fbpx

«Ο Τζεφ Μπρίτζες σε στιλάτο noir film, ο Ράιαν Γκόσλινγκ στο φεγγάρι και γεύση από Σίλβιο Μπερλουσκόνι», οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Το παγκόσμιο σινεμά είναι ακριβώς όπως και οι οίκοι της υψηλής ραπτικής, με την μόνη διαφορά ότι ο κινηματογράφος, ως η 7η των Τεχνών, είναι διαχρονικός σε αντίθεση με το ένδυμα, που ατυχώς εντάσσεται στην εφήμερη δόξα της μόδας, εκεί που δυο ή τρία χρόνια μετά το ρούχο αποκτά την ταυτότητα του ντεμοντέ και δεν φοριέται. Η ενδυματολογία είναι μόδα ενώ το σινεμά ψυχαγωγία, γνώση, πνευματική τροφή, φανταστικό ταξίδι στον ρεαλισμό ή στον μύθο, αντικείμενο διαφόρων, εσωτερικών ερεθισμάτων, αλλά και οδηγός κοινωνικών, πολιτιστικών τάσεων και μιμητισμού. Το σινεμά, όπως και οι οίκοι της υψηλής ραπτικής, από την στιγμή που ορθώνεται το όποιο δημιούργημα, ελάχιστα χιλιοστά κάτω από την επιδερμίδα τους πουλάνε κουλτούρα. Και η εν λόγω κοινωνική κουλτούρα εντάσσεται κι αυτή στο πεδίο της μόδας.

Το στυλ κυριαρχεί και στις δυο περιπτώσεις. Το πως, δηλαδή, θα σχεδιάσει ο σκηνοθέτης την ταινία, έχοντας το σενάριο στα χέρια του, είναι ακριβώς το ίδιο με την ιδέα και στην συνέχεια της κατασκευής ενός ρούχου. Πατρόν ονομάζεται στην ραπτική, story board ονομάζεται στην σκηνοθεσία. Από εκεί και έπειτα λίγο έως περισσότερο γνωρίζετε την ακολουθία των διαδικασιών που λαμβάνουν δράση (οργάνωση παραγωγής, ομάδες τεχνικών, συμβούλων, ρεπεράζ, ηθοποιοί, μουσικοσυνθέτες), μέχρι να φτάσει το προϊόν στο σημαντικό δια ταύτα: Στο κόψε ράψε, στο μοντάζ ώστε να πάρει την τελική του μορφή, έτοιμο για την επίδειξη.

Κάθε ένας από εμάς σε αυτή την βραχύσωμη περιοδεία μας στον πλανήτη των ανθρώπων έχουμε βιώσει ουκ ολίγες «μόδες», που μερικές τις νοσταλγούμε θετικά, άλλες τις εγκαταλείπουμε στην αχλή της αμφισβήτησης και κάποιες τις απορρίπτουμε ασυζητητί. Όλες όμως τις θυμόμαστε και πιθανώς να έχουμε υποπέσει στους κολλώδης ιστούς του λαϊκισμού και να εγκλωβιστήκαμε από τα θέλγητρα του συρμού, βιώνοντας στιγμές παρελθόντος, που σήμερα θέλουμε να ξεχάσουμε ή πρωταγωνιστώντας σε «μοδάτες» περιόδους, που συνεχώς ανατρέχουμε και αφηγούμαστε με παρρησία ειδικά στους νεώτερους.  

Ο Όσκαρ Γουάιλντ είχε αναφερθεί με το γνωστό, ευφυέστατο, σκωπτικό του στυλ για την μόδα, λέγοντας: «την λυπάμαι βαθύτατα την άμοιρη την μόδα, πεθαίνει τόσο γρήγορα». Ένα ρούχο ή ένα ζευγάρι παπούτσια που έκανε θραύση στην δεκαετία του εβδομήντα ή του ογδόντα σήμερα δεν μπορείς να το φορέσεις και να βγεις έξω για καφέ, ποτό, φαί γιατί όπως λέει και ο αήττητος Ζήκος: «θα μαζευτεί η μαρίδα και θα σου πετάει τομάτες». Μια καλή ταινία, όμως, του κινηματογραφικού είδους που γουστάρεις, περασμένων δεκαετιών, την βλέπεις ξανά και ξανά μέχρι να λιώσει το dvd, μαζί του και εσύ. Η διαχρονικότητα του κινηματογραφικού στυλ, αναμεμιγμένη με την νοσταλγία είναι η ποθητή τροφή κάθε ανθρώπου.

