Ο συγγραφέας Βαγγέλης Γιαννίσης, μιλάει με την Τίνα Πανώριου

Τίνα Πανώριου

Τίνα Πανώριου

panoriout@gmail.com

«Στην Ελλάδα οι γυναίκες διαβάζουν συντριπτικά περισσότερο από τους άντρες και αυτές κρατούν όρθιο τον εκδοτικό κόσμο.»

Ο επιθεωρητής Άντερς Οικονομίδης επανέρχεται στην «σκιαχτική» Σκιά σας λιγάκι πιο τσαλακωμένος, πιο ανθρώπινος  νομίζω κ Γιαννίση; Τον ήθελε το κοινό του λιγότερο σουπερ-ήρωα;

Από την αρχή της σειράς είχα την πρόθεση να δημιουργήσω έναν πρωταγωνιστή, που θα μπορούσε να είναι κάλλιστα ο γείτονας κάποιου αναγνώστη. Στο πρώτο βιβλίο, «Το Μίσος», ξεκινάει ελάχιστα τσαλακωμένος, ωστόσο στη συνέχεια αυτό αλλάζει, για να φτάσουμε στη «Σκιά», όπου ο Άντερς έχει αναγνωρίσει τα προβλήματά του, έχει ζητήσει βοήθεια και έχει βρει μία ισορροπία. Έχει έρθει σε επαφή με τον εαυτό του. Αυτό, θα έλεγα, δεν ήταν τόσο απαίτηση του κοινού, όσο η φυσική ροή των πραγμάτων για έναν άνθρωπο με τον χαρακτήρα του Άντερς.

Στο πολύ μα πολύ σύντομο βιογραφικό σας σημείωμα γράφετε ότι σε κάποιο ταξίδι σας από το Έρεμπρο στην Στοκχόλμη συναντηθήκατε τυχαία με τον Οικονομίδη κι έτσι αποφασίσατε  να μοιραστείτε μαζί μας τις ιστορίες του. Πώς όμως έγινε αυτό; Είδατε έναν τύπο ξεχωριστό στο βαγόνι και..

Θα μπορούσα να απαντήσω  λέγοντας, πως παρακολουθούσα για ώρα έναν άντρα που καθόταν απέναντί μου και αποφάσισα να τον βάλω να πρωταγωνιστεί σε μία ιστορία που είχα σκεφτεί ή βρίσκοντας κάποια περισσότερο συναρπαστική ιστορία, αλλά η αλήθεια είναι λίγο πεζή, φοβάμαι: Εκείνη την εποχή είχε αρχίσει να σχηματίζεται μέσα μου η υπόθεση του Μίσους και ψάχνοντας για έναν πρωταγωνιστή, είχα την ιδέα να τον κάνω Σουηδό ελληνικής καταγωγής. Σε εκείνη τη διαδρομή με το τρένο, λοιπόν, είχα αυτή την ιδέα και πέρασα το υπόλοιπο ταξίδι προσθέτοντας στοιχεία στον χαρακτήρα του.

Ζείτε μαθαίνουμε μεταξύ Ελλάδας Σουηδίας και Αμερικής. Πώς κυλάει η ζωή σας πιο συγκεκριμένα;

Κυλάει όμορφα. Βρίσκομαι σε καλοκαιρινές διακοπές, όντας δάσκαλος. Τις ώρες που δε γράφω – και αυτό είναι κάτι που κάνω καθημερινά- μεταφράζω, κάτι που θεωρώ μεγάλο σχολείο. Οι μέρες μου περιλαμβάνουν και πολύ διάβασμα. Με χαλαρώνει και με βοηθάει να βελτιώνομαι στην τεχνική μου. Τα βράδια συνήθως βλέπω σειρές στο Netflix. Είναι μία καθημερινότητα που μου αρέσει.

Έχετε δηλ τρείς πατρίδες; Ποια είναι όμως πιο κοντά στη καρδιά σας ;

Δεν θα έλεγα πως νιώθω κοντά σε κάποια χώρα, όσο ότι νιώθω κοντά σε ανθρώπους. Μου αρέσει ο στίχος του Paul Young: «Wherever I lay my hat, thats my home» (όπου αφήνω το καπέλο μου εκεί είναι και η πατρίδα μου).

