fbpx

Ο Μπουκόβσκι του Φερέρι τα πίνει με κομψές grannies που ψάχνουν sex στο city και νεαρός σκηνοθέτης εντυπωσιάζει με τρόμο» Οι ταινίες της εβδομάδος από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Άρνηση και μόνο άρνηση. Απαισιοδοξία και άπλετο σκότος. Δυσφορία και τρόμος είτε στον παρελθόντα, είτε στον παρόντα, είτε σε μελλοντικούς χρόνους. Κυριαρχία του πεσιμισμού σε ρεαλιστικούς και φανταστικούς χώρους. Καθολική πτώση των αξιών, απέλπιδες ιστορίες βουτηγμένες σε καλά σχεδιασμένη, κοινωνική παραμόρφωση. Ουδεμία λάμψη ανάτασης ή αισιοδοξίας. Ιστορίες καθημερινής παράνοιας ειπωμένες στην σφαίρα της ωμότητας ή της υπερβολής, όλες καλλιτεχνικά δοσμένες. Οι αφηγήσεις είναι πια εφιαλτικές και τα μηνύματα μοιάζουν με μαύρα κρίνα να αναδύουν αίμα και πύον. Ο προσανατολισμός πιο σαφής δεν γίνεται και η συνήθεια να βιώνεις την άρνηση κινηματογραφικά είναι πια δεδομένη. Ο πόνος είναι πρωταρχικής σημασίας προϊόν και η δυσαρμονία κρατάει σταθερά τον δείκτη στην ένδειξη της ανισορροπίας. Το θέαμα δεν είναι παραμυθένιο, είναι μαυροφορεμένο και η 7η Τέχνη μετατράπηκε με συνοπτικές διαδικασίες σε πόρνη του ερέβους. Ακόμα και το είδος της κωμωδίας είναι πέρα ως πέρα αγέλαστο, ανέμπνευστο, σαχλό, ηλίθιο και ανυπόφορα μιμητικό προς το χειρότερο. Τα πλατύσκαλα της ψυχικής ανακούφισης γεμάτα υγρασία κινδυνεύεις να γλιστρήσεις, να πέσεις και να σπάσεις πόδι ή χέρι στην καλύτερη των περιπτώσεων. Το μείον μετουσιώνεται σε συν και η αντίδραση παραμένει άβουλη, μοναχική σε αυτό που δεν είναι δεδομένο αλλά κατέληξε σε δεδομένο. Το όνειρο του σινεμά νοσεί, περνά κρίση και οι παλμοί της ζωής του στο πεδίο της καλής ψυχαγωγίας μειώνονται αισθητά. Ο προβληματισμός, όμως, παραμένει ακέραιος και στην κονσόλα του συνειδησιακού ελέγχου αναβοσβήνει επίμονα η ένδειξη: «Η συνήθεια είναι τοξική». Πόσο καιρό έχεις να βγεις από την σκοτεινή αίθουσα και να ανασάνεις βαθιά, λέγοντας: «Αυτή μάλιστα, ήταν μια καλή ταινία» και όλη η δροσιά του μαγευτικού θεάματος να αγκαλιάσει ευεργετικά την ύπαρξη σου; Μια νότα αισιοδοξίας, βρε άνθρωπε, να δονήσει την ασάλευτη χορδή της οπτικής, πως υπάρχει κάπου καθαρός αέρας έτοιμος να απλώσει το λευκόχρυσο σεντόνι του στα ταλαιπωρημένα σωθικά σου. Συνήθεια. Το χειρότερο. Συνηθίζουμε στον πόνο, στην βία, στην μετριότητα, στην άρνηση και τα θεωρούμε ακλόνητα δεδομένα του 21ου αιώνα. Η καλή περιπέτεια φοράει μόνο πολύχρωμα κολάν, μπέρτες και διαλύει το σύμπαν. Η δράση αναμοχλεύει την άνομη χύτρα του μιμητισμού με έγκλημα και θάνατο. Ο ρομαντισμός απώλεσε την κομψότητα, το στυλ, τα λόγια του, το φλερτ, μπερδεύοντας τα πρόσωπα, τις ταυτότητες, τα μουστάκια του. Το κοινωνικό των θεμάτων με πνίγει αφόρητα όταν επιμένει να αποδεχθώ φόρμες και δόγματα που δεν μου ταιριάζουν, κλωτσώντας με δυνατά στα πισινά με το γυμνό, μολυσμένο πόδι του ρεαλισμού. Η φαντασία με στέλνει στα δυστοπικά σενάρια για να μισήσω το μέλλον. Τίποτα το φωτεινό εκεί, μόνο μαυρίλα, φόβος, χειραγώγηση, σκλαβιά. Η απεραντοσύνη του διαστήματος γέμισε μοναχικό τρόμο, απαγορευτικό κι αυτό για τα όνειρα μου. Το χιούμορ κατέληξε πιο ρηχό κι από τον πάτο ενός φλιτζανιού καφέ, οπότε εάν είμαι έντομο πνίγομαι μέσα του, εάν όμως είμαι άνθρωπος είναι εντελώς αδιάφορο. Το άλμπουμ των βιογραφιών γεμίζει ολοένα με προσωπογραφίες απατεώνων, διεστραμμένων, ξοφλημένων, με χαμένους αυτόχειρες δίχως κέφι και όρεξη για ζωή. Οι δε ταινίες περιόδου, οι λεγόμενες εποχής, σώζονται κάπως από την ατμόσφαιρα τους, αλλά κι αυτές προβάλλουν μνήμες άρνησης. Ο έρωτας, το amour, η κηρήθρα της ζωής στέγνωσε εκτεθειμένη σαν μπουγάδα στην στυγνή χυδαιότητα, στην ακρότητα, την τρέλα, το βίτσιο, σημειώνοντας ειρωνικά σχόλια για το χρονικό ενός προαναγγελθέντος θανάτου. Ελάχιστες είναι οι ταινίες πια, που δημιουργούν το οξυγόνο και την ανάταση. Η ανθρώπινη συνείδηση σφυρηλατείται αλύπητα στο μαντεμένιο αμόνι της συνήθειας μιας ασχήμιας. Κοιτάμε αλλά δεν βλέπουμε. Αισθανόμαστε αλλά δεν αντιδρούμε. Σινεμά. Το ακούραστο σμάρι των αποδημητικών που σε λίγο δεν θα ταξιδεύει στα ζεστά κλίματα του Νότου, χάνοντας τον προσανατολισμό του. Απόλυτη μετάλλαξη. Το πέρασμα των κυνηγών βρίσκεται σε ετοιμότητα με τα δίκαννα γεμάτα.                           

