fbpx

Ο πανεπιστημιακός καθηγητής Νίκος Μαλιάρας, συζητάει με την Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

smaragdamichalitsianou@gmail.com

«…Πρόκειται, κατά τη γνώμη μου, για μια απίστευτη αδικία και αν αυτός ο τρόπος σκέψης δεν αλλάξει, αν δημόσιος και ιδιωτικός τομέας δεν συνεργαστούν αρμονικά, η χώρα μας δεν πρόκειται να προοδεύσει».

Η οικονομική μας περιπέτεια έφθασε σε άνθηση τον πολιτισμό μας ή πιο σωστά: «Πριν χρόνια χτίζαμε εμπορικά κέντρα και σήμερα χτίζουμε πολιτισμούς», όπως αναφέρει με έμφαση ένα σοφός.

Μέσα, λοιπόν, στη βαριά ύφεση που περνάει η χώρα και τα βλέμματα όλων είναι στραμμένα με δυσθυμία στο μέλλον, έκανε την εμφάνισή της στο ελληνικό καλλιτεχνικό στερέωµα η Φιλαρμόνια Ορχήστρα Αθηνών, η νέα, ποιοτική και ευέλικτη συµφωνική ορχήστρα, η οποία στηρίζεται αποκλειστικά σε ιδιωτικά κεφάλαια. Αξιοποιεί νέους επαγγελµατίες μουσικούς και  πρόσθεσε τη δική της «νότα» στην προσπάθεια αναβάθµισης της µουσικής µας ζωής.

Η νέα συµφωνική ορχήστρα που ιδρύθηκε το Νοέμβριο του 2016 πέτυχε ήδη το στόχο της, που είναι να παρουσιάζει στην Ελλάδα, ευελπιστεί  σύντομα και  στο εξωτερικό να προβάλλει την πιο αδικηµένη ίσως από τις τέχνες, τη µουσική , που δηµιουργήθηκε και καλλιεργήθηκε κατά τον 19ο τον 20ό και 21ο αιώνα εντός ή εκτός των ελληνικών συνόρων από Έλληνες ή ελληνικής καταγωγής συνθέτες.

Την Καλλιτεχνική Διεύθυνση της Ορχήστρας έχει ο διεθνώς καταξιωµένος µαέστρος, και πολύ γνωστός για την έρευνά του στο πεδίο της Νεοελληνικής Μουσικής, κ. Βύρων Φιδετζής.

Πρόεδρος  της  ορχήστρας είναι ο καθηγητής  Μουσικολογίας του  Πανεπιστηµίου Αθηνών και Διευθυντής του Εργαστηρίου Μελέτης της Νεοελληνικής Μουσικής, κ. Νίκος Μαλιάρας, ο οποίος, μέσω των Νέων Εκπαιδευτηρίων Γ. Μαλιάρα, που ανήκουν στην οικογένεια του, προάγει την καλή μουσική. Με αυτό τον τρόπο φέρνει σε επαφή το κοινό με τον πνευµατικό θησαυρό που αποτελεί την νεοελληνική, έντεχνη µουσική δηµιουργία.

Τον κ. Μαλιάρα φιλοξενεί σήμερα το intownpost.com που  μας μιλά για Φιλαρμόνια ως ιδέα, ως σκέψη, ως όνειρο, ως όραμα που ξεκίνησε πριν από αρκετά χρόνια. Κι εμείς στεκόμαστε απέναντί του σαν μαθητές και τον ακούμε προσεκτικά  για να μεταφέρουμε το μάθημά του σε εσάς, γιατί πολλά μπορούμε να ωφεληθούμε από  τις εμπειρίες και τα βιώματα πολιτισμού του κ. Μαλιάρα!

Μπορεί απλά να αναγγείλαμε την εκδήλωση της Φιλαρμόνιας Ορχήστρας Αθηνών που συνάντησε τον πιανίστα Βασίλη Βαρβαρέσο σε μουσική διεύθυνση Βύρωνα Φιδετζή στο Μέγαρο Μουσικής και  είχε μεγάλη επιτυχία, αλλά σίγουρα η δραστηριότητα της Φιλαρμόνιας Ορχήστρας Αθηνών δεν τελειώνει εδώ. Ποια είναι η επόμενη συναυλία σας κ. Μαλιάρα;