Και τούτη η ιστορία σας εκτυλίσσεται στην μικρή σουηδική πόλη Έρεμπρο, σε ένα δάσος με απόκοσμα Ντραουγκρ. Περιβάλλον δηλαδή ιδανικό για να παιχτεί μια αγριευτική περιπέτεια που παγώνει το αίμα; Σε «θερινά μέρη» δύσκολα μπορούν να εκτυλιχτούν θρίλερ;

Κάθε περιβάλλον δυνητικά μπορεί να αποτελέσει το σκηνικό μίας ανατριχιαστικής ιστορίας. Αυτό εξαρτάται από το πώς φωτίζει τον χώρο ο συγγραφέας και πώς εκμεταλλεύεται τα υλικά που του προσφέρει ο τόπος. Η Σουηδία και η μυθολογία της μου έδωσαν μία ιστορία, πάνω στην οποία κατάφερα να χτίσω την πλοκή της Σκιάς. Μία αντίστοιχη σκοτεινή ιστορία μπορεί να χτιστεί και κάτω από τον ήλιο. Υπάρχουν ικανότατοι συγγραφείς που γράφουν για εγκλήματα στο Νότο και το κάνουν με εξαιρετική δεξιοτεχνία. 

Στο βιβλίο σας και οι δευτεραγωνιστές έχουν μεγάλο ενδιαφέρον γιατί έχουν θέματα. Ο Χολμ είναι ρατσιστής, η Ριβέρα πότης. Πάντως κανείς από την ομάδα του Αντερς τέλειος δεν είναι εξ ου και γίνονται συμπαθείς στον αναγνώστη;

Θα έλεγα πως οι αναγνώστες συμπαθούν τους χαρακτήρες αυτούς όχι επειδή ταυτίζονται με αυτούς μέσω των προβλημάτων τους, αλλά εξαιτίας των πηγών αυτών. Θα συμπάσχουν με τη Ριβέρα όταν μάθουν τον λόγο για τον οποίο κάνει καταχρήσεις ουσιών και τον συμβολισμό των τατουάζ της. Και θα δουν πως ο Χολμ, πέρα από την περισσότερο ξενοφοβική όχι ρατσιστική του αντίληψη, έχει και μία δεύτερη πλευρά.

Των θρίλερ σας – μπεστ σέλερ με την μια – ποιο είναι το κοινό; Γυναίκες που διαβάζουν περισσότερο, άνδρες;

Στην Ελλάδα οι γυναίκες διαβάζουν συντριπτικά περισσότερο από τους άντρες και αυτές κρατούν όρθιο τον εκδοτικό κόσμο.

Γράφετε κάτω από ποιες συνθήκες. Μοναχικά, με μουσική, πως;

Το μόνο που δεν αλλάζει ποτέ όταν γράφω είναι ο ημερήσιος στόχος των 2.000 λέξεων και το νερό που έχω πάντοτε δίπλα μου. Από εκεί και πέρα, μερικές ημέρες γράφω με μουσική, άλλες χωρίς, κάποιες με μία σειρά να παίζει από πίσω, άλλες με απόλυτη ησυχία. Κάποιες φορές γράφω πίνοντας καφέ, άλλες τσάι. Το μόνο που έχει σημασία είναι να αδειάσει το μυαλό και να βγουν οι 2.000 λέξεις της ημέρας.

Όταν εσείς δεν γράφετε, διαβάζετε βιβλία άλλων, Ελλήνων, Σουηδών;

Διαβάζω πάντοτε, είτε γράφω είτε όχι, κυρίως αστυνομική λογοτεχνία, δίχως κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στην προέλευσή της

Στην χώρα μας υπάρχει κι ένα νέο «κίνημα». Γυναίκες να καταπιάνονται με αστυνομικές ιστορίες, με θρίλερ. Έχετε γνωρίσει κάποιες από αυτές τις κυρίες που τολμούν και δεν γράφουν  ροζ;

Έχουμε εξαιρετικές συγγραφείς αστυνομικής λογοτεχνίας στην Ελλάδα. Η Χίλντα Παπαδημητρίου, η Έλενα Χουσνή, η Μαρλένα Πολιτοπούλου, η Μιράντα Βατικιώτη, πέρα από υπέροχοι άνθρωποι είναι και εξαιρετικές συγγραφείς.

Το καλοκαίρι που σας βρίσκουμε, στην γλυκιά μας πατρίδα;

Το καλοκαίρι και όχι μόνο!

Το τελευταίο βιβλίο του Βαγγέλη Γιαννίση με τον τίτλο: «Η Σκιά» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Διόπτρα