Ο Φίλιππος Φιλίππου συνέντευξη στην Τίνα Πανώριου

Τίνα Πανώριου

Τίνα Πανώριου

panoriout@gmail.com

«…Η κρίση δεν κάνει διακρίσεις, πλήττει το ίδιο πλούσιους και φτωχούς.»

Ο Φίλιππος Φιλίππου  γεννήθηκε στην Κέρκυρα το Δεκέμβριο του 1948. Από το 1968 ως το 1982, με μικρά ή μεγάλα διαλείμματα, ταξίδεψε ως μηχανικός σε ποντοπόρα πλοία. Έχει εκδώσει μαρτυρίες, μελέτες, βιογραφίες και μυθιστορήματα. Τα βιβλία του «Οι εραστές της θάλασσας» ή «Tο βιβλίο του άγνωστου ναύτη» και «Ο πολιτικός Νίκος Καββαδίας» σχετίζονται με τη ζωή των ανθρώπων της θάλασσας. Δύο από τα μυθιστορήματά του, «Οι τελευταίες ημέρες του Κωνσταντίνου Καβάφη» και «Ο θάνατος του Ζορμπά», έχουν ως κεντρικούς ήρωες πραγματικά πρόσωπα. Διηγήματά του, δοκίμια, βιβλιοκριτικές, βιβλιοπαρουσιάσεις και άρθρα για διεθνή θέματα, έχουν δημοσιευτεί σε εφημερίδες και περιοδικά της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης. Ζει στην Αθήνα.

 

Θα σας πήρε χρόνο πολύ η συλλογή όλων των στοιχείων για την αστυνομική λογοτεχνία, κύριε Φιλίππου; Πως όμως  αποφασίσατε να ασχοληθείτε με αυτή την πολύτιμη έρευνα;

Πράγματι, χρειάστηκα πολλά χρόνια, γύρω στα δέκα, για να συγκεντρώσω το υλικό, το οποίο δημοσιεύεται στο βιβλίο μου «Ιστορία της ελληνικής αστυνομικής λογοτεχνίας». Είχα βέβαια πολλά περιοδικά, εφημερίδες και βιβλία για το θέμα, αφού αγαπούσα πάντα αυτό το λογοτεχνικό είδος, ωστόσο χρειάστηκε και η συλλογή κι άλλων  στοιχείων ώστε να εμπλουτίσω τα ήδη υπάρχοντα. Πως το αποφάσισα; Δεν ξέρω. Μου μπήκε η ιδέα στο μυαλό κι επειδή δεν υπήρχε στην Ελλάδα κάτι παρόμοιο, στρώθηκα στη δουλειά.

Εσείς, ως παιδί διαβάζατε τα κλασσικά αγορίστικα της εποχής Ζορρό, Μάσκα Κάπως έτσι σας  φαντάζομαι…

Ασφαλώς, διάβαζα Μάσκα και Μυστήριον και άλλα παρεμφερή έντυπα, όπως έκαναν και τα παιδιά της γενιάς μου. Ναι, ο Ζορό ήταν ο αγαπημένος μου ήρωας, μαζί με το Παιδί-Φάντασμα, τον Γκαούρ και τον Ταρζάν. Τότε δεν υπήρχε στη χώρα μας τηλεόραση για να μας γοητεύσουν οι τηλεοπτικοί ήρωες.

Βλέπατε ως νεαρός και φιλμ νουάρ στα θερινά; Και θυμάστε κανένα πουν να σας είχε θαμπώσει;

Ξέρετε, τους ήρωες τους διάβαζα, τους διαβάζαμε, δεν τους βλέπαμε στην οθόνη. Σιγά σιγά ξεθαρρεύαμε και πηγαίναμε στον κινηματογράφο. Πολύ αργότερα, είδα τον Χάμφρεϊ Μπόγκαρντ στο Γεράκι της Μάλτας, ως ντετέκτιβ Σαμ  Σπέιντ, από το μυθιστόρημα του Ντάσιελ Χάμετ.