Τα αμέσως επόμενα σχέδιά μας στρέφονται προς την ηχογράφηση, που είναι ο δεύτερος στόχος της καλλιτεχνικής δράσης της ορχήστρας μας. Στις αρχές Νοεμβρίου ηχογραφήσαμε την θεατρική μουσική του Ραφαήλ Πυλαρινού για την θεατρική παράσταση «Ο Ιατροδικαστής», του Κώστα Λεϊμονή σε σκηνοθεσία Παντελή Παπαδόπουλου, που ανεβαίνει στο Θέατρο «Αλκμήνη» και αμέσως μετά, στις 11 με 13 του ίδιου μήνα, ο Βασίλης Βαρβαρέσος ηχογραφεί μαζί μας το ίδιο κοντσέρτο του Μανώλη Καλομοίρη που ερμηνεύσαμε από κοινού στο Μέγαρο Μουσικής. Η ορχήστρα διαθέτει δικό της στούντιο ηχογραφήσεων. Θα είναι μια ηχογράφηση απόλυτα αναγκαία για τη σημασία του σπουδαίου αυτού έργου, το οποίο υπάρχει μόνο σε μια ελλιπή από τεχνικής και καλλιτεχνικής επόψεως εγγραφή της δεκαετίας του 1950. Αμέσως μετά συνεχίζουμε με ηχογραφήσεις των έργων «Θρύλος και Πολωνέζα» του Ελληνορώσου συνθέτη Βασίλη Καλαφάτη και του, καθώς και τα έργα «Πυγμαλίων» και «Ποίημα του δάσους» του Γιάννη Α. Παπαϊωάννου. Τα έργα αυτά θα έλθουν να συμπληρώσουν παλαιότερες ηχογραφήσεις μας, ώστε να κυκλοφορήσουν σε ψηφιακούς δίσκους. Έτσι, σε λίγους μήνες, η Φιλαρμόνια θα έχει ολοκληρώσει την έκδοση συνολικά τριών CD: Ένα με έργα Σκαλκώτα (με την εταιρία BIS), ένα με έργα Παπαϊωάννου και ένα με έργα Καλαφάτη (τα δύο τελευταία για την εταιρία NAXOS).

Μετά από αυτά θα έχει έρθει ο καιρός των Χριστουγέννων, οπότε ετοιμάζουμε μια χαρούμενη και λαμπερή συναυλία για το ευρύ κοινό στο Θέατρο Ολύμπια, σε συνεργασία με τον Δήμο Αθηναίων και με ελεύθερη είσοδο.

Μέσα στους στόχους κύριε καθηγητά είναι να παρουσιάσετε στην Ελλάδα και στο εξωτερικό τον θησαυρό της νεοελληνικής έντεχνης µουσικής δηµιουργίας, η οποία µέχρι σήµερα δεν έχει προβληθεί όσο της αξίζει. Προγραμματίζετε κάτι εκτός των τειχών;

Έχετε δίκιο, είναι ένας από τους στόχους μας. Έχουν γίνει κάποιες συζητήσεις με ξένους φορείς για κάτι τέτοιο, αλλά δυστυχώς δεν υπάρχει ακόμη τίποτε πιο συγκεκριμένο. Όπως καταλαβαίνετε, το κυριότερο πρόβλημα είναι το κόστος. Η ορχήστρα λειτουργεί εντελώς με ιδιωτική οικονομική στήριξη, χωρίς καμιά άλλη βοήθεια. Ένα ταξίδι ενός συνόλου 50 ατόμων στο Εξωτερικό έχει απαγορευτικό κόστος. Θα πρέπει να χρηματοδοτηθεί από τον ξένο φορέα ή να βρει χορηγική στήριξη. Εργαζόμαστε και προς αυτή την κατεύθυνση, αλλά, όπως αντιλαμβάνεστε, στις εποχές που ζούμε, είναι πολύ δύσκολο. Έτσι, προς το παρόν, παραμένουμε στις ηχογραφήσεις Ελληνικών έργων, οι οποίες, όπως προείπα, γίνονται από μεγάλες διεθνείς εταιρίες, που έχουν παγκόσμια απήχηση.

Η Φιλαρμόνια Ορχήστρα Αθηνών, όνειρο ζωής για σας, από το 2016 που εμφανίστηκε έκανε  αισθητή την παρουσία της και πρόσθεσε τη δική της «νότα» στην προσπάθεια αναβάθµισης της µουσικής µας ζωής. Είσθε ικανοποιημένος από την ανταπόκριση του κόσμου;

Στην αρχή η ανταπόκριση δεν ήταν πολύ ψηλή. Ωστόσο, σιγά σιγά, τώρα που μπαίνουμε στην τρίτη μας χρονιά και έχουμε δημιουργήσει ένα μηχανισμό προβολής του έργου μας, η ανταπόκριση είναι αισθητά υψηλότερη. Η τελευταία μας συναυλία στο Μέγαρο είχε μια αίθουσα σχεδόν γεμάτη, παρόλο που το πρόγραμμα δεν ήταν αυτό που λέμε «δημοφιλές». Το κοινό ήταν περισσότερο από εκείνο που συνήθως επισκέπτεται συναυλίες άλλων ορχηστρών, παρόλο που οι δωρεάν προσκλήσεις που δόθηκαν ήταν ελάχιστες.

Πάντως, για να υπάρξει ανταπόκριση του κοινού, πρέπει το κοινό μας να είναι και κατάλληλα προετοιμασμένο. Δυστυχώς, η κλασική (ή έντεχνη ή σοβαρή ή όπως αλλιώς θέλετε να την πούμε) μουσική στην Ελλάδα ποτέ δεν βρήκε μεγάλη και διαρκή ανταπόκριση στο ευρύ κοινό. Για να γίνει αυτό χρειάζεται μια ούτως ειπείν «διαπαιδαγώγηση». Χρειάζεται, δηλαδή, μια γενικότερη καλλιέργεια των Ελλήνων προς την κατεύθυνση της δημιουργίας ενός πολιτιστικά και καλλιτεχνικά υψηλού αισθητηρίου. Αυτό δεν είναι έργο μιας ορχήστρας ή ενός φορέα. Είναι έργο της Παιδείας αρχικά. Όχι μόνο της σχολικής αλλά γενικότερα. Κατόπιν πρέπει να είναι στόχος μιας γενικότερης (όχι μόνο πολιτιστικής αλλά και μορφωτικής και ενημερωτικής) πολιτικής που να δίνει έμφαση στο αληθινό, το ποιοτικό, το υψηλό, το καλλιεργημένο, το απαιτητικό και που να εξυψώνει, αντί να ισοπεδώνει το λαϊκό αισθητήριο. Αυτό, δυστυχώς, είναι ακόμη μακρινό ζητούμενο στην Πατρίδα μας.

