Ο Mάνος Κοντολέων συνομιλεί με την Τίνα Πανώριου

Τίνα Πανώριου

Τίνα Πανώριου

panoriout@gmail.com

«Ο πατέρας μου ήταν τρυφερός και η αγάπη του ήταν γήινη. Η μητέρα μου ήταν εκδηλωτική και η αγάπη της ήταν των αστεριών. Χώμα και νερό. Φως και σκιά…»

Ο Μάνος Κοντολέων γεννήθηκε στην Αθήνα και σπούδασε Φυσική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έχει γράψει περίπου 60 βιβλία (μυθιστορήματα, διηγήματα, θέατρο, μικρές ιστορίες και παραμύθια). Παράλληλα ασχολείται με την κριτική της λογοτεχνίας. Είναι συνεργάτης περιοδικών, εφημερίδων καθώς του ραδιοφώνου και της τηλεόρασης. Κάποια έργα του έχουν διασκευαστεί και παρουσιαστεί στο θέατρο και στην τηλεόραση, ενώ κάποια άλλα έχουν μεταφραστεί και κυκλοφορούν στη Γαλλία, τη Γερμανία και την Ταϊλάνδη. Βιβλία του έχουν κερδίσει πολλές διακρίσεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, ενώ έχει τιμηθεί επίσης δύο φορές με το Κρατικό Βραβείο Παιδικής Λογοτεχνίας. Υπήρξε υποψήφιος για τα Διεθνή Βραβεία Άντερσεν και Άστριντ Λίντγκρεν

 

«Επειδή υπάρχει πάντα κάποιος που θα τον  αγαπώ, όπως αγαπά ο γονιός το παιδί, ο παππούς το εγγόνι του. Μα κι επειδή με τις ιστορίες δεν μπορεί να είναι ποτέ σίγουρος» Γι αυτό κύριε Κοντολέων αφιερώνετε τα «Φιλαράκια» σας στον μικρό Μάνο, που για  σας είναι

Ναι, είναι ο εγγονός μου. Καθώς μια νέα σχέση μπήκε στην ζωή μου, θέλησα  να την κατανοήσω. Κάτι παρόμοιο έχω κάνει και με τα πρώτα μου βιβλία. Τότε αναζητούσα με τη δική τους βοήθεια να ξεδιαλύνω την ουσία των συναισθημάτων μου με τους γονείς μου, με τη σύντροφό μου, με τα παιδιά μου. Η γραφή από τη μια και οι στενές προσωπικές σχέσεις από την άλλη, αποτελούν κεντρικό πυλώνα των συγγραφικών μου αναζητήσεων.

Πάνω σε αυτό και διορθώστε με, γιατί έχω την αίσθηση ότι τα εγγόνια συχνά προσφέρουν  μεγαλύτερη τρυφερότητα, χαρά αναπτέρωση, συναισθήματα εντονότερα  κι από εκείνα που αισθανόμασταν, τότε, για τα παιδιά μας. Είναι η ηλικία  που μας «μαλακώνει» και γινόμαστε πιο ευάλωτοι στα μικρά αυτά πλάσματα;

Η κάθε σχέση έχει τη δική της ταυτότητα και απαιτεί ένα διαφορετικό τρόπο προσέγγισης για να την κατανοήσουμε. Οι γονείς μπορεί να μας βοηθήσουν να ξεκαθαρίσουμε το παρελθόν μας, ο σύντροφος να αποφασίσουμε το σήμερα, τα παιδιά μας το μέλλον. Το εγγόνι προσφέρει από τη μια την επαναφορά της ανεμελιάς της παιδικής ηλικίας και από την άλλη τη συνειδητοποίηση πως το τέλος πλησιάζει. Ο παππούς με τον εγγονό του παίζει σαν ένα σκανταλιάρικο αγοράκι και την ίδια στιγμή τον κοιτά με ένα βλέμμα αποχαιρετισμού.