Η μητέρα μου έλεγε, πως ό,τι πληρώνεις αγοράζεις. Θυμάμαι τον κύριο Πάτροκλο που το σπίτι του ήταν μεσοτοιχία με το δικό μας, κατείχε πολυετή θέση προϊσταμένου λογιστηρίου στην χαλυβουργία, νοικοκύρης άνθρωπος, ευκατάστατος οικονομικά, οικογενειάρχης με τρία τον αριθμό τέκνα να σπουδάζουν «στας ευρώπας», εξομολογείτο με περισπούδαστο ύφος στον πατέρα μου, πως η χειμερινή του γκαρνταρόμπα – κοτσάμ στέλεχος μεγαλοεταιρείας – απαρτιζόταν από δυο μόνο στιλάτα κοστουμάκια, προ οκταετίας μπορεί και δεκαετίας, φτιαγμένα σε μερακλή ράφτη από φίνο ύφασμα μέιντ ιν Ίνγκλαντ, που είχε ψωνίσει ο ίδιος στην Μπέικερ στριτ σε ένα από τα ταξίδια του στο Λονδίνο. Ανοιχτόχρωμο συντηρητικό καφέ χρώματος το μεν και νταρκ μπλου για τα επίσημα, τις βεγγέρες και τις κηδείες το δε. Αντίστοιχα, εικάζω, θα ήταν και η θερινή διάσταση των ενδυματολογικών επιλογών του κυρίου Πάτροκλου. Άλλες εποχές πιο ανθεκτικές και υπεύθυνες.

Το κινηματογραφικό στυλ είναι αυτό που έφτιαξε τις επονομαζόμενες σχολές σκηνοθεσίας. Ως λαϊκό μέσο ψυχαγωγίας που είναι η τέχνη της κινούμενης εικόνας τα δομικά υλικά εξελίσσονται, περίπου, ανά δεκαετία με την ταχύτητα ατίθασου υδράργυρου, κρατώντας όμως σταθερή την αξία του στυλ. Εκτός από την pret a porter βιομηχανία της ευρείας κατανάλωσης, υπάρχει το διαφορετικό, το ατόφιο, το απαράμιλλο, που προσφέρει την γόνιμη ώθηση για να πάει ένα βήμα πιο κει η τέχνη. Αυτό το ποιοτικό, το καινοτόμο μετασχηματίζεται σε σχολή, όπως και σήμερα και η σχολή γεννάει «μόδιστρους» και «μοδίστρες», που εργάζονται, έχοντας ως βάση, στα ήδη πρωτοπόρα, επιτυχημένα κινηματογραφικά πατρόν. Για  αυτό πολλές φορές διαβάζετε από τους κριτικούς του κινηματογράφου αναφορές σε ταινίες και σκηνοθέτες του παρελθόντος που έχουν αφήσει ανεξίτηλο το χνάρι τους στο παγκόσμιο σινεμά.

Τα πάντα είναι θέμα στυλ. Είναι σαν το φίνο ύφασμα του κυρίου Πάτροκλου από την Μπέικερ στριτ, εκείνο το πολυετές, άφθαρτο ρούχο, το φτιαγμένο από μαγκιόρο ράφτη, που όσα χρόνια κι αν πέρασαν η μοναδική του απώλεια ήταν τελικά ο ίδιος ο κύριος Πατρόκλος που το φόραγε ακόμα κι όταν έφυγε από την ζωή. All time classic, πάντα με στυλ, folks…

«Δύσκολες Ώρες στο Ελ Ροαγιάλ»

(Bad Times at the El Royale)

 

 

  • Είδος: Noir περιπέτεια
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2018)
  • Σκηνοθεσία: Ντρου Γκόνταρντ
  • Με τους: Τζεφ Μπρίτζες, Σίνθια Ερίβο, Ντακότα Τζόνσον, Λιούις Πούλμαν, Κρις Χέμσγουορθ, Νικ Οφερμαν, Τζον Χαμ, Κέιλι Σπένι,
  • Διάρκεια: 141’
  • Διανομή: Odeon

Μεστό, ολοκληρωμένο και άκρως απολαυστικό. Ο πετυχημένος σεναριογράφος της «Διάσωσης του Στρατιώτη Ράιαν», του «Παγκόσμιου Πολέμου Ζ», της «Διάσωσης» (προτάθηκε για Όσκαρ), αλλά και αρκετών τηλεοπτικών επεισοδίων του  «Lost» και «Alias», ο Αμερικανός  Ντρου Γκόνταρντ «κεντάει» και εκτός πένας, καθισμένος, εκτός των άλλων, στην βαριά καρέκλα του σκηνοθέτη για την δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του. Η πρώτη ήταν εκείνο το ευφάνταστο «Το Μικρό Σπίτι στο Δάσος» (The Cabin in the Woods) του  2012, που μας άφησε ξερούς και με το στόμα ορθάνοιχτο σαν πλατεία επαρχιακής πόλης, όταν καταλάβαμε, πως όλοι είμαστε εν δυνάμει εδέσματα κατευναστικής σπονδής αρχαίων, χθόνιων θεών που βρίσκονται στη Γη.

Εκτός από την πολύ καλή γραφίδα του, ο Ντρου Γκόνταρντ έχει το σινεμά και την σύνταξη πλάνου και πλοκής βαθιά στο κεφαλάκι του, κάτι που βγαίνει αβίαστα στο roll της κάμερας. Το κυριότερο δε, είναι ότι αφήνει γενναιόδωρα τους ηθοποιούς να απλώσουν τον ρόλο τους, να πιάσουν τον ρυθμό του noir στυλ, που επιτάσσει το συγκεκριμένο concept, να γίνουν πειστικοί, ατμοσφαιρικοί. Απελευθερωμένος ο σκηνοθέτης από την σύγχρονη, μοδάτη αντίληψη του cut και πλάνου εν είδει βίνετο κλιπ, όπως συνηθίζεται σε ταινίες που πάσχουν σεναριακά, αφήνει ελεγχόμενα την ταινία να λάβει τις ζωογόνες ανάσες της.

