fbpx

Ο Μιχάλης Καλαμπόκης μιλάει με τη Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

smaragdamichalitsianou@gmail.com

«…Ο κόσμος σταμάτησε να κοιτά τον ουρανό και έστρεψε το βλέμμα προς τα κάτω. Με κατεβασμένο κεφάλι δεν μπορείς να έχεις αισιοδοξία. Δεν μπορείς να έχεις όνειρα»

Αριστούχος της δραματικής σχολής του Εθνικού Θεάτρου, ο Μιχάλης Καλαμπόκης αφοπλίζει και γοητεύει  το κοινό, όταν ανοίγει η αυλαία. Αυτό βιώνει η πλατεία,  όταν παίζει ο χαρισματικός θεατρίνος- σκηνοθέτης και δάσκαλος,  Μιχάλης Καλαμπόκης , γιατί δεν παραδίδεται στο ρόλο αλλά ο ρόλος του παραδίδεται. Γι΄ αυτό τον εμπιστεύονται σημαντικοί σκηνοθέτες σε όλα τα μεγάλα έργα που ανεβάζουν. Εκείνος είναι τόσο σεμνός, και τρέφεται με τη μοναξιά του ταλέντου του. Ενός  ταλέντου που θα κυριαρχήσει πάμφωτο τις προσεχείς 10ετίες στο μαγικό χώρο της σκηνής. Η άλλη του μεγάλη αγάπη είναι η ψυχολογία, που ενέταξε και ως μάθημα στη σχολή του (Δραματοθεραπεία, θεραπεία μέσω τέχνης), επιστήμη που υπηρετεί παράλληλα με το θέατρο μέσα στο οποίο ψάχνει να βρει τον εαυτό του, κάτι που  πηγάζει από  μια βαθύτερη εσωτερική  ανάγκη. Στοχαστικός, πλασμένος να μιλάει  στέκεται με σεβασμό και δέος, ακόμα  και όταν αναφέρεται στην ανθρώπινη υποκρισία, κι όταν καταγράφει τη θλιβερή πραγματικότητα ενός κόσμου χωρίς πίστη, αλλά και όταν κι όταν στοχεύει  στο μέλλον μιας ελπίδας, που θα έρθει, όταν το βλέμμα δεν λοξοδρομεί και κοιτά ψηλά. Η κουβέντα μαζί του, είναι ένα μάθημα που ανορθώνει τις αξίες ίσως γιατί δεν κρατάει  σιωπές και πιστεύει, ότι η τέχνη δημιουργεί τη λαχτάρα για έναν καλύτερο κόσμο. Τον ευχαριστώ από καρδιάς.

Εχετε ένα πολύ δυνατό βιογραφικό. Πήρατε διδακτορικό στην επιστήμη της ψυχολογίας και παράλληλα με το θέατρο εργάζεσθε ως ψυχοθεραπευτής. Το θέατρο και η επιστήμη σας έχουν πολλά κοινά, αφού, η θεατρική τέχνη είναι ο τρόπος έκφρασης της ψυχής και του νου, και μέσα από ένα έργο οι θεατές περνάνε σε επίπεδα αυτογνωσίας και πολλές φορές ανακαλύπτουν πτυχές του εαυτού τους μέσα από τις οποίες μπορούν να εξελιχθούν. Εσείς ως ειδικός κ. Καλαμπόκη που βλέπετε να συναντιούνται η ψυχολογία και το θέατρο;

Ξεκίνησα τις σπουδές μου πρώτα στην Ψυχολογία στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, ενώ ταυτόχρονα η αγάπη μου για το Θέατρο ήταν αμείωτη. Την εποχή εκείνη, η περπατημένη ήταν ή να σπουδάζεις στο πανεπιστήμιο με προοπτική να κάνεις μεταπτυχιακά και διδακτορικό ή να σπουδάσεις μόνο Θέατρο. Μάλιστα, θυμάμαι, όταν έδινα εξετάσεις στη σχολή του Εθνικού έκρυψα ότι σπούδαζα στο πανεπιστήμιο γιατί η λογική ήταν να αφοσιωθείς ολοκληρωτικά στην καλλιτεχνική εκπαίδευση. Ως γνήσιος αντιδραστικός από μικρή ηλικία, δεν μπορούσα να δεχτώ ότι δε χωρούν «δύο καρπούζια κάτω από την ίδια μασχάλη» και έβαλα στόχο να διαψεύσω τους πάντες. Και η μανία μου ήταν τέτοια που αποφοίτησα τόσο από την Ψυχολογία όσο και από τη σχολή του Εθνικού Θεάτρου με άριστα. Πάντα έλεγα πως η σύζυγός μου είναι η Ψυχολογία και η Τέχνη η ερωμένη μου. Δύο αγάπες που συνεχίζουν να μου κρατούν εξίσου όμορφη συντροφιά όλα αυτά τα χρόνια χωρίς κάποια να έχει σβήσει ή να την έχω αφήσει. Έτσι εργάζομαι και ζω όμορφά τόσο ως Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπευτής και καθηγητής Ψυχολογίας, διατηρώντας γραφείο ψυχολόγου και ως ειδικός εμπειρογνώμων σε συνεργασία με το κράτος, όσο και ως ηθοποιός – σκηνοθέτης και καθηγητής υποκριτικής, έχοντας ιδρύσει το Θέατρο Αθηναϊκή σκηνή αλλά και την Ανώτερη σχολή Δραματικής Τέχνης Κάλβου – Καλαμπόκη Αθηναϊκή Σκηνή και τα αντίστοιχα εργαστήρια. Και νιώθω ευλογημένος γι αυτό, γιατί σπούδασα και εργάζομαι σε δύο αντικείμενα που λατρεύω. Η σύνδεση. Θυμάμαι ως σπουδαστής Ψυχολογίας να κάνω συνέχεια έρευνες πάνω στο θέατρο, τη σκηνοθεσία και την ψυχολογία του θεάματος με αποκορύφωμα να προτείνω διδακτορικό θέμα με το πρόβλημα ότι δεν είχε ξαναπροταθεί κάτι αντίστοιχο και δεν μπορούσε να συσταθεί διδακτική επιτροπή. Ως σπουδαστής στο Εθνικό θέατρο έβλεπα ολοένα και περισσότερο τη σύνδεση μιας και οι τεχνικές προσέγγισης ρόλων που ανακάλυπτα βασίζονταν σε θεωρίες ψυχολογίας (Στανισλάφσκι κτλ). Εκεί ανακάλυψα την αγάπη μου για τη χρήση του θεάτρου στην Ψυχοθεραπεία (Δραματοθεραπεία, θεραπεία μέσω τέχνης) όπου ο θεραπευόμενος εκτός από τη θεραπευτική συνομιλία, έχει τη δυνατότητα να εκφραστεί δημιουργικά και να αντιμετωπίσει τα προβλήματά του μέσα από την τέχνη και από ρόλους. Δραματοθεραπευτής στην Ελλάδα; Είμαστε μετρημένοι. Ταυτόχρονα ανακάλυψα την αγάπη μου για τη χρήση της σημειολογίας των ψυχικών παθήσεων σε ρόλους, γνώση που χρησιμοποιώ ειδικά όταν θέλω να σκιαγραφήσω λεπτομέρειες στους ρόλους που παίζω. Μαζί με αυτό ήρθε και η ανάγκη μου να σπουδάσω τη σκηνοθεσία  και να αρχίσω να διαμορφώνω σιγά σιγά την τεχνική που προτείνω τόσο στις σκηνοθεσίες μου, όσο και στη διδασκαλία μου. Τεχνική που δε βασίζεται μόνο στην καθιερωμένη εμπειρική διδασκαλία των παλαιοτέρων γενεών καθηγητών, αλλά δίνει τεχνικές και βιωματικές απαντήσεις στους ηθοποιούς και βασίζεται στη γνώση που δίνει η ψυχολογία για τον τρόπο που εκλαμβάνει το κοινό το θέαμα, για τον τρόπο που λειτουργεί ο θίασος ως ομάδα στη σκηνή, για τον τρόπο που λειτουργεί ψυχολογικά ο ρόλος και για τη χρήση όλων των τεχνικών μέσων (φώς, μουσική) για να δημιουργήσει συναισθήματα. Θυμάμαι όταν ξεκίνησα τη σχολή πριν από δώδεκα χρόνια τί «πόλεμο» υπέστην επειδή ήθελα να εντάξω το μάθημα της Ψυχολογίας στη θεατρική εκπαίδευση. Κάτι που είναι αυτονόητο στο εξωτερικό, στην Ελλάδα έπρεπε να περάσει από χίλια κύματα. Πόσο μάλλον όταν το προτείνει ένας νέος άνθρωπος «που ήρθε να μας δείξει τι να κάνουμε». Ήμουν ο νεαρότερος ιδρυτής σχολής που ήθελε να εντάξει νέο πρόγραμμα σπουδών.  Δεν άργησα να το καταφέρω, και τώρα πια αρκετά χρόνια μετά, χαίρομαι που επηρέασα τη θεατρική εκπαίδευση και σιγά σιγά αντιλαμβάνονται την αναγκαιότητα της Ψυχολογίας και την εντάσσουν στα προγράμματά τους και άλλοι. Περισσότερο χαίρομαι γιατί από την πρώτη στιγμή οι νέοι άνθρωποι εμπιστεύτηκαν αυτή τη δομή και κατανοούν την αναγκαιότητά της. Έχω πλέον επηρεάσει πολλούς ηθοποιούς να σπουδάσουν και ψυχολογία.

