεια δι’ αυτό καί η λέξις παιδεύω έχει πέραν τής εννοίας εκπαιδεύω-μορφώνω καί τήν έννοιαν ταλαιπωρώ καί βασανίζω.

Ο παιδοτρίβης τής αρχαιότητος, ο σύγχρονος «προπονητής», δέν ασκούσε τά παιδιά μόνον εις τήν άθλησιν, αλλά εδίδασκε αυτά. Τα «έτριβε» μέ τήν παιδεία, μέ τίς γνώσεις, καί τούτο είναι πολλές φορές «επώδυνο». Όπως θέλει αρετήν καί τόλμην η ελευθερία έτσι θέλει κόπον καί θυσίαν η παιδεία.

Η εμπειρία μου από τήν γενεά τών σαραντάρηδων, μού έχει επιβεβαιώσει τό παράδοξον καί αντιφατικόν τής συγχρόνου παιδευτικής πολιτικής ανά τόν κόσμον καί ιδίως εις τήν Ελλάδα.

Προτιμούν νά μετατρέψουν τούς νέους «επιστήμονες» σέ παπαγάλους περιορισμένης εμβελείας παρά σέ πραγματικά ευρύνοες πεπαιδευμένους ανθρώπους.

Διότι μέ τήν έννοιαν ΠΑΙΔΕΙΑ δέν ἐννοούμε τήν τεχνική έκπαίδευσν καί τίς λοιπές θετικές, ονομαζόμενες, επιστήμες, αλλά ἐννοούμεν τίς άνθρωπιστικές, τίς οὑμανιστικές ἐπιστήμες, φιλοσοφία, φιλολογία, ἱστορία, λογική, ψυχολογία κ.ἄ. Μέ ἄλλα λόγια ἐπιστήμες πού ἐπιρρεάζουν και ἀφορούν στόν ἄνθρωπο, στήν καλλιέργειά του, στήν βελτίωσίν του.  Προσοχή δεν αποκλείω τά Μαθηματικά ή την Μουσική, εφ’όσον από αυτά διδάσκεται η αρμονία.

Ασφαλώς θά τεθή τό θέμα εάν πρέπει ή όχι στήν εποχή μας νά υπάρχη εξειδίκευσις. Θά ήμουν αφελής καί ανόητος εάν απαντούσα ότι δεν χρειάζεται. Αλλά θέτω τό ρητορικόν ερώτημα:  δηλαδή τί θα πάθη ένας εκπαιδευόμενος μηχανικός εάν μάθη γεωγραφία, ή ένας γιατρός πώς στηρίζεται μιά γέφυρα, ή ένας ηλεκτρολόγος αυτοκινήτων ποίος ήταν ο Πλούταρχος. Μήπως θά κουραζόταν ο εγκέφαλός του;   Μήπως δεν  θά χωρούσε τήν επί πλέον γνώσι; Ή μήπως θά τόν «βάραινε» η «υποχρέωσις» νά θυμάται κάτι άλλο, πέρα από τήν καθημερινή ενασχόλησίν του μέ κάποιο επαγγελματικό αντικείμενο;

Η δική μου απάντησις στά ερωτήματα αυτά είναι πολύ απλή. Οι πολιτικές ηγεσίες μας επεδίωξαν τήν επικράτησιν τού χαμηλού μέτρου κρίσεως, τής ήσσονος προσπαθείας, τής δημιουργίας λαού μέ λίγες γνώσεις καί συνεπακόλουθο τήν αδυναμία αντιστάσεως.

 Έτσι φρόντισαν νά δημιουργήσουν χαμηλής ποιότητος διδασκάλους. Σ’ αυτούς τούς αμορφώτους δασκάλους οφείλεται τό ότι, λόγω τής προσωπικής τους αδυναμίας νά εισαγάγουν τούς μαθητάς καί φοιτητάς των μέσα στόν εντυπωσιακό χώρο τών γνώσεων, τούς διδάσκουν μέ τρόπο ανιαρό καί απομονωτικό, χωρίς νά συνδέουν τά πράγματα μεταξύ τους καί έτσι νά δημιουργείται ένα πλούσιο πλέγμα πολλών γνωστικών αντικειμένων. 

Δύο πολύ απλά παραδείγματα μπορούν νά υποστηρίξουν τόν προβληματισμό μου, π.χ.  τό ότι όταν διδάσκεται στήν τάξη η μάχη τού Αθανασίου Διάκου στήν Αλαμάνα δέν μπορεί, δέν κάνει, νά διδάσκεται απομονωμένα. Εάν πής στόν μαθητή ότι, τήν ώρα πού ο Αθανάσιος Διάκος καί οι σύντροφοί του πολεμούσαν μέ τσαρούχια ή ξυπόλητοι, μέ σπαθιά καί  γκράδες, αντιστοίχως οι Γάλλοι στρατιώτες τού Ναπολέοντος πολεμούσαν μέ μπότες καί κόκκινη ρεντιγκότα – κόκκινη γιά νά μήν τρομάζουν στήν εμφάνιση αίματος πάνω στούς τραυματίες – τούς εντυπωσιάζεις. Τούς διδάσκεις… (Από τήν ρίζα: δίδω γνώσεις, ασκώ τό δίδειν (γνώσεις…)