Μέσα στη βαθιά ύφεση που περνάει η χώρα πώς το καταφέρνετε και επιβιώνετε κ.Μαλιάρα, αφού δεν λαμβάνετε κρατική επιχορήγηση;

Μόνο με το πάθος και την αγάπη γι’ αυτό που κάνουμε. Πίσω από εμένα υπάρχει ένα Ιδιωτικό Σχολείο, τα «Νέα Εκπαιδευτήρια Γ. Μαλλιάρα», που ιδρύθηκαν πριν από 60 χρόνια από τους γονείς μου και που τώρα ανήκουν στην οικογένειά μου. Το Σχολείο αυτό, που δίνει πάντα μεγάλη έμφαση στην Πολιτιστική Παιδεία μπορεί και στηρίζει οικονομικά αυτή την προσπάθεια, η οποία, πέρα από υψηλούς καλλιτεχνικούς στόχους, έχει και πολύ υψηλές δαπάνες. Φυσικά, αυτό δεν μπορεί να συνεχίζεται εσαεί. Χρειάζεται πολύ σύντομα να βρεθούν χορηγοί που να αναλάβουν ένα μέρος της δαπάνης (όχι ολόκληρη), ώστε το έργο αυτό να μπορέσει να μακροημερεύσει. Χρειαζόμαστε όμως και τη στήριξη από τους κρατικούς φορείς: όχι για να μας χρηματοδοτήσουν αλλά για να μας δώσουν τουλάχιστον τις μεγάλες αίθουσες συναυλιών, όπως το Μέγαρο, για να εμφανιζόμαστε τακτικά. Έτσι θα γίνουμε και πιο γνωστοί στο κοινό μας. Μέχρι στιγμής κάποια στήριξη υπήρξε, αλλά, στα δικά μας μάτια τουλάχιστον, ήταν «επιφυλακτική», για να μην πω τίποτε άλλο: Μία μοναδική συναυλία το χρόνο στη μεγάλη αίθουσα του Μεγάρου νομίζω πως δεν είναι και πολύ γενναιόδωρη προσφορά. Τη στιγμή μάλιστα που άλλες ορχήστρες, επίσης ιδιωτικές, έχουν πολύ περισσότερες παρουσίες.

Άλλοι πάλι φορείς, όπως το Φεστιβάλ Αθηνών, μας βοήθησαν και παρουσιάσαμε πέρυσι σε συμπαραγωγή δυο εξαιρετικές παραστάσεις της όπερας «Περουζέ» του Θεόφραστου Σακελλαρίδη στο Ηρώδειο. Ο Δήμος Αθηναίων, επίσης, έχει υποσχεθεί να μας στηρίξει προσφέροντάς μας το θέατρο Ολύμπια, που θα λειτουργήσει σύντομα υπό την εποπτεία του, για σειρά συναυλιών.

Κάνατε το όνειρό σας πραγματικότητα κύριε καθηγητά στηριζόμενος σε ιδιωτικά κεφάλαια. Με την ευκαιρία θεωρείτε, ότι η ιδιωτική πρωτοβουλία έχει πάψει να ενισχύεται σε αυτή τη χώρα;

Αγαπητή κα Μιχαλιτσιάνου, θα απαντήσω χωρίς με όσα θα πω να αναφέρομαι στον καλλιτεχνικό κόσμο, για τον οποία μίλησα αμέσως προηγουμένως. Έχω δυστυχώς την πεποίθηση ότι η ιδιωτική πρωτοβουλία όχι απλώς δεν ενισχύεται αλλά καταδιώκεται συστηματικά στη χώρα μας. Υπάρχει μια κατεστημένη νοοτροπία που θεωρεί ότι ένας επιχειρηματίας-εργοδότης είναι εξ ορισμού κακός, φαύλος, εκμεταλλευτής και, πολύ συχνά, απατεώνας. Δυστυχώς, αυτή η νοοτροπία έχει διαποτίσει μεγάλο μέρος της κοινωνίας και του πολιτικού φάσματος και ξεπερνά την παρούσα κυβέρνηση. Και, με το να σκεφτόμαστε έτσι, ξεχνάμε ότι η ιδιωτική πρωτοβουλία είναι αυτή που κινεί την οικονομία, αυτή που κάνει επενδύσεις, που πληρώνει φόρους και εισφορές (έστω και σε καθεστώς εκτεταμένης φοροδιαφυγής και εισφοροαποφυγής), αυτή που καινοτομεί. Φυσικά, υπάρχουν και οι διεφθαρμένες περιπτώσεις. Αλλά, μήπως δεν υπάρχει διαφθορά στον Δημόσιο τομέα; Ας θυμηθούμε ότι τα ελλείμματα και τα χρέη που έφεραν τη χώρα μας στη δεινή αυτή θέση τα τελευταία χρόνια, δεν τα δημιούργησε ο ιδιωτικός αλλά ο δημόσιος τομέας, ενώ οι συνέπειες της κρίσης έπληξαν κυρίως τον ιδιωτικό. Πρόκειται, κατά τη γνώμη μου, για μια απίστευτη αδικία και αν αυτός ο τρόπος σκέψης δεν αλλάξει, αν δημόσιος και ιδιωτικός τομέας δεν συνεργαστούν αρμονικά, η χώρα μας δεν πρόκειται να προοδεύσει.

