Ο συγγραφέας Βαγγέλης Ραπτόπουλος μιλάει με την Τίνα Πανώριου

Τίνα Πανώριου

Τίνα Πανώριου

panoriout@gmail.com

«Tο είδος της γυναίκας που είναι ταυτόχρονα άγγελος και πόρνη, ακόλαστη και αθώα, το συναντάει κανείς εξαιρετικά συχνά στα όνειρα της ανθρωπότητας. Αλλά σχεδόν ποτέ δεν το βρίσκει στην καθημερινότητά»

Ο Βαγγέλης Ραπτόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1959 και έχει δημοσιεύσει είκοσι τίτλους μυθοπλασίας (Διόδια, Τα Τζιτζίκια, Ο Εργένης, Λούλα, Η απίστευτη ιστορία της Πάπισσας Ιωάννας, Μαύρος γάμος, Η Επινόηση της Πραγματικότητας, Φίλοι, Η Μεγάλη Άμμος, Ιστορίες της Λίμνης, Η πιο Κρυφή Πληγή, Λεσβία, Ο Άνθρωπος που Έκαψε την Ελλάδα κ.ά.), τέσσερα βιβλία μεταξύ χρονικού και αυτοβιογραφίας (Ακούει ο Σημίτης Μητροπάνο;, Η Δική μου Αμερική, Λίγη Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Η Υψηλή Τέχνη της Αποτυχίας), καθώς και μια συλλογή-σύνθεση με μεταφρασμένα αποσπάσματα από αρχαίους Έλληνες συγγραφείς. Έργα του μεταφράστηκαν σε ξένες γλώσσες και διασκευάστηκαν για το θέατρο, τον κινηματογράφο και την τηλεόραση. Συνολικά έχουν τυπωθεί περισσότερα από 250.000 αντίτυπα των βιβλίων του. Διδάσκει Δημιουργική Γραφή στο μεταπτυχιακό τμήμα του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου (ΕΑΠ) και κάνει εκπομπές στο Ραδιόφωνο 24/7. Το προσωπικό αρχείο του βρίσκεται στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη.

Mε τον  Βαγγέλη Ραπτόπουλο είχαμε καιρό να μιλήσουμε Στην πρόσφατη τηλεφωνική μας επικοινωνία όμως και με αφορμή την επανακυκλοφορία του τρυφερού, άλλοτε αστείου, άλλοτε σπαρακτικού  «κινηματογραφικού» βιβλίου του «Χάσαμε τον Μπαμπά». Πιάσαμε αμέσως  τον νήμα από εκεί που τόχαμε αφήσει. Ο ίδιος λοιπόν  ανάμεσα στα άλλα, τα τωρινά, τα τρέχοντα και καθημερινά που μας απασχολούν και ενίοτε μας συνθλίβουν μου μίλησε για το  μυθιστόρημα του όπου έντονα επικρατεί   μια ατμόσφαιρα χαρμολύπης, ενώ στο βάθος μια κλασική  φαμ φατάλ, η θεία Τίνα, κάνει παιγνίδι.

Προσοχή, εύθραυστον!

Όταν έγραφα το «Χάσαμε τον Μπαμπά», η κόρη μου θα πρέπει να ήταν περίπου οκτώ ετών. Στο επίκεντρο του μυθιστορήματός μου υπάρχουν διάφορα θέματα, από την κατάσταση των ερωτικών σχέσεων έως την κρίση του ανδρικού προτύπου στις μέρες μας. Το πιο δύσκολο για διαπραγμάτευση, όμως, παραμένει ο εύθραυστος ψυχικός κόσμος των παιδιών που οι γονείς τους χωρίζουν. 

Πιστεύω ότι δεν θα είχα κατορθώσει να συναισθανθώ το τελευταίο θέμα, εάν δεν είχα γίνει πατέρας. Ως γνωστόν, ο γονεϊκός ρόλος δεν μας φέρνει μόνο σε επαφή με την παιδική ηλικία μέσω των τέκνων μας. Επιπλέον, μας θυμίζει με ιδιαίτερη ένταση και τα δικά μας παιδικά χρόνια, ωθώντας μας ταυτόχρονα να συναισθανθούμε περισσότερο από ποτέ άλλοτε τους γονείς μας.

