fbpx

«Πενήντα τέσσερα χρόνια από την πρεμιέρα του λαϊκού ορατόριου του Μίκη Θεοδωράκη σε ποίηση Οδυσσέα Ελύτη», της Σμαράγδας Μιχαλιτσιάνου

Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

smaragdamichalitsianou@gmail.com

«Της δικαιοσύνης ήλιε νοητέ

και μυρσίνη συ δοξαστική

μη παρακαλώ σας μη

λησμονάτε τη χώρα μου!»

(Από το Άξιον Εστί του Οδυσσέα Ελύτη)

Οι στίχοι του Νομπελίστα ποιητή δεν απευθύνονται  στους ισχυρούς της γης , που όταν λευτερωνόμασταν πάντα είχαν στο νου τους να μας υποδουλώσουν και πάλι σε συνεργασία με τους ντόπιους δουλοπρεπείς πολιτικούς.

Ο Ελύτης Δανείζεται μια εκκλησιαστική φράση (χαίρε όχημα ηλίου του νοητού) και ζητά από το θείο πνεύμα και τη μητέρα φύση να ασχοληθούν με την Ελλάδα, να μην την εγκαταλείψουν.

Το τραγούδι – έκκληση του ποιητή του Αιγαίου, που ταξίδεψε στα πέρατα της γης με την ακέραιη μουσική του Μίκη Θεοδωράκη «ντυμένη με πάχνη και δροσοσταλίδες» βρήκε πρόσφορο έδαφος στους ξένους διανοητές και διανοούμενους, στους ανθρώπους των Γραμμάτων και της Τέχνης και τους Πανεπιστημιακούς, που σε δύσκολες για τον Ελληνισμό ώρες το τραγουδούσαν μαζί μας για να απαλύνουν στους καημούς μας και να διατρανώνουν τις ελπίδες μας.

«Το Χρονικό του «Άξιον Εστί»»

Πέρασαν 54 χρόνια από τότε και το «Άξιον Εστί» συγκλονίζει κάθε γενιά και όπου παρουσιάζεται στην Ελλάδα και στο εξωτερικό γίνεται το αδιαχώρητο και ο κόσμος  απευθυνόμενος στο Μίκη Θεοδωράκη φωνάζει: «Άξιος Εστί»!

«Ένα το χελιδόνι κι άνοιξη ακριβή», «Με το λύχνο του άστρου στους ουρανούς γυρίζω», «Της δικαιοσύνης Ηλιε νοητέ», «Της Αγάπης Αίματα», «Ναοί στο σχήμα τ΄ουρανού», « Ανοίγω το στόμα μου», «Προφητικόν» είναι ορισμένα από τα ποιήματα του «Άξιον Εστί»,  που μιλά για «αυτόν τον κόσμο τον μικρό, τον Μέγα».

Ο Οδυσσέας Ελύτης έγραψε το ποίημα στα 1959 και ένα χρόνο μετά ο Μίκης Θεοδωράκης άρχισε να το μελοποιεί.

Ο τελευταίος εθνικός μας  ποιητής σε συνέντευξη του στην ΕΡΤ λέει πως εμπνεύστηκε το «Άξιον Εστί»: «Όσο κι αν μπορεί να φανεί παράξενο, την αρχική αφορμή να γράψω το ποίημα μου την έδωσε η διαμονή μου στην Ευρώπη τα χρόνια του ’48 με ’51. Το επαναλαμβάνω, μπορεί να φαίνεται παράξενο, αλλά έβλεπα καθαρά ότι η μοίρα της Ελλάδας ανάμεσα στα άλλα έθνη ήταν ότι και η μοίρα του ποιητή ανάμεσα στους άλλους ανθρώπους – και βέβαια εννοώ τους ανθρώπους του χρήματος και της εξουσίας. Αυτό ήταν ο πρώτος σπινθήρας, ήταν το πρώτο εύρημα. Και η ανάγκη που ένιωθα για μια δέηση, μου ‘δωσε ένα δεύτερο εύρημα. Να δώσω, δηλαδή, σ’ αυτή τη διαμαρτυρία μου για το άδικο τη μορφή μιας εκκλησιαστικής λειτουργίας. Κι έτσι γεννήθηκε το «Άξιον Εστί»».

