fbpx

Ο συγγραφέας Αλέξης Πανσέληνος μιλάει στην Τίνα Πανώριου

Τίνα Πανώριου

Τίνα Πανώριου

panoriout@gmail.com

«…για να μιλήσει ο συγγραφέας για τη δυστυχία τού αναγνώστη και να κάνει να τον αφορά και η δική του, πρέπει να μπορεί να την ξεπεράσει μέσα από το έργο του»

Ο Αλέξης Πανσέληνος γεννήθηκε στην Αθήνα και είναι γιος του Ασημάκη Πανσέληνου, συγγραφέα και ποιητή, και της Έφης Πανσελήνου, ποιήτριας και πεζογράφου. Σπούδασε νομική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, ειδικεύτηκε στο ναυτιλιακό δίκαιο και εργάστηκε ως δικηγόρος μέχρι το 1997. Κατοικεί στην Αθήνα και είναι παντρεμένος με τη συγγραφέα Λουκία Δέρβη. Το 1982 δημοσίευσε το πρώτο του βιβλίο, «Ιστορίες με Σκύλους» και το 1986 εξέδωσε το μυθιστόρημα «Η Μεγάλη Πομπή», το οποίο και τιμήθηκε με το Β΄ Κρατικό βραβείο Μυθιστορήματος. Το 1997 υπήρξε υποψήφιος, εκπροσωπώντας την Ελλάδα, για το Ευρωπαϊκό Αριστείο Λογοτεχνίας. Αρκετά έργα του, όπως «Η Μεγάλη Πομπή, «Ζαΐδα ή Η Καμήλα στα Χιόνια», οι «Σκοτεινές Επιγραφές» και «Η Εξαφάνιση της Μπέτσυς» έχουν μεταφραστεί στα ιταλικά, γαλλικά, γερμανικά, πολωνικά και αγγλικά. Παράλληλα με το συγγραφικό του έργο μεταφράζει έργα από τα αγγλικά και τα γερμανικά.

Είχα την τύχη να συναντήσω τον αγαπημένο μου συγγραφέα …

48 παίγνια σεμινάρια γραφής περιέχει αυτό το μίνι  βιβλιαράκι σας.  Που απευθύνετε σε μελλοντικούς συγγραφείς; Η μήπως είναι κι ένα κλείσιμο ματιού στους ομότεχνους σας;

Όπως σημειώνω και στον πρόλογο δεν πρόκειται ασφαλώς για σεμινάρια. Ο όρος χρησιμοποιείται καταχρηστικά και μάλλον χιουμοριστικά. Τα σεμινάρια είναι διδασκαλία και ασκήσεις – εδώ δεν πρόκειται για κάτι τέτοιο. Στην ουσία στο βιβλιαράκι αυτό καταγράφονται 48 αφορισμοί με θέμα την ανάγνωση και τη συγγραφή λογοτεχνίας. Για την ακρίβεια της πεζογραφίας, που είναι και ο τομέας μου. Σαν αφορισμοί λοιπόν αυτά τα “σεμινάρια” απευθύνονται τόσο σε φερέλπιδες συγγραφείς όσο και σε “εν ενεργεία”. Και δεν κάνουν άλλο από το να εκφράζουν επιγραμματικά την πείρα και τη γνώση που όλοι οι συγγραφείς αλλά και οι επιμελείς αναγνώστες της λογοτεχνίας έχουμε αποκομίσει στη διάρκεια της σχέσης μας με τη λογοτεχνία.

Τα σεμινάρια γραφής –λέτε- ότι τείνουν να γίνουν θεσμός; Πού όμως; Σε μια χώρα που δεν διαβάζει;

Ναι, ζούμε σε μια χώρα που δεν διαβάζει, αλλά περιέργως όλο και περισσότεροι νέοι ελκύονται από την ιδέα να γράψουν. Αυτό είναι καλό βέβαια. Από την άλλη, είναι αξιοπρόσεκτο πως ενώ όλο και περισσότεροι θέλουν να γράψουν, αυτοί οι ίδιοι ελάχιστα διαβάζουν λογοτεχνία. Μάλλον θεωρούν πως επειδή μπορούν να μιλούν μπορούν και να γράψουν. Αλλά το πράγμα δεν είναι τόσο απλό.

Η λογοτεχνία- γράφετε- στον πρόλογο σας μιμείται την ζωή. Αλλά και ξορκίζει τα φαντάσματα που μας απειλούν. Το καταφέρνει όμως τελικά η τέχνη γενικότερα να μαλακώνει τις πληγές, να απαλύνει μικρούς μεγάλους πόνους;

Δεν έχω καμία αμφιβολία πάνω σ’ αυτό. Η λογοτεχνία αλλά και κάθε άλλη μορφή τέχνης είναι το μόνο πράγμα που μπορεί να απαλύνει τον πόνο της ζωής, το μόνο που μπορεί να μας οπλίσει με το θάρρος αλλά και τη διάθεση να τη διαβούμε και να τη χαρούμε.