«Ερωτικές Ιστορίες Καθημερινής Τρέλας»

(Tales of Ordinary Madness)

 

  • Είδος: Κοινωνικό δράμα (Παραγωγή 1981)
  • Σκηνοθεσία: Μάρκο Φερέρι
  • Με τους: Μπεν Γκαζάρα, Ορνέλα Μούτι, Σούζαν Ταιρέλ, Ρόι Μπρόκσμιθ
  • Διάρκεια: 101’
  • Διανομή: Bibliotheque
  • Διακρίσεις: 9 Διεθνή Βραβεία Καλύτερης Ταινίας, Σκηνοθεσίας
  • και Καλύτερης Ηθοποιίας: (David di Donatello Awards – Golden Goblets, Italy – Italian National Syndicate of Film Journalists – San Sebastián International Film Festival (Fipresci Prize) – SESC Film Festival, Brazil)
  • Επανέκδοση σε ψηφιακές κόπιες στους κινηματογράφους: «Σινέ Ριβιέρα» (Εξάρχεια) και «Σινέ Όαση» (Παγκράτι)

Το μαργαριταρένιο περιδέραιο της ταινίας είναι το απίστευτο λογίδριο του Τσαρλς Σέρκιν περί «κομψότητας» στο τεράστιο θέατρο με τους ελάχιστους, βαριεστημένους θεατές να ψιλοκράζουν κάτι φτωχοδιάβολους καλλιτέχνες που βρίσκονται εκεί για να παρουσιάσουν τραγούδια τους, να απαγγείλουν, να πουν τα δικά τους, τα διαολεμένα σώψυχα τους. Από τα πρώτα λόγια το ολιγάριθμο κοινό αρχίζει να αποδυναμώνει την μπρόγκα από την δύναμη της σκέψης του μέθυσου αφηγητή, μέχρι που επικρατεί απόλυτη σιωπή. Σεκάνς μοναδική, ακριβώς στην έναρξη της ταινίας. Φοράς τα μαργαριτάρια, εάν θέλεις, και απολαμβάνεις, τα 101 λεπτά διάρκειας της ταινίας που αφορά την μεταφορά του ομότιτλου βιβλίου του κυνικού, Αμερικανού συγγραφέα Τσαρλς Μπουκόβσκι από τον Ιταλό αντισυμβατικό σκηνοθέτη Μάρκο Φερέρι. Οι «Ερωτικές Ιστορίες Καθημερινής Τρέλας» μαζί με το «Ταχυδρομείο» είναι τα πιο πολυδιαβασμένα βιβλία, από τα πενήντα τον αριθμό, του Μπουκόβσκι. Δύο είναι οι αλήθειες ερχόμενος αντιμέτωπος με τέτοιου είδους ανθρώπους στην 7η Τέχνη, που συχνά προκαλούσαν έντονες αντιδράσεις και εγκεφαλικά με τα πονήματα τους στις απονευρωμένες μάζες. Το πρώτο είναι, ότι ο Μπουκόβσκι ποτέ δεν αγαπήθηκε από τους Αμερικανούς ως συγγραφέας τους, παρά μόνο από τους Ευρωπαίους και μερικούς περιθωριακούς πυρήνες της σύγχρονης, αμερικανικής λογοτεχνίας, που αντιλήφθηκαν άμεσα την διασταύρωση της σκέψη του, γεννώντας στο χαρτί ένα ιδιαίτερο φιλοσοφικό, ποιητικό υβρίδιο από τον σωκρατικό κυνισμό και τον ρομαντισμό του αυτόχειρα Καμί, ακόμα και του αφοριστικού ηθικοφιλοσοφικού προσανατολισμού του Νίτσε και του Ντοστογιέφσκι. Αυτά, φυσικά, ενοχλούν τα μέγιστα τους ακραιφνείς υπερασπιστές του αμερικανικού ονείρου που καθύβριζε συνεχώς ο Γερμανο –πολωνο – αμερικανός Χέινριχ, Καρλ Μπουκόβσκι (16 Αυγούστου 1920 — 9 Μαρτίου 1994). Η αληθινή, αθέατη, αμερικανική διανόηση τον αποδέχτηκε σιωπηρά δίχως φανφάρες και τυμπανοκρουσίες, κι αυτό γιατί μέσα από την ποίηση του κι όχι από τα διηγήματα του, πραγματικά, ανακάλυψε ένα ατίθασο πνεύμα μεν, βαθιά πληγωμένο και απογοητευμένο δε, γεμάτο λυρισμό και ατόφια φιλοσοφική δραματουργία στο επίπεδο του σκληρού ρεαλισμού. Ο Μπουκόβσκι πατούσε απροκάλυπτα την οριακή γραμμή της μισανθρωπίας, από φιλοσοφική θέση και άποψη, αποφεύγοντας τα τοξικά προϊόντα της ευζωίας του συστήματος, καταργώντας συνάμα, τον φυσιολογικό τρόπο ζωής, ακολουθώντας την αλητεία, βιώνοντας την λιτότητα και τον κοσμικό μοναχισμό, πνιγμένος στο αλκοόλ και τους εφήμερους έρωτες, μαχόμενος με τους προσωπικούς του δαίμονες. Οι συντροφιές του ήταν οι μπεκρήδες, οι πουτάνες, οι λογής παρίες και οι περιθωριακοί, ανακαλύπτοντας ανάμεσά τους την αληθινή εικόνα όχι μόνο της Αμερικής αλλά όλου του σύγχρονου κόσμου. Δικαίως του προσάψανε τον χαρακτηρισμό του ποιητή του βρώμικου ρεαλισμού, που στην συνέχεια έγινε λογοτεχνικό κίνημα με πάμπολλους εκφραστές. Το δεύτερο είναι, ότι ο, εκ πεποιθήσεως, άθεος, Μιλανέζος σκηνοθέτης Μάρκο Φερέρι (11 Μαΐου 1928 – 9 Μαΐου 1997), ο πλέον αντικομφορμιστής, αναρχικός