Εδώ έχει ζουμί η υπόθεση και το δελεαστικό cast παίρνει γερά την σκυτάλη της υποκριτικής σαν να βρίσκεται σε μια αθέατη γωνιά ο Ταραντίνο απολαμβάνοντας την εξέλιξη. Αναφέρω τον Ταραντίνο γιατί στην τελευταία του ταινία ο Κουεντίν ένα ιδίου ύφους και στυλ σενάριο σκηνοθέτησε με τους  «Μισητούς Οκτώ» (The Hateful Eight – 2015). Σε περιορισμένο χώρο, πάνω από μισή ντουζίνα άγνωστα και επικίνδυνα καθάρματα μέσα σε αυτόν, σε κάνουν να λαχανιάζεις. Σφιχτό και κατανοητό flash back, αγωνία, δράση και ένα φινάλε όπως πρέπει, όπως αξίζει.

Ο  Γκόνταρντ προσδίδει θεατρικότητα με στιβαρούς διάλογούς ενώ περίτεχνα απλώνει το νοσηρό πολιτικό, κοινωνικό και ιστορικό υπόβαθρο της Αμερικής των τελευταίων εβδομήντα χρόνων ενδεδυμένο νοσταλγικά στο εξαιρετικό και στυλάτο νουάρ περιβάλλον ενός μοτέλ με την εκπληκτική μουσική υπόκρουση από γνωστά χιτάκια των ’50s και των ‘60s, επιλεγμένα ένα προς ένα από τον μουσικό παραγωγό Χάρβεϊ Μέισον Τζούνιορ (ετοιμάζει την βιογραφία της Αρίθα Φράνκλιν), που μέσα από τα τραγούδια που ακούγονται στην ταινία δίνει πληροφορίες για τον ποιόν των ενοίκων. Καταπληκτική και η φωτογραφία του βετεράνου Σέιμους ΜακΓκάρβει («Εξιλέωση», «Νυκτόβια Πλάσματα»), ενώ η επιμέλεια παραγωγής είναι άρτια, παραδίδοντας στον θεατή καλό σινεμά.

Το μοτέλ «El Royale», είναι από εκείνα τα αραχτήρια, που βρίσκονται χωμένα στις άκρες των ατέλειωτων, φιδίσιων αμερικάνικων highways. Παλαιότερα ήταν στιλάτο και φινετσάτο, καθώς διαθέτει και καζίνο, ενώ το μισό κτίριο βρίσκεται στην πολιτεία της Καλιφόρνια και το άλλο μισό στην πολιτεία Νεβάδα. Κάποτε γνώρισε την αίγλη και την δόξα όταν εκεί κατέλυαν κρυφά διάφοροι αμερικανοί πολιτικοί για τις ανομίες τους, ενώ τώρα το έτος 1969 βρίσκεται έρημο, διαλυμένο, ξεχασμένο, βαλτωμένο στην παρακμή.

Σε αυτό καταφθάνει ο περίεργος ιερέας Ντάνιελ Φλιν με το αλτσχάιμερ προ των πυλών (Τζεφ Μπρίτζεφ – καταπληκτικός!), που κάτι αναζητά, η τσαμπουκαλού Έμιλι (Ντακότα Τζόνσον – πολύ καλή) μαζί με την αδελφή της Ρόουζ (Κέιλι Σπένι – εντυπωσιακή), που θέλουν να αποφύγουν το γοητευτικό αλλά και βίαιο βλαχαδερό Μπίλι Λι (Κρις Χέμσγουορθ – καλός), η μαύρη τραγουδίστρια γκόσπελ Νταρλίν (Σίνθια Ερίβο – απίθανη!), που θέλει να κάνει καριέρα και θα εμφανιστεί στο Ρίνο, για να συνευρεθούν όλοι τους στον ίδιο χώρο του ξενοδοχείου με τον ευδιάθετο έμπορο από το Νότο, τον Λάραμι Σίμουρ Σάλιβαν (Τζον Χαμ – σταθερή αξία). Τους ενοίκους του παράξενου μοτέλ «El Royale» υποδέχεται ο ευγενικός γκρουμ – ρεσεψιονίστ Μάιλς (Λούις Πούλμαν – πολύ καλός), όπου τους τοποθετεί στα δωμάτια τους.  

Κανείς από τους επισκέπτες δεν είναι αυτό που πλασάρεται.  Μηδενός εξαιρουμένου σέρνουν από ένα βαρύ μυστικό. Κατά τη διάρκεια της βροχερής νύχτας και κλεισμένοι στο τρομερό «El Royale», που ως μοτέλ είναι φτιαγμένο για να παγιδεύει με τον τρόπο του ανθρώπους, θα έχουν μια τελευταία ευκαιρία για λύτρωση. Και όλα πάνε κατά διαόλου.  