Από το ντιβάνι του ψυχοθεραπευτή Μιχάλη Καλαμπόκη περνούν πολλοί άνθρωποι, που έχουν ανάγκη ψυχοθεραπείας. Μεταξύ των άλλων έχετε ασθενείς που τους έφερε κοντά σας η βαθιά ύφεση στην οποία  έχει περιέλθει η χώρα, αφού σύμφωνα με έρευνες η  παρατεταμένη κρίση αυξάνει δραματικά τα ψυχικά προβλήματα στον κόσμο. Αληθεύει, ότι  η πλειοψηφία των Ελλήνων σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο βιώνει καταστάσεις που προκαλούν βαθύ πόνο και απόγνωση, εξαιτίας των προβλημάτων που έχει προκαλέσει η κατάσταση που βιώνουμε;

Είναι κάτι που το εντοπίσαμε από τον πρώτο καιρό. Ο κόσμος σταμάτησε να κοιτά τον ουρανό και έστρεψε το βλέμμα προς τα κάτω. Με κατεβασμένο κεφάλι δεν μπορείς να έχεις αισιοδοξία. Δεν μπορείς να έχεις όνειρα. Δεν μπορείς να βρεις χαρές. Το ζήτημα δεν ήταν μόνο η έλλειψη χρημάτων, αλλά η πίεση. Ότι φταις. Τα όνειρα που μπήκαν στην κατάψυξη, η αδυναμία στέγασης και δημιουργίας οικογένειας με μια πραγματικότητα που μην ξεχνάμε ότι πλέον διαρκεί περισσότερο από κάθε άλλη δύσκολη περίοδο στην Ελλάδα από τη σύστασή της. Σαν προβλήματα αναφέρονται κυρίως το γενικευμένο άγχος, κατακόρυφη αύξηση περιπτώσεων κρίσεων πανικού και διαφόρων μορφών κατάθλιψης. Και όλα αυτά κυρίως στις ηλικίες 25-40. Της πιο δημιουργικής γενιάς δηλαδή που ευνουχίστηκε. Ξαφνικά οι σπουδές από αυτονόητες έγιναν πολυτέλεια και μην ξεχνάμε τη νεότερη γενιά εφήβων που σιγά σιγά ενηλικιώνεται η οποία δεν μπορεί να κάνει τα «μεγάλα» όνειρα με τη σκέψη να βρίσκεται μόνο στην ατομική επιβίωση. Σε συλλογικό επίπεδο θα αναφερθώ στο μαζικό μούδιασμα όπου δέχεσαι τα πάντα και την τεράστια κρίση αξιών που προσωπικά με τρομάζει. Ο καθένας χωρίς αναστολές διεκδικεί ατομικιστικά το συμφέρον του, με τρόπους σχεδόν εξόφθαλμα ξεδιάντροπους χωρίς να νοιάζεται για το τι θα ειπωθεί γιατί απλά η μάζα ξεχνά με μνήμη χρυσόψαρου. Υποβιβάζει ο ένας τον άλλον και με νύχια και με δόντια περιφρουρεί τα κεκτημένα του. Αν προσθέσεις σε αυτό και την έλλειψη υπομονής από τις νεότερες γενιές που λόγω διαδικτύου και υπερανάδειξης εύκολης επιτυχίας από τα ΜΜΕ δημιουργούν όνειρα απέραντης ναρκισσιστικής επιτυχίας, οδηγεί μια κοινωνία σε έλλειψη κριτικής, πολιτικής και αισθητικής σκέψης. Κανένας πια δε διασταυρώνει καμία πληροφορία, χωρίς να αντιλαμβάνεται τους σκοπούς και όλοι έχουν λόγο να θεωρήσουν τους εαυτούς τους τόσο σημαντικούς που να μιλούν ακατάσχετα και να μην ανέχονται τη διαφορετική άποψη. Κάπου διάβασα ότι σε περίοδο ανέχειας ο κόσμος οδηγείται σε φανατισμό, οποιασδήποτε μορφής. Και συμφωνώ απόλυτα. Και το βλέπω. Η μισαλλοδοξία είναι η μεγαλύτερη μου φοβία. Και τη διακρίνω.

 Η δική σας ζωής κ. Καλαμπόκη άλλαξε λόγω κρίσης;

Ανήκω σε μία γενιά που όταν ξέσπασε η κρίση είχαμε ήδη αρχίσει να δραστηριοποιούμαστε επαγγελματικά. Δε νομίζω ότι θα μπορούσα να δημιουργήσω τώρα αυτά που ξεκίνησα τότε. Ανήκω σε μία γενιά που δυστυχώς είχε ανοιχτεί πολύ με δάνεια, καταναλωτικά, στεγαστικά, υπολογίζοντας ότι οι μισθοί μας θα έμεναν εκεί που ήταν. Απλά ευτυχώς δεν πρόλαβα. Δεν είχα ποτέ πιστωτικές και ήμουν στο παραπέντε να πάρω κι εγώ ένα στεγαστικό δάνειο που μου προσφερόταν τότε απλόχερα. Επομένως δε βρέθηκα στη δύσκολη θέση να χρωστάω. Πρόλαβα τους καλούς μισθούς σε κρατικούς οργανισμούς και είδα όλη την κατάρρευσή τους. Ήμασταν μια γενιά ηθοποιών των τριών παραγωγών το χρόνο. Η μία παράσταση έφερνε την άλλη. Και ξαφνικά αυτή η γενιά πενθεί που δε σπούδασε όπως προείπα και κάτι άλλο. Είμαι οικονόμος και έμαθα να δημιουργώ παραστάσεις μέσα στην κρίση. Η καθημερινότητά μου έχει αλλάξει ως προς το ότι πρέπει να εργάζομαι πολύ περισσότερες ώρες για να διατηρήσω βιώσιμες τις δραστηριότητες μου και να προσπαθώ να ανταπεξέρχομαι στις διαρκείς νέες επιθέσεις της κρίσης. Πάγωσα κι εγώ για λίγο όνειρα. Μούδιασα. Αλλά σύντομα αποφάσισα να λειτουργήσω διαφορετικά. Κι ενώ οι περισσότεροι που δραστηριοποιούνται σε αντίστοιχες εκπαιδευτικές και θεατρικές επιχειρήσεις συρρίκνωναν τις παροχές τους προσπαθώντας να περιφρουρήσουν τα κεκτημένα τους, αποφάσισα να λειτουργήσω αντίστροφα και να προσφέρω περισσότερα. Και εκτιμήθηκε. Και αγκαλιάστηκε. Ταυτόχρονα προσπαθώ να παρέχω φιλανθρωπικές υπηρεσίες. Έτσι συνεργάζομαι με ιατρικούς φορείς μιας και η ειδίκευσή μου ως ψυχολόγος είναι η παροχή υπηρεσιών μετά από περιπτώσεις μαζικών καταστροφών (σεισμοί, πλημμύρες, δυστυχήματα). Επίσης βρίσκομαι σε συζητήσεις για την παροχή υπηρεσιών ψυχολόγου στο Σωματείο των ηθοποιών και στο σπίτι του ηθοποιού. Στο πνεύμα αυτό προσπαθώ διαρκώς να εντάσσω και τους σπουδαστές μου. Και μιας και η εκπαίδευση στην Αθηναϊκή Σκηνή δε γίνεται πλέον με τον καθιερωμένο τρόπο αλλά μέσα από παραστάσεις, συλλέγουμε ανθρωπιστικό υλικό που το διαθέτουμε σε φορείς. Πέρα από οποιαδήποτε συλλογική αντίδραση, πρέπει ο καθένας μας να προσπαθεί να αντιδράσει στο προσωπικό του μούδιασμα και να αρχίσει να κινείται για να αναπτυχθεί.