Γνώσεις κατά βάθος επουσιώδεις, αλλά προσφέρουν στόν διδασκόμενο ποικιλία σκέψεων, συνδυαστική σκέψη καί ενδιαφέρον γιά περαιτέρω αναζητήσεις. Είναι τό αλατοπίπερο τών γνώσεων. Ιδίως στήν εποχή μας πού τό Διαδίκτυο προσφέρει απλόχερα όλες τίς πληροφορίες οι οποίες μπορούν νά μετατραπούν σε γνώσεις δι’ αυτούς πού θα κατανοήσουν τόν τρόπο μετατροπής τής πληροφορίας σέ γνώσιν.

Εάν μάθη ο αρχιτέκτων εκτός από τόν σχεδιασμό κατοικιών, τήν λειτουργικότητα καί τήν εργονομία ενός κτιρίου, καί γεωγραφία καί κλιματολογία, είναι αμέσως σέ θέση, άς πούμε, ένας Έλληνας ταλαντούχος αρχιτέκτων, νά σχεδιάση, εδώ στήν Ελλάδα, ένα κτίριο προοριζόμενο γιά τό Ταλλίν τής Εσθονίας, όπου φυσικά οι κλιματολογικές συνθήκες αλλά καί η ύπαρξις άλλων πρώτων υλών δίδουν τό περίγραμμα τών κατασκευαστικών περιορισμών, δυνατοτήτων αλλά καί υποχρεώσεων.

Τά παραδείγματά μου σκοπόν έχουν νά διευκρινήσουν ακόμη καλλίτερα τίς σκέψεις μου αλλά καί τίς πεποιθήσεις μου περί τής αναγκαιότητος τών αλλαγών πού πρέπει νά υιοθετήση η κοινωνία μας διά νά προαγάγη τήν ποιότητα τής εκπαιδεύσεως τών νέων καί τήν ευρύτερη παιδεία τού λαού μας.

Τό μέλλον είναι αρκετά σκοτεινό και δια τούτο πρέπει νά ηγηθούμε τής προσπαθείας διά τήν αναζήτησιν  πρακτικών τρόπων νά βελτιωθή τό περιβάλλον για τά παιδιά καί τά εγγόνια μας.

Μελετών προσφάτως ένα εξαιρετικόν κείμενον, μίαν μελέτην μέ τίτλον  «Μία προσεγγιστική θεώρησις τών Ηθικών Αρετών τών αναφερομένων εις τά «Ηθικά Νικομάχεια» ως καί τής περί Ψυχής θεωρήσεως εις λοιπά έργα τού Σταγειρήτου Φιλοσόφου Αριστοτέλους» τού Ομοτίμου Καθηγητού τού Πανεπιστημίου Δόκτορος Εμμανουήλ Κορκιδάκη, διάβασα τό εξής θαυμαστόν κείμενον: «… η Αρετή είναι διδακτή καί ο επιθυμών τήν κτήσιν αυτής αναζητητής έχει τήν δυνατότητα, κατ’ Αριστοτέλην, «μεριμνών» περί αυτής, νά επιλέξη, τόν Διδάσκαλον καί να μετάσχη, βιωματικώς κυρίως, τής αναλόγου παιδευτικής αγωγής, περί τήν «σπουδήν, άσκησιν καί εθισμόν» πρός κατανόησιν καί έμπρακτον εφαρμογήν της, μέσω τής καταλλήλου γνωσιακής καταρτίσεως, ήτοι μέσω «ευπαιδείας», ώστε, βελτιούμενος καί ανελισσόμενος, νά εγκαταλείψη τό απλώς κληρονομημένον «φυσικόν» του πρόσωπον καί, μεταποιούμενος, νά πολιτογραφηθή εις τόν «Κόσμον τών Ιδεών.

»Ο Αριστοτέλης, εν προκειμένω, προσδιορίζει μόνον τάς εννοίας τών Ηθικών Αρετών, ώστε νά τονισθή τό γεγονός ότι ο φιλόσοφος-συγγραφεύς επιχειρεί μίαν απ’ αρχής σαφή διάκρισιν μεταξύ τών συγκεκριμένων ηθικών ποιοτήτων καί τών υπό τού ιδίου αποκαλουμένων «διανοητικών» ικανοτήτων-Αρετών. Εξ αυτών, βεβαίως, ως ο ίδιος αναφέρει, εμμέσως εντοπίζεται ως πρωταρχική η «φιλομαθής περιέργεια», όπως εκτιμάται ότι δύναται νά αποδοδθή τό εννοούμενον εις τήν διαπίστωσιν αυτού ότι ο «άνθρωπος φύσει τού ειδέναι ορέγεται», η εκδηλουμένη καί ενεργοποιουμένη μέσω τής ερευνητικής παρορμήσεως δι’ ο,τιδήποτε τό «έτερον», αλλά καί τό «ταυτόν», πρός τόν άνθρωπον.

