Ο συγγραφέας Γρηγόρης Αζαριάδης, συζητάει με την Τίνα Πανώριου

Τίνα Πανώριου

Τίνα Πανώριου

panoriout@gmail.com

«Δηλώνω υπέρμαχος της ομαδικής εργασίας σε όλες τις εκφάνσεις της προσωπικής και επαγγελματικής ζωής μου…»

Ο Γρηγόρης Αζαριάδης γεννήθηκε το 1951 στην Αθήνα. Έχει έναv γιο και μια κόρη. Είναι μέλος της ΕΛΣΑΛ (Ελληνικής Λέσχης Συγγραφέων Αστυνομικής Λογοτεχνίας). Το πρώτο του μυθιστόρημα «Παλιοι λογαριασμοί» εκδόθηκε το 2012. Ακολούθησαν «Η τελευταία παράσταση της Μαρίνας Φιλίππου» και «Το μοτίβο του δολοφόνου», που κυκλοφόρησαν το 2013 και το 2015, αντίστοιχα. Ο «Σκοτεινός λαβύρινθος» είναι το τέταρτο αστυνομικό του μυθιστόρημα. Λατρεύει τη γαλλική σχολή (Ζαν-Πατρίκ Μανσέτ) και ιδιαίτερα το πολάρ (το ζεύγος των Σουηδών Σγιεβάλ – Βαλέε) και το κλασικό νουάρ (Ρέιμοντ Τσάντλερ).

Πολυπρόσωπο το καστ του ωραίου αστυνομικού σας. Πώς τους στήσατε στο μυαλό σας όλους αυτούς τους τόσο διαφορετικούς χαρακτήρες; Και μήπως κάποιοι εξ αυτών είναι πρόσωπα υπαρκτά;

Σε όλα τα μυθιστορήματά μου οι χαρακτήρες έχουν πάντοτε μια πραγματική βάση. Είναι πρόσωπα που έχω γνωρίσει στο παρελθόν ή πάλι πρόσωπα για τα οποία γνωρίζω πολλά πράγματα μέσω διηγήσεων κοινών φίλων. Πάνω στην πραγματική βάση βέβαια στήνει το δικό της παιχνίδι η μυθοπλασία. Οι πραγματικοί χαρακτήρες μεταλλάσσονται σε κάτι πολύ πιο σύνθετο, πιο γοητευτικό με στόχο να προσελκύσουν το μεγαλύτερο ενδιαφέρον του αναγνωστικού κοινού. Στον «Σκοτεινό λαβύρινθο» ιδιαίτερα, αυτό το φαινόμενο είναι πολύ έντονο σε ό,τι αφορά τους χαρακτήρες που κυκλοφορούν στην καφετέρια «ΟΛΥΜΠΙΑΔΑ», με τους οποίους συναντιέμαι πολύ συχνά.

Η διαμόρφωση των χαρακτήρων των κεντρικών ηρώων παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Προσωπικά, στο χτίσιμο κάθε τέτοιου ήρωα προσπαθώ να ενσωματώσω χαρακτηριστικά δύο ή ακόμα και τριών υπαρκτών προσώπων, που έχουν διαδραματίσει κάποιο ρόλο στη ζωή μου ή ακόμη συνεχίζουν να το κάνουν. Πιστεύω ότι η σύνθεση στοιχείων από τρεις διαφορετικές γυναίκες, τόσο από εξωτερική εμφάνιση όσο και από χαρακτήρα, μπορεί να δώσει ένα θεαματικό αποτέλεσμα και να απογειώσει τον χαρακτήρα. Πράγμα που συμβαίνει και στην περίπτωση της Τρύπη, που αποτελεί έναν ιδανικό συνδυασμό «παλιάς αγάπης» και της γυναίκας που ζω μαζί επί 30 χρόνια!

Η Σοφία πάλι, αυτό το πληγωμένο, ευαίσθητο πλάσμα, θύμα των περιστάσεων, πώς σας «έκατσε» τόσο αληθινή, σαν κορίτσι της πλαϊνής πόρτας – με ένα τραύμα στην καρδιά;

Η Σοφία είναι μια κοπέλα που συνάντησα στο μετρό. Όταν μιλήσαμε, κατά περίεργο τρόπο με εμπιστεύτηκε από την πρώτη στιγμή και μου διηγήθηκε την ιστορία της. Είχε προκαλέσει ένα ατύχημα στα 18 της κι εξαφανίστηκε στην Αφρική, προσφέροντας ανθρωπιστική βοήθεια σε μικρά παιδιά. Αυτή είναι η βάση που ανέφερα προηγουμένως. Πάνω σ’ αυτή αναπτύχθηκε ο μύθος του «Σκοτεινού λαβύρινθου». Είναι υπαρκτό πρόσωπο. Τη βλέπω και πίνουμε καφέ πού και πού. Έχω δανειστεί κάποια στοιχεία που έχω προσθέσει στον χαρακτήρα της από τη θυγατέρα μου. Ακόμα κι εμφανισιακά.