«…κυρίως θυμώνω και απογοητεύομαι όταν ακούω για περιπτώσεις πολιτικών που έχουν εμπλακεί σε κραυγαλέες καταστάσεις, έχουν αποδειχθεί αλλά δεν τιμωρούνται, ενώ για αντίστοιχα και μικρότερα αδικήματα ένας απλός πολίτης θα οδηγηθεί στην κρεμάλα».

Την περασμένη αλλά και τη φετινή σαιζόν πολύς λόγος έγινε για την συγκλονιστική ερμηνεία σας ως Εδουάρδος ο Β΄ στο ομώνυμο αριστούργημα της ελισαβετιανής και ιακωβιανής περιόδου του Κρίστοφερ Μάρλοου, σε µία από τις σπάνιες παρουσιάσεις του στην ελληνική σκηνή σε διδασκαλία Κοραή Δαμάτη.  Την παράστασή σας που αποθεώθηκε από  το κοινό πραγματεύεται την διαχρονική η διαφθορά της εξουσίας, ένα θέμα τόσο διαχρονικό. Θεωρείτε, ότι οι κανόνες του πολιτικού παιχνιδιού είναι καθορισμένοι  και το εκάστοτε πολιτικό προσωπικό στο μόνο που εστιάζεται είναι η δημιουργία εκλογικής πελατείας για να παρατείνει την παραμονή του στην εξουσία;

Όπως ανέφερα πιο πριν θεωρώ λάθος που ο κόσμος κοιτά κάτω και δεν κοιτά πιο μακριά. Όταν κοιτάς το δάχτυλο και όχι το φεγγάρι είναι αδύνατο να μπορέσεις να εστιάσεις στην πραγματική εικόνα. Όταν στη μέχρι τώρα ενήλικο ζωή μου βλέπω οι πολιτικές που διαγράφονται να είναι οι ίδιες, μου είναι πολύ δύσκολο να πιστέψω ότι διαγράφονται από τους πολιτικούς μας. Ακόμα και ο τρόπος χειρισμού που κατά καιρούς έχει σχολιαστεί ότι είναι στην ελευθερία της εκάστοτε κυβέρνησης έχει αποδειχτεί ότι υπόκειται σε ελέγχους, παρεμβολές κτλ. Ναι. Όσο ο κόσμος ακόμα νομίζει ότι δεν κάνουν καλά κάτι οι τωρινοί πολιτικοί οποιουδήποτε κόμματος είναι στην εξουσία, απλά διαιωνίζει εσωτερικά μικροπολιτικά συμφέροντα και κάνει τον κόσμο να μην αντιλαμβάνεται ότι όλα αυτά είναι υποδεδειγμένα από τους πιστωτές. Και αυτοί έχουν μεγάλο συμφέρον από όλη την κρίση, όπως και συμφέρον ο κόσμος να αλληλοφαγώνεται, πιστεύοντας ότι φταίνε οι τώρα κυβερνώντες. Δεν μπορώ αλλιώς να δικαιολογήσω οποιαδήποτε παράταξη έχει ψηφίσει κάποιο μέτρο μετά όταν πάει να εφαρμοστεί να μάχεται για την αδικία του, όπως και τον κόσμο να πιστεύει ότι με άλλους στην εξουσία θα αλλάξει δραματικά η κατάσταση. Αυτή είναι η άποψή μου και δυστυχώς βιώνουμε καταστάσεις, που ίσως ο ιστορικός του μέλλοντος να τις αναδείξει σαν μεγάλα σκάνδαλα και σχέδια. Πρέπει κατά τη γνώμη μου όλοι να κάνουμε ένα βήμα πίσω και να δούμε όλη την εικόνα. Και εκεί ίσως να βρούμε τον πραγματικό φταίχτη. Είτε αυτός ανήκει στο παρελθόν της Ελλάδας, είτε στο εξωτερικό.

Εσείς είσθε απογοητευμένος από την πολιτική;

Είμαι απογοητευμένος από τη μαζική ψυχολογική αντίδραση της κοινωνικής μας ομάδας. Ξαφνικά όλο αυτό φαντάζει σαν ένα πείραμα κοινωνικής ψυχολογίας. Είμαι πολιτικά σκεπτόμενος και ασχολούμαι στο βαθμό που προσπαθώ να ερμηνεύω και να μένω όσο γίνεται ανεπηρέαστος. Δεν μπορώ να θεωρήσω την ομάδα μας πολιτικά ώριμη για να διαχειριστεί αυτά τα προβλήματα δυστυχώς. Χρειάζεται ουσιαστική παιδεία και ώριμη σκέψη. Κάτι που δεν ξέρω αν συμφέρει την πολιτική. Η δημοκρατία είναι δύσκολη υπόθεση, άσε που πολλές φορές χρησιμοποιείται κατ’ επίφαση. Με απογοητεύει η έλλειψη πολιτικής αλήθειας για λόγους περιφρούρησης των μικροπολιτικών συμφερόντων. Έχοντας μελετήσει αρκετά την Ιστορία, αντιλαμβάνομαι ότι τίποτα δε γίνεται ή δεν έγινε χωρίς να το θέλουν κάποιες δυνάμεις από το εξωτερικό. Επομένως δεν ξέρω αν μπορώ να μιλήσω για απογοήτευση χωρίς να λαμβάνω υπόψιν ότι η μεγαλύτερή μου απογοήτευση είναι πως στο εξωτερικό τα συμφέροντα έχουν στραφεί εναντίον της χώρας μας. Θα ήθελα να ήμασταν σε πιο συλλογικό επίπεδο πιο σκεπτόμενοι. Γιατί όσο και να σκεφτόμαστε και να γκρινιάζουμε ατομικά, μέσα στην ομάδα λειτουργούμε εντελώς διαφορετικά. Κυρίως θυμώνω και απογοητεύομαι όταν ακούω για περιπτώσεις πολιτικών που έχουν εμπλακεί σε κραυγαλέες καταστάσεις, έχουν αποδειχθεί αλλά δεν τιμωρούνται, ενώ για αντίστοιχα και μικρότερα αδικήματα ένας απλός πολίτης θα οδηγηθεί στην κρεμάλα.

 Πιστεύετε ακόμα, ότι μπορείτε  να αλλάξετε τον κόσμο και να τον φέρετε σε συμφωνία με τις αξίες και τα ευγενικά ιδανικά σας;

Είναι αλήθεια ότι όταν ξεκινάς νιώθεις παντοδύναμος. Με τα χρόνια και τις «σφαλιάρες» της ζωής, τους πολέμους που υφίστασαι, την έλλειψη στήριξης και την αδικία που νιώθεις όταν βλέπεις πόσο εύκολα και πλέον χωρίς πρόσχημα προβάλλεται η μετριότητα, η αισιοδοξία σου μειώνεται. Και υπάρχουν περίοδοι μεγάλου άγχους, αυτοαμφισβήτησης κτλ. Όλο αυτό όμως σε δυναμώνει κιόλας. Σε σκληραίνει. Και ξαναορμάς. Για να αναγνωριστεί η δουλειά σου. Για να προχωρήσεις. Και να δώσεις και άλλα, που μέσα στη μετριότητά σου πιστεύεις ότι έχεις ακόμα να δώσεις. Η χειρότερη αμφισβήτηση δεν είναι αυτή που θα πάρεις από τους άλλους αλλά αυτή που θα δώσεις εσύ στον εαυτό σου. Επομένως και η μεγαλύτερη επιβεβαίωση δεν είναι αυτή που θα πάρεις από έξω αλλά αυτή που θα δομήσεις στον εαυτό σου. Το θέμα είναι η αναγνώριση της δουλειάς σου σε μια περίοδο που σπάνια αναγνωρίζεται κάτι χωρίς να υπάρχει σκοπός. Και δυστυχώς όλο αυτό έχει κάνει τον κόσμο να στρέψει την πλάτη του στην τέχνη μας. Αμφισβητώ τον εαυτό μου αλλά ξέρω ότι έχω κερδίσει δύσκολες μάχες. Πιστεύω στο όραμά μου, στη μέθοδό μου, στο έργο μου αλλά ξέρω ότι θα έχει ακόμα πολλές μάχες και δύσβατους δρόμους. Έχω αλλάξει πολλά στη θεατρική εκπαίδευση και έχω ακόμα πολλές ιδέες που θέλω να αλλάξω. Έχω μια σκηνοθετική οπτική που την προτείνω και την ερευνώ. Άρα ακόμα δρω και προσπαθώ με ορμή να επηρεάσω.  Πολλές φορές πιάνω τον εαυτό μου να γκρινιάζει λέγοντας: «να ήταν λίγο πιο εύκολα τα πράγματα, να μου προσφέρονταν απλόχερα». Αλλά κοιτώντας πίσω βλέπω ότι τίποτα δε μου χαρίστηκε χωρίς κόπο και προσωπική απόδειξη της αξίας.  