και αντισυμβατικός, ο δημιουργός των ταινιών: «Το Χαρέμι» (1967, η ταινία προβλήθηκε στην Ελλάδα με τον απίστευτο τίτλο: «Η Γκαρσονιέρα της Ανώμαλης»), «Το Μεγάλο Φαγοπότι» (1973), «Γεια σου Πίθηκε» (1978), «Πιπί, Κακά και… Νάνι» (1979), «Η Ιστορία της Πιέρα» (1983), «Το Μέλλον Είναι Γυναίκα» (1984), εντυπωσιασμένος από τον «καταραμένο» Μπουκόβσκι μεταφέρει το βιβλίο του «Ερωτικές Ιστορίες Καθημερινής Τρέλας» (Tales of Ordinary Madness) στην μεγάλη οθόνη. Από το συνολικό έργο του Φερέρι διαπιστώνουμε, πως κεντρικό πρόσωπο των ιστοριών του είναι η γυναίκα, που «παίζει» με το υπερφίαλο αρσενικό, δίνοντας αιχμηρές, σατυρικές διαστάσεις, ότι ο πλανήτης, τελικά, ανήκει στο ισχυρό θηλυκό, κάτι σαν τα μελίσσια που τον πρώτο λόγο έχουν οι κυρίαρχες βασίλισσες και τον τελευταίο, μέχρι θανάτωσης, οι άοκνοι «εργάτες» του μόχθου και της αναπαραγωγής. Αν και χαρακτηρίστηκε πολλάκις μισάνθρωπος ο Φερέρι, δεν είναι. Αντιθέτως η τοξική του σάτιρα διαθέτει φυλετική ταυτότητα και φυσικά είναι η σοβινιστική διάθεση του αρσενικού απέναντι στο φαινομενικά υποταγμένο θηλυκό, που τελικά γίνεται δούλος των παθών του και των αρχέγονων γυναικείων δυνάμεων. Καυστικά, αιρετικά αποτυπώνει το ερωτικό μπουκοβσκικό σύμπαν από μια δική του εντελώς οπτική, που δεν χάνει το φιλοσοφικό υπόβαθρο περί ελευθερίας, έρωτος και άλλων δαιμονίων, αλλά τονίζει, πως ακόμα κι όταν ένας κατασταλαγμένος φιλόσοφος απολέσει την μούσα του, οδηγείται στην άβυσσο της αυτοκαταστροφής. Όταν προβλήθηκε η ταινία (1981) ο Μπουκόφσκι ήταν εν ζωή και δυσαρεστήθηκε τα μάλα, κατηγορώντας τον Φερέρι για υπερβάσεις στην ταινία, κατακρίνοντας μάλιστα τον Μπεν Γκαζάρα για μέτρια ερμηνεία. Αυτός είναι ο Μπουκόβσκι, που με τίποτα δεν ήταν ευχαριστημένος. Το ότι ο Σωκράτης ήταν χωλός επηρέασε κάπως την ειρωνική και σκωπτική διάθεση του προς τους ανθρώπους.  Η σωματική βία που ο Μπουκόβσκι δέχτηκε από τον πατέρα του ως παιδί και η παραμόρφωση του προσώπου του λόγω της εφηβικής, επιθετικής ακμής αύξησαν τόσο τον θυμό, όσο και τον κυνισμό του στο ανθρώπινο.

Στο Λος Άντζελες (Lost Angeles χαμένοι άγγελοι, αποκαλεί την πόλη που αγάπησε και έζησε) ο περιπλανώμενος, μεσήλικας ποιητής και συγγραφέας Τσάρλς Σέρκιν (Μπεν Γκαζάρα – απίθανος) σβήνει τις καθημερινές δυσκολίες του στο αλκοόλ. Οι βόλτες του κάτω από τον καυτό ήλιο της δυτική ακτής και οι συναναστροφές του με ιδιαίτερες γυναίκες του βίτσιου και των ακροτήτων καταλήγουν στο εφήμερο σεξ. Πίνει, ξευτελίζεται, ερωτοτροπεί και γράφει συνεχώς αρνούμενος να εργασθεί, ενώ κάποια γραπτά του δείχνουν να κινούν το ενδιαφέρον ενός μεγάλου εκδοτικού οίκου της Νέας Υόρκης. Σε ένα μπαρ γνωρίζει την όμορφη πόρνη Κας (Ορνέλα Μούτι – πολύ καλή) εθισμένη στον σαρκικό πόνο και τις αυτοκτονικές τάσεις, την οποία ερωτεύεται παράφορα. Οι μέρες τους κυλούν στην ελευθεριότητα, το ποτό, την δημιουργική έκρηξη του Τσαρλς, που αρχίζει να ξαναγράφει, έως την απάντηση του εκδοτικό οίκο που θέλει τελικά να εκδώσει την ποιητική συλλογή του συγγραφέα. Τον καλούν να ταξιδέψει στην Νέα Υόρκη για να συζητήσουν τις λεπτομέρειες και ο Τσαρλς αφήνει πίσω του την Κας, υποσχόμενος, πως μόλις βολευτεί θα την καλέσει να πάει μαζί του για μια νέα αρχή. Το ταξίδι στην ανατολική πλευρά της Αμερικής διαρκεί κάτι παραπάνω από ότι περίμενε, οι συζητήσεις με τους εκδότες πάνε κατά διαόλου, οι οποίοι τον θέλουν μόνιμα «μαντρωμένο» στην Νέα Υόρκη για να το παρακολουθούν, τον στρώνουν σε ένα γραφείο της εταιρείας για να γράφει με ωράριο. Και όπως είναι συνεχώς μεθυσμένος τα σπάει μαζί τους και ο Τσαρλς επιστρέφει στο Lost Angeles για να μάθει πως η όμορφη Κας αυτοκτόνησε, γεγονός που θα τον ωθήσει και πάλι στην ερήμωση.

