fbpx

«Ο Λαβύρινθος του Πάνα»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

(Pan’s Labyrinth)

 

  • Είδος: Φαντασίας, Παραμύθι, Τρόμου
  • Χώρα: Μεξικό Ισπανία (2006)
  • Σκηνοθεσία: Γκιγιέρμο Ντελ Τόρο
  • Με τους: Σέρζι Λοπέζ, Μαριμπέλ Βερντού, Ιβάνα Μπαγκέρο, Νταγκ Τζόουνς
  • Διάρκεια: 119’
  • Διανομή: Weird Wave
  • Διακρίσεις: 3 Όσκαρ (Φωτογραφίας, Σκηνογραφίας, Μακιγιάζ) – 3 βραβεία BAFTA (Ξενόγλωσσης Ταινίας, Κοστουμιών, Μακιγιάζ)

Οι προθέσεις του Μεξικανού σκηνοθέτη εξ΄ αρχής ήταν ξεκάθαρες, όταν σε ηλικία 29 χρόνων, το 1993, συστήνεται ανοικτά στο διεθνές κινηματογραφικό κοινό με την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του, το αποκρυφιστικό «Cronos», για να ακολουθήσει τέσσερα χρόνια μετά το «Mimic» και να καταλήξει στην εκπληκτική «Ράχη του Διαβόλου» («El Espinazo del Diablo» – 2001) με ορατό τον χαρακτήρα και την διαλεκτική του στο σινεμά της φαντασίας. Ο δίαυλος επικοινωνίας του Τελ Τόρο με το σκοτεινό παραμύθι (όλα τα σωστά παραμύθια είναι σκοτεινά) ανοίγεται προσεκτικά και αποκτά ένα φανατικό κοινό, διαισθανόμενοι οι θεατές, ότι δεν υπάρχει ρηχότητα, μηδέ επιδερμική καταγραφή στις ιστορίες του. Μέχρι να σφραγίσει το διαβατήριο που τον καθιέρωσε στην παγκόσμια κινηματογραφική σκηνή σκηνοθετεί το δεύτερο μέρος του Μεροβάτη, βρυκολακοσφάχτη της Marvel «Blade II» (2002), αλλά και της μεταφοράς στην μεγάλη οθόνη του κολασμένου «Hellboy» (2004), τέκνο της Dark Horse Comics. Δεν υπάρχει κάτι το φυσιολογικό στις ταινίες του Ντε Τόρο και η συμπάθεια του στο μυσταγωγικό απόκοσμο είναι εμφανής. Από την κινηματογραφική διαλεκτική του οδεύει ολοταχώς για να σκοράρει. Πέντε χρόνια κατασκεύαζε την ταινία, που θα τον αποδεχόντουσαν ασυζητητί, μετά βαΐων και κλάδων ελαίας, ακόμα και οι πιο αφάνταστοι κριτικοί κινηματογράφου, χειροκροτώντας με χέρια και πόδια το δημιούργημά τού Μεξικανού σκηνοθέτη. «Ο Λαβύρινθος του Πάνα» το 2006 είναι η Πιετά του Ντελ Τόρο και όλοι ανεξαιρέτως υποκλίνονται στην σύλληψη και την απόδοση της αλληγορίας με όχημα το σκοτεινό βασίλειο της φαντασία και του παραμυθένιου τρόμου. Το σπαζοκόκαλους σενάριο γραμμένο από τον ίδιο τον σκηνοθέτη, συμμετοχή και στην παραγωγή, η απίθανη, μυητική μουσική του Χαβιέρ Ναβαρέτε (υποψήφια για Όσκαρ), αδειάζουν το ανθρώπινο σώμα από τα μέταλλα και ως γνήσια, μελωδική ξεναγός παραμυθιού το σενάριο σε τοποθετεί στο κέντρο του εφιάλτη σαν νανούρισμα-παγίδα για να το απολαύσεις. Η φωτογραφία του Γκιγιέρμο Ναβάρο (συνεργάτης του Ντελ Τόρο, πριν τον Δανό Νταν Λάουστσεν), θαυματοποιεί κυριολεκτικώς, ξεδιπλώνοντας στο άσπρο πανί κινηματογραφική ζωγραφική με απίστευτες χρωματικές, σηκώνοντας ο καλλιτέχνης ψηλά το Όσκαρ Καλύτερης Φωτογραφίας  για την δουλειά του. Εν τω μεταξύ ο Πίτερ Τζάκσον εμπιστεύεται