«…κι ενώ βραβευόμασταν από φορείς της Ευρώπης και είχαμε εξαιρετικές συνεργασίες με το εξωτερικό, στην Ελλάδα επειδή ενοχλείς πρέπει να σε πολεμούν. Έμαθα να δρω μέσα σε αυτό και προχωράμε».

Το μικρόβιο της υποκριτικής το πήρατε από τους γονείς σας που ασχολούνταν επαγγελματικά με το θέατρο και το τραγούδι. Έφεραν αντιρρήσεις όταν τους ανακοινώσατε την απόφασή σας, να ακολουθήσετε  το δρόμο του ηθοποιού- σκηνοθέτη;

Από τον πατέρα μου, μέχρι να περάσω στο Εθνικό, έκρυβα ότι ασχολούμουν ερασιτεχνικά. Η μητέρα μου δεν ήθελε να παρατήσω το πανεπιστήμιο. Με πειθώ αλλά και αποδεικνύοντας με την μέχρι τώρα πορεία μου στην Ψυχολογία με εμπιστεύτηκαν. Η αλήθεια είναι ότι κανένας γονιός καλλιτέχνης από όσους γνωρίζω δεν λένε με άνεση στα παιδιά τους «ναι, κάντο!» Έχουν ζήσει το χώρο. Ωστόσο έχοντας κολυμπήσει στο μαγικό Ωκεανό της Τέχνης γνωρίζουν από πρώτο χέρι ότι αν κολλήσεις αυτό το μικρόβιο, δεν υπάρχει αντιβίωση. Και όσο το απαγορεύεις, τόσο ισχυροποιείται. Δεν μπορείς να κάνεις κάποιον να θάψει αυτή την ανάγκη. Εξηγώντας ωστόσο τη ματιά μου, τα σχέδιά μου, το διαφορετικό που άρχισα να δομώ για να προτείνω, τους έκανα συμμάχους και ευτυχώ να συνεχίζω να τους έχω τους μεγαλύτερους θαυμαστές μου (…που πάντα συγκινούνται…)

Παρά το νεαρό της ηλικίας σας έχετε παίξει σημαντικούς ρόλους στις κρατικές σκηνές και στο ελεύθερο θέατρο. Ποια ήταν η πιο μεγάλη στιγμή αυτής της διαδρομής;

Θεωρώ τον εαυτό μου πολύ τυχερό που ήμουν στην ευλογημένη φάση να με εμπιστευτούν με το που βγήκα από τη σχολή του Εθνικού σημαντικοί σκηνοθέτες. Ο Νίκος Χαραλάμπους ήταν ο πρώτος μου μεγάλος μέντορας. Με βούτηξε από τα μαλλιά και με πέταξε σε μεγάλες σκηνές να παίξω πρωταγωνιστικούς ρόλους. Σε μια περίοδο που η αυτοπεποίθησή μου ήταν στα τάρταρα. Θυμάμαι ότι ποτέ δε μου έλεγε αν αυτό που έκανα ήταν καλό ή όχι, προσπαθώντας να μου ισχυροποιήσει την όσο γίνεται περισσότερο ανεπηρέαστη από συναισθηματισμούς και ναρκισσισμό αυτοκριτική μου. Και με δυνάμωσε για να μπορώ να παίζω τέτοιους ρόλους.  Ακολούθησαν πολλοί σημαντικοί σκηνοθέτες και συνεργασίες σε πραγματικά σημαντικούς ρόλους που ονειρευόμουν από φοιτητής με αποκορύφωμα την τελευταία μου συνεργασία με τον Κοραή Δαμάτη, που θεωρώ εξίσου μέντορά μου, ανοίγοντας μου νέες πόρτες στην τεχνική μου που ούτε φανταζόμουν στο ρόλο του Εδουάρδου. Θα σταθώ περισσότερο στον Άμλετ, στον Τρέπλιεφ από το Γλάρο, στον τρελό από τη Δωδέκατη νύχτα, στο Βόυτσεκ. Αλλά θα αδικήσω το Διόνυσο από τις Βάκχες και άλλους ρόλους που λάτρεψα. Ένα είναι σίγουρο. Πως όταν κάνω μια παράσταση ή ένα ρόλο που αγαπώ θέλω κάποια στιγμή να ξανακάνω αυτή την παράσταση. Και έχω τέτοιες αρκετές! Τέλος, θεωρώντας, ότι κάθε ρόλο που κάνεις φέρεις στοιχεία από προηγούμενες ερμηνείες σου, θα σταθώ ιδιαίτερα στον Εδουάρδο το Β’ όπου ένιωσα τόσο από την αποδοχή του κοινού και τις κριτικές όσο και από την προσωπική μου δουλειά ότι δεν άφησα κανένα κομμάτι του ρόλου χωρίς σκληρή δουλειά. Δέθηκα πολύ με αυτό το ρόλο και ένιωσα να ενηλικιώνομαι, να ωριμάζω.

 Η  Ανώτερη Δραματική Σχολή Αθηναϊκή Σκηνή Κάλβου-Καλαμπόκη συμπλήρωσε ήδη 10 χρόνια επιτυχημένης λειτουργίας . Μιλήστε μου για το πρωτοποριακό πρόγραμμα Αναγνωρισμένης ανώτερης βαθμίδας κρατικού πτυχίου υποκριτικής που θεσπίσατε;