Ξέρετε, ότι το σημαντικό για έναν σκηνοθέτη, που εμφανίζεται στο προσκήνιο με ενδιαφέρουσα την πρώτη του ταινία, είναι να διατηρήσει την σταθερή αξία του ταλέντου, τον ρυθμό της επιτυχίας και στην δεύτερη και στην τρίτη απόπειρα και να μην καταγραφεί στην ιστορία ως ο διάττων αστήρ ή ως το πυροτέχνημα με την μερομήνια λήξης. Το πετυχαίνει ο  Ντρου Γκόνταρντ και η δεύτερη προσπάθεια του πίσω από τον φακό είναι εξ΄ ίσου εντυπωσιακή και ενδιαφέρουσα, όπως και η πρώτη. Παραμερίζει τα εφέ της προηγούμενης του δουλειάς, δεν κολλάει στο παιχνίδι των εντυπώσεων και είναι εμφανές, ότι τον ενδιαφέρει, τόσο η ουσία του θέματος, όσο και η διαχρονικότητα του δημιουργήματος του.

Οι επιλογές του στους πρωταγωνιστές είναι προσεκτικές με κορυφαίο τον Τζεφ Μπρίτζες να σέρνει τον χορό, τραβώντας αβίαστα τους υπόλοιπους  νέους, στο κουρμπέτι σταρς, για να βγάλουν τον καλύτερο εαυτό τους. Ναι, είναι θεϊκός ο Τζεφ, όπως καταπληκτική είναι και η φωνάρα, της αφροαγγλίδας Σίνθια Ερίβο, γνωστή από τον ρόλο της Σέλι στο θεατρικό «Χρώμα Πορφυρό», που της χάρισε και το βραβείο Τόνι. Η Σίνθια με τις θεατρικές καταβολές παίζει, τραγουδάει ακαπέλα απίθανες σοουλιές και γκόσπελ, κρατώντας παλικαρίσια τα πλαϊνά στηρίγματα της πλοκής του σεναρίου.  Επίσης αποκάλυψη είναι και ο 25χρονος Λούις Πούλμαν, ο υιός του γνωστού ηθοποιού Μπιλ Πούλμαν, που υποδύεται τον γκρουμ του «μυστήριου» μοτέλ και είναι η πυξίδα όλης της σκοτεινής διαδρομής της υπόθεσης.

Η ωραία και αναδυόμενη στα πράγματα Ντακόντα Τζόνσον αποδεσμεύεται από τον φτηνό λαϊκισμό των 50 αποχρώσεων του Γκρι και νευρικά, ατίθασα, με την εμφάνιση ζόρικoυ χιπιού, βουτάει θαρραλέα στην αμαζονική περσόνα, έτοιμη να εξολοθρεύσει τα ανόητα και τα ενοχλητικά αρσενικά, προστατεύοντας την πολύ καλή αδελφή της, Κέιλι Σπένι στον ρόλο του διεστραμμένου νυμφίδιου. Έξοχη η δουλειά του  Ντρου Γκόνταρντ, που αξίζει να δείτε!        

«Πόθος»

(Ga’agua / Longing)

 

  • Είδος: Κοινωνική
  • Παραγωγή: Ισραήλ (2017)
  • Σκηνοθεσία: Σάβι Γκάμπιζον
  • Με τους: Σάι Αβίβι, Ασι Λέβι, Νέτα Ρίσκιν
  • Διάρκεια: 100’
  • Διανομή: Weird Wave
  • Διακρίσεις: Βραβείο Κοινού «Venice Days» στο 74ο Φεστιβάλ Βενετίας

Η εξαγωγή του ισραηλινού κινηματογράφου είναι πάντα προσεκτική και επιλεκτική. Σπάνια θα βρεθεί ισραηλινή ταινία στο διεθνές γίγνεσθαι, που να μην αξίζει και να μην είναι προσεγμένη, ασχέτως εάν το σενάριο σε αγγίζει ή όχι. Η συγκεκριμένη του  Σάβι Γκάμπιζον, σε σενάριο δικό του, είναι εντελώς ιδιαίτερη, καθώς το θέμα της είναι ασυνήθιστο από ένα σημείο και έπειτα.

Ο σκηνοθέτης χρησιμοποιεί το γνωστό πρότυπο του ώριμου άνδρα που ενημερώνεται ξαφνικά, έπειτα από είκοσι χρόνια, πως από τον μεγάλο έρωτα του νεανικού του παρελθόντος προέκυψε καρπός και μάλιστα αγόρι. Ο Γκάμπιζον δεν μένει στα τετριμμένα και τα χιλιοειδωμένα της συνάντησης του νέου με τον άγνωστο πατέρα του, που τον κρατούσε κρυφό η μάνα, λέγοντας του, ότι ο βιολογικός πατέρας του είναι νεκρός. Όχι, τέτοια κλισέ στο σενάριο δεν φυλλορροούν και το παράδοξο ορθώνεται μέσα από μια άλλη ματιά, πιο προκλητική και σαφώς πιο ενδιαφέρουσα.