Πότε καταπιαστήκατε με τα αστυνομικά τα δικά σας εννοώ, πότε γεννήθηκε ο ήρωας σας, Τηλέμαχος Λεοντάρης;

Όταν τη δεκαετία του 1980 αποφάσισα να γράψω κι εγώ αστυνομικά μυθιστορήματα, όπως ο Γιάννης Μαρής, ο οποίος πέθανε το 1979, σκεφτόμουν τι επάγγελμα θα έκανε ο ήρωάς μου. Θα ήταν αστυνομικός, όπως ο Μπέκας του Μαρή, ή κάτι άλλο; Ιδιωτικός ντετέκτιβ, όπως ο Ηρακλής Πουαρό της Άγκαθα Κρίστι, δεν μπορούσε να είναι.  Εδώ είναι Ελλάδα. Αστυνομικός δεν ήθελα να είναι για ποικίλους λόγους. Τότε σκέφτηκα τον δημοσιογράφο. Οι δημοσιογράφοι κάνουν ρεπορτάζ και στη χώρα μας υπήρχαν τότε καλοί αστυνομικοί ρεπόρτερ. Έτσι, στο δεύτερο αστυνομικό μου μυθιστόρημα, «Το χαμόγελο της Τζοκόντας» εμφανίστηκε ο Τηλέμαχος Λεοντάρης.

Υποθέτω ότι αγαπάτε και την περίφημη (υπερτιμημένη ώρες ώρες) σκανδιναβική λογοτεχνία;

Δεν την αγαπάω. Καθόλου δεν την αγαπάω. Δεν μου αρέσουν οι ψυχικά διαταραγμένοι ήρωες, δεν μου αρέσει που δολοφονούνται μαθήτριες, δεν συμπαθώ  τους εκκεντρικούς αστυνομικούς που αντιμετωπίζουν προβλήματα με τη γυναίκα τους. Εντέλει, δεν αγαπάω της φλυαρίες στη λογοτεχνία.

Υπάρχουν όμως εμφανείς διαφορές ανάμεσα στην μεσογειακή και την πιο ψυχρή σουηδική, δανέζικη λογοτεχνία, έτσι δεν είναι;

Η μεσογειακή είναι αυτή που λέει το όνομά της. Την γράφουν Γάλλοι, Ιταλοί, Ισπανοί και Έλληνες. Είναι κυρίως πολιτική λογοτεχνία, είναι κοινωνική λογοτεχνία. Ασχολείται με κανονικούς ανθρώπους, με τα προβλήματά τους, τα πάθη τους, τους έρωτές τους κι όχι με ψυχασθενείς που γίνονται σίριαλ κίλερ.

Παλιά η αστυνομική λογοτεχνία εθεωρείτο είδος παρακατιανό διαβάζω στο βιβλίο σας. Ακόμα και ο μέτρ του είδους και εισηγητής του Γιάννης Μαρής την σνόμπαρε λίγο;

Ναι, τη θεωρούσαν παραλογοτεχνία και παραφιλολογία, ακόμα και οι αναγνώστες της, ακόμα και οι συγγραφείς πού την υπηρετούσαν. Τους διασκέδαζε, τους ψυχαγωγούσε αλλά δεν τους προβλημάτιζε. Ήταν ένα είδος σταυρόλεξου. Ποιος σκότωσε;  Αυτό το έκανε η Άγκαθα Κρίστι στα βιβλία της. Ο Μαρής  ήξερε τι έγραφε, δεν νόμιζε πως είναι ο Ντοστογιέφσκι. Προσπαθούσε να μιλήσει για την κοινωνία της εποχής του με πρόσχημα ένα έγκλημα, δεν του αρκούσε να φτιάξει ένα σταυρόλεξο.

Το πρώτο αστυνομικό γράφτηκε το 1927 και ήταν «Το έγκλημα στο Ψυχικό»; Τότε δηλαδή οι ιστορίες αφορούσαν πλουσίους, ενώ σήμερα απελπισμένους από την κρίση;

Ο Παύλος Νιρβάνας που έγραψε το «Έγκλημα του Ψυχικού» ήθελε να παρωδήσει τα αστυνομικά μυθιστορήματα που διάβαζαν οι Αθηναίοι εκείνη την εποχή. Διάβαζαν βέβαια ξένα μυθιστορήματα, έβλεπαν ξένες αστυνομικές  ταινίες. Οι ήρωές του ήταν πλούσιοι, ήταν και φτωχοί. Το ίδιο ισχύει και σήμερα, όμως. Η κρίση δεν κάνει διακρίσεις, πλήττει το ίδιο πλούσιους και φτωχούς.