Ξεκινήσαμε πολύ δυνατά, έχοντας πιο πριν ένα θεατρικό εργαστήρι που ήταν από τα πιο γνωστά της τότε περιόδου. Η επιτυχία του εργαστηρίου ώθησε εμένα και το σκηνοθέτη Θόδωρο Κάλβο που ήταν πολλά χρόνια στη θεατρική εκπαίδευση στην Ελλάδα και στο Boston University στις  Η.Π. Αμερικής αλλά και κύριος εισηγητής της θεατρικής εκπαίδευσης στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, να κάνουμε το βήμα να ιδρύσουμε την Αθηναϊκή Σκηνή. Η εμπειρία μου από τις ιδιωτικές Δραματικές σχολές ήταν ανύπαρκτη καθώς οι σπουδές μου ήταν στο Εθνικό. Έτσι έφτιαξα αμέσως ένα πρόγραμμα σπουδών επηρεασμένος από το αντίστοιχο της σχολής μου και σε συνεργασία με δύο σχολές του Εξωτερικού, μία της Γαλλίας και μία της Αγγλίας που συνομιλούσαμε με εκπαιδευτικά προγράμματα. Οι αλλαγές ήταν μεγάλες και ήθελαν μεγάλο θράσος. Η εκπαίδευση στην Ελλάδα είχε πολλά προβλήματα. Οι σχολές λειτουργούσαν κατά κύριο λόγο εμπειρικά χωρίς τεχνική και μέθοδο βασιζόμενες σε έμπειρους καθηγητές κτλ. Τα μαθήματα σε κλασσική δομή με ακραίες κτιριακές ελλείψεις και μην έχοντας θεατρική σκηνή να κάνει δράσεις. Η διαφορετικότητα της Αθηναϊκής Σκηνής ήρθε με νέα μαθήματα που δεν όριζε ο νόμος, όπως Ψυχολογία, Ελληνικοί χοροί, Πρακτική μεταγλώττιση σε στούντιο, υποκριτική σε όλα τα είδη θεάτρου (Δράμα, Αρχαίο δράμα, κωμωδία), πρωτοπορήσαμε για πρώτη φορά με σεμινάρια όπου οι σκηνοθέτες αρχαίου δράματος επικοινωνούσαν τις ιδέες του με τους σπουδαστές, εκπαιδευτικές επισκέψεις σε αρχαία θέατρα και άλλα που δεν υπήρχαν μέχρι τότε στην ιδιωτική εκπαίδευση. Σε αυτά προστέθηκαν οι δύο πιο σημαντικές διαφοροποιήσεις. Το μοναδικό κτίριο που στεγάζει τη σχολή με τις ευρύχωρες αίθουσες στην ασφαλή περιοχή της Ακρόπολης, ένα κτίριο που έχει ψηφιστεί ως ένα από τα πιο όμορφα ιστορικά κτίρια της Αθήνας και το γεγονός ότι οι σπουδαστές από το πρώτο έτος έρχονταν σε επαφή με το κοινό μιας και όλες οι εξετάσεις δίνονταν με μορφή παραστάσεων σε μεγάλα θέατρα. Όλα αυτά ήταν καινούργια. Ξαφνικά η σχολή άνοιγε προς το κοινό, που μπορούσε να δει το επίπεδο των σπουδαστών αλλά και τη δουλειά των καθηγητών. Κι ενώ περιμέναμε στις πρώτες εισαγωγικές μας εξετάσεις να δημιουργήσουμε ένα πρώτο έτος και μετά από τρία χρόνια να αρχίσουμε σιγά σιγά να λειτουργούμε αρμονικά, ξαφνικά σε αυτές τις εξετάσεις έγινε κάτι μοναδικό. Με μία προσέλευση άνευ προηγουμένου, όπου δημιουργήθηκαν όλα τα τμήματα εξαρχής. Οι σπουδαστές είχαν ανάγκη αυτή την αλλαγή και την αγκάλιασαν. Κατευθείαν πολλοί σημαντικοί καθηγητές, ηθοποιοί και σκηνοθέτες εμπιστεύτηκαν την προσπάθεια και αποτέλεσαν την απαρχή της ιστορίας της Αθηναϊκής Σκηνής. Κονιόρδου, Δαμάτης, Μπεμπεδέλη, Χρονόπουλος, Χαραλάμπους, Σιδέρης, Μπουσδούκος, Ληναίος, Τζομπανάκη είναι κάποιοι από τους δεκάδες καθηγητές υποκριτικής που παρέλασαν, αδικώντας πολλούς που δεν αναφέρω. Η σχολή δεν άργησε να αποκτήσει ισχυρή φήμη στα τεχνικά μαθήματα με ένα σημαντικό δυναμικό στο χορό με τη Χριστίνα Βασιλοπούλου, στο τραγούδι με τη Μάρω Θεοδωράκη, στην ορθοφωνία με τον Περικλή Μοσχολιδάκη. Ακόμα και στα θεωρητικά μαθήματα η Αλεξάνδρα Βουτζουράκη θέσπισε νέα μορφή στην παράδοση των δύσκολων αυτών μαθημάτων. Σε αυτές τις δράσεις πρωτοπορήσαμε στη διδασκαλία του Αρχαίου Δράματος που διδασκόταν κυρίως μόνο στο Εθνικό αλλά και νέοι συνεργάτες που συνέβαλαν ουσιαστικά όπως ο Σταματιάδης στην υποκριτική στην κάμερα, η Πίσση στις μεθόδους προσέγγισης ρόλου, η Μηλιάρη στο μακιγιάζ, ο Στεφανής στα Κρουστά, η Μελεμέ, ο Μπουμπούκης στην ξιφασκία αλλά και σημαντικές μορφές του Ελληνικού πολιτισμού όπως το λιθαράκι που έβαλε η Μαρία Χορς. Θα σταθώ ιδιαίτερα στην καινοτομία του μαθήματος της Μεταγλώττισης. Ο Σπύρος Μπιμπίλας πλέον έχει εκπαιδεύσει πληθώρα αποφοίτων μας στην τεχνική μιας και η σχολή έχει δικό της στούντιο ηχογραφήσεων για μεταγλωττίσεις, μουσικές ηχογραφήσεις και μιούζικαλ. Και μέχρι και σήμερα είναι η μόνη σχολή που εκπαιδεύει τεχνικά ηθοποιούς για Μεταγλώττιση και σπικάζ στην Ελλάδα. Πλέον μετράμε 12 χρόνια πορείας. Με όμορφες συνεργασίες και σχέσεις με φεστιβάλ στην Ελλάδα και στο Εξωτερικό. Τα περισσότερα από αυτά μέσα σε οικονομική κρίση. Και συνεχίζουμε με πάθος. Η μεγαλύτερη δυσκολία που είχα ήταν το νεαρό της ηλικίας μου. Κι ενώ βραβευόμασταν από φορείς της Ευρώπης και είχαμε εξαιρετικές συνεργασίες με το εξωτερικό, στην Ελλάδα επειδή ενοχλείς πρέπει να σε πολεμούν. Έμαθα να δρω μέσα σε αυτό και προχωράμε.

Η νέα εποχή της Αθηναϊκής Σκηνής βρίσκει νέες προτάσεις που αγκαλιάστηκαν εξίσου, όπως και στην αρχή μας. Πλέον στη σχολή το μάθημα της υποκριτικής γίνεται και από σημαντικούς νέους συντελεστές του Ελληνικού Θεάτρου και διαφοροποιείται από τη μέχρι τώρα μορφή. Ενώ λοιπόν συνήθως η υποκριτική γινόταν από πολλούς καθηγητές ταυτόχρονα που έκαναν μία φορά τη βδομάδα μάθημα για εννέα μήνες, κάτι που δεν ανταποκρίνεται στη θεατρική πραγματικότητα γιατί ποτέ στο επαγγελματικό θέατρο δεν κάνεις έτσι πρόβες, τώρα λοιπόν το μάθημα γίνεται κάθε μέρα από τον ίδιο καθηγητή για αρκετές εβδομάδες με αποκορύφωμα το ανέβασμα παράστασης. Μόλις ολοκληρώσει ο ένας καθηγητής ξεκινάει ο επόμενος. Αυτό η Αθηναϊκή Σκηνή το θεσπίζει και μπορεί να το υποστηρίξει μιας και είναι από τις μοναδικές σχολές που διαθέτουν και επαγγελματικό θέατρο. Έτσι πλέον οι σπουδαστές μαθαίνουν μέσα από πραγματικό χρόνο παραστάσεων, μέχρι το πτυχίο τους θα μετρήσουν αρκετές παραστάσεις, ενώ ταυτόχρονα αφοσιώνονται σε μια παράσταση τη φορά. Οι σπουδαστές μετέχουν για πρακτική και στις επαγγελματικές μας παραγωγές όπου απορροφάται και σημαντικός αριθμός αποφοίτων. Καμαρώνω ιδιαίτερα όταν κοινό και κριτικοί δεν μπορούν να διακρίνουν ποιοι είναι σπουδαστές. Παροτρύνονται επίσης να παρουσιάσουν άλλα ταλέντα τους σε άλλες τέχνες μέσα από ειδικές ελεύθερες ομάδες και πρότζεκτ, συμμετοχές σε φεστιβάλ, street events κτλ. Τέλος για πρώτη φορά η βασική εκπαίδευση αφοσιώνεται στην παράσταση και τα τεχνικά μαθήματα και δίνεται η δυνατότητα μέσα από πληθώρα μαθημάτων να επιλέξουν και να ειδικεύονται σε θέματα που τους ενδιαφέρουν και τους δίνουν επιπλέον γνώσεις όπως το μουσικό όργανο. Έτσι κάθε πτυχίο είναι μοναδικό. Ταυτόχρονα συνεχίζουμε τα εργαστήρια με σημαντικό ποσοστό επιτυχίας στις εισαγωγικές εξετάσεις, στα ιδιαίτερα μαθήματα και μεμονωμένη επιλογή μαθημάτων για ερασιτέχνες αλλά και στη σημαντική ομάδα αποφοίτων δραματικών σχολών για επιμόρφωση και προετοιμασία για ακροάσεις. Κάποιος που θέλει για παράδειγμα να παρακολουθήσει μόνο τη μεταγλώττιση ή τα κρουστά μπορεί να συμμετάσχει. Το πρόγραμμα είναι διαμορφωμένο έτσι ώστε οι σπουδαστές να μπορούν να σπουδάζουν και σε άλλα πανεπιστήμια ή να εργάζονται. Μια σχολή που αγαπάμε, αγαπάει και αγαπιέται σα δεύτερο σπίτι και όχι σαν ιδρυματοποίηση!

«…η τέχνη μας δεν έχει σταθερές. Τέχνη είναι και το παλαιό και το καινούργιο και όποια έμπνευση έχει ο καθένας. Και σε καμία περίπτωση δε μας ανήκει. Υπήρχε πριν από εμάς».