 Ο 50χρονος, ευκατάστατος επιχειρηματίας Άριαλ (Σάι Αβίβι – πολύ καλός), εργένης εκ πεποιθήσεως και αρνητής στο να δημιουργήσει οικογένεια, λόγω προσωπικών τραυμάτων από τον βάναυσο πατέρα του, καλείται εντελώς απροσδόκητα να συναντήσει την προ εικοσαετίας ερωμένη του, Ρόνιτ (Ασι Λέβι –πολύ καλή). Εκείνη έχει δύο μεγάλες αποκαλύψεις να του ανακοινώσει: Η πρώτη είναι πως όταν χώρισαν, είκοσι χρόνια πριν, ήταν έγκυος και 9 μήνες μετά, γέννησε ένα αξιολάτρευτο αγοράκι, τον Άνταμ. Ο πρώτος κεραυνός πέφτει στο κεφάλι του ανυπεράσπιστου Άριαλ. Η δεύτερη αποκάλυψη, όμως, θα αλλάξει τη ζωή και το σκεπτικό του 50χρονου, καθώς η Ρόνιτ τον ενημερώνει, πως ο γιός του σκοτώθηκε σε αυτοκινητικό δυστύχημα ένα μήνα πριν. Ο πατέρας που δεν γνώρισε ποτέ τον γιό του και τώρα είναι νεκρός, εγκαταλείπει το Τελ Αβίβ και ταξιδεύει στην πόλη που γεννήθηκε και μεγάλωσε ο Άνταμ, έχοντας ως χάρτη το περιβάλλον της καθημερινότητας του νέου, τους συμμαθητές του, τις σχέσεις του, την αγάπη του για την μουσική, τις εφηβικές, παραβατικές συναναστροφές του, τις αντιδράσεις του, καταλήγοντας στο πρόσωπο κλειδί, που ο 19χρονος λάτρεψε με πάθος και είναι η νεαρή καθηγήτρια του σχολείου Γιαέλ (Νέτα Ρίσκιν –καλή). Μια γυναίκα που είχε γίνει εμμονή και υποκείμενο αγιάτρευτου πόθου του νεαρού Άνταμ.

Ο πατέρας από τις αφηγήσεις και τα γεγονότα σιγά σιγά συνθέτει την ψυχοσύνθεση του γιού που δεν συνάντησε ποτέ, ώσπου μια ημέρα στο νεκροταφείο, κοντά στο μνήμα του Άνταμ, συναντά ένα άλλο πατέρα να περιποιείται τον τάφο της έφηβης κόρης του. Αυτή η συνάντηση θα ανατρέψει όλα τα δεδομένα.

 

Καλοστημένη ταινία, συγκινητική, κινείται ευπρεπώς στο έδαφος του κοινωνικού δράματος, που σε κάποια στιγμή κάνει ένα μικρό loop και αποκτά ευτράπελη διάθεση λόγω του παράδοξου που εμφανίζεται από ένα σημείο και έπειτα για να κλείσει σε ένα φινάλε βγαλμένο από την καλπάζουσα φαντασία του σκηνοθέτη.

Καλές ερμηνείες εστιασμένες στον γονεϊκό ρόλο, τις ενοχές και στις εν γένει απουσίες των γονέων, ενώ το σενάριο δεν αποφεύγει τον υποδόριο διδακτισμό, παρά την ακρότητα που χρησιμοποιεί ως τέχνασμα για να λειτουργήσει έξυπνα η πλοκή της ταινίας.    

 

«Ο Πρώτος Άνθρωπος»

(First Man)

 

  • Είδος: Βιογραφία
  • Παραγωγή: Η.Π.Α. (2018)
  • Σκηνοθεσία: Ντάμιεν Σαζέλ
  • Με τους: Ράιαν Γκόσλινγκ, Κλερ Φόι, Κρίστοφερ Αμποτ, Κάιλ Τσάντλερ
  • Διάρκεια: 141’
  • Διανομή: Tulip Entertainment

Ο βραβευμένος με το Όσκαρ σκηνοθεσίας στα 31 χρόνια του για την εξαιρετική ταινία «La La Land», Ντάμιεν Σαζέλ, αφήνει τα εκκωφαντικά τύμπανα του απίθανου «Χωρίς Μέτρο» (Whiplash – 2014), που χάρισε το Όσκαρ Β΄ Ανδρικού Ρόλου στον Τζέι Κέι Σίμονς, αλλά και το εξάκις με Όσκαρ βραβευμένο, μουσικοχορευτικό, τζαζίστικο Λος Άντζελες και τραβάει, σούπερ αμερικάνικα, προς το νησί Μέριτ της Φλόριντα και στο Διαστημικό Κέντρο Κένεντι, απ΄ όπου απογειώθηκε η «θρυλική» αποστολή «Απόλλων 11». Στο πλάνο του Ζαζέλ βρίσκεται ο αστροναύτης Νιλ Άρμστρονγκ και εδώ ο Νιλ Άρμστρονγκ είναι ο Ράιαν Γκόσλινγκ, απίθανος όπως πάντα.