Τα περισσότερα βιβλία  σας στηρίζονται στη δική σας παιδική ηλικία Που ήταν χαρούμενη εν γένει;

Ήταν μια περίοδος της ζωής μου που  με βοήθησε να εδραιώσω μέσα μου την αξία που μπορεί να έχει η ασφάλεια της οικογενειακής θαλπωρής καθώς την περικυκλώνει η αγριότητα της κοινωνίας. Αυτό που μου χάρισαν οι γονείς μου ήταν ένα θώρακας, με μάθανε πώς να αγαπώ αλλά και πώς να προστατεύομαι.

Φαντάζομαι  τους  δικούς  σας ανθρώπους ανεκτικούς; Και αληθεύει ότι η μητέρα σας ενεθάρρυνε να καταπιαστείτε με το γράψιμο;

Ο πατέρας μου ήταν τρυφερός και η αγάπη του ήταν γήινη. Η μητέρα μου ήταν εκδηλωτική και η αγάπη της ήταν των αστεριών. Χώμα και νερό. Φως και σκιά. Ο πατέρας μου μού  τεκμηρίωνε τη Γνώση, η μητέρα μου την ίδια αυτή Γνώση την έκανε ιστορίες. Και βέβαια από τα πρώτα, πρώτα χρόνια της ζωής μου με μάθαινε και οι δυο πως τα βιβλία μπορεί να είναι και έκφραση αγάπης.

«όταν είμαι αισιόδοξος γράφω για παιδιά, όταν θέλω να εκφράσω μια επανάσταση τότε γράφω για εφήβους και όταν είμαι φοβισμένος τότε γράφω για ενήλικες».

Κοιτάζοντας πάλι πίσω Εκείνο που με συγκινεί είναι ότι στείλατε το πρώτο σας γραπτό στην περίφημη για την εποχή «Διάπλαση  των Παίδων». Θυμάστε το στόρι ίσως; Αλήθεια ξαναβγήκε ένα  τέτοιο, πολύτιμο περιοδικό, έστω παρόμοιο, κάπου στην Ευρώπη;

Ο πατέρας μου με είχε γράψει συνδρομητή στο περιοδικό και με αγωνία το περίμενα κάθε δεκαπενθήμερο. Και ποτέ μου δε θα ξεχάσω με πόση αγωνία αναζητούσα  στις τελευταίες του σελίδες τη γνώμη των συντακτών για τις μικρές ιστορίες που έστελνα, τη χαρά μου όταν έβλεπα κάποιες από αυτές να δημοσιεύονται, την πίκρα μου όταν κάποιες απορρίπτονταν. Ναι, όλο το εύρος της συγγραφής από τη «Διάπλαση» το πρωτογνώρισα. Όλα τα κείμενα μου τα θυμάμαι και έχω κρατήσει τα τεύχη που είχαν δημοσιευθεί. Και η πρώτη ιστορία – για ένα γατάκι που πέθανε –  έχει γίνει η βάση και σε «ενήλικα» κείμενά μου. Όχι, τέτοια πια περιοδικά δεν υπάρχουν. Αλλάξανε οι καιροί. Δεν έχει νόημα να ζητά κανείς να επαναλαμβάνονται συνθήκες που η ίδια η ζωή τις έχει καταργήσει.

Κι όμως,  εσείς παρά την έφεση στο γράψιμο δεν μπήκατε με τη μία στον χώρο. Πρώτα σπουδάσατε κάτι πολύ πιο πρακτικό. Γιατί αυτό;

Από τότε που ήμουνα παιδί και έφηβος λάτρευα τη λογοτεχνία. Λάτρευα την ελευθερία που χαρίζει στη σκέψη, το πέταγμα που προσφέρει στο συναίσθημα. Και ενώ παράλληλα είχε αρχίσει να με ενδιαφέρει και η κριτική ματιά προσέγγισης των κειμένων, δεν μπορούσα να δεχτώ τη στενή έννοια μιας φιλολογικής  προσέγγισης τους. Τα μαθηματικά και οι νόμοι της φυσικής έχουν μια ουσιαστική και άμεση συνέπεια. Με βοήθησαν να μάθω και να γράφω και να κρίνω. Αλλά ασφαλώς δεν μείνανε μόνιμα στη ζωή μου. Η λογοτεχνία είναι η ταυτότητά μου.