Παράλληλα με την Δραματική Σχολή λειτουργείτε και την «Αθηναϊκή Σκηνή», ένα ζεστό θεατρικό χώρο, επί της οδού Τζιραίων 13,  εκεί γύρω από την Ακρόπολη, που µεγαλούργησε το ανθρώπινο πνεύµα . Μιλήστε μου για το ρεπερτόριό σας ;

Στο κτίριο της Αθηναϊκής Σκηνής έδρασε με ηχογραφήσεις ο Μίκης Θεοδωράκης. Στο ισόγειο εδρεύει πλέον το επαγγελματικό Θέατρο της Αθηναϊκής Σκηνής. Εκεί πριν από πολλά χρόνια υπήρχε μια ιστορική μπουάτ από την οποία πέρασε η πλειοψηφία του Ελληνικού πενταγράμμου. Το χώρο αυτό τον έχει η Αθηναϊκή Σκηνή τα τελευταία 5 χρόνια, πιο πριν φιλοξενούμασταν σε άλλα θέατρα. Ο χώρος είναι γλυκός, διαμορφωμένος με αγάπη και ζεστασιά. Μοναδική αισθητική που συνδυάζει τόσο όλες τις ανέσεις φιλοξενίας παραγωγών, όσο και μεγάλο τεχνικό εξοπλισμό και δυνατότητα προβολής μιας και όλο το κτίριο της Αθηναϊκής Σκηνής βρίσκεται έξω από το Μετρό της Ακρόπολης. Η περιοχή πραγματικά είναι μεθυστική. Παραστάσεις ο επαγγελματικός θίασος της Αθηναϊκής Σκηνής έκανε από τα πρώτα χρόνια λειτουργίας με παραγωγές και συμπαραγωγές σε άλλα θέατρα. Πάντα πέρα από συνεργάτες που είχαμε από παλαιότερες παραστάσεις, υπήρχαν και καινούργιοι και με φιλοσοφία πάντα να συνεργαζόμαστε και με επαγγελματίες ηθοποιούς από ακρόαση. Σε αυτό το δυναμικό πάντα προστίθενται και σπουδαστές για πρακτική αλλά και απόφοιτοί μας. Δε θέλαμε να κάνουμε μια ομάδα που θα κάνει άλλη μια δουλειά και θα χαθεί. Φτιάξαμε μια στέγη με μανιφέστο μας την έρευνα. Την παρουσίαση της σκηνοθετικής μας πρότασης και την παροχή ουσιαστικής θεατρικής εμπειρίας στο θεατή από τη στιγμή που μπαίνει στο θέατρο. Η αγάπη μου για το ποιητικό θέατρο έχει οδηγήσει πολλές φορές οι επιλογές να είναι ανάλογες, αλλά η έρευνά μας δεν περιορίζεται εκεί. Έτσι μετράμε πια τη δωδέκατη παράσταση μας, μαζί με τις συμπαραγωγές. Μεγάλοι μας σταθμοί «Οι τρελοί της Βαλένθια» του Ντε Βέγκα, ένα έργο που παίχτηκε δυο χρονιές και μόλις η δεύτερη φορά που παρουσιάστηκε στην Ελλάδα, οι «Γειτόνισσες» του Παντελή Χορν που θεωρείτο χαμένο για 70 χρόνια και παρουσιάστηκε, αφού βρέθηκε, πρώτη φορά από την Αλεξάνδρα Βουτζουράκη.  «Ο Εδουάρδος ο Β’», που σκηνοθέτησε ο Κοραής Δαμάτης και παρουσιάστηκε και αυτός δύο περιόδους με πρωτοφανή αποδοχή. Πριν από λίγες ημέρες ξεκίνησε η τελευταία μας παραγωγή το «Να Ντύσουμε τους Γυμνούς» του Πιραντέλο με την υπογραφή της Αλεξάνδρας Βουτζουράκη και μια ιδιαίτερη σκηνοθετική πρόταση. Ένα έργο που και αυτό έχει παρουσιαστεί στην Ελλάδα ελάχιστες φορές.  Η ταυτότητα του θεάτρου είναι ιδιαίτερη και έχει αγκαλιαστεί. Παιχνίδι εκφραστικών μου αρέσει να το αποκαλώ μιας και στα βασικά δομικά στοιχεία των παραστάσεων μου είναι η εναλλαγή διαφορετικών ρευμάτων τέχνης και μεθόδων προσέγγισης. Η έρευνά μας συνεχίζει και το Θέατρο αποκτά σιγά σιγά με τα χρόνια την ταυτότητά του. Αντιδρώ λίγο στις πολλές παραγωγές. Κατανοώ την ανάγκη άλλων αντίστοιχων θεάτρων να επιβιώσουν σε αυτούς τους δύσκολους καιρούς με πολλές παραγωγές, αλλά δε νομίζω ότι αυτή είναι η λύση. Οι εκατοντάδες παραγωγές οδηγούν σε μεγάλη διάσπαση του κοινού με αποτέλεσμα να μην μπορούν να λειτουργήσουν ή να ανεβαίνουν με ελάχιστο κόστος παραγωγής, κάτι που ενδέχεται να ρίχνει την ποιότητα της εκάστοτε παράστασης αλλά και διαιωνίζει τις άθλιες οικονομικές συνθήκες κάτω από τις οποίες δρουν οι ηθοποιοί. Το θέμα δεν είναι να δοθεί απλά το βήμα σε οποιονδήποτε ηθοποιό αλλά να μπορεί και να επιβιώσει. Αρχή, λοιπόν, δική μας για να διατηρηθεί η ταυτότητα του θεάτρου και της έρευνας μας αλλά και για να κάνουμε ένα βήμα προς κάποια λύση, είναι οι λίγες αλλά επαγγελματικά προσεγμένες παραγωγές. Ο πήχης που βάλαμε με τον Εδουάρδο και τον Πιραντέλο ανέβηκε και τώρα είμαστε σε αναζήτηση ρεπερτορίου και συντελεστών για την περίοδο 2018-2019.

«Ένας καλός καλλιτέχνης πρέπει να είναι απομονωμένος. Αν δεν είναι, κάτι δεν πάει καλά» υποστήριζε ο Orson Welles. Εσείς ως καλλιτέχνης και δημιουργός  νιώθετε την ανάγκη της απομόνωσης;

Είναι κάτι που γίνεται αυτόματα πλέον χωρίς να το επιλέξω. Όταν ερευνώ ένα ρόλο και ψάχνω τα κλειδιά με τα οποία θα ανοίξω τις κλειστές πόρτες που φαντάζουν τρομακτικές στην αρχή, μπαίνω στη διαδικασία να μελετήσω από στοιχεία εποχής μέχρι και να αναζητήσω κοινά σημεία επαφής μου με το ρόλο. Η απομόνωση έρχεται ακούσια λίγο αργότερα, όταν αρχίζεις να ανοίγεις τις πόρτες. Θυμάμαι μεγάλη απομόνωση στον Γλάρο όπου υποδυόμουν τον Τρέπλιεφ, η πρώτη μου παράσταση, με άπειρες ώρες σκέψης. Μου έρχονται στο νου μέχρι και φοβίες που είχα αποκτήσει όταν έπαιξα τον Άμλετ και δεν τις επικοινωνούσα, με αποκορύφωμα τον Εδουάρδο όπου είχα αφοσιωθεί ολοκληρωτικά. Για περίπου τέσσερις μήνες σχεδόν δεν είχα άλλες δραστηριότητες, θυμάμαι να οδηγώ με τις ώρες στην Αττική και να χτίζω το ρόλο, κάτι που με οδήγησε βέβαια σε ένα μεγάλο συναισθηματικό ξέσπασμα, που ίσως να ήταν και η βασική πόρτα για να μπορέσω να προσεγγίσω αυτό τον υπέροχο ρόλο. Αν σκεφτείς να απομονωθείς ίσως να φοβηθείς ή να το θεωρήσεις παρωχημένο. Αν αφεθείς και συγκεντρωθείς και δουλέψεις ουσιαστικά, θα έρθει μόνη η ανάγκη. Θα αρχίσεις να σκέφτεσαι και να ονειρεύεσαι όπως ο ρόλος.  