Η ταινία ακολουθεί την πορεία του Νιλ Άρμστρονγκ (Ράιαν Γκόσλινγκ – εκπληκτικός, ψήνεται για Όσκαρ) από το 1961 έως το 1969, την περίοδο δηλαδή που η NASA προετοίμαζε πυρετωδώς το θρυλικό διαστημικό της πρόγραμμα, ώστε να στείλει την πρώτη επανδρωμένη αποστολή στο φεγγάρι. Ο αγώνας αυτός οδήγησε σε μια από τις πιο ριψοκίνδυνες και σπουδαίες αποστολές στην ιστορία της ανθρωπότητας. Πέρα από την απεικόνιση του παθιασμένου, αδάμαστου, ανυπότακτου ήρωα, υπάρχει και η δραματική φιγούρα της συζύγου του, της Τζάνετ Άρμστρονγκ (Κλερ Φόι – πολύ καλή). Πρόκειται για μια γυναίκα που καλείται να χτίσει τη ζωή της γύρω από έναν περιπετειώδη άνθρωπο, κάνοντας σημαντικές θυσίες στον βωμό του απροσδόκητου ταξιδιού που θα γράψει ιστορία. Ενώ ο Νιλ Άρμστρονγκ ταξιδεύει προς τον ουρανό, η Τζάνετ πρέπει να χειριστεί την επίγεια θλίψη της απώλειας και να είναι ταυτόχρονα η πνευματική ραχοκοκαλιά του εκκολαπτόμενου διαστημικού προγράμματος.

Ο «Πρώτος Άνθρωπος» αποκαλύπτει την ιδιωτική ζωή του ήρωα Νιλ Άρμσρονγκ και τις άγνωστες μέχρι τώρα πτυχές του χαρακτήρα του, ενώ βασίζεται στην λεπτομερή βιογραφία του αστροναύτη. Ο ίδιος ο Άρμστρονγκ ήταν ένας κλειστός και απομονωμένος άνθρωπος, και λίγο πριν πεθάνει στις 25 Αυγούστου 2012, είχε προλάβει να δώσει το πράσινο φως στους παραγωγούς για το ξεκίνημα της ταινίας.

«That’s one small step for man, one giant leap for mankind» (Αυτό είναι ένα μικρό βήμα για τον άνθρωπο, ένα γιγάντιο άλμα για την ανθρωπότητα) και όλα τα φανφαρόνικα γνωστά αμερικάνικα, που ήδη ξέρετε για αυτή την «αποστολή», που δεν είναι λίγοι αυτοί, που τεκμηριωμένα πιστεύουν, ότι ποτέ δεν πραγματοποιήθηκε και όλα ήταν μια προπαγανδιστική, κινηματογραφική παραγωγή σε κλειστό πλατό, ένεκα του ψυχροπολεμικού περιβάλλοντος και των πολλών διαστημικών επιτυχιών, με κόστος ανθρώπινων ζωών, της τότε Σοβιετικής Ένωσης (θα γράψουμε ένα άρθρο γι  αυτό). Στην ταινία του Τζέιμς Μποντ, μάλιστα, «Τα Διαμάντια Είναι Παντοτινά», ενώ κυνηγάνε τον πράκτορα οι κακοί κάπου στην έρημο της Νεβάδα, ο 007 διαλύει ένα κινηματογραφικό πλατό, που γυριζόταν μυστικά η προσσελήνωση των τριών αστροναυτών του «Απόλλωνος 11». Τυχαίο;  

Στην ταινία όλα είναι καθ΄ όλα ά-ρ-τ-ι-α στην λεπτομέρεια τους, στην τρίχα η παραγωγή, όπως λένε, ξεκινώντας από την απόδοση της περιόδου, την υποβλητική μουσική του δις βραβευμένου με Όσκαρ μουσικοσυνθέτη για το «La La Land», του 33χρονου Τζάστιν Χέργουιτζ, τις ερμηνείες, την απογειωτική φωτογραφία του Λάινους Σάντγκρεν, έως το biopic του Νιλ Άρμστρονγκ, άπαντα είναι βασανιστικά απίθανα. Τι δεν είναι η ταινία; Δεν είναι η φλόγα, ή πυρκαγιά των δυο προηγούμενων ταινιών του Σαζέλ. Σαν «παραγγελιά» μοιάζει και μάλιστα με χαρτούρα κολλημένη στο κούτελο του «παίχτη», για να δουν καλά οι παροικούντες στην Ιερουσαλήμ. Κάποια στιγμή θα γραφτούν και οι αλήθειες…. ουδέν κρυπτόν του φεγγαριού.     

«Loro»

 

 

  • Είδος: Βιογραφία
  • Παραγωγή: Ιταλία (2018)
  • Σκηνοθεσία: Πάολο Σορεντίνο
  • Με τους: Τόνι Σερβίλο, Ρικάρντο Σκαμάρτσιο, Κάσια Σμούτνιακ, Κιάρα Ιέτσι
  • Διάρκεια: 150’
  • Διανομή: Feelgood Entertainment

Δυο ταινίες («Loro 1», «Loro 2») μαζεμένες στην συσκευασία της μίας διάρκειας 150 λεπτών, για την κινηματογραφική αγορά μονταρισμένη. Ο Πάολο Σορεντίνο της «Τέλειας Ομορφιάς» με πρωταγωνιστή και αυτή την φορά τον μπριλάντε ηθοποιό Τόνι Σερβίλιο μεταφέρουν στο άσπρο πανί τα σημεία και τα τέρατα του καβαλιέρι της Ιταλίας Σίλβιο Μπερλουσκόνι, συγκεκριμένης χρονικής περιόδου από το 2006 έως το 2010.