«…οι Βρετανοί λόγω ψυχοσύνθεσης αγαπούν τα εγκλήματα και διασκεδάζουν με αυτά, όταν τα διαβάζουν, βεβαίως, και όχι όταν τα υφίστανται».

Έχουμε σημαντικούς λογοτέχνες του είδους στην χώρα μας και ξεχωρίζετε ίσως κάποιους;

Ασφαλώς και έχουμε. Μερικοί είναι  ισάξιοι με τους ξένους, ορισμένοι είναι καλύτεροι από κάποιους ξένους. Αστυνομικά γράφουν άντρες και γυναίκες, νέοι και νέες. Θα αναφέρω μόνο τις δύο γυναίκες που έχουν ξεχωρίσει. Την κυρία Αθηνά Κακούρη που δημοσίευσε τα πρώτα της αστυνομικά διηγήματα το 1959, και την κυρία Τιτίνα Δανέλλη που εξέδωσε το πρώτο της αστυνομικό μυθιστόρημα το 1981.

Πάντως, στη Βρετανία λάτρευαν ανέκαθεν τα αστυνομικά. Γιατί λέτε; Τους ταιριάζουν στην ψυχοσύνθεση τους;

Μα στη Βρετανία αναπτύχθηκε κατ’  ουσίαν το αστυνομικό μυθιστόρημα, στη Γαλλία λιγότερο. Εκεί υπήρχε ο Ντίκενς που έγραψε ιστορίες για τους παραβάτες του νόμου, εκεί υπήρχε ο Άρθουρ Κόναν Ντόιλ,  ο δημιουργός του Σέρλοκ Χολμς. Η  Άγκαθα Κρίστι ονομάστηκε «βασίλισσα του εγκλήματος». Ναι ,οι Βρετανοί λόγω ψυχοσύνθεσης αγαπούν τα εγκλήματα και διασκεδάζουν με αυτά, όταν τα διαβάζουν, βεβαίως, και όχι όταν τα υφίστανται.

Αστυνομικό χωρίς φαμ φατάλ υπάρχει άραγε κ Φιλίππου;

 Η φαμ φατάλ, η μοιραία γυναίκα, είναι δημιούργημα των Αμερικανών συγγραφέων. Οι Αμερικανοί συγγραφείς  αστυνομικών μυθιστορημάτων δεν νοιάζονται τόσο για το ποιος σκότωσε τον δολοφονημένο, αλλά γιατί το έκανε. Και βρήκαν πως πίσω από κάθε έγκλημα υπάρχει μια γυναίκα. Αν θέλουμε, συμφωνούμε με αυτό.  Ίσως εκείνοι να έχουν δίκιο…

Αγαπά ο κόσμος γενικά τις αστυνομικές ιστορίες, γιατί όπως έλεγε κι ο Ρέυμοντ Τσάντλερ «ο καθένας πρέπει να δραπετεύει πότε πότε από τον θανάσιμο ρυθμό των  προσωπικών του σκέψεων;»

Η  ρήση του Τσάντλερ ισχύει μέχρι σήμερα. Διαβάζουμε αστυνομικές ιστορίες για να ξεφύγουμε από την πραγματικότητα, να ταξιδέψουμε, να περιπλανηθούμε σε άλλους κόσμους. Όλη η λογοτεχνία είναι έτσι. Εντάξει, υπάρχουν καλά και κακά βιβλία, αστυνομικά και μη αστυνομικά. Τα καλά μας ταξιδεύουν και ταυτόχρονα μας κάνουν και σκεφτόμαστε.

Κλείνοντας, γράφετε κάτι δικό σας καινούριο, τούτη την άνοιξη που μπήκε για τα καλά;

Ξέρετε, οι συγγραφείς πάντα γράφουν. Αν δεν γράψουν, υποφέρουν. Με το γράψιμο θεραπεύονται. Γιατί εγώ ν’ αποτελώ εξαίρεση;

Το νέο βιβλίο του Φίλιππου Φιλίππου: «Ιστορία της Ελληνικής Αστυνομικής Λογοτεχνίας Ο Γιάννης Μαρής και οι Άλλοι» (2018), από τις Εκδόσεις Πατάκη

1 thought on “Ο Φίλιππος Φιλίππου συνέντευξη στην Τίνα Πανώριου

Τα σχόλια είναι κλειστά.