«…Πιστεύουν ότι η ταυτότητα του Νεοέλληνα δεν ταιριάζει με την ταυτότητα του Ευρωπαίου. Ξεχνάμε όμως ότι η απαρχή του νεότερου Ευρωπαϊκού πολιτισμού βρίσκεται στο αρχαιοελληνικό πνεύμα, για το οποίο τόσο πολύ περηφανευόμαστε»

Φιλαρμόνια Ορχήστρα
Ο μαέστρος Βύρων Φιδετζής και η Φιλαμόρμια Ορχήστρα στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών
Ο Νικόλαος Μαλιάρας στο πόντιουμ

Τι ρόλο μπορεί να διαδραματίσει η κλασική μουσική σήμερα;

Η κλασική μουσική είναι μια τέχνη. Μια υψηλή τέχνη, αν θέλετε, που απευθύνεται στις λεπτότερες πτυχές της καλλιέργειας και του εσωτερικού κόσμου του ανθρώπου. Το ίδιο συμβαίνει και με τις άλλες τέχνες, όπως αυτή του θεάτρου, του κινηματογράφου, του χορού, οι εικαστικές τέχνες. Έτυχε να ασχοληθώ με τη μουσική και να την αγαπήσω, αλλά δεν υποτιμώ τις υπόλοιπες. Πιστεύω ότι η ενασχόληση με τις τέχνες, ανυψώνει την καθημερινότητά μας και μας δίνει διεξόδους στα προβλήματα της ζωής. Πλουτίζει, αν θέλετε, το οπλοστάσιό μας, να αντισταθούμε και να πολεμήσουμε τις δυσκολίες.

Τέτοιες διεξόδους δεν μας τις δίνει, ας πούμε, η επιστήμη ή η τεχνολογία. Μπορεί να ζούμε και να επικοινωνούμε σήμερα πολύ ευκολότερα και να εργαζόμαστε πολύ πιο αποδοτικά και πιο άνετα με τη χρήση της τεχνολογίας. Όμως, σε μια δύσκολη στιγμή του βίου μας, σε μια στιγμή σημαντικών επιλογών για εμάς τους ίδιους ή τα πρόσωπα που αγαπάμε, η επιστήμη και η τεχνολογία δεν μπορεί να μας βοηθήσει. Εκεί που χρειάζεται ψυχική δύναμη, έμπνευση, ικμάδα, θάρρος, ψυχικό σθένος και κουράγιο για τις δύσκολες αποφάσεις, εκεί που χρειάζεται η πιο στενή προσωπική επαφή με τους οικείους μας για μια βαθύτερη επικοινωνία, εκεί χρειάζεται η ψυχική ισορροπία και η εσωτερική καλλιέργεια που μόνο η ενασχόληση με την τέχνη μπορεί να προσφέρει. Η τέχνη είναι εκείνη που δίνει την αληθινή Παιδεία, το σημαντικότερο εφόδιο για όλες τις καλές και τις κακές στιγμές της ζωής. Η αισθητική ικανοποίηση και η αισθητική απόλαυση που προφέρει η τέχνη δημιουργεί, αν θέλετε, την πίστη στον εαυτό μας και στον άνθρωπο γενικότερα.

Θα μου πείτε, γιατί, ας πούμε, μια συμφωνία του Μότσαρτ θα μου δώσει δύναμη για τη ζωή. Δεν ξέρω να σας απαντήσω με λογικά επιχειρήματα. Είναι μια μαγική διαδικασία, μάλλον δεν εξηγείται με τη λογική. Υπάρχει, όμως, και συμβαίνει. Κι όταν συμβεί (γιατί σίγουρα κάποτε θα συμβεί σε όλους μας), τότε η χρησιμότητα της τέχνης, και της ευγενέστερης όλων, της μουσικής, είναι ανεκτίμητη.

 Ποιες θα ήταν οι συμβουλές σας στους νέους μουσικούς που θα ήθελαν να ακολουθήσουν αυτό τον δρόμο;

Με δυο λόγια, να την δουλέψουν σαν επαγγελματίες και να την αγαπήσουν σαν ερασιτέχνες. Με άλλα λόγια, να δουλέψουν σκληρά κι επίμονα γιατί η μουσική είναι μια πολύ δύσκολη σπουδή. Όμως, ταυτόχρονα, μην επιτρέψουν στα υπαρκτά ζητήματα βιοπορισμού, που σίγουρα θα απαντήσουν στο βίο τους, να τους κάνουν να παρεκκλίνουν από το δρόμο που από την νεανική ηλικία χάραξαν όσοι έταξαν τη ζωή τους στη μουσική. Το δρόμο της ποιότητας, της καλλιτεχνικής συγκίνησης, στην υπηρεσία της Μουσικής. Και κάτι ακόμη: ότι η όποια προσωπική προβολή ή επιτυχία τους προφέρει αυτό το ευγενές επάγγελμα να μη τους οδηγήσει στο να θεωρούν σημαντικότερους τους εαυτούς τους από την τέχνη που υπηρετούν.