Ο Μάρκο Φερέρι εφορμά στο σύμπαν του Μπουκόβσκι. Η Ευρώπη συναντά την Αμερική το 1981, εποχή που στα πράγματα είναι ο Ρόναλντ Ρίγκαν και οι κάτοικοι του βόρειου κομματιού της ηπείρου αλλάζουν ρότα, πάλι με τις πληγές τους ορθάνοιχτες. Ο γοητευτικός Νεοϋρκέζος ηθοποιός Μπεν Γκαζάρα  (28 Αυγούστου 1930 – 3 Φεβρουαρίου 2012) αγκαζέ με την φλογερή και άκρως ερωτική, Ρωμάνα ηθοποιό με τα γατίσια μάτια, Ορνέλα Μούτι (είναι 26 χρόνων στην ταινία, ακριβώς μετά την εκπληκτική κωμωδία του Φράνκο Καστελάνο που άφησε εποχή «Σεισμός στο Κρεβάτι μου» (Il Bisbetico Tonato) με τον Αντριάνο Τσελεντάνο), συνθέτουν την ψυχοσύνθεση της σύγχρονης Αμερικής, όπως ο Μπουκόβσκι δημιούργησε με τα μικρά, άθλια κομμάτια του παζλ της ανθρώπινης κατάντιας. Λαβωμένες ψυχές, όπως ακριβώς η όμορφη πόρνη Κας με τον θάνατο να κυριαρχεί στο σκεπτικό της και τον εμπνευσμένο, μεσήλικα ποιητή Τσαρλς να βιώνει το λούμπεν εν μέσω ερωτικών περιηγήσεων και αλκοόλ. Η οπτική προσέγγιση του Φερέρι  απογειώνει την εφιαλτική διαδρομή του ήρωα και οι όποιες άσκοπες περιπλανήσεις του αποκτούν νόημα, ραγίζοντας στο φινάλε το προστατευτικό γυαλί της ανθρώπινης κατάβασης στον υλισμό του εφήμερου και της παράνοιας με ένα υπέροχο ποίημα του συγγραφέα. Από τον πόνο και τον αυτοβασανισμό, το στραπατσάρισμα του ωραίου προσώπου έως την απομόνωση στο απέριττο κουκούλι της δημιουργίας ο πανταχού ερωτισμός αποτελεί την οδοσήμανση της χαμένης λεωφόρου.  Ένα λιτό δημιούργημα που αφήνεται ελεύθερο να ρολάρει ποιητικά και σκληρά στην ανθρώπινη μοναχικότητα. Ο Αριστοτέλης το έχει γράψει, πως η μοναξια καταλήγει τον άνθρωπο τρελό ή κτήνος. Αξίζει να την δείτε!               

«Η Διαδοχή»

(Hereditary)

 

  • Είδος: Τρόμου
  • Σκηνοθεσία: Άρι Άστερ
  • Με τους: Τόνι Κολέτ, Γκάμπριελ Μπερν, Μίλι Σαπίρο, Αλεξ Γουλφ, Αν Ντόουντ
  • Διάρκεια: 127’
  • Διανομή: Spentzos Film

Σεναριογράφος, μικρομηκάς, συχνός επισκέπτης του Κινηματογραφικού Φεστιβάλ του Sundance  και να, τώρα, το σκηνοθετικό ντεμπούτο του στην μεγάλη οθόνη (κι αυτή η ταινία συμμετείχε στο Sundance) μας αποκαλύπτει έναν ενδιαφέροντα, νεαρό τυπά, ονόματι Άρι Άστερ, που αξίζει να τον προσέξουμε από εδώ και πέρα. Η ταινία την περασμένη εβδομάδα ανέβηκε στον αέρα της αμερικανικής μεγάλης οθόνης και πλάκα πλάκα το Σαββατοκύριακο έγραψε ταμείο 15 εκατομμυρίων δολαρίων. Ο Άστερ είναι καλά μελετημένος και απ’  ότι φαίνεται η χρήση του κινηματογραφικού φακού του διακατέχεται από το χρώμα και το ύφος του μεγάλου Ντέιβιντ Λιντς, αλλά και του μετρ Άλφρεντ Χίτσκοκ. Άλλωστε πολλά είναι τα σημεία της ταινίας που αναποδογυρίζουν το μυαλό του θεατή, σταματούν την αναπνοή και οι πιο έμπειροι σινεφίλ θα αισθανθούν στα μάτια τους το υγρό χάδι του «Twin Peak», της «Χαμένης Λεωφόρου» και της «Ψυχώ». Ο νεαρός Άρι στήνει μοναδικά την Τόνι Κολέτ («6η Αίσθηση», «Little Miss Sunshine») και τον Γκάμπριελ Μπερν («Το Πέρασμα του Μίλερ», «Συνήθεις Ύποπτοι», «Ο Άνθρωπος με την Σιδερένια Μάσκα») στο εφιαλτικό σκηνικό και οι δυο έμπειροι ηθοποιοί σε ταινίες του είδους ανταποκρίνονται άψογα, γνωρίζοντας την σύνθεση του τρόμου και τους ορθούς κανόνες της κλιμάκωσης ενός θρίλερ. Η έκπληξη όμως της ταινίας αναδύεται στο πρόσωπο της πολυτάλαντης πιτσιρίκας Μίλι Σαπίρο (τραγουδίστρια θεατρικών μιούζικαλ μαζί με την αδελφή της (Sapiro Sisters) και ηθοποιός) στον ρόλο της εκ γενετής παραμορφωμένης Τσάρλι και αλλεργικής στα καρύδια, η οποία είναι χάρμα οφθαλμών και μάλιστα, φανατική των ταινιών τρόμου, όπως η ίδια δήλωσε. Η ατμόσφαιρα που σε προσκαλεί να βιώσεις ο σκηνοθέτης Άρι Άστερ εντάσσεται καθολικά στην φόρμα της κλασσικής απόδοσης ταινιών θρίλερ-τρόμου, δηλαδή, βασανιστικά αργά, ανατριχιαστικά γρήγορα και εφιαλτικά ολοκληρωμένα. Το μόνο που βρήκα ως μειονέκτημα είναι ότι όλη η εξήγηση της εν λόγω παράνοιας που επικρατεί στην πλοκή, δίνεται αρκετά συμπιεσμένα στο τελευταίο εικοσάλεπτο, που τα γεγονότα τρέχουν ποταμηδόν και δεν προλαβαίνεις να καλύψεις ή να συνδέσεις άμεσα το γιατί και το πως των προηγούμενων 100 λεπτών. Δεν αφήνει κενά η πλοκή και όπως είπαμε η ατμόσφαιρα και το rustic περιβάλλον της ταινίας είναι συγκλονιστικά.