Με γνώνομα την «Τέλεια Ομορφιά» και την πολιτισμική σήψη του υλισμού η ταινία είναι ένας κύκλος, όπου το κέντρο της είναι κάποια πραγματικά γεγονότα από τον βίο και την πολιτεία του πάμπλουτου Μπερλουσκόνι και η περιφέρεια του κύκλου αυτό που θέλει ο Σορεντίνο να αποτυπώσει: Τον λαϊκισμό, τον εύκολο πλουτισμό, τις ακριβές βίζιτες, την χυδαιότητα και την κάθετη πτώση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας εν ονόματι του χρήματος. Άπαντες, ως επί το πλείστον τα λαμόγια, επιθυμούν μια γνωριμία με την χειμαρρώδη και αχαλίνωτη περσόνα της Ιταλίας, τον καναλάρχη, τον επιχειρηματία, τον καπάτσο, τον άνθρωπο που κάθε 20 δευτερόλεπτα βγάζει 2 εκατομμύρια ευρώ, αυτόν τον εβδομήντα φεύγα που δεν τον πτοούν οι προσβολές και έχει όλο τον κόσμο γραμμένο στα… παλαιότερα των υποδημάτων του, τον γκομενάκια και εκμαυλιστή συνειδήσεων και ηθικής, τον ντοτόρε Σίλβιο.

Αυτή είναι ταινία: Ο Σίλβιο και οι «Loro» δηλαδή, οι «άλλοι», και loro sono τα λογής δίποδα, τα μορμολίκια, οι άδειες και τραγικές σκιές που συντελούν στην παγκόσμια, ανθρώπινη κατάρρευση. Όλα τα έχει η ταινία: Πολιτική, ναρκωτικά, σεξ και μια ατελείωτη πασαρέλα από τα ωραιότερα κορίτσια, συγκεντρωμένα, διάολε, σε μια ταινία. Κουραστικό το θέμα και το νοικοκυριό του συμμαζέματος των δυο ταινιών σε μια έκδοση, τελικά αποτυγχάνει, ταλαιπωρώντας ανελέητα τους οφθαλμούς και τα ώτα στο να παρακολουθείς για 150 λεπτά της ώρας όλο αυτό το ανήθικο και δίχως έλεος τσίρκο πολιτικής και κοινωνίας.  Θαρρώ μάλιστα, ότι ο Πάολο Σορεντίνο αγιογραφεί… Αγιούτο! 

«Peppermint»

 

 

  • Είδος: Δράση, Περιπέτεια
  • Παραγωγή: Η.Π.Α., Κίνα (2017)
  • Σκηνοθεσία: Πιερ Μορέλ
  • Με τους: Τζένιφερ Γκάρνερ, Τζον Γκάλαχερ, Τζον Ορτιζ
  • Διάρκεια: 101’
  • Διανομή: Tanweer

Νοικοκυρούλα, σύζυγος και μαμά μικρής θυγατέρας μεταμορφώνεται σε άγγελο εξολοθρευτή, έπειτα από την εν ψυχρώ δολοφονία της κόρης και του συζύγου της σε τοπικό λούνα πάρκ, εν ώρα βραδινής, οικογενειακής ψυχαγωγίας από εκτελεστές βίαιου καρτέλ ναρκωτικών. Η δικαιοσύνη βγάζει λάδι τους δολοφόνους και η μαμάκα παίρνει τον νόμο στα χέρια της και γκαγκαν γκαγκαν…

Η Τζένιφερ Γκάρνερ στο πόστο που ξέρει καλά να υπηρετεί. Action woman, δηλαδή πρίν ήταν «τι ωραία που μαγειρεύει η μαργαρίνη» και έπειτα μπρατσωμένη με γνώσεις χρήσης όπλων, εκρηκτικών και πολεμικών τεχνών. Οκ, τα έχουμε δει αμέτρητες φορές, έχουμε εμπεδώσει άλλες τόσες την οδό της αυτοδικίας όταν η δικαστική αρχή είναι διαβρωμένη πατόκορφα, γενικώς έχουμε μπουκώσει από ταινίες του είδους, που ούτε φαντασία, ούτε διαφορετικότητα διαθέτουν. Αυτό είναι το ρουχαλάκι που έβγαλε η κινέζικη παραγωγή, το πήρες και έφυγες.

Το πατρόν το ίδιο, κόψε από εδώ, ράψε από εκεί, βόλεψε παραπέρα, λίγο από τον «Εκτελεστή της Νύχτας», δόσεις από την «Αρπαγή» και μια Γκάρνερ που κάνει τον «John Wick» να μοιάζει με πιτσιρίκι που παίζει στο σκάμμα με την άμμο. Νισάφι!