Είστε εραστής της μουσικής. Η μουσική είναι κομμάτι σας. Τι συναισθήματα σας προκαλούν όσοι παίζουν όμορφα;

Δεν υπάρχει μεγαλύτερη ικανοποίηση για μένα από το να παρακολουθώ μια καλή μουσική εκδήλωση, συναυλία ή παράσταση. Με γεμίζει, μου δίνει δύναμη για πολλά πράγματα, όπως είπα παραπάνω. Υπάρχουν στιγμές που με συγκινεί βαθύτατα, υπάρχουν συναυλίες που θεωρώ για τη ζωή μου καθοριστικές. Είναι εμπειρίες που μου άνοιξαν τα μάτια, μου έδειξαν το δρόμο, μου έμαθαν καινούρια πράγματα στην προσέγγιση της μουσικής γενικά ή κάποιου συγκεκριμένου συνθέτη ειδικότερα. Έχοντας και την επιστημονική ιδιότητα του μουσικολόγου προσπαθώ να προσεγγίσω τη μουσική από πολλές πλευρές και διακρίνω σε κάθε μουσική μου εμπειρία και παραμέτρους που δεν είναι τόσο εμφανείς στους περισσότερους. Μια μουσική σύνθεση είναι ένας ζωντανός οργανισμός που, όσες φορές κι αν το έχεις ακούσει στο παρελθόν, ξαναδιαμορφώνεται και αποκαλύπτεται μπροστά σου σαν να είναι η πρώτη φορά. Δεν είναι, λοιπόν, μόνο το να «παίζεις όμορφα», αλλά ένας ολόκληρος κόσμος που ανοίγεται οραματικά μπροστά σου όταν μετέχεις στη μουσική.

Πιο πολύ ακόμη συγκινούμαι όταν αυτό το αποτέλεσμα βγαίνει και με τη δική μου συμβολή, υπό την ιδιότητά μου του μαέστρου της Χορωδίας των Φοιτητών του Τμήματος Μουσικολογίας του Πανεπιστημίου ή της Φιλαρμόνιας, στις συναυλίες που διευθύνω.

Ως γνωστό οι Έλληνες μουσικοί   προσπαθούν για το καλύτερο παρά τις αντίξοες συνθήκες. Όπως έχουν πει διάσημοι αρχιμουσικοί «Οι διαφορές των ορχηστρών μας από τις ξένες δεν είναι ούτε στο ταλέντο ούτε στη μουσική κατάρτιση των μελών τους. Είναι κυρίως στην έλλειψη νοοτροπίας και αρχών. Και σε αυτό δεν φταίνε οι μουσικοί αλλά η παιδεία μας που είναι ανύπαρκτη». Η γνώμη σας ποια είναι κ. Μαλιάρα επ΄αυτού;

Συμφωνώ απολύτως με αυτό. Οι Έλληνες μουσικοί δεν έχουν τίποτε να ζηλέψουν από τους ξένους. Τα τελευταία χρόνια, μάλιστα, που οι περισσότεροι έχουν και λαμπρές σπουδές στο Εξωτερικό, αυτό ισχύει ακόμη περισσότερο. Εκείνο που λείπει, και που προηγείται ως προϋπόθεση της παιδείας, είναι η παράδοση. Η Ελλάδα, παρόλο που Έλληνες συνθέτες κλασικής μουσικής υπάρχουν σποραδικά από τον 16ο και σε μεγάλους αριθμούς από τις αρχές του 19ου αιώνα, εντούτοις δεν κατορθώθηκε να δημιουργηθεί μια αντίστοιχη των υπόλοιπων ευρωπαϊκών χωρών μουσική παράδοση, που είναι αυτή που θα δημιουργούσε τις προϋποθέσεις για μια αντίστοιχου επιπέδου μουσική παιδεία. Η ένδεια της μουσικής παιδείας είναι στην Ελλάδα ακόμη μεγαλύτερη από τις ελλείψεις της γενικής παιδείας, που όλοι βλέπουμε και παρατηρούμε. Συνθέτες εδώ και πάνω από εκατό χρόνια νωρίτερα διαπιστώνουν τις ελλείψεις και κάνουν τις προτάσεις τους. Διάβαζα πρόσφατα δύο κείμενα του Μανώλη Καλομοίρη, από το 1910 και το 1913 για τη μουσική εκπαίδευση. Αν τα συγκρίνει κανείς με τη σημερινή εποχή, διαπιστώνει ότι θα μπορούσαν σχεδόν να έχουν γραφτεί σήμερα! Από τότε μέχρι τώρα ελάχιστα έχουν βελτιωθεί επί της ουσίας.