Οδυσσέας Ελύτης - Μάνος Κατράκης - Μίκης Θεοδωράκης

«Μια κατάσταση που ξεπερνούσε την αγανάκτηση»

«Ήταν τα φοβερά χρόνια όπου όλα τα δεινά μαζί – πόλεμος, κατοχή, κίνημα, εμφύλιος – δεν είχανε αφήσει πέτρα πάνω στη πέτρα. Θυμάμαι την μέρα που κατέβαινα να μπω στο αεροπλάνο, ένα τσούρμο παιδιά που παίζανε σε ένα ανοιχτό οικόπεδο. Το αυτοκίνητό μας αναγκάστηκε να σταματήσει για μια στιγμή και βάλθηκα να τα παρατηρώ. Ήτανε κυριολεκτικά μες τα κουρέλια. Χλωμά, βρώμικα, σκελετωμένα με γόνατα παραμορφωμένα, με ρουφηγμένα πρόσωπα. Τριγυρίζανε μέσα στις τσουκνίδες του οικοπέδου ανάμεσα σε τρύπιες λεκάνες και σωρούς σκουπιδιών. Αυτή ήταν η τελευταία εικόνα που έπαιρνα από την Ελλάδα. Και αυτή, σκεπτόμουνα, ήταν η μοίρα του Γένους που ακολούθησε το δρόμο της Αρετής και πάλεψε αιώνες για να υπάρξει. Πριν περάσουν 24 ώρες περιδιάβαζα στο Ουσί της Λωζάννης, στο μικρό δάσος πλάι στη λίμνη. Και ξαφνικά άκουσα καλπασμούς και χαρούμενες φωνές. Ήταν τα Ελβετόπαιδα που έβγαιναν να κάνουν την καθημερινή τους ιππασία. Αυτά που από πέντε γενεές και πλέον, δεν ήξεραν τι θα πει αγώνας, πείνα, θυσία. Ροδοκόκκινα, γελαστά, ντυμένα σαν πριγκιπόπουλα, με συνοδούς που φορούσαν στολές με χρυσά κουμπιά, περάσανε από μπροστά μου και μ’ άφησαν σε μια κατάσταση που ξεπερνούσε την αγανάκτηση.Καταλάβαινα ότι ήμασταν αγνοημένοι από παντού»

»Ήτανε δέος μπροστά στην τρομακτική αντίθεση, συντριβή μπροστά στην τόση αδικία, μια διάθεση να κλάψεις και να προσευχηθείς περισσότερο, παρά να διαμαρτυρηθείς και να φωνάξεις. Ήτανε η δεύτερη φορά στη ζωή μου – η πρώτη ήτανε στην Αλβανία – που έβγαινα από το άτομό μου, και αισθανόμουν όχι απλά και μόνο αλληλέγγυος, αλλά ταυτισμένος κυριολεκτικά με τη φυλή μου. Και το σύμπλεγμα κατωτερότητας που ένιωθα, μεγάλωσε φτάνοντας στο Παρίσι. Δεν είχε περάσει πολύς καιρός από το τέλος του πολέμου και τα πράγματα ήταν ακόμη μουδιασμένα. Όμως τι πλούτος και τι καλοπέραση μπροστά σε μας! Και τι μετρημένα δεινά επιτέλους μπροστά στα ατελείωτα τα δικά μας! Δυσαρεστημένοι ακόμα οι Γάλλοι που δεν μπορούσαν να ‘χουν κάθε μέρα το μπιφτέκι και το φρέσκο τους βούτυρο, δυσανασχετούσανε. Υπάλληλοι, σωφέρ, γκαρσόνια, με κοιτάζανε βλοσυρά και μου λέγανε: εμείς περάσαμε πόλεμο Κύριε! Κι όταν καμιά φορά τολμούσα να ψιθυρίσω ότι ήμουν Έλληνας κι ότι περάσαμε κι εμείς πόλεμο με κοιτάζανε παράξενα: α, κι εσείς έ; Καταλάβαινα ότι ήμασταν αγνοημένοι από παντού και τοποθετημένοι στην άκρη-άκρη ενός χάρτη απίθανου. Το σύμπλεγμα κατωτερότητας και η δεητική διάθεση με κυρίευαν πάλι. Ξυπνημένες μέσα παλαιές ενστικτώδεις διαθέσεις άρχισαν να αναδεύονται και να ξεκαθαρίζουν.»