Η γιαγιά Έλεν φεύγει από τη ζωή και στην κηδεία της η κόρη της Άνι εκφωνεί τον αποχαιρετισμό αναφέροντας, πως η μητέρα της τα τελευταία χρόνια απομονώθηκε από τις κοινωνικές δραστηριότητες για να αφιερωθεί αποκλειστικά στον μυστικισμό και στα ενδιαφέροντα της ομάδας που ήταν ενταγμένη. Η Άνι (Τόνι Κολέτ – απίθανη) είναι επιτυχημένη  miniature artist, αποτυπώνοντας εκπληκτικά δωμάτια, ανθρώπους, σπίτια  σε λεπτομερέστατες μινιατούρες, φτιάχνοντας την ζωή της σε περίτεχνες μικρογραφίες (εμπνευσμένο). Ο σύζυγος της, Στιβ (Γκάμπριελ Μπερν- πολύ καλός) τυπικός εργαζόμενος οικογενειάρχης μαζί με την Άνι μεγαλώνουν τα δυο τους τέκνα, τον έφηβο Πίτερ (Άλεξ Γούλφ – καλός) και την μικρή Τσάρλι (Μίλι Σαπίρο – πολύ καλή) η οποία είναι παραμορφωμένη στο πρόσωπο και έχει αλλεργία με τα καρύδια. Κάποια γεγονότα μεταφυσικού ενδιαφέροντος (υπνοβασία, αυτανάφλεξη) αρχίζουν να ανησυχούν την Άνι και εντατικά ξεκινάει να ψάχνει το παρελθόν και τις δραστηριότητες της μητέρας της, η οποία συγχωρεμένη κρατούσε κρυφές από την υπόλοιπη οικογένεια. Στην ζωή της μπαίνει και μια γυναίκα, η Τζόαν (Αν Ντόουντ – καλή), που δίνει κουράγιο στην Άνι για το κενό που δημιουργήθηκε από την απώλεια της μητέρας της. Το παρελθόν της γιαγιάς Έλεν αρχίσει να βγαίνει στην επιφάνεια και ο εφιάλτης ξεκινά. Καλή η σκηνοθετική δουλειά του πρωτοεμφανιζόμενου Άρι Άστερ με αρκετά έξυπνα πλάνα, δομημένη άψογα η πλοκή, καλό το σενάριο γραμμένο από τον ίδιο, κέντημα στο μοντάζ (Λούσιαν Τζόνστον και Τζένιφερ Λέιμ), αγωνία και δρομολογημένος τρόμος στην ώριμη όψη του.               

«10 Μέρες Χωρίς τη Μαμά»

(Mamá se Fue de Viaje / Ten Days Without Mom)

 

  • Είδος: οικογενειακή κομεντί
  • Σκηνοθεσία: Αριέλ Βινογκράντ
  • Με τους: Ντιέγκο Περέτι, Κάρλα Πέτερσον, Μαρτίν Λακούρ, Αγκουστίνα Κάμπο
  • Διάρκεια: 99’
  • Διανομή: Neo Films