Κι έτσι, ανάμεσα στα άλλα αποφθεγματικά σημεία που περιλαμβάνονται στο μυθιστόρημά μου, ιδιαίτερο βάρος έχουν εκείνα που ανακεφαλαιώνουν την παιδική εμπειρία. Για την ακρίβεια, μάλιστα, στο «Χάσαμε τον Μπαμπά» αποτυπώνεται η αναψηλάφηση της παιδικής ηλικίας μέσα από τα μάτια ενός ενηλίκου. Αναμφισβήτητα, τα συγκεκριμένα σημεία είναι από τα πιο δύσκολα πράγματα που έχω γράψει.

Ιδού μερικά εκ των λαμπερών παρατηρήσεων ζωής του συγγραφέα:

«Ψάχνοντας τον Μπαμπά. Να, ένας τίτλος, όχι μόνο της προσωπικής μου εμπειρίας ,αλλά και ολόκληρης της εποχής μας. Μιας εποχής όπου τα χωρισμένα ζευγάρια αυξάνονται…και όλοι ψάχνουν …τον μπαμπά Μιάς εποχής όπου η γυναικοκρατία –μητριαρχία αναδύεται και η ανδροκρατία-πατριαρχία υποχωρεί και παρακμάζει…»

«Tα παιδιά μπορεί να είναι υπερβολικά ευαίσθητα και να πληγώνονται βαθιά από τις δυστυχίες, αλλά την ίδια στιγμή έχουν αυτό το χάρισμα, να ξεχνάνε τα πάντα μέσα σε δευτερόλεπτα και να αφοσιώνονται με πάθος σε κάθε νέα δραστηριότητα που τους προκύπτει»

«Εισπνέω τη Μυρωδιά του Μπαμπά και της μαμάς που αποπνέουν τα σκεπάσματά τους, Το βαρύ αυτό, μεθυστικό μείγμα που ο εγκέφαλος μου μεταφράζει αυτομάτως σε αίσθηση οικειότητας. Πρόκειται για την πολυτιμότερη ίσως αίσθηση οικειότητας  που  θα νιώσω ποτέ  στη ζωή μου, αν εξαιρέσει κανείς αυτήν που μου γεννάει η μυρωδιά του δικού μου σώματος, η έστω της ερωτικής μου συντρόφου».

«Πώς γίνεται να είναι η καρδιά μας τόσο τυφλή και άστατη; Λες και δεν είμαστε διαρκώς οι ίδιοι οι άνθρωποι, αλλά μεταβαλλόμαστε ασταμάτητα, κυριολεκτικά από στιγμή σε στιγμή».

«Έχετε προσέξει άραγε πόσες παρανοϊκές σκέψεις μάς περνάνε κάθε μέρα από το μυαλό, χωρίς να τους δίνουμε ιδιαίτερη σημασία;»

«Όσο πιο μεγάλη η απαγόρευση, τόσο πιο πολλή η ηδονή. Kατά έναν παράδοξο τρόπο, τα εμπόδια πολλαπλασιάζουν την απόλαυση».

«Δυσκολεύομαι να μιλήσω για τις ωραίες μέρες. Όπως έχω διαπιστώσει και από τα διαβάσματά μου, το καλό είναι τέλειο για να το ζεις, όχι για να το αναπαριστάς και να το περιγράφεις».

«Ισχύει ο νόμος που λέει ότι πληρώνεις με την ανάλογη δυστυχία, όση ευτυχία σου χαρίζει ένας έρωτας».

«Tο πένθος είναι ένα είδος τρέλας. Kαι υπ’ αυτή την έννοια, είτε μιλάμε για το μικρό πένθος ενός χωρισμού είτε για το μεγάλο του θανάτου, χρειάζεσαι, όπως και να το κάνουμε, τι άλλο; Ψυχοθεραπεία».

«Όλοι μας είμαστε ρατσιστές, ακόμα και οι πιο ανεκτικοί, καλλιεργημένοι και ανοιχτόμυαλοι ανάμεσά μας».

 «Tο είδος της γυναίκας που είναι ταυτόχρονα άγγελος και πόρνη, ακόλαστη και αθώα, το συναντάει κανείς εξαιρετικά συχνά στα όνειρα της ανθρωπότητας. Αλλά σχεδόν ποτέ δεν το βρίσκει στην καθημερινότητά».

«Τρομερά ευαίσθητοι άνθρωποι μπορούν – να φερθούν υπό κάποιες περιπτώσεις με ασυγχώρητη σκληρότητα;»

«Χάσαμε τον Μπαμπά», Εκδόσεις Κέδρος