Για να στήσετε όλη αυτήν την ιστορία χρειάστηκε έρευνα μεγάλη, έτσι δεν είναι; Και μοναχικές βραδινές χειμωνιάτικες βόλτες με το αυτοκίνητο ή και με τα πόδια στις διαδρομές των ηρώων σας;

Η έρευνα είναι το ψώνιο μου! Όλα μου τα βιβλία κρύβουν πίσω τους μια διαδικασία έρευνας τουλάχιστον 12 μηνών. Πιο συγκεκριμένα, ατέλειωτες συζητήσεις με αστυνόμο, εγκληματολόγο, ιατροδικαστή και ψυχολόγο, που αποτελούν το μόνιμο επιτελείο των συνεργατών μου. Αν παραστεί ανάγκη, το επιτελείο αυτό διευρύνεται με περισσότερους «ειδικούς». Όσο για τις βόλτες στα χνάρια των ηρώων είναι κάτι που το κάνω με μεγάλη χαρά, καθώς μου δίνει τη δυνατότητα να γνωρίσω πολλά ενδιαφέροντα και σκοτεινά σημεία της πόλης, αλλά και πολύ ενδιαφέροντες και σκοτεινούς τύπους σαν κι αυτούς που περιγράφω στα μυθιστορήματά μου.

Λέτε κάπου στον επίλογό σας ότι το έργο σας είναι προϊόν συλλογικής εργασίας. Που σημαίνει;

Δηλώνω υπέρμαχος της ομαδικής εργασίας σε όλες τις εκφάνσεις της προσωπικής και επαγγελματικής ζωής μου. Αυτό άλλωστε αντανακλάται και στους αστυνομικούς ήρωες των μυθιστορημάτων μου, όπου και η κεντρική ηρωίδα αστυνόμος Τρύπη λειτουργεί στο πλαίσιο της ομάδας ερευνών του Τμήματος Εγκλημάτων κατά Ζωής, του παλιού Τμήματος Ανθρωποκτονιών. Κατ’ αυτή την έννοια θεωρώ τους συνεργάτες που ανέφερα στην προηγούμενη ερώτηση και την πολύτιμη επιμελήτριά μου, που αξιολογεί πρώτη τα γραπτά μου, σαν συν-συγγραφείς. Να το πω με ποιητικό τρόπο, θεωρώ ότι είμαστε «συνταξιδιώτες στην υπέροχη περιπέτεια» που αποκαλούμε συγγραφή ενός μυθιστορήματος.

«…υπάρχουν πολλοί αξιόλογοι σύγχρονοι Έλληνες, που αν δεν γράφουν καλύτερα από τους αντίστοιχους Ευρωπαίους, τουλάχιστον δεν γράφουν χειρότερα. Κι αξίζουν να διαβαστούν από όλους μας»

Τα χειρόγραφα των ιστοριών σας με ποιον τα πρωτομοιραζόσαστε;

Η πρώτη και αυστηρότερη ματιά ανήκει παραδοσιακά στη γυναίκα μου και μια παλιά φίλη που γνωρίζω τριάντα και βάλε χρόνια. Αν επιζήσει η αρχική γραφή, έστω και λίγες διορθωτικές πινελιές, αναλαμβάνει δράση η επιμελής επιμελήτριά μου και μία ακόμα πιο σκληρή φίλη. Τέσσερις πρώτες αναγνώστριες, όλες γυναίκες! Κι έπειτα έχω και το θράσος να χρησιμοποιώ γυναίκα κεντρική ηρωίδα στα μυθιστορήματά μου. Μπορείτε να φανταστείτε άνετα από τι Συμπληγάδες περνάει το αρχικό κείμενο. Τελικά όμως θεωρώ ότι αυτή η σκληρή, αυστηρή αντιμετώπιση με βοηθάει να παραδώσω ένα όσο το δυνατό καλύτερο τελικό προϊόν.