Αργεντίνικη κωμωδία οικογενειακών καταστάσεων τοποθετημένη στο νούμερο ένα του πίνακα των κινηματογραφικών επιτυχιών της νοτιοαμερικάνικης χώρας για το 2017. Δεν έχει κάτι το ιδιαίτερο ή κάτι το ξεχωριστό, που θα μαγνητίσει το ενδιαφέρον του εκπαιδευμένου και πολυσυλεκτικού, ελλαδικού σινεφίλ κοινού. Για την Αργεντινή, βέβαια, κατανοώ το μέγεθος της επιτυχίας, καθότι είναι μια ντόπια, ειλικρινής παραγωγή, που τιμήθηκε δεόντως από τους συμπατριώτες της (το σινεμά της Αργεντινής έχει δώσει αξιόλογα δείγματα καλής θεματικής και κινηματογράφησης τα τελευταία χρόνια), οπότε το ότι έσκισε εκεί είναι ευνόητο. Εδώ, στην χώρα μας θα αξιολογηθεί ως ακόμα μια ταινία, που ο εγωιστής σύζυγος επιτρέπει στην ταλαιπωρημένη σύζυγο και πολύτεκνη μητέρα να φύγει για ξέγνοιαστο, τονωτικό, δεκαήμερο ταξιδάκι στο Μάτσου Πίτσου με το πρόσχημα, ότι εκείνος τα καταφέρνει εξ΄ ίσου καλά με εκείνη, αφήνοντας του πίσω τέσσερα, ημι-θηρία τέκνα (2 εφήβους αγόρι κορίτσι και δυο αγόρια σε μικρή και μωρουδιακή ηλικία) για να τα βγάλει πέρα μόνος του, συμπεριλαμβανομένης και της ανταγωνιστικής δουλειάς του ως στέλεχος σε πολυεθνική εταιρεία πολυκαταστημάτων. Γκάφες, πανικός, ζημιές, νοσοκομεία, ατυχήματα, πατρική απελπισία γεμίζουν τα 99 λεπτά της προβολής με κανά δυο εμβόλιμα περιστατικά κοινωνικού ύφους για να μην πέσει η ταινία στα funniest video σε εκπομπή πρωινάδικου. Αρκετά έως πολλά τέτοιου είδους θέματα έχουν περάσει από την μεγάλη οθόνη σε διάφορες παραλλαγές, άλλα ενδιαφέροντα και άλλα αδιάφορα. Η συγκεκριμένη ταινία βρίσκεται ανάμεσα στο βλέπεται, γιατί είναι καλοκαιράκι σε θερινό και το γελάκι, άντε, κάπου θα σκάσει και στο όριο του αδιάφορου θέματος, που τελικά, το ηθικό δίδαγμα έρχεται από δυο μέτωπα: Το γνωστό και αναντικατάστατο: «Μάνα είναι μόνο μία και που είσαι μανούλα να μας σώσεις από τον αγχωτικό πατέρα που τα έχει κάνει ρόιδο» και «Η οικογένεια πάνω απ΄ όλα, ακόμα κι από την δουλειά». Κλισέ ε; Αυτή όμως είναι η ταινία και τίποτα περισσότερο, καθότι το θέρος και η ζέστη παραλύουν τον αυχένα και τα άκρα.

Ο Βίκτορ (Ντιέγκο Περέτι – καλούτσικος, ενώ η μύτη του ξεπερνάει σε μέγεθος και γαμψότητα κι αυτή του Άντριεν Μπρόντι) και η Βέρα (Κάρλα Πέτερσον – καλή) είναι ένα απολύτως κανονικό ζευγάρι παντρεμένοι εδώ και 20 χρόνια με 4 παιδία: τον Μπρούνο (14), τη Λάρα (12), τον Τάτο (8) και τον Λόλο (2). Όμως ο Βίκτορ, απορροφημένος από τη δουλειά του, δεν ασχολείται καθόλου με την καθημερινότητα της οικογένειας και στην αλήθεια ζηλεύει την γυναίκα του, η οποία άφησε την νομική επιστήμη για να ασχοληθεί full time job με την απαιτητική φαμίλια. Πιστεύει, μάλιστα, ότι ως μάνα και σύζυγος έχει άφθονο χρόνο να κάνει ό,τι θέλει. Η έρημη Βέρα, νιώθοντας εξουθενωμένη από τις δεκάδες, καθημερινές δουλειές και συνειδητοποιώντας την αδιαφορία του άντρα της, αποφασίζει να κάνει ένα γενναίο διάλειμμα μακριά από όλους και όλα. Φεύγει διακοπές. Σύζυγος και τέκνα τα βρίσκουν σκούρα.

«Hotel Artemis»

 

  • Είδος: Περιπέτεια επιστημονικής φαντασίας
  • Σκηνοθεσία: Ντρου Πιρς
  • Με τους: Τζόντι Φόστερ, Στέρλινγκ Κ. Μπράουν, Σοφία Μπουτέλα, Τζεφ Γκόλντμπλαμ, Μπράιαν Ταϊρί Χένρυ Τζένι Σλέιτ Ζάκαρι Κουίντο Τσάρλι Ντέι Ντέιβ Μπαουτίστα
  • Διάρκεια: 93’
  • Διανομή: Tanweer

Στον φουτουριστικό διάκοσμο ενός παλιού ξενοδοχείου του Λος Άντζελες κάπου στο κοντινό μέλλον, που έχει μετατραπεί σε νοσοκομείο αποκλειστικά για εγκληματίες, ο Σκωτσέζος σεναριογράφος των ταινιών δράσης (συν-σεναριογράφος του «Iron Man 3» και της «Επικίνδυνης Αποστολής: Μυστικό Έθνος»), Ντρου Πιρς, δοκιμάζει την τύχη του πίσω από την κάμερα με την πρώτη ταινία του. Στο ημίφως των προβολέων, ας πούμε, η «απείραχτη» από κάθε είδους διορθωτικών επεμβάσεων καλλωπισμού, Τζόντι Φόστερ στον ρόλο της «νοσοκόμας» και γενικού κουμανταδόρου του παράξενου «Ξενοδοχείου Άρτεμης», που όταν όλα τα πληγωμένα «μπουμπούκια» της πόλης καταλήγουν εκεί σέβονται την «νοσοκόμα» μέχρι κεραίας, υπακούοντας πειθήνια στους απαράβατους κανόνες που έχει θέσει για την εύρυθμη λειτουργία του κρυφού θεραπευτηρίου. Βέβαια, για να περάσουν το κατώφλι και να είναι έγκυρη η είσοδός τους στους χώρους θεραπείας και στα δωμάτια πρέπει το ενσωματωμένο στο χέρι τους τσιπάκι να είναι σε λειτουργία. Η «νοσοκόμα», που δεν θέλει να γνωρίζει την ταυτότητα του κάθε εγκληματία, δίνει ψευδώνυμα, ανάλογα με τα ονόματα των δωματίων του ξενοδοχείου που θα μείνουν μέχρι θεραπευτούν. Καλή  η ιδέα από τον Ντρου Πιρς που εκτός της σκηνοθεσίας έγραψε και το σενάριο, αλλά παραμένει ακίνητη και παγωμένη ως ιδέα στην σφαίρα της πρωτοτυπίας δίχως καλή αφήγηση στην συνέχεια, ρίχνοντας όλο το στόρι από το δακρύβρεχτο παρελθόν της «νοσοκόμας» στο ανελέητο πιστολίδι και τους φόνους. Η νουάρ ατμόσφαιρα που πετυχαίνει ο Πιρς στα δυο πρώτα κεφαλαία της ταινίας φέρνει σε ένα καλοβαλμένο μοτίβο Blade Runner, που καταρρέει ταχύτητα λόγω έλλειψης πρωτοτυπίας με αποτέλεσμα από το ρετιρέ του ξενοδοχείου που βρεθήκαμε στην έναρξη σαλτάρουμε άδοξα στο λόμπι. Καλή η μουσική του Κλιφ Μαρτίνεζ (συνεργάτης του υπέροχου Δανού auteur Νίκολας Γουίντινγκ Ρεφν στις ταινίες «Drive», «Μόνο ο Θεός Συγχωρεί», «Neon Demon»), ατμοσφαιρική και η φωτογραφία του Τσανγκ Χουν Τσανγκ («Oldboy», «Υπηρέτρια», «Δίψα»). Η Τζόντι προσπαθεί να στηρίξει το οικοδόμημα, αλλά δεν τα καταφέρνει και η ταινία καταλήγει να τρέχει ασθμαίνοντας πίσω από τον πρώτο John Wick.