Από τις σημειώσεις του Μίκη Θεοδωράκη στη συνέχεια αλιεύουμε σημαντικές πληροφορίες για την συνάντησή του με τον Οδυσσέα Ελύτη και στην παρουσίαση του εμβληματικού ορατόριου σε στίχους του ποιητή:

«… κάποιο μεσημέρι, στο όρθιο του Λουμίδη, μπροστά στο «Παλλάς», εκεί που έπινε τον μοναδικό καφέ εσπρέσο η αθηναϊκή ιντελιγκέντσια, Σεπτέμβριο νομίζω του ΄60, με πλησίασε ο Οδυσσέας Ελύτης. Αφού μου μίλησε για το πόσο  εκτιμά την προσπάθειά μου και πόσο αγάπησε τον «Επιτάφιο», πρόσθεσε: «Τελείωσα το «Άξιον Εστί», το έργο της ζωής μου, νομίζω. Θα ΄θελα να σας το έστελνα κάπου, γιατί κάτι μου λέει ότι θα σας εμπνεύσει…»

»Τον ευχαρίστησα, έγραψα τη διεύθυνσή μου στο Παρίσι και του την έδωσα: Rue de la Fontaine au Roi. Δεν πέρασε μήνας κι ο παριζιάνος ταχυδρόμος άφησε στο θυρωρείο το φρεσκοτυπωμένο βιβλίο του Ελύτη.

»Το ρούφηξα μονομιάς, απ΄ την πρώτη ως την τελευταία λέξη. Βάλθηκα να το μελοποιήσω. Ίσως στην αρχή να είχα την πρόθεση να μην αφήσω απέξω κανένα στίχο… Μετά συνειδητοποίηση που η σύνθεση που θα προέκυπτε, θα είχε σίγουρα διάρκεια δεκάδων ωρών. Εξάλλου στίχοι όπως το «Ένα το χελιδόνι», «Της αγάπης αίματα», «Ανοίγω το στόμα μου », «Της δικαιοσύνης ήλιε νοητέ», «Ναοί στο σχήμα τ΄ουρανού», … με τράβηξαν σα μαγνήτες. Τους μελοποίησα αμέσως κι άρχισα πάλι να τους τραγουδώ προς μεγάλη χαρά της μικρής Μαργαρίτας και απελπίζοντας τη Μυρτώ μέσα σε κείνο το μικροσκοπικό δωμάτιο, στο οποίο έπρεπε να τα κάνουμε όλα. Να τρώμε, να ταΐζουμε τα παιδιά, να μελετάμε, να γράφω μουσική. Η κουζίνα δεν μας χωρούσε ούτε όρθιους. Η μπανιέρα ήταν φουσκωτή. Το αποχωρητήριο στην αυλή της πολυκατοικίας και το υπνοδωμάτιο μόλις και μετά βίας χωρούσε το κρεβάτι μας. Πρέπει ακόμα να πω ότι τα περισσότερα έπιπλα τα φτιάξαμε οι ίδιοι με υλικά που αγοράσαμε από το σουπερμάρκετ.»

Βασίλης Φωτόπουλος, Μίκης Θεοδωράκης, Οδυσσέας Ελύτης και Διονύσης Φωτόπουλος

«Για την ισορροπία του έργου»

«Λίγο- λίγο η μορφή της νέας μου σύνθεσης άρχισε να ξεκαθαρίζει στο μυαλό μου. Πρέπει να είχα δύο πρότυπα: Το ένα ήταν τα ορατόρια του Μπαχ. Εκεί που έχουμε τις άριες, τα ρετσιτατίβα και τα κοράλ. Το άλλο ήταν η λειτουργία, όπου έχουμε τις ψαλμωδίες των ιερέων, την ανάγνωση των Ευαγγελίων και τα τροπάρια του δεξιού και του αριστερού ψάλτη. Τρία βασικά στοιχεία και στις δύο περιπτώσεις. Αυτά υπήρχαν στο ποίημα του Ελύτη. Έπρεπε τώρα η τελική επιλογή μου να επεκταθεί σε όλο το έργο, ώστε να μη χαθεί η ενότητά του και να μην προδοθεί ο στόχος του ποιητή: Η Γένεσις, τα Πάθη και το θα έπρεπε να αντιπροσωπεύονται αναλογικά έτσι ώστε να μη χαλάσει η ισορροπία του έργου.»