Κάπου αλλού πάλι διαβάζουμε: «Η λογοτεχνία είναι  η τέχνη της δυστυχίας». Μα γιατί όμως;

Εδώ υπάρχει ένα παιχνίδι με τις σύγχρονες τάσεις που θέλουν τη λογοτεχνία όχημα ατομικής ψυχοθεραπείας του δημιουργού. Οι λογοτέχνες και όλοι οι καλλιτέχνες είναι άτομα με αυξημένες ευαισθησίες. Οι αυξημένες ευαισθησίες προκαλούν πολύ συχνά τραύματα στην επαφή του ατόμου με το περιβάλλον. Το αποτέλεσμα είναι μια μαύρη διάθεση που δεν καταφέρνει να περάσει μέσω της γραφής στην κάθαρση και στη λύτρωση. Πολλοί καλλιτέχνες ήταν άτομα δυστυχισμένα, αλλά κατάφεραν μέσα από την τέχνη να υπερβούν τη δυστυχία και να προσφέρουν στον δέκτη της τέχνης τους τη λύτρωση, τη χαρά, την αισιοδοξία. Δείτε τη ζωγραφική του Βαν Γκοχ ή τη μουσική του Μότσαρτ. Δείτε την κάθαρση που προσφέρουν οι τραγωδίες του Σαίξπηρ. Το να μένει κανείς ριγμένος στο πάτωμα χωρίς προσπάθεια να την υπερβεί μέσα από την τέχνη αποτελεί μια εύκολη λύση που καταλήγει σε τέχνη κίβδηλη. Η δυστυχία σας, λέω σε κάποιον άλλο αφορισμό, δεν μας ενδιαφέρει. Μας ενδιαφέρει η δική μας. Για να μιλήσει ο συγγραφέας για τη δυστυχία τού αναγνώστη και να κάνει να τον αφορά και η δική του, πρέπει να μπορεί να την ξεπεράσει μέσα από το έργο του.

«…τα μαθήματα που παίρνει κανείς διαβάζοντας είναι τα σπουδαιότερα και εκείνα τα οποία ποτέ δεν ξεχνιούνται, επειδή διαποτίζουν το αίμα του συγγραφέα και ρυθμίζουν την δημιουργική του ανάσα»

Για να συγκινήσουν οι σελίδες σας συνιστάτε στους νεαρούς γραφιάδες πρέπει πρώτα αυτοί  να …

Εδώ υπάρχει μια αναφορά στα προσωπικά βιώματα όταν αυτά αποτελούν την πρώτη ύλη ενός γραπτού. Η συγκινησιακή φόρτιση του συγγραφέα τον εμποδίζει να δει καθαρά τον κόσμο γύρω του. Για να στήσεις ένα μυθιστόρημα, πρέπει να είσαι ψύχραιμος, προσεκτικός και μεθοδικός. Είναι λοιπόν ανάγκη να απομακρυνθεί ο δημιουργός από την προσωπική συναισθηματική του φόρτιση και να δουλέψει το υλικό του με ψυχραιμία.

 

Οι άξιοι τεχνίτες είναι άνθρωποι καταδεκτικοί. Γιατί όμως παντού κι όχι μόνο στην μικρή μας πατρίδα ανταμώνουμε  καλλιτέχνες, δημιουργούς με  τουπέ κα πόζα περισσή;

Οι καλλιτέχνες, οι δημιουργοί είναι άτομα που εκφράζονται μέσα από την τέχνη που έχουν επιλέξει και σκοπός της έκφρασης είναι η επικοινωνία με τους άλλους. Στον βαθμό που συνειδητοποιούνται ως δημιουργοί, είναι λογικό να έχουν αυξημένη φιλαρέσκεια. Αλλά αυτή ποτέ δεν μπορεί και δεν πρέπει να κάνει κάποιον να φαντάζεται πως η τέχνη αρχίζει και τελειώνει με το δικό του έργο. Αν έχεις μελετήσει την τέχνη, δηλαδή τους μεγάλους δημιουργούς, είναι αναμενόμενο πως θα αποκτήσεις και μια αίσθηση του μέτρου με το οποίο συγκρίνεσαι με τους άλλους. Πιστεύω πως η αίσθηση της αξίας που μπορεί και δικαιούται να έχει ένας συγγραφέας δεν είναι δυνατόν να καταλήξει σε τυφλό ναρκισσισμό. Μόνο όσοι δεν  έχουν διαβάσει τους μεγάλους λογοτέχνες που έχουν προηγηθεί μπορούν να ποζάρουν για ιδιοφυΐες. Ατυχώς οι ίδιοι αυτοί δημιουργοί, που δεν έχουν μελετήσει την παράδοση της τέχνης τους, είναι και οι λιγότερο καλά εξοπλισμένοι και συνεπώς εκείνοι που λιγότερο από κάθε άλλον δικαιούνται να κορδώνονται για τη σπουδαιότητά τους.