Λος Άντζελες, 2028. Οι  δρόμοι είναι αδιαπέραστοι καθώς εξελίσσεται η  πιο βίαιη εξέγερση στην ιστορία της πόλης, λόγω της στυγνής εκμετάλλευσης μιας πολυεθνικής εταιρείας που διαχειρίζεται το νερό της πόλης. Μέσα στο απόλυτο χάος, μία συμμορία ληστών εξολοθρεύεται από τα πυρά αστυνομικών την ώρα της διαφυγής και μόνο ο Ουακίκι (Στέρλινγκ Κ. Μπράουν – καλός), μένει ανέπαφος για να μεταφέρει τον βαριά τραυματισμένο αδελφό του Χονολούλου (Μπράιαν Ταϊρί Χένρυ) στο «Hotel Artemis», ένα νοσοκομείο τελευταίας τεχνολογίας αποκλειστικά για εγκληματίες με αυστηρούς κανόνες και ιδιοκτήτη τον αρχιμαφιόζο Νιαγάρα (Τζεφ Γκόλντμπλαμ). Η «Νοσοκόμα» (Τζόντι Φόστερ) διοικεί με απόλυτη πειθαρχία το μέρος για 22 χρόνια, μαζί με τον σωματώδη πιστό βοηθό της, Έβερεστ (Ντέιβ Μπαουτίστα – καλός), καταφέρνοντας να γιατρεύει τα πιο δύσκολα περιστατικά. Την ίδια νύχτα έχουν κάνει check in μία λάγνα Γαλλίδα δολοφόνος (Σοφία Μπουτέλα), ένας ναρκισσιστής έμπορος όπλων (Τσάρλι Ντέι), ενώ ο ιδιοκτήτης και ο εκρηκτικός γιος του (Ζάκαρι Κουίντο) κατευθύνονται προς τα εκεί. Η πρώτη παραβίαση των αυστηρών κανόνων του ξενοδοχείου γίνεται όταν η «νοσοκόμα» εισάγει στο θεραπευτήριο κακοποιών την τραυματισμένη αστυνόμο, Μόργκαν (Τζένι Στείτ) που μαζί της έχει κάποια σχέση από το παρελθόν.

«Book Club»

 

  • Είδος: Κομεντί
  • Σκηνοθεσία: Μπιλ Χόλντερμαν
  • Με τους: Τζέιν Φόντα, Νταϊάν Κίτον, Κάντις Μπέργκεν, Μαίρη Στίνμπεργκεν, Αντι Γκαρσία, Εντ Μπέγκλεϊ Τζούνιορ, Αλίσια Σίλβερστοουν, Ρίτσαρντ Ντρέιφους, Ντον Τζόνσον, Κρεγκ Τ. Νέλσον, Ρίτσαρντ Ντρέιφους, Γουάλας Σον
  • Διάρκεια: 104’
  • Διανομή: Odeon

Για να βάζουμε τα πράγματα στην θέση του και η αλήθεια να λέγεται ξεκάθαρα. Ο παραγωγός και σεναριογράφος Μπιλ Χόλντερμαν (Ταξίδι στην Αλαμπάμα) που ντεμπουτάρει σκηνοθετικά και η καλή του φίλη, η Καναδή ηθοποιός Έριν Σιμς, που κι αυτή ντεμπουτάρει ως συν-σεναριογράφος στην ταινία, είπαν οι αθεόφοβοι, ότι η ιδέα για να γράψουν και να γυρίσουν σε ταινία το «Book Club», που αφορά την φιλολογική συνάθροιση τεσσάρων γυναικών, οι οποίες προτείνουν βιβλία για διάβασμα, την πήραν ως εξής: Ο Χόλντερμαν χάρισε στην αρκετά απελευθερωμένη μητέρα του το βιβλίο «50 Αποχρώσεις του Γκρι» και εκείνη ξετρελάθηκε. Το ίδιο αποφάσισε να πράξει και η συν-σεναριογράφος Έριν Σιμς και αυτό έγινε. Δώρισε το βιβλίο στην κάπως πιο ντροπαλή μητέρα της. Και εκείνη το βρήκε ξεκαρδιστικό (χαχαχαχα…). Στη συνέχεια, το έστειλε και στη θετή μητέρα της και ενθουσιάστηκε και εκείνη με τη σειρά της. Κι έτσι ξεκίνησε η ιδέα για την γυναικεία λέσχη βιβλίου, που την έκαναν ταινία με το υπέρλαμπρο, προχωρημένης ηλικίας, γυναικείο super cast. Έλα όμως που το 2015 το ντοκιμαντέρ του Χοπ Χάρτμαν με τον τίτλο «Book Club» (ίδιος τίτλος) φέρνει στην επιφάνεια μια παρόμοια φιλολογική λέσχη οκτώ και όχι τεσσάρων γυναικών, που από το 1944 ανταλλάσσουν βιβλία και για 70 χρόνια οι κυρίες διαβάζουν σαν τρελές, συζητώντας και αναλύοντας στις φιλολογικές συγκεντρώσει τους τις εμπειρίες τους μέσα από τα αναγνώσματα, καθότι τα κοινωνικά πρότυπα της τότε εποχής απαγόρευαν στις έγγαμες γυναίκες να σπουδάσουν πέρα της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης τους. Οι εν λόγω οκτώ σήμερα γριούλες εκτός του ότι δημιούργησαν μια αρραγή φιλία επτά δεκαετιών, ξετίναξαν, κυριολεκτικώς την λογοτεχνία, την ποίηση και την ιστορία μέσα από τους παγκόσμιους συγγραφείς, μαθαίνοντας για τη ζωή και ταυτίζοντας τα αναγνώσματα τους με τα κοινωνικά, τα πολιτικά και τα ερωτικά δρώμενα του σύγχρονου κόσμου. Δυστυχώς το «κλόπιραιτ» πηγαίνει σύννεφο.