«Ερωτηματικά για την ενορχήστρωση»

«Όλες μου αυτές τις σκέψεις άρχισα να τις γράφω και να τις στέλνω στον Ελύτη. Εκείνος μου απαντούσε… Το έργο προχωρούσε… Όμως ήμουν τάχα ώριμος για να περάσω απ΄το Τραγούδι και τον Κύκλο Τραγουδιών στο Ορατόριο; Θα χρησιμοποιούσα συμφωνική ορχήστρα; Και πως; Θα έβαζα και χορωδία; Με ποια εναρμόνιση; Ποιες άλλες τεχνικές; Άντεχε τάχα η αντίστιξη σ΄ ένα έργο που ήθελα να παραμείνει λαϊκό;

»Εκ των υστέρων παρατηρώ ότι η ενορχήστρωση μπορεί να ήταν πιο σωστή και ενδεδειγμένη, στα όριά της, ώστε να μη χαθεί ο «ελληνολαϊκός» χαρακτήρας, που κυριαρχούσε τότε στις συνθέσεις μου. Είχε όμως πολλές προχειρότητες, που δείχνουν ότι μου έλειπε ο χρόνος που απαιτεί η δουλειά της ενορχήστρωσης… Αν θα έπρεπε να χαρακτηρίσω το ρυθμό της ζωής μου εκείνο τον καιρό, θα ΄λεγα, χωρίς ανάσα.»

«Η ηχογράφηση»

 

«…Στην Κολούμπια γράψαμε μόνο τον Μπιθικώτση και τη Λαϊκή Ορχήστρα. Για τα υπόλοιπα, ορχήστρα, χορωδία, βαρύτονος και «αρχαίος χορός» (απαγγελία), η Εταιρεία αποφάσισε να χρησιμοποιήσει το κινηματογραφικό Στούντιο Άλφα. Πρέπει να πω ότι στη Κολούμπια όλες τις εγγραφές τις έκανε ο υπέροχος ηχολήπτης Κανελλόπουλος, ενώ στο Άλφα συνεργάστηκα με τον Δεσποτίδη σε άθλιες συνθήκες, γιατί αυτός δεν μας έβλεπε. Ήταν ψηλά σ΄ ένα καμαράκι.

»Τη μέρα που γράφαμε τα τραγούδια του «Άξιον Εστί» στο στούντιο της Κολούμπια, θυμάμαι πως είχε έρθει κάποιο σχολείο κι εγώ είπα στα παιδιά να καθίσουν στο πάτωμα ήσυχα να παρακολουθήσουν τη φωνοληψία. Οι άλλοι δεν ήθελαν από φόβο μήπως γίνουν θόρυβοι, όμως εμένα μου άρεσε που το «Ένα το χελιδόνι» θα γραφόταν οριστικά πάνω στο δίσκο με φόντο την ανάσα και τα χτυπήματα της καρδιάς των παιδιών. Μπορεί να μην ακούγονται. Όμως ποιος δεν θα αισθάνεται; Και το χειρότερο, η εγγραφή δεν μπορούσε να γίνει παρά μόνο επάνω στο λεγόμενο περφορέ, δηλαδή στο ηχητικό μέρος του φιλμ. Η χορωδία τραγουδούσε play back επάνω στην ηχογράφηση της Κολούμπια. Δεν υπήρχαν ακουστικά. Ο ήχος έβγαινε μέσα από ένα μεγάφωνο, με αποτέλεσμα ο συντονισμός να γίνεται προβληματικός, καθώς οι χορωδοί δεν άκουγαν καλά. Άλλωστε αυτές οι αδυναμίες φαίνονται καθαρά στο τελικό αποτέλεσμα.»

«Οι συντελεστές»

 

«Ο βαρύτονος –τον αποκαλώ Ψάλτη- επιλέχτηκε μέσα από τους ηθοποιούς του χορού του ΑΙΑΝΤΑ, μιας και είχαμε συνεργαστεί και τους γνώριζα έναν-έναν. Διάλεξα τον Θόδωρο Δημήτριεφ και παράλληλα χρησιμοποίησα ολόκληρο το Χορό στις ομαδικές απαγγελίες που ηχογραφήθηκαν με την άμεση επίβλεψη του Ελύτη.