Για όλα αυτά υπάρχουν αίτια, φυσικά. Και τα αίτια αυτά συμποσούνται, κατά τη γνώμη μου στο εξής: Ότι στην Ελλάδα ποτέ δεν θελήσαμε να γίνουμε μια πραγματικά Ευρωπαϊκή χώρα. Η κλασική μουσική είναι ένα από τα σημαντικότερα προϊόντα της Δυτικοευρωπαϊκής πολιτιστικής κληρονομιάς. Υπάρχουν, όμως, στη χώρα μας ισχυρότατες δυνάμεις που απεχθάνονται καθετί το ευρωπαϊκό. Πιστεύουν ότι η ταυτότητα του Νεοέλληνα δεν ταιριάζει με την ταυτότητα του Ευρωπαίου. Ξεχνάμε όμως ότι η απαρχή του νεότερου Ευρωπαϊκού πολιτισμού βρίσκεται στο αρχαιοελληνικό πνεύμα, για το οποίο τόσο πολύ περηφανευόμαστε. Παρόλα αυτά, πολλοί από εμάς φοβόμαστε ότι η ιδιοσυστασία μας θα καταστραφεί από την επαφή με την Ευρώπη, ενώ, αντίθετα, δεν κινδυνεύει από την συνάφεια με τους ανατολικούς, εξωευρωπαϊκούς πολιτισμούς. Και δυστυχώς, πολύ φοβάμαι ότι η νοοτροπία αυτή είναι κυρίαρχη ακόμη και σήμερα.

«…Μη σταματάτε, μην καταθέτετε τα όπλα, μην εγκαταλείπετε τον αγώνα και μην αφίστασθε των στόχων σας ποτέ!»

Η συμφωνική μουσική  παρέχει μία φιλοσοφική και συναισθηματική διάσταση, που ο σύγχρονος τρόπος ζωής σπάνια προσφέρει. Τι θα χάσουμε, αν δεν τη βάλουμε στη ζωή μας;

Νομίζω πως απάντησα στο ερώτημα αυτό πιο πάνω. Ας συμπληρώσω εδώ και το εξής: Στη μεταμοντέρνα εποχή που ζούμε, οι διαχωριστικές γραμμές έχουν θαμπώσει. Αυτό είναι καλό σε πολλές περιπτώσεις, αλλά για άλλες είναι, κατά τη γνώμη μου, βλαπτικό. Δεν είναι όλα τα είδη μουσικής ίδια, όπως δεν είναι και όλα τα είδη τέχνης ίδια. Ένα αστυνομικό μυθιστόρημα που αγοράζουμε από το περίπτερο και διαβάζουμε σε μια στιγμή που έχουμε ανάγκη να χαλαρώσουμε, είναι ένα είδος λογοτεχνίας. Μιλάει πιθανότατα για ένα έγκλημα, ένα δολοφόνο, την καταδίωξή του κλπ. Δεν μπορεί όμως να συγκριθεί με το «Έγκλημα και Τιμωρία» του Ντοστογιέφσκι, παρόλο που κι αυτό ένα παραπλήσιο θέμα διαπραγματεύεται. Υπάρχει λοιπόν λογοτεχνία και λογοτεχνία, όπως υπάρχει μουσική και μουσική. Νομίζω αντιλαμβανόμαστε τη διάκριση. Όλα τα είδη λογοτεχνίας, μουσικής, θεάτρου, κινηματογράφου, έχουν ίσα δικαιώματα ύπαρξης. Δεν έχουν όμως όλα την ίδια αξία. Ας κρατήσουμε τις υψηλές αξίες στη ζωή μας.

«‘Υπάρχουν άνθρωποι που έχουν πάθος με την κατανόηση όπως υπάρχουν άνθρωποι που έχουν πάθος με τη μουσική», υποστήριζε ο Αϊνστάιν. Κι εσείς είσθε ένας από αυτούς κύριε καθηγητά. Τους ανθρώπους που δεν ακούνε καθόλου μουσική πώς θα τους χαρακτηρίζατε;

Θα σας φανεί παράξενο ίσως, αλλά νομίζω  πως δεν υπάρχουν τέτοιοι. Η μουσική είναι έμφυτη στον άνθρωπο από το πιο πρωτόγονο στάδιο της δημιουργίας του. Είναι για τον άνθρωπο μια φυσική ανάγκη και μια φυσική διαδικασία. Παρόλα αυτά καταφέρνουμε συχνά ως κοινωνία, αυτή την έμφυτη ανάγκη να την διοχετεύσουμε μόνο προς την εμπορική της έκφανση. Εκείνη δηλαδή τη μορφή τέχνης που ενδιαφέρεται πιο πολύ για το εμπορικό κέρδος αντί για την βαθιά και ουσιαστική λειτουργία της τέχνης. Πιστεύω πως η επαφή και η βίωση της πραγματικής τέχνης είναι ταυτόχρονα ένα προνόμιο αλλά και ένα δικαίωμα. Ένα δικαίωμα που το δικαιούνται όλοι οι άνθρωποι τόσο αυτονόητα όσο και το δικαίωμα στην τροφή και στη στέγη. Εμείς οι δάσκαλοι και όλοι όσοι έχουμε κάποια θέση έχουμε καθήκον να εξασφαλίσουμε αυτό το δικαίωμα για όλους.