 «Το θεατρικό έργο ήταν επιτυχία. Το κοινό του ήταν αποτυχία» λέει κάπου ο Όσκαρ Ουάιλντ. Πιστεύετε ότι υπάρχει αυτό που λένε κακό κοινό;

Τις παραστάσεις τις κάνουμε για το κοινό. Δεν πρέπει ούτε να θεωρούμε κακό το κοινό ή χαμηλού επιπέδου γιατί έτσι θα κάνουμε δίχως προβληματισμούς παραστάσεις, ενώ οφείλουμε να εξελίσσουμε τη σκέψη και την αισθητική του, ούτε να το απαξιώνουμε και να μη μας νοιάζει κάνοντας παραστάσεις που κανείς δε θα καταλάβει κάτι. Από την άλλη οφείλω να παραδεχτώ ότι ο θεατής δεν παύει να επηρεάζεται έντονα από τη θεατρική μόδα. Έτσι θα δεις από ομάδα κοινού που θα δει μόνο παραστάσεις με αναγνωρίσιμους ηθοποιούς, άλλη ομάδα που «πρέπει» να δει μια παράσταση γιατί είναι αυτή που βλέπουν όλοι, άλλη ομάδα που προσπαθώντας να αντιδράσει στα παραπάνω, ομαδοποιείται και πάλι, και βλέπει άλλες παραστάσεις που γίνονται μόδα γι’ αυτούς και άλλες πολλές. Κάθε παράσταση πρέπει να βρίσκει πού απευθύνεται. Για μένα καλή επικοινωνιακά καλλιτεχνία είναι αυτή που δεν απευθύνεται σε λίγους. Σίγουρα δεν μπορεί σε όλους. Άλλα αν απευθύνεται σε αρκετούς και μπορεί να επηρεάσει και να προωθήσει τη σκέψη αυτών, τότε κάτι θα έχει κάνει. Αντιδρώ στις παραστάσεις που δεν καταλαβαίνεις καθόλου το έργο. Κακό θεωρώ το κοινό που είτε θα πάει σε μια παράσταση, δε θα καταλάβει τίποτα ή δε θα του αρέσει αλλά παρόλα αυτά αναγκαστικά λόγω μόδας πρέπει να πει καλά λόγια ή το κοινό, που το έχουμε δει και αυτό ιδιαίτερα σε φεστιβάλ και κρατικούς οργανισμούς, που θα γιουχάρει, θα φεύγει και θα έχει δεικτικές αντιδράσεις για κάποιο στόχο. Όταν βρεις το κοινό σου και το ικανοποιήσεις η χημεία είναι υπέροχη. Εξίσου για εμάς τους δημιουργούς για να μη διώξουμε όλο το κοινό από τις αίθουσες, πιστεύω ότι πρέπει να αντιληφθούμε, ότι αν η σφραγίδα που θέλουμε να δώσουμε είναι έντονη και σπάει πολλές δομές που το κοινό είχε συνηθίσει η λύση δεν είναι να το κάνεις απότομα αλλά σιγά σιγά. Ολόκληρες θρησκείες άλλαζαν αργά και αφομοίωναν και προσαρμόζονταν. Αν πας απότομα, θα δημιουργήσεις αντίδραση και μετά για να υποστηρίξεις τη σφραγίδα σου, θα αναγκαστείς να πεις πως το κοινό ακόμα δεν ξέρει ή ότι είναι κακό. Η τέχνη μας δεν έχει σταθερές. Τέχνη είναι και το παλαιό και το καινούργιο και όποια έμπνευση έχει ο καθένας. Και σε καμία περίπτωση δε μας ανήκει. Υπήρχε πριν από εμάς. Υπάρχει μέσα από εμάς (όλους) που δείχνουμε τη σφραγίδα μας, και θα υπάρχει μετά από εμάς. Αν πας να επιβληθείς, δεν ξέρω αν κιόλας μπορείς να το χαρείς. Εκτός αν θα μπορούσε κάποιος να δείχνει μόνο τη δική του σφραγίδα χωρίς το κοινό να βλέπει άλλες προτάσεις, κάτι που είναι προβληματικό σε πλαίσιο πολυφωνίας. Ας το αφήσουμε να γίνει αν γίνει μόνο του και η ιστορία θα το κρίνει.

«…πρέπει να κάνουμε υπομονή και να βρούμε το ένδυμα που μας ταιριάζει. Αυτό που θα επιλέξουμε εμείς. Με τα χρώματα που θέλουμε. Και όταν γυρνάμε σπίτι και το βγάζουμε να νιώθουμε άνετα με τη διαφορετικότητα της δικής μας ένδειας».

Επικρατεί και η άποψη, ότι η  ελληνική κοινωνία είναι μια ανώριμη κοινωνία που θεωρεί την τέχνη κάτι μη απαραίτητο, επειδή δεν υπάρχει παιδεία. Εσείς ποια γνώμη θα καταθέτατε επ΄ αυτού;

Η αλήθεια είναι ότι πολλές φορές έχω διαβάσει τα τελευταία χρόνια απόψεις που λένε: «εδώ δεν έχουμε να φάμε, θα επιδοτήσουμε ένα ΔΗΠΕΘΕ;» Ο Freud έλεγε πώς μέσω της Τέχνης εκτονώνουμε τέτοια ενέργεια που αν καταπιεζόταν θα οδηγούσε λαούς σε περισσότερες πολεμικές συγκρούσεις. Η τέχνη υπήρχε πάντα και υπήρχε για λόγους ανάγκης έκφρασης, από την πλευρά του ηθοποιού, ανάγκης να συμπάσχει, από την πλευρά του θεατή, ανάγκη να επηρεάσει, από την πλευρά της πολιτικής ή ακόμα και να αποπροσανατολίζει. Αν το παιδί δεν ασχοληθεί στα σχολικά χρόνια με την τέχνη, δε θα μπορέσει να εκφραστεί, να ασκήσει τη δημιουργική του σκέψη. Τέλος θεωρώ ότι αν η Ελλάδα έχει δύο βασικούς πλούτους που έχει ανεκμετάλλευτους, είναι ο Πολιτισμός και ο Τουρισμός. Και ο συνδυασμός τους. Όταν έχεις στη φαρέτρα σου ότι είσαι η χώρα που γέννησε το Θέατρο, ε…το εκμεταλλεύεσαι και λίγο. Άλλες χώρες το κάνουν άψογα. Δεν έχω ακούσει να κάνουν και ουρές οι τουρίστες που έρχονται να δουν και κάποια παράσταση, ούτε να έχουμε θεατρικό τουρισμό.

«Αν έπρεπε να διαλέξω ένα ψυχοθεραπευτή από μια ταινία για προσωπικό μου ψυχοθεραπευτή, αυτός θα ήταν ο Ρόμπιν Γουίλιαμς στο «Ο Ξεχωριστός Γουίλ Χάντινγκ» είχε δηλώσει ο Αμερικανός ψυχοθεραπευτής Irvin D. Yalom. Εσείς;

Μάλλον θα ήταν ο Richard Burton στο Equus! (Ένα έργο που το φλερτάρω στη σκέψη μου!)

Μεγάλο θέμα που έχει προκύψει είναι η διαβάθμιση της Θεατρικής και γενικότερα της Καλλιτεχνικής εκπαίδευσης. Ποια η άποψή σας;