 

Ξεφεύγοντας από το βιβλίο αυτό  καθ εαυτό. Εσείς ξεκινήσατε να γράφετε σε σχετικά «μεγάλη» ηλικία, αφήνοντας πίσω σας μια καριέρα στρωμένη , πιο πρακτική , πιο «γήινη»; 

Δεν ξεκίνησα σε μεγάλη ηλικία. Γράφω από έφηβος. Εμφανίστηκα πλησιάζοντας τα σαράντα, επειδή το διάβασμα μου είχε δώσει ακριβώς το μέτρο της σύγκρισης με την παράδοση της πεζογραφίας και δεν καταδεχόμουν να εμφανιστώ με κάτι πρωτόλειο. Η καριέρα που άφησα πίσω μου ήταν μια αναγκαστική επιλογή για να βιοπορίζομαι, αφού ήξερα πως ελάχιστοι συγγραφείς ζουν από τα βιβλία τους. Με την πρώτη ευκαιρία που βρέθηκε – όταν δηλαδή αναγκάστηκα να επιλέξω ανάμεσα στο βιοποριστικό επάγγελμα και στο γράψιμο – το γράψιμο κέρδισε και τότε εγκατέλειψα μια καριέρα “στρωμένη”, όπως τη λέτε,  αλλά και καταστροφική για τη συγγραφή.

 

Παράλληλα με τη γραφή είστε και μανιώδης αναγνώστης; Και λύστε μου μια απορία Γίνεται να γίνεις τρανός συγγραφέας από μόνος σου, χωρίς να έχεις εξ απαλών ονύχων μπει στο τριπ του διαβάσματος;

Δεν ξέρω καλύτερο τρόπο να μάθει κανείς να γράφει από το διάβασμα. Τα σεμινάρια – για να μιλήσουμε λίγο και για την πραγματική αφορμή του βιβλίου αυτού – μπορεί να δώσουν ορισμένες κατευθυντήριες γραμμές, πιστεύω όμως πως τελικά απευθύνονται ακριβώς σε αυτούς που φιλοδόξησαν να γίνουν συγγραφείς χωρίς να μαθητεύσουν στο αληθινό σχολείο της τέχνης τους, που είναι το διάβασμα της λογοτεχνίας. Σήμερα ένα πλήθος σπουδαία βιβλία μπορούν ακόμα και να “κατέβουν” δωρεάν από το ίντερνετ, υπάρχει επίσης πληθώρα εκδόσεων και επανεκδόσεων, δεν μπορώ να πιστέψω πως εγώ θα μπορούσα να διδάξω κάποιον να γράφει καλύτερα απ’ ότι θα το έκανε ο Βυζηινός, ο Θεοτόκης, ο Χατζής, ο Πολίτης, ο Καρκαβίτσας – για να μη μιλήσω για Τολστόι, Ντοστογέφσκι, Τσέχωφ, Φλωμπέρ, Μαν, Προυστ, Τζόυς. Σε αντίθεση με τις κατευθυντήριες, τις ασκήσεις, τα θέματα και τις διαλέξεις των σεμιναρίων, το διάβασμα διδάσκει με τον πιο αποτελεσματικό τρόπο – τέρποντας. Η αισθητική απόλαυση είναι η καλύτερη μέθοδος. Άρα τα μαθήματα που παίρνει κανείς διαβάζοντας είναι τα σπουδαιότερα και εκείνα τα οποία ποτέ δεν ξεχνιούνται, επειδή διαποτίζουν το αίμα του συγγραφέα και ρυθμίζουν την δημιουργική του ανάσα.

Ζήσατε ως παιδί σε ένα  εντελεκτουέλ περιβάλλον .Πώς ήταν να μεγαλώνεις με γονείς δυο ανθρώπους του πνεύματος ; Κι ήταν τα παιδικά σας χρόνια ανέμελα;

