Ο συγγραφέας Θάνος Κονδύλης σε Α΄ πρόσωπο στην Τίνα Πανώριου

Τίνα Πανώριου

Τίνα Πανώριου

panoriout@gmail.com

«Τελικά δεν άντεξα κι άρχισα δισταχτικά να ψάχνω την ιστορία της Κύπρου, την ιστορία των κοριτσιών που στον 19ο αιώνα παντρεύονταν από τα δεκαέξι τους – με σημερινούς όρους «πωλούνταν», για να φύγουν από το σπίτι μιας και ήταν απλά ένα βάρος, τίποτα περισσότερο. Χάθηκα στις προσωπικές ιστορίες, περιπλανήθηκα στις αφηγήσεις εκείνης της εποχής…»

Ο Θάνος Κονδύλης γεννήθηκε στην Αθήνα. Το 2006, ύστερα από πολυετείς σπουδές στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, αναγορεύτηκε διδάκτωρ Ιστορίας στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών. Μιλάει αγγλικά, γαλλικά και ιταλικά. Το 1996 και το 2002 τιμήθηκε από τη Βουλή των Ελλήνων για το συγγραφικό του έργο, ενώ το 2015 βραβεύτηκε από το Πανεπιστήμιο Αθηνών η διδακτορική διατριβή του σχετικά με το μεσαιωνικό Ναύπλιο. Διακρίνεται για την αγάπη που έχει για το βιβλίο και ασχολείται αποκλειστικά με τη δημιουργική γραφή. Έχει συγγράψει με επιτυχία περισσότερα από σαράντα βιβλία (μυθιστορήματα, βιβλία για παιδιά και εφήβους, διηγήματα, ιστορικά έργα και δοκίμια), μερικά εκ των οποίων έχουν ήδη μεταφραστεί στο εξωτερικό.

Σε α’ πρόσωπο

«Θέλω να γράψω για σένα», σκέφτηκα, «θέλω να σε μάθει ο κόσμος …τι είσαι, πώς γεννήθηκες, πού πήγες, και πώς κατέληξες εδώ, στην προθήκη αυτής της έκθεσης».

Έτσι αισθάνθηκα, και αυτές οι λέξεις ξεπήδησαν απ’ το μυαλό μου, όταν επισκέφτηκα στην Κύπρο εκείνη την έκθεση νυφικών πριν δυο χρόνια. Σαν είδα εκείνο το νυφικό, μέσα στο μυαλό μου ξέσπασε μια καταιγίδα συναισθημάτων και την καρδιά μου πλημμύρισε μια πεθυμιά αλλιώτικη από τις άλλες. Μια ομορφιά αλλιώτικη, πρωτόγνωρη και ταυτόχρονα παράξενή στα δικά μου μάτια με κύκλωσε και με συνεπήρε.

Σε εκθέσεις πηγαίνω κάθε χρόνο και βλέπω πολλά εκθέματα· από αρχαιολογικούς θησαυρούς και βιβλία, μέχρι πίνακες, τεχνολογικά επιτεύγματα, αντικείμενα μικρά και μεγάλα. Αλλά όταν μπήκα σε εκείνη την πρωτοποριακή έκθεση νυφικών του 19ου και του 20ου αιώνα, πραγματικά αισθάνθηκα ότι είχα βρεθεί σε έναν πολύ ιδιαίτερο χώρο· έναν μαγικό σιωπηλό κόσμο που ποτέ στη ζωή μου δεν είχα ξαναδεί!

Δεκάδες νυφικά σε ποικίλους χρωματισμούς, σχήματα, υλικά κατασκευής, μυρουδιές. Όλα ήταν έργα τέχνης, άλλα πιο παλαιά άλλα πιο σύνθετα, αλλά πιο μεγάλα, άλλα πιο μικρά, άλλα πιο ελκυστικά και άλλα λιγότερο. Όλα όμως είχα να πουν κάτι στον παρατηρητή – επισκέπτη, μια ιστορία, έναν απολογισμό, έστω μια κουβέντα.

Περιδιαβαίνοντας τους ευθύγραμμους καλογυαλισμένους διαδρόμους με τις προθήκες των νυφικών, έφτασα σε κείνο. «Νυφικό, Λεύκαρα, κεντημένο από μετάξι, τέλη 19ου αιώνα», έλεγε το ταμπελάκι του Έμεινα να κοιτάζω αυτό… το ένα! Τράβηξα αρκετές φωτογραφίες σε αυτό και φεύγοντας το αποχαιρέτισα με χαμόγελο. Σαν να άκουσα μια φωνή πίσω μου: «θα ξανάρθεις κάποτε». Γύρισα, δεν είδα κανέναν. Χαμογέλασα κι έφυγα.

 

Για μήνες το σκεφτόμουν. Μια φωνή μου έλεγε μέσα μου «γράψε κάτι και για μένα… γράψε και για μένα». Τελικά δεν άντεξα κι άρχισα δισταχτικά να ψάχνω την ιστορία της Κύπρου, την ιστορία των κοριτσιών που στον 19ο αιώνα παντρεύονταν από τα δεκαέξι τους – με σημερινούς όρους «πωλούνταν», για να φύγουν από το σπίτι μιας και ήταν απλά ένα βάρος, τίποτα περισσότερο. Χάθηκα στις προσωπικές ιστορίες, περιπλανήθηκα στις αφηγήσεις εκείνης της εποχής και μετά… μετά γεννήθηκε η ιδέα, εκείνη που με συντροφιά το νυφικό με οδήγησε σε αυτό το βιβλίο.

Τρεις Φορές Νύφη, μια γυναίκα ένα νυφικό και τρεις γάμοι. Μια ιστορία αγάπης και έρωτα, μιας ιστορία που διχάζει κι ενώνει την ψυχή αυτής της γυναίκας, της Βίβιαν, με το νυφικό της, τον πιστό της συνοδοιπόρο μέχρι τα βαθειά της γεράματα. Σαν πάτησα για τελευταία φορά τα πλήκτρα του υπολογιστή, χαλάρωσα. Αλλά και πάλι δεν ήμουν έτοιμος να το δώσω στον εκδότη μου. Σαν κάτι να μου έλειπε.

Μόνον ένα πράγμα ήθελα να κάνω για αυτό το βιβλίο. Έτρεξα και πάλι σε εκείνη την έκθεση νυφικών. Κρατούσα στα χέρια μου τις σελίδες γεμάτες με τα κείμενα μου. Στάθηκα μπροστά του, χαμογέλασα και του είπα: «Τέλειωσα». Μου απάντησε: «Τώρα αρχίζουν όλα… τώρα!»