Από το 1969 που πρωτοξεκινήσατε τα γραπτά μέχρι σήμερα ,κάνοντας καμιά φορά σούμα, πιο πολλές ήσαν οι χαρές από τις απογοητεύσεις;

Πολλά θα ήθελα να είχα κάνει, πολλά ήταν και αυτά που έκανα. Ο απολογισμός βγαίνει θετικός. Αλλά από ένα σημείο και πέρα δε με απασχολεί πλέον ο απολογισμός του παρελθόντος, αλλά η ανάλυσή του. Κι όχι για να μετανιώσω ή να χαρώ για μια πράξη μου, αλλά για να σχεδιάσω τις μελλοντικές μου πράξεις και κυρίως τις μελλοντικές μου αποφάσεις.

Με τι τρόπο γράφετε ; Σαν κανονική εργασία με ωράριο, με μουσική, την νύχτα με ησυχία;

Με τον ρυθμό που αναπνέω. Η γραφή είναι για μένα η ζωή μου.

Γράφετε μυθιστορήματα, δοκίμια, νουβέλες, παραμύθια Αν προτιμούσατε  λίγο παραπάνω ένα είδος αυτό ποιο θα ήταν;

Αφού εγώ έχω γράψει όλα αυτά τα είδη, σημαίνει πως όλα τα αγάπησα και τα αγαπώ. Δεν τα ξεχωρίζω. Ασχολούμαι με το καθένα από αυτά ανάλογα με την προσωπική μου διάθεσή. Συνηθίζω να λέω πως: όταν είμαι αισιόδοξος γράφω για παιδιά, όταν θέλω να εκφράσω μια επανάσταση τότε γράφω για εφήβους και όταν είμαι φοβισμένος τότε γράφω για ενήλικες.

Το παιδικό βιβλίο χωρίς την ανάλογη ωραία εικονογράφηση δεν λέει ,έτσι δεν είναι;

Θεωρώ πως η βάση κάθε λογοτεχνικού έργου είναι και πρέπει να είναι το κείμενο. Από εκεί και πέρα μια εικονογράφηση που διαθέτει αισθητική και συνομιλεί με τις φράσεις, ασφαλώς και προσφέρει. Αλλά, δυστυχώς, έχουμε πια πολύ συχνά εικονογραφημένα, παιδικά βιβλία που διαθέτουν όμορφη εικονογράφηση και κακό κείμενο. Και αυτό δεν είναι καλό. Και οι γονείς αντί να επιλέξουν με προτεραιότητα την ποιότητα του κειμένου, μένουν στον εντυπωσιασμό των εικόνων. Φαινόμενα της εποχής μας κι αυτά.

Στα «Φιλαράκια» μιλάτε για την σχέση παππού κι εγγονού. Στην ουσία αναφέρεστε όμως σε μια κληρονομιά από την μια γενιά στην άλλη;

Μα έτσι είναι πάντα οι ουσιαστικές σχέσεις. Και δεν υπάρχουν μόνο κληροδοτήματα, αλλά και δωρεές. Θέλω να πω πως ο παππούς δίνει το απόσταγμα της πείρας του και ο εγγονός τη φρεσκάδα της νιότης του. Και οι δυο κερδισμένοι, εν τέλει.

Μάνος Κοντολέων: «Φιλαράκια» – Εικονογράφηση Μυρτώ Δεληβοριά, Εκδόσεις Ψυχογιός