Το ζήτημα που έχει προκύψει, εδώ και πολλά χρόνια είναι ότι ενώ οι Δραματικές σχολές με νόμο έγιναν Ανώτερες, όταν τα αντίστοιχα Ανώτερα Τεχνολογικά ιδρύματα έγιναν Ανώτατα, δεν ακολουθήθηκε ίδια «Ανωτατοποίηση» για τη Δραματική εκπαίδευση. Αυτό σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η Δραματική εκπαίδευση βρίσκεται κάτω από τη σκέπη του Υπουργείου Πολιτισμού και όχι του Υπουργείου Παιδείας, οδήγησε την εκπαίδευση των ηθοποιών να είναι στην ουσία αδιαβάθμητη, μιας και ουσιαστικά δεν υφίσταται στην Ελλάδα πλέον Ανώτερη εκπαίδευση. Όλα κατά τη γνώμη μου ξεκίνησαν με την κατάργηση της άδειας ασκήσεως επαγγέλματος και της απαξίωσης της Δραματικής εκπαίδευσης. Πολλοί που έχουν «βήμα» συχνά μιλούν για τις σχολές με σχόλια όπως: «έμποροι», «εκμεταλλευτές», κτλ. Πολλοί από αυτούς είναι οι ίδιοι που οργανώνουν συνέχεια ημερίδες και σεμινάρια με μεγάλα οικονομικά ποσά για συμμετοχή. Και μετά εμείς που υπηρετούμε αυτό τον κλάδο και ξέρουμε ότι κάνουμε ουσιαστική δουλειά, χωρίς να έχουμε το αντίστοιχο «βήμα» δεν μπορούμε να αντιδράσουμε ή να πούμε απλά κι εμείς τη γνώμη μας. Εννοείται, όπως σε κάθε κλάδο υπάρχουν και κάποιοι ή και αρκετοί που δρουν κυρίως εμπορικά. Αλλά δεν μπορείς να απαξιώνεις ολόκληρο τον κλάδο. Στον οποίο, μάλιστα, απασχολούνται και ζουν από αυτόν εκατοντάδες εργαζόμενοι, οι οποίοι κιόλας έχουν περάσει από κρατική έγκριση και δεκάδες ελέγχους, για να μην αναφερθώ στον έλεγχο για έγκριση του σχολάρχη.  Και, μάλιστα, σε πολλές περιπτώσεις όπως είπα γίνεται ουσιαστική δουλειά. Όταν λοιπόν ο κόσμος το ακούει, δε θα ασχοληθεί περισσότερο και θα επηρεαστεί από αυτόν που έχει τον προβεβλημένο λόγο. Η κατάργηση της άδειας επίσης οδήγησε στην αντίληψη, ότι το να σπουδάσεις υποκριτική είναι περιττό. Άκουσα πρόσφατα κάποιον που παίζει σε σήριαλ και δεν έχει σπουδάσει να αναφέρει «δε γίνεται το 2018 να μιλάμε για εκπαίδευση ηθοποιών». Αλήθεια. Υποκριτική δεν είναι απλά να μάθεις απ’ έξω ένα κείμενο. Είναι τεχνική, κώδικες, μέθοδοι. Όχι απλά εργαστήρια και σεμινάρια. Είναι εκπαίδευση σώματος, φωνής, γνώσεις ρευμάτων τέχνης και απόδοσής τους. Και αυτά σε βάθος χρόνου και καθημερινής πολύωρης εξάσκησης. Σκεφτείτε μόνο πόσο θα πήγαινε πίσω το θέατρο αν απλά έπαιζαν εμφανίσιμοι προβεβλημένοι, που ξέρουν απέξω ένα κείμενο και το αποδίδουν μόνο με κάποιο συναίσθημα. Από την άλλη νομικά κεκτημένα των σπουδαστών και αποφοίτων δραματικών σχολών έχουν καταργηθεί, χωρίς ωστόσο να έχει καταργηθεί ο αντίστοιχος νόμος. Οι σπουδαστές άνομα στερούνται φοιτητικής ταυτότητας, δεν τους δέχονται εύκολα σε θέατρα να παρακολουθήσουν παραστάσεις δωρεάν, όπως νομικά δικαιούνται, δεν έχουν δικαίωμα ενώ νομικά είναι διατυπωμένο να μπαίνουν δωρεάν σε αρχαιολογικούς χώρους με αρχαία θέατρα. Απόφοιτοι άρχισαν να μην έχουν δικαίωμα να θέσουν υποψηφιότητα για καλλιτεχνικοί διευθυντές. Ταυτόχρονα ο Θεωρητικός Πανεπιστημιακός κλάδος της Θεατρολογίας, που τόσο οι ηθοποιοί και τα Θέατρα έχουν ανάγκη, αλλά και αντίστροφα η Θεατρολογία χωρίς Θέατρο και ηθοποιούς δεν έχει λόγο ύπαρξης, λόγω Ανώτατης βαθμίδας έχει λάβει θέσεις που κατείχαν ηθοποιοί, όπως θεατρικές παραστάσεις σε σχολεία, θεατρικό παιχνίδι σε Δήμους κτλ. Κατανοώ ότι κάθε κλάδος προσπαθεί να βρει επαγγελματικές διεξόδους. Αλλά τα πράγματα είναι αυτονόητα. Η Θεατρολογία είναι θεωρητικός κλάδος, που μπορεί να διδάξει αντίστοιχα θεωρητικά μαθήματα. Πρακτική έχουν διδαχθεί οι ηθοποιοί. Ελάχιστη πρακτική οι Θεατρολόγοι και ελάχιστη θεωρία οι ηθοποιοί. Επομένως η λύση δεν είναι ποιος θα κλέψει από ποιόν ένα μάθημα. Αλλά να ξαναενταχθεί στην εκπαίδευση το μάθημα της Θεατρολογίας το οποίο θα το διδάσκει αυτός ο κλάδος. Ένας ηθοποιός έχει διδαχθεί τεχνικές. Ένας θεατρολόγος δεν είναι δεδομένο μέσω πανελληνίων, ότι θα μπορεί μόνος χωρίς τεχνικές γνώσεις να στήνει παραστάσεις ή να ασχολείται με θεατρική πράξη. Όπως και ένας ηθοποιός να διδάσκει θεωρία. Ο κάθε κλάδος στον τομέα του. Η πρόταση που προσωπικά έχω κάνει στο Υπουργείο Πολιτισμού είναι να καταργηθούν άμεσα οι εισαγωγικές εξετάσεις του Υπουργείου Πολιτισμού και κάθε σχολή να οργανώνει τις δικές της. Οι σπουδές να Ανωτατοποιηθούν για να υπάρξει η δυνατότητα δημιουργίας μεταπτυχιακών προγραμμάτων όπως και προγραμμάτων για ξένους σπουδαστές. Τα Ανώτατα πλέον πτυχία θα έχουν ως πτυχία επαγγελματικές διεξόδους.  Να ξαναδούμε το πρόγραμμα σπουδών με κατευθύνσεις και τέλος να οργανώνει το Υπουργείο Πολιτισμού μόνο διπλωματικές εξετάσεις. Σε αυτές θα μπορεί, όποιος έχει τελειώσει Δραματική Σχολή, να δηλώσει συμμετοχή και να εξεταστεί ανώνυμα για το αδιάβλητο. Όποιος παίρνει έγκριση θα έχει και άδεια ασκήσεως επαγγέλματος και Ανώτατο πτυχίο. Αν κάποιος «κοπεί» θα μπορεί να δίνει αρκετές φορές το χρόνο. Τέλος θα υπάρχει η δυνατότητα σε άτομα που δεν έχουν σπουδάσει να δίνουν τις συγκεκριμένες εξετάσεις και να παίρνουν άδεια για πολύ συγκεκριμένη περίοδο. Οι εισαγωγικές εξετάσεις δεν έχουν καμία αξία, μιας και πλέον όποιος θέλει να σπουδάσει, το κάνει ούτως ή άλλως και είναι άτοπο να εξετάζεσαι από επιτροπή χωρίς αντικειμενικά κριτήρια λόγω τέχνης, σε ζητήματα που ο υποψήφιος ΘΑ μάθει. Επίσης υπάρχει σημαντικό ζήτημα για το αδιάβλητο της διαδικασίας. Αναφορικά στην κατάσταση που βρίσκεται ειδικά το ελεύθερο θέατρο με τις οικονομικές συνθήκες των ηθοποιών πραγματικά πιστεύω ότι αν δεν μειωθούν οι φορολογήσεις και δεν αρχίσουν να επιδοτούνται τα θέατρα δε θα μπορέσει να βρεθεί λύση. Το Θέατρο πάντα λειτουργούσε με επιδοτήσεις ή χορηγίες. Χωρίς τα παραπάνω, οποιαδήποτε συνθήκη θα οδηγούσε σε κλείσιμο θεάτρων και περισσότερη ανεργία. Ούτε αυτή είναι λύση. Άρα πρέπει να τη βρούμε αλλού. Αρχικά βέβαια χρειάζεται οι ηθοποιοί να συζητήσουν, γιατί πάντα υπάρχει ο φόβος «μη μιλήσω και ενοχλήσω» ή η ανάγκη να δείχνουμε πετυχημένοι όταν συναντιόμαστε μεταξύ μας.

 Οι ήρωες στο έργο του Λουίτζι Πιραντέλο που παρουσιάζετε αυτή την περίοδο «ντύνουν» τα γυμνά γεγονότα της ζωής τους, με μια ψευδαίσθηση που τους βοηθάει να πιστοποιούν πως είναι ζωντανοί. Θα έλεγα ότι έργο «Να ντύσουμε τους γυμνούς» του μεγάλου Ιταλού δραματουργού είναι τραγικά επίκαιρο στις μέρες μας, αφού το μεγαλύτερο ποσοστό των Ελλήνων με την κρίση, το παλεύει μεν, να «ντύσει» την ένδειά του, έστω και με κουρέλια, για να πιστέψει, ότι ζει. Είναι έτσι κ. Καλαμπόκη;

Όπως και η ηρωίδα του έργου, έτσι και όλοι μας όταν αντιληφθούμε την ένδειά μας, θα τρέξουμε να βρούμε κάτι να βάλουμε. Συχνά αυτό γίνεται με πανικό, χωρίς σκέψη. Κάποιοι αρκούνται στο να τους φορέσουν ένα ένδυμα. Πρέπει να κάνουμε υπομονή και να βρούμε το ένδυμα που μας ταιριάζει. Αυτό που θα επιλέξουμε εμείς. Με τα χρώματα που θέλουμε. Και όταν γυρνάμε σπίτι και το βγάζουμε να νιώθουμε άνετα με τη διαφορετικότητα της δικής μας ένδειας. Και το ρούχο αυτό να αφήνει να φαίνεται και από μέσα η γυμνή μας ψυχή, η οποία είναι μοναδική.

Ευχαριστώ από καρδιάς για την όμορφη συνέντευξη.