Η μαμάκα και συντόμως γιαγιάκα Νταϊάν (Νταϊάν Κίτον) έμεινε πρόσφατα χήρα, έπειτα από 40 χρόνια έγγαμου βίου και είναι έτοιμη να συγκατοικήσει με τις κόρες της στην Αριζόνα. Η στιβαρή επιχειρηματίας, maneater Βίβιαν (Τζέιν Φόντα) απολαμβάνει μια ερωτική ζωή χωρίς δεσμεύσεις. Η σκληρή, ομοσπονδιακή εισαγγελέας Σάρον (Κάντις Μπέργκεν) προσπαθεί ακόμα να ξεπεράσει ένα διαζύγιο 10 ετών. Κι ενώ ο γιός της ετοιμάζεται να νυμφευθεί, πληροφορείται, ότι ο πρώην σύζυγος θα αρραβωνιαστεί μια κοπέλα κατά τριάντα χρόνια νεότερή του. Η καλοσυνάτη σεφ Κάρολ (Μαίρη Στίνμπεργκεν) βλέπει τον γάμο της να καταρρέει, έπειτα από 35 χρόνια. Οι ζωές των τεσσάρων φιλενάδων θα αλλάξουν δια παντός όταν στην καθιερωμένη φιλολογική τους συνάντηση η Βίβιαν θα προτείνει για ανάγνωση στις υπόλοιπες την σκανδαλιστική,  best seller τριλογία «50 Αποχρώσεις του Γκρι», που θα πυροδοτήσει μια σειρά από εξωφρενικές επιλογές. Νέοι έρωτες αλλά και αναζωπύρωση παλιών σκανδαλίζουν τις τέσσερις, ηλικιωμένες γυναίκες, που αποφασίζουν να αλλάξουν σκεπτικό για την ζωή, οπότε και πορεία.

Ο έρωτας δεν σταματά ούτε και στην ηλικία της λεγόμενης απόσυρσης και βελιάζει κάθε τι έμψυχο που νομίζει πως η ζωή σταματάει στα ήντα. Οι βραβευμένες μανταμίτσες με τα σικ συνολάκια να φυσάνε, τα γκράντε βαψίματα και το αεράτο στυλ μεταφέρουν ατόφιο το Sex & the City (4 εκεί, 4 και εδώ με τα ίδια χαρακτηριστικά στην ψυχοσύνθεσή τους), από τους δρόμους της Νέας Υόρκης όχι στα ΚΑΠΗ, αλλά γενικώς σε μια άλλη διάσταση αισιοδοξίας με ταμπεραμέντο άτακτης granny. Όλη η ταινία είναι οι τέσσερις ολίγον έως αρκετά σταφιδιασμένες κυρίες, καλοστεκούμενες όμως (Φόντα, Κίτον, Μπέργκεν και  Στίνμπεργκεν), να παίζουν τις εξηντάρες πανάθεμά τες (η πραγματική ηλικία της Κίτον και της Μπέργκεν είναι 72, της Φόντα 81, και η μοναδική που παίζει τα χρόνια της είναι η 65άρα Στίνμπεργκεν), πλαισιωμένες από ένα επίσης δυνατό ανδρικό follow, όπως τον Ρίτσαρντ Ντρέιφους, τον Άντι Γκαρσία, τον Ντον Τζόνσον, τον Γουάλας Σον και τον Κρεγκ Τ. Νέλσον (υπέροχοι όλοι τους). Η σκηνοθεσία του Μπιλ Χόλντερμαν πιο συμβατική, πιο βουτυράτη και άνευρη δεν γίνεται και φυσικά δεν θα αναφερθούμε διόλου στην ανάλαφρη και άνευ έμπνευσης επιλογή του βιβλίου της  Ε. Λ. Τζέιμς από τους δημιουργούς να γίνεται ο βατήρας της ταινίας, το οποίο βιβλίο για κάποιο άγνωστο σε εμάς λόγο το τρέχουν σαν παλαβοί. Βίτσιο κι αυτό. Κυρίες μου, δεν γνωρίζω εάν θα σας αγγίξει το συγκεκριμένο ταινιακό γυναικείο σετ φούστα μπλούζα, σίγουρα όμως οι απόψεις των κυριών, εκεί προς το φινάλε, είμαι σίγουρος πως θα δονήσει χορδούλες. Ήρεμα όμως. Φιλική συμβουλή: Με γυναικοπαρέα ή μόνες πηγαίνετε στο σινεμά, ούτε καν με τις θυγατέρες σας.