»Διανοητικάς βεβαίως ικανότητας-Αρετάς κατονομάζει καί ο Διδάσκαλος αυτού Πλάτων, αλλά καί ο ίδιος ο φιλόσοφος-συγγραφεύς κατονομάζει αρκετάς άλλας, όπως, τήν «Φρόνησιν» (διά τόν άνθρωπον ως «πολιτικόν όν»), τήν «Σύνεσιν» (διά τόν διαθέτοντα νοητικήν συγκρότησιν καί εμπειρίαν) καί τήν «Σωφροσύνην» (διά τόν «πνευματικόν» άνθρωπον, τόν διανοητήν καί στοχαστήν), η οποία αποτελεί καί «ηθικήν αρετήν», ομού μετά τής σκεπτικώς αρτίας συνδυαστικής νοητικής ικανότητος, εκ τής οποίας η παραγομένη καί εμπλουτιζομένη εκάστοτε Γνώσις έχει ως αποτέλεσμα είδος τι «Σοφίας».

Επιπροσθέτως, όμως, παραθέτομεν καί άλλας νοητικάς δεξιότητας-αρετάς, όπως: τήν οξείαν αντιληπτικότητα, τήν εγρήγορσιν, τήν ευχέρειαν επικεντρώσεως τής προσοχής, τήν ευθικρισίαν, τήν περίσκεψιν, τήν μετριοφρσύνην, τήν αναλογικήν συλλογιστικήν καί τήν ευρυμάθειαν, αι οποίαι αναφέρονται κυρίως εις τό στοιχείον τού «Νού», τού εδρεύοντος εις τό «Λογιστικόν ή Νοητικόν» κέντρον τού όλου ανθρωπίνου ψυχικοφυσικού οργανισμού, ως καί τής διανοητικής ενεργητικής λογικής ικανότητος τού ανθρώπου καί μόνον.

Επομένως αι αναφερόμεναι εις τήν αρχήν τής παρούσης παραγράφου Αρεταί χαρακτηρίζονται «Ηθικαί», ως αναφερόμεναι εις τό  ΉΘΟΣ, τούτου δέ όχι απλώς σημαίνοντος τόν σταθερόν τρόπον σκέψεως καί συμπεριφοράς τού ανθρώπου, αλλ’ ομού καί τήν εγκάρδιον βουλητικήν προαίρεσιν καί νοήμονος καλοκαγαθίας πηγάζουσαν ενέργειαν, ως «ποιητικόν αίτιον» τής εκάστοτε επωφελούς πράξεως, πρός επιτέλεσιν τού χρηστού καί δικαίου καί υπέρ τού δρώντος ατόμου, αλλά καί χάριν τού συνόλου….»

Επιθυμών να καταλήξω σέ ένα συμπέρασμα δέν μού μένει τίποτε άλλο από τό να παραθέσω, διάφορες λέξεις οι οποίες προφανώς εκπροσωπούν συμβολικές πράξεις καί αρετές αναγκαίες για κάθε στοχαστή καί ερευνητή:

Σοφία, Ομορφιά,  Αρμονία, Ελευθερία, Ορθός Λόγος, Δικαιοσύνη, Αγάπη.

Θεωρώ ότι έχει ιδιαιτέρα σημασία νά επιδιώκουμε νά αποκτήσουμε αρετές οι οποίες δέν είναι συνδεδεμένες μέ τήν λεγομένην ηθικήν η οποία είναι μεταβλητή και πιθανότατα και διαβλήτή, εξηρτημένη από τόπο,  χρόνο καί πάμπολλες άλλες εξωτερικές συνθήκες, ενώ οι αρετές πρέπει νά είναι, Και είναι, σταθερές καί αμετάβλητες.

Οι αναζητήσεις μέσα σέ αυτό τό πλαίσιο θά είναι πολύ γόνιμες καί βελτιωτικές αυτού πού επιδιώκουμε νά βελτιώσουμε δηλ. τού χαρακτήρος καί τού έσω εαυτού μας, τουτέστιν τού πνευματικού εαυτού μας.

Ἀναγκαία λοιπόν πρός τούτο είναι η παιδεία ὄπως τήν προσδιωρίσαμε προηγουμένως, η οποία μάς δίδει τήν πνευματική δυνατότητα νά μορφωθούμε, καί όπως λέγει η λέξις, νά αποκτήσουν οι διάσπαρτες σκέψεις καί ιδέες μία πλέον συγκεκριμένη μορφή.

Καί άς μήν ξεχνούμε ποτέ τήν σοφή ρήση :

«Ουκ επ’ άρτον ζήσεται άνθρωπος μόνον».