«Το Τρίτο Έγκλημα»

(The Third Murder)

 

 

  • Είδος: Δικαστικό δράμα
  • Παραγωγή: Ιαπωνία (2017)
  • Σκηνοθεσία: Χιροκάζου Κόρε-Εντα
  • Με τους: Μασακάρου Φουκουγιάμα, Κότζι Γιακούσο, Σινοσούκε Μιτσουσίμα
  • Διάρκεια: 124’
  • Διανομή: One From the Heart

Ο επιτυχημένος δικηγόρος Σιγκεμόρι αναλαμβάνει την υπεράσπιση του Μισούμι, κατηγορούμενου για φόνο και κλοπή, ο οποίος είχε εκτίσει ποινή φυλάκισης και για έναν άλλο φόνο πριν τριάντα χρόνια. Οι πιθανότητες να κερδίσει ο Σιγκεμόρι την υπόθεση είναι μικρές αφού ο πελάτης του ομολογεί ελεύθερα την ενοχή του, παρά το γεγονός ότι αντιμετωπίζει τη θανατική ποινή αν καταδικαστεί. Καθώς διερευνά όλο και πιο βαθιά την υπόθεση, μελετώντας τις καταθέσεις της οικογένειας του θύματος και του ίδιου του Μισούμι, ο συνήθως σίγουρος Σιγκεμόρι αρχίζει να αμφιβάλλει για το αν ο πελάτης του είναι ο πραγματικός δολοφόνος.

 

Ο Κόρε-Έντα εντυπωσιάζει εδώ σε μια ολότελα διαφορετική ταινία από ό,τι μας έχει συνηθίσει, σκηνοθετώντας ένα κλειστοφοβικό, σκοτεινό Ντοστογιεφσκικό δράμα γεμάτο ηθικά διλλήματα και ανατροπές, όπου ο κάθε χαρακτήρας διεκδικεί τη δική του εκδοχή της αλήθειας και δικαιοσύνης. Ταυτόχρονα η ταινία υπονομεύει κάθε βεβαιότητα πάνω στη σχέση του εγκλήματος και της δίκαιης τιμωρίας του, συνιστώντας παράλληλα ένα δριμύ κατηγορώ απέναντι στην θανατική ποινή, η οποία, αξίζει να σημειώσουμε, είναι ακόμη σε ισχύ στην Ιαπωνία.

Στον πρωταγωνιστικό ρόλο του Μισούμι συναντάμε τον Γιακούσο Κότζι έναν από τους σπουδαιότερους και πιο καταξιωμένους Ιάπωνες ηθοποιούς. Ήταν ο πρωταγωνιστής στην ταινία «Το Χέλι» που είχε κερδίσει το Χρυσό Φοίνικα στο Φεστιβάλ Καννών το 1997, ενώ πιο πρόσφατα τον είδαμε στην ταινία «Βαβέλ» του Αλεχάντρο Γκονζάλεζ Ινιαρίτου, σε ταινίες του Τακάσι Μίκε και του Κιγιόσι Κουροσάβα, αλλά και στην ταινία «Οι Αναμνήσεις μιας Γκέισας».

Ο Φουκουγιάμα Μασαχάρου στον ρόλο του δικηγόρου, γνωστός ως πρωταγωνιστής στην ταινία του Χιροκάζου Κόρε-Έντα «Πατέρας και Γιος», ενώ είναι επίσης φωτογράφος, συνθέτης και καταξιωμένος τραγουδιστής στη χώρα του, διατηρώντας από το 2011 το ρεκόρ των μεγαλύτερων πωλήσεων δίσκων στην Ιαπωνία.

Ο σκηνοθέτης σημειώνει: «Πρωτίστως, ήθελα να απεικονίσω τη δουλειά ενός δικηγόρου σωστά. Μιλώντας με δικηγόρους, μου είπαν την εξής φράση: «Το δικαστήριο δεν είναι το μέρος όπου προσδιορίζεται η αλήθεια». Είπαν ότι κανείς δεν θα μπορούσε να γνωρίζει όλη την αλήθεια. Σκέφτηκα, ότι αυτό ήταν πολύ ενδιαφέρον και ύστερα αποφάσισα ότι αν είναι έτσι τα πράγματα, τότε θέλω να κάνω μια ταινία για ένα δικαστικό δράμα όπου η αλήθεια δεν αποκαλύπτεται. Συνήθως μια ταινία φτάνει στην αλήθεια στο τέλος. Ωστόσο με αυτή την ταινία, μόνο η δικαστική διαδικασία ολοκληρώνεται, ενώ οι χαρακτήρες δεν βλέπουν την αλήθεια. Δείχνει ότι η κοινωνία παραβλέπει ένα ατελές σύστημα που δεν μπορεί να επιβιώσει παρά μόνο αν οι άνθρωποι κρίνουν τους άλλους χωρίς απαραίτητα να γνωρίζουν την αλήθεια».

 Προβάλλονται επίσης:

  • Η κοινωνική: «Μενάσε: Ενας Ξεχωριστός Ανθρωπος», του Τζόσουα Ζ. Γουάινστιν (Neo Films)
  • Το ερωτικό δράμα: «Κτήνος», του Μάικλ Πιρς (StraDa FIlms)
  • Και το δράμα: «Το Ένστικτο της Επιβίωσης», του Πάντι Κόνσινταϊν (Odeon)