Ξεχωρίζετε κάποιους συνθέτες από το ευρύτερο μουσικό φάσμα της κλασικής και σύγχρονης μουσικής;

A, είναι πολύ δύσκολο να ξεχωρίσεις κάποιους. Θα έπρεπε να αναφέρω αρκετές δεκάδες από όλες τις εποχές. Άλλος είναι σημαντικός διότι επέδρασε σημαντικά στην εποχή του, άλλος διότι καινοτόμησε και δημιούργησε νέα μουσικά είδη, άλλος γιατί θεμελίωσε το τονικό σύστημα, κι άλλος γιατί το κατακρήμνισε και πήρε ρηξικέλευθη κατεύθυνση… Με τη ματιά του μουσικολόγου, και αν έπρεπε «καλά και σώνει» να ξεχωρίσω κάποιους, θα ξεχώριζα τους τρεις μεγάλους Κλασικούς της Βιέννης: Χάυντν, Μότσαρτ και Μπετόβεν. Γιατί πιστεύω ότι είναι οι μόνοι που ύψωσαν τη μουσική στο ψηλότερο σκαλοπάτι ανεξαρτησίας, αυτάρκειας, ισορροπίας και ομορφιάς. Αντιπροσωπεύουν το κλασικό πρότυπο στη μουσική όπως ο Φειδίας για την αρχαιοελληνική γλυπτική ή ο Σοφοκλής για την τραγωδία. Τώρα, αν με τον όρο «σύγχρονη» μουσική εννοείτε την ψυχαγωγική μουσική των τελευταίων δεκαετιών που ακούμε στο ραδιόφωνο και σιγοτραγουδούμε με την παρέα μας, πιστεύω πως κι αυτή έχει το δικό της μέτρο ποιότητας. Από τους Έλληνες δημιουργούς θα ανέφερα τα ονόματα του Μάνου Χατζιδάκι και του Διονύση Σαββόπουλου. Γιατί πιστεύω πως από τα τραγούδια τους λείπει η προσποίηση και περισσεύει η αλήθεια.

Στα πολιτιστικά  πράγματα της Ελλάδας υπερισχύουν διαφορετικά κριτήρια από αυτά του σκοπού για τον οποίο ιδρύθηκε η ορχήστρα σας. Δυστυχώς, η πραγματικότητα είναι ότι ο τομέας του πολιτισμού έρχεται πάντα τελευταίος στην αξιολόγηση και συνεπώς στη στήριξη από την πλευρά της ελληνικής πολιτείας στις μέρες μας. Γιατί νομίζετε;

Γιατί οι πολιτικοί μας δεν θέλουν προβληματισμένους, υποψιασμένους, «ψαγμένους» πολίτες. Δεν θέλουν ανεξαρτησία γνώμης, κριτηρίων, δεν θέλουν αμφισβήτηση. Ο Πολιτισμός και η Παιδεία αυτό δίνουν, αυτό εξασφαλίζουν, όταν γίνονται σωστά. Κι αυτό είναι η ύπατη δημοκρατική κατάκτηση: Η κριτική σκέψη. Οι πολιτικοί μας θέλουν να χειραγωγήσουν την Παιδεία, να ευτελίσουν τον Πολιτισμό, έτσι ώστε οι πολίτες να μην κρίνουν, να μη συγκρίνουν και να μην κατακρίνουν. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι όλα κατευθύνονται προς την απάθεια και την αδιαφορία, προς τον πολιτισμό της ρετσίνας, του ζεϊμπέκικου και της ταβέρνας. Θυμάστε τα «πολιτιστικά κέντρα» του μακαρίτη Ευάγγελου Γιαννόπουλου; Καλά είναι κι αυτά, αλλά δεν μπορεί να είναι μόνον αυτά.

Η Φιλαρμόνια ιδρύθηκε για να καλύψει ένα κενό που δεν θα έπρεπε να υπάρχει. Δεν έπρεπε να υπάρχει ανάγκη να ιδρυθεί. Διότι το έργο το οποίο επιτελεί θα έπρεπε να το επιτελούν οι κρατικές ορχήστρες, οι οποίες, ως δημόσιοι πολιτιστικοί οργανισμοί, θα έπρεπε να χαράσσουν αξιόπιστη πολιτιστική πολιτική που να στοχεύει, πέραν της αμιγώς καλλιτεχνικής τους προσωπικότητας, στην αναβάθμιση και όχι στην ισοπέδωση του γενικότερου αισθητηρίου του λαού μας. Και θα έπρεπε να προβάλλουν την Ελληνική δημιουργία όπως κάνουν όλες οι ορχήστρες σε όλες τις χώρες του κόσμου για την πολιτιστική παραγωγή της κάθε χώρας τους.

‘Έχετε  χορηγούς  που στηρίζουν την προσπάθειά σας;

 Όπως σημείωσα και πιο πάνω, προς το παρόν όχι. Η αλήθεια είναι ότι μέχρι τώρα δεν το επιδιώξαμε διότι θέλαμε η ορχήστρα να παρουσιάσει πρώτα μια συνεπή και αξιόπιστη πρόταση και ένα ισχυρό τεκμήριο για τη δράση της. Τώρα, μετά από δύο συμπληρωμένα χρόνια (ήδη ξεκίνησε το τρίτο) καλλιτεχνικής και εκδοτικής δράσης (διότι πολλά από τα έργα που παίζουμε ήταν άγνωστα κι ανέκδοτα και ανασύρθηκαν για πρώτη φορά από εμάς), μετά από 40 περίπου συναυλίες, δεκάδες έργα Ελλήνων συνθετών που έχουν εκτελεσθεί και ηχογραφηθεί, νομίζω πως η πρότασή μας είναι αξιόπιστη και ο φάκελός μας πλήρης. Τώρα λοιπόν ξεκινάμε την προσπάθεια προσέγγισης σοβαρών χορηγών που θα ήθελαν, είτε να αναλάβουν εξ ολοκλήρου τα λειτουργικά έξοδα της ορχήστρας για μια συγκεκριμένη περίοδο, είτε να χρηματοδοτήσουν κάποιο συγκεκριμένο πρότζεκτ, όπως η σκηνική αναβίβαση μιας όπερας ή ενός μπαλέτου, η ηχογράφηση μιας σειράς έργων, μια περιοδεία στην Ελλάδα ή στο Εξωτερικό κοκ.