Την κριτική πώς τη δέχεστε, τη «σκληρή» εννοώ, από τους δικούς σας ανθρώπους, αλλά κυρίως από κάποιους άτεγκτους κριτικούς, που σχολιάζουν από την καρέκλα τους;

 Ένα από τα πρώτα μαθήματα που έμαθα είναι, ότι ο συγγραφέας δεν ανοίγει διάλογο με τους κριτικούς. Ένα άλλο είναι, ότι κάθε βιβλίο προκαλεί τόσες διαφορετικές γνώμες όσοι είναι κι οι αναγνώστες του. Προσπαθώ να συνδυάσω αυτά τα δύο και μέχρι τώρα νομίζω ότι τα καταφέρνω. Η σκληρή κριτική κάθε ειδήμονα κριτικού (ακόμα κι αν την θεωρώ αδικαιολόγητη) αποτελεί για μένα ερέθισμα για προβληματισμό. Πιστεύω άλλωστε ότι είμαι μετρ στην αυτοκριτική κι από αυτό πάντα κάτι θετικό βγαίνει. Το μόνο που δεν μπορώ να δικαιολογήσω είναι η «επιφανειακή κριτική των κριτικών». Δεν μπορεί να αυτοπροσδιορίζεσαι σαν επαγγελματίας κριτικός και να γράφεις για βιβλία που διάβασες διαγώνια σε διαδρομές του μετρό. Από την άλλη μεριά, δίνω ιδιαίτερη έμφαση σε κριτικές-απόψεις απλών αναγνωστών και επιδιώκω να συναντηθώ και να μιλήσω ζωντανά μαζί τους. Και να ακούσω όχι μόνο τα θετικά, αποθεωτικά σχόλιά τους, αλλά περισσότερο τις όποιες επιφυλάξεις έχουν για το κείμενο ή ακόμα και την πλοκή. Όσο για την κριτική των ανθρώπων του στενού περιβάλλοντος, τη χαρακτηρίζω ως μια ανιδιοτελή, γενναιόδωρη βοήθεια για να τελειοποιήσω κάποια σημεία του κειμένου που επιδέχονται ασφαλώς βελτιώσεις.

Γράφετε ιστορίες από το 2012 και τούτο είναι το τέταρτό σας μυθιστόρημα. Αναρωτιέμαι πάντα: Μπορεί ένας συγγραφέας να ζήσει αποκλειστικά και μόνο από τα γραπτά του, όπως σε άλλε χώρες που ο κόσμος διαβάζει;

Ο «Σκοτεινός λαβύρινθος» είναι το τέταρτο μυθιστόρημά μου που εκδίδεται, μετά τους «Παλιούς λογαριασμούς» (2012), την «Τελευταία παράσταση της Μαρίνας Φιλίππου» (2013) και το «Μοτίβο του δολοφόνου» (2015). Έπειτα από αυτή τη σημαντική εμπειρία, μπορώ να πω ότι ένας σύγχρονος Έλληνας συγγραφέας αστυνομικού απλά επιβιώνει. Και μάλιστα με μεγάλη δυσκολία. Η μοναδική περίπτωση είναι να κάνει μια μεγάλη εμπορική επιτυχία, αλλά το ταβάνι των 10.000 αντιτύπων φαίνεται μυθικό όριο στις πωλήσεις για τη χώρα μας. Η μόνη προοπτική, πολύ δύσκολα υλοποιήσιμη βέβαια, είναι μια διεθνής καριέρα, αν υπάρξει ενδιαφέρον να μεταφραστεί το συγκεκριμένο έργο και να διανεμηθεί σε κάποια άλλη χώρα. Κι αυτό είναι κρίμα, δεδομένου ότι υπάρχουν πολλοί αξιόλογοι σύγχρονοι Έλληνες, που αν δεν γράφουν καλύτερα από τους αντίστοιχους Ευρωπαίους, τουλάχιστον δεν γράφουν χειρότερα. Κι αξίζουν να διαβαστούν από όλους μας.

Κλείνοντας: Σινεμά πηγαίνετε, κ. Αζαριάδη; Είναι μέσα στην καθημερινότητά σας η σκοτεινή αίθουσα και δη η χειμερινή;

Η μαγεία της σκοτεινής αίθουσας δεν συγκρίνεται με καμιά άλλη! Πηγαίνω αρκετά συχνά στον κινηματογράφο και απολαμβάνω περισσότερο την ατμόσφαιρα και λιγότερο τις ταινίες. Ομολογώ όμως ότι τα τελευταία πέντε χρόνια, το μεγαλύτερο ενδιαφέρον μου επικεντρώνεται στην παρακολούθηση αστυνομικών κατά βάση σειρών από τα νέα κανάλια. Τα προϊόντα αυτού που αποκαλώ «Νέα Τηλεοπτική Τάξη» διαθέτουν εκπληκτική ποιότητα, καταιγιστικό ρυθμό, δυνατές αναφορές στα σύγχρονα κοινωνικά προβλήματα και ταυτόχρονα τα σενάρια είναι πλέον σε τέτοιο επίπεδο, που μπορούν άνετα να ανταγωνιστούν τα αστυνομικά μυθιστορήματα που κυκλοφορούν. Σε σημείο μάλιστα, που πολλοί Ευρωπαίοι συγγραφείς ακολουθούν αυτή τη «σεναριακή τεχνική» στα δικά τους μυθιστορήματα.