Μανιώδη αναγνώστη δεν θα με έλεγα. Διαβάζω πολύ επιλεκτικά, δεν διακατέχομαι από το άγχος της ενημέρωσης και δεν προτιμώ ένα αβέβαιο αναγνωστικό στοίχημα από την επανάληψη μιας παλιότερης ανάγνωσης που με πλούτισε, με γέμισε με αισθητική απόλαυση και μου έμαθε τα πράγματα που χρειάζομαι σαν εργαλεία της δουλειάς μου. Αν διάβασα πολύ είναι γιατί είχα την τύχη να γεννηθώ μια εποχή που για ένα παιδί το διάβασμα ήταν το μοναδικό παράθυρο στον κόσμο. Το οικογενειακό περιβάλλον συνέβαλε και αυτό επειδή στο σπίτι υπήρχε μεγάλη λογοτεχνική βιβλιοθήκη και τα δώρα στις γιορτές ήταν πάντα βιβλία. Πολλοί από τους οικογενειακούς μας φίλους ήταν συγγραφείς, ποιητές και ζωγράφοι. Μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον συνήθισα να θεωρώ την τέχνη μια οικεία υπόθεση και να την αντιμετωπίζω σαν κάτι το οποίο μπορούσα κι εγώ να κάνω και αυτό κατέληξε να είναι και η καλύτερή μου ενασχόληση. Πιστεύω πως δεν υπάρχει υψηλότερη διασκέδαση και πληρέστερος τρόπος να κατακτήσει κανείς την ευτυχία από τη δημιουργία ενός έργου τέχνης. Όσο για την παιδική μου ηλικία, αν και δεν έλειψαν περίοδοι κρίσης, ναι, ήταν ανέμελη, όπως είναι ανέμελη η παιδική ηλικία όλων των παιδιών. Τα παιδιά είναι ανέμελα και ευτυχισμένα επειδή αγνοούν τον θάνατο.

Μένετε, νομίζω, εκτός κέντρου .Κατεβαίνετε όμως στην Αθήνα; Έχετε εικόνα της απίστευτης μιζέριας που ολοένα κι αυξάνεται στους κάποτε ωραίους δρόμους ;

Μπορεί να μένω εκτός κέντρου, αλλά η ζωή μου όλη έχει κυλήσει στο κέντρο της πόλης. Η γειτονιά μου, η πατρίδα μου εν τέλει, είναι το κεντρικό τετράγωνο που ορίζεται μεταξύ των οδών Ακαδημίας και Πανεπιστημίου. Εκεί γεννήθηκα και εκεί έζησα το πιο κρίσιμο στάδιο της ζωής μου. Η σημερινή του μιζέρια είναι απότοκο της στρεβλής πολιτικής και οικονομικής εξέλιξης του τόπου, αλλά δεν αναιρεί την ομορφιά της πόλης. Στην Αθήνα πάντα βγαίνει ήλιος και τα διαστήματα της συννεφιάς είναι πολύ σύντομα.

Τα καλοκαίρια σας πάλι; Η Πάρος σας προσφέρει «κατάλληλο» περιβάλλον για γράψιμο; Ή η έμπνευση είναι  παντός καιρού και μέρους;

Στην Πάρο έχω σπίτι, οπότε μετακομίζοντας εκεί τα καλοκαίρια κατά βάθος παραμένω στο σπίτι μου, δεν αλλάζω – συγγραφικά τουλάχιστον – τόπο.

Κλείνοντας, μια κλασσική μέρα σαν την (σσ γκαντέμικη) σημερινή περιλαμβάνει;.

Αυτές τις μέρες έχουν κυκλοφορήσει τα “Σεμινάρια” που κουβεντιάσαμε εδώ, αλλά έχω τελειώσει και ένα νέο μυθιστόρημα το οποίο θα κυκλοφορήσει στο τέλος Μαρτίου. Και όπως πάντα με κάθε νέο βιβλίο, περνώ τώρα εκείνο το γνώριμο διάστημα άγχους, αγωνίας και αβεβαιότητας για το αποτέλεσμα. Ώσπου να βγει το βιβλίο θα βρίσκομαι κάτω από την επιφάνεια του νερού κρατώντας την ανάσα μου. Όταν βγει και πάρει τον δρόμο του ελπίζω να βρω σύντομα κάτι νέο να μου κινήσει το ενδιαφέρον και να αρχίσω να γράφω το επόμενο. 

Βιβλιογραφία 

  • Ιστορίες με σκύλους, (διηγήματα) 1982
  • Η Μεγάλη Πομπή, (μυθιστόρημα) 1985
  • Βραδιές μπαλέτου, (μυθιστόρημα) 1991
  • Δοκιμαστικές πτήσεις, (δοκίμια & άρθρα) 1993
  • Ζαΐδα, Η καμήλα στα χιόνια, (μυθιστόρημα) 1996
  • Ο Κουτσός άγγελος, (μυθιστόρημα) 2002
  • Τέσσερις Ελληνικοί Φόνοι, (διηγήματα) 2004
  • Μια λέξη, χίλιες εικόνες, (δοκίμιο) 2004
  • Σκοτεινές επιγραφές, (μυθιστόρημα) 2011
  • Η κρυφή πόρτα, (νουβέλα) 2016
  • Σεμινάρια δημιουργικής γραφής Κίχλη/Τά άστεγα

1 thought on “Ο συγγραφέας Αλέξης Πανσέληνος μιλάει στην Τίνα Πανώριου

Τα σχόλια είναι κλειστά.