Τι πιστεύετε ότι διακρίνει τον ήχο  μιας μεγάλης διεθνούς συμφωνικής ορχήστρας από αυτόν της Φιλαρμόνιας Ορχήστρας Αθηνών;

Πιστεύω πως η Φιλαρμόνια είναι μια πολύ καλή συμφωνική ορχήστρα, αλλά ας μην έχουμε ψευδαισθήσεις. Δεν είναι ούτε Φιλαρμονική της Βιέννης ούτε του Βερολίνου. Για να γίνει αυτό θα πρέπει να αποκτήσει την δική της πολυετή παράδοση και να κατοχυρώσει την ιδιαίτερη φυσιογνωμία της. Οι ξένες μεγάλες ορχήστρες λειτουργούν υπό εντελώς διαφορετικές συνθήκες. Οι μουσικοί τους αμείβονται με αποδοχές που τους επιτρέπουν να μην εργάζονται σε άλλες δουλειές, να μην δουλεύουν δηλαδή ταυτόχρονα σε περισσότερες ορχήστρες ή να μην κάνουν και μαθήματα σε ωδεία, όπως σχεδόν όλοι οι μουσικοί των ελληνικών ορχηστρών. Με άλλα λόγια, οι ξένοι μπορούν να αφοσιωθούν αποκλειστικά στο έργο τους, να μελετούν περισσότερο, να συνεργάζονται με μεγάλους μαέστρους και σολίστ, και γι’ αυτό να έχουν υψηλότερο επίπεδο.

Ωστόσο, συγκρινόμενη με άλλες ευρωπαϊκές ορχήστρες, η Φιλαρμόνια πιστεύω πως δεν έχει τίποτε να ζηλέψει, ούτε άλλωστε και από τις καλύτερες Ελληνικές. Αν μπορούσε μια καλή χρηματοδότηση να μας εξασφαλίσει καλύτερες υποδομές (π.χ. μεγαλύτερη αίθουσα δοκιμών, αγορά ποιοτικότερων οργάνων, δυνατότητα μετάκλησης σημαντικών ξένων μαέστρων και σολίστ και δυνατότητα υψηλότερης αμοιβής όλων των συντελεστών αυτής της προσπάθειας), πιστεύω ότι το αποτέλεσμα θα ήταν ακόμη καλύτερο, διότι οι μουσικοί της έχουν μεγάλη όρεξη και πίστη σ’ αυτό που κάνουν, στην αποστολή της ορχήστρας, και αγωνίζονται κι αυτοί, όπως κι εγώ και ο Καλλιτεχνικός μας Διευθυντής, ο μαέστρος Βύρων Φιδετζής για την επιτυχία της. Και επ’ ευκαιρία θέλω όλους από εδώ να τους ευχαριστήσω όσο και τους μαέστρους και σολίστες που ως τώρα συνεργάστηκαν μαζί μας και προσέφεραν την τέχνη και την αφοσίωσή τους.

Ενώ ετοίμαζαν το κώνειο, ο Σωκράτης, μάθαινε μια μελωδία στον πλαγίαυλο. «Σε τι θα σου χρησιμεύσει;» τον ρώτησαν. «Μα να μάθω αυτή τη μελωδία πριν πεθάνω». Πώς σχολιάζετε ως Πανεπιστημιακός τη στάση του Έλληνα φιλοσόφου, που επηρέασε όσο κανείς άλλος τον ευρωπαϊκό πολιτισμό αν και δεν άφησε πίσω του κανένα γραπτό;

Μου φαίνεται ότι μου βάζετε δύσκολα! Πώς μπορώ εγώ να σχολιάσω τα λόγια ενός τέτοιου πνευματικού μεγέθους, όπως ο Σωκράτης! Μπορώ απ’ αυτά τα λόγια μόνο ένα μήνυμα να πάρω: Η μάθηση, η Παιδεία δεν υπάρχει μόνο για να έχει μια «πρακτική» χρησιμότητα. Πολλές φορές αποτελεί αυτοσκοπό. Υπάρχει για να υπάρχει. Γιατί κάνει καλύτερο τον άνθρωπο. Και κάτι άλλο, που θα ήθελα μέσα από τις σελίδες σας να το στείλω ως παρακαταθήκη και στους φοιτητές και μαθητές μου, τους νέους ανθρώπους που έχουν την καλοσύνη να διαβάσουν αυτή τη συζήτηση. Μη σταματάτε, μην καταθέτετε τα όπλα, μην εγκαταλείπετε τον αγώνα και μην αφίστασθε των στόχων σας ποτέ!