»Έμενε ο Αναγνώστης. Για μένα δεν υπήρχε δεύτερη σκέψη: Μάνος Κατράκης. Δεν θυμάμαι ποια ήταν τότε η άποψη του Ελύτη. Ίσως κι αυτός συμφώνησε απ΄ την αρχή. Είχε και αυτός τις φιλίες και τις προτιμήσεις του. Κι ας μην ξεχνάμε πως ο Κατράκης τότε ήταν κόκκινο πανί. Πόσοι άλλοι άραγες ηθοποιοί και καλλιτέχνες είχαν πάει στο Μακρονήσι;

»Περάσαμε ώρες πολλές ο Ελύτης, ο Κατράκης κι εγώ, στο στούντιο της Κολούμπια, έως ότου βρεθεί το σωστό ύφος, που να ταιριάζει με την ποίηση αλλά και με τον γενικό ήχο του έργου. Η ιδέα του Αναγνώστη, δηλαδή η παρουσίαση κειμένων στο δίσκο ήταν δική μου. Και γιατί, όπως είπα, ήθελα να είμαι πιστός στη μορφή της εκκλησιαστικής παράδοσης, δηλαδή στη λειτουργία, αλλά και γιατί πίστευα ότι το μεγάλο κοινό θα πρέπει να μυηθεί στον ποιητικό λόγο, όταν μάλιστα είχε να κάνει με τη μνήμη του λαού μου, που λέει και ο ποιητής. Ήθελα οι επόμενες γενιές να έχουν σαν Ευαγγέλιό τους τα σύγχρονα πάθη της φυλής: την Αλβανία, την Αντίσταση και τον Εμφύλιο.»

Μίκης Θεοδωράκης
Γρηγόρης Μπιθικώτσης
Μάνος Κατράκης
Θόδωρος Δημήτριεφ

«Η ακρόαση του δείγματος άκρως αρνητική,

αλλά ο δίσκος γίνεται ανάρπαστος»

Θέατρο Ρεξ Πρεμιέρα Άξιον Εστί

«Μόλις τέλειωσε το μοντάζ του έργου, ο Τάκης Λαμπρόπουλος πήρε ένα δίσκο-δείγμα να τον πάει στου Φλόκα, στο ιερατείο της διανόησης, όπου σύχναζε και ο Ελύτης. Είχε αγωνία να δει τι σκέπτονται, γιατί ο ίδιος, όπως φαίνεται, διατηρούσε πολλές αμφιβολίες. Γνώριζε άλλωστε από πρώτο χέρι τις αντίξοες συνθήκες εργασίας, που τόσο βάραιναν την τεχνική αρτιότητα του έργου.

»Φαίνεται πως η ακρόαση του δείγματος ήταν άκρως αρνητική. Δεν πρέπει να τον βγάλουμε, μου λέει. Όσοι τον άκουσαν, είπαν πως ο κόσμος θα γελάσει με το αποτέλεσμα.  Πιο πολύ απ΄όλους, όπως ήταν φυσικό, είχε επηρεαστεί ο ίδιος ο Ελύτης, του οποίου η εμπιστοσύνη στις ικανότητές μου και στο έργο κλονίστηκε.

»Όμως εγώ επέμενα. Έτσι φτάσαμε στο εξώφυλλο. Ο Γιάννης Τσαρούχης είχε διαφορετική γνώμη ακούγοντας το δείγμα. Γνώμη που την εξέφρασε με τον θαυμάσιο πίνακα που του ενέπνευσε το έργο και που τον χρησιμοποιήσαμε για εξώφυλλο.

»Να όμως που κυκλοφορεί ο δίσκος και αμέσως γίνεται ανάρπαστος. Πού οι τεχνικές ατέλειες και πού η φυγή των τενόρων και του φαγκότου μέσα στη φωνοληψία… Είπαμε, ο κόσμος άκουγε με τη φαντασία του. Και φαίνεται πως εκείνους τους καιρούς ο ελληνικός λαός διέθετε φαντασία, ευαισθησία, δίψα για το καινούριο και προσήλωση στην ιστορική του μνήμη».

Από αριστερά - Θεόδωρος Δημήτριεφ, Οδυσσέας Ελύτης, Μίκης Θεοδωράκης, Μάνος Κατράκης, Γρηγόρης Μπιθικώτσης
Μίκης Θεοδωράκης - Γρηγόρης Μπιθικώτσης - , Μάνος Κατράκης 19 Οκτωβρίου.1964 στο Θέατρο Κοτοπούλη για την πρεμιέρα του Άξιον Εστί

Ευχαριστούμε τον Οδυσσέα Ελύτη γι΄ αυτό που έγραψε και το Μίκη Θεοδωράκη για το ορατόριο που μας χάρισε, γιατί βοηθούν «να υπερβούμε τη φθορά…»