στον Τελ Τόρο την σεναρικαή μεταφορά στην μεγάλη οθόνη του βιβλίου του Τόλκιν «Χόμπιτ», που ο Μεξικανός σκηνοθέτης άπλωσε το βιβλίο σε τρεις κινηματογραφικές συνέχειες. Ο Ντελ Τόρο φανερώνει στο κοινό πως το θέμα του σκοτεινού «παραμυθιού», ανεξαρτήτου ηλικίας, είναι πολύ σοβαρή υπόθεση και η θέση δίπλα στον έτερο σπουδαίο παραμυθά της 7ης Τέχνης, τον Τιμ Μπάρτον στρώθηκε για να καθίσει. Το δύσκολο στασίδι του επιβεβαιώνει ό,τι το κέρδισε σπαθάτα με τον «Πορφυρό Λόφο» του 2015, φτάνοντας, τελικά στην περσινή, παραμυθένια παραγωγή «Η Μορφή του Νερού» (2017) των 13 υποψηφιοτήτων Όσκαρ, εκ των οποίων κράτησε τα 4, ανάμεσά του τα κορυφαία, αυτό της Σκηνοθεσίας και της Καλύτερης Ταινίας για το 2017 – 2018. Τα τέρατα στην ζωή είναι παντού, ορατά, έντονα και καθορίζουν την κοινωνική ψυχοσύνθεση με την κτηνωδία και την επιμονή τους ως προς την εξάπλωση του σκότους στην ανθρωπότητα. Το σκοτεινό στοιχείο, που είναι ο αιώνιος αγώνας του για την επικράτηση και τη κυριαρχία του, μετασχηματίζεται σε μυητική διαδρομή φωτός. Και αυτή είναι δύναμη του μετασχηματισμού. Το σκότος να γίνει ο φανός για την ανθρώπινη ισορροπία. Η διαφυγή στον κόσμο των άλλων τεράτων, αυτών της φαντασίας, του εσώτερου κόσμου και η αντιμετώπιση τους, διαμορφώνει την τόλμη, το θάρρος και τις προοπτικές της πιο τολμηρής γνωριμίας, του εαυτού μας, του χαμένου βασιλιά. Η αθωότητα απούσα, και τα γιουνγκιανά, αρχέγονα πρότυπα κατακερματισμένα, έτοιμα όμως προς αποκατάσταση και δράση. Με αρχή το συμβολικό υποσυνείδητο, που είναι ο λαβύρινθος και περίγυρο τα ανθρώπινα ένστικτα, όπως ακριβώς, στους αρχαίους μύθους, η πάλη με το μισό ζωώδες και το μισό ανθρώπινο είναι μοιραία. Ο Σάτυρος εδώ και όχι ο Μινώταυρος, ένας Φαύνος, δηλαδή (το Παν μπήκε στον τίτλο για την πιο εύκολη προσέγγιση του θέματος στους θεατές), υποδεικνύει τον δρόμο της σκληρής μύησης, όπερ και της λύτρωσης. Το οδοιπορικό στα ενδότερα των μύχιων σκέψεων, μοιάζει με απόφαση προσκυνητή για το μεγάλο ταξίδι ζωής. Για το σενάριο του «Λαβύρινθου του Πάνα» έχουμε γράψει ουκ ολίγα στο παρελθόν, και κατά πόσο κορυφαίος και «ψαγμένος» είναι ο Ντελ Τόρο, όπως ακόμα περισσότερα έχουν γραφτεί από την παγκόσμια, κινηματογραφική κάστα. Η ουσία είναι, πως, εάν δεν τον έχεις δει, πρέπει οπωσδήποτε να επισκεφθείς και να βιώσεις τον κόσμο της μικρής Οφέλια για να καταλάβεις την φιλοσοφική, κινηματογραφική διάσταση του Μεξικανού σκηνοθέτη. Αβλεπί και δεν το χάνεις με τίποτα!

Στην πρώιμη φρανκική περίοδο της Ισπανίας, έπειτα από τον εμφύλιο, μόλις το 1944, η μικρή Οφήλια (Ιβάνα Μπακέρο – πολύ καλή), ταξιδεύει με την έγκυο μητέρα της Κάρμεν για να συναντήσουν τον πατριό της, έναν κτηνάνθρωπο στρατιωτικό και φανατικό φρανγκιστή, τον Φαλάντ Βιτάλ (Σέρζι Λοπέζ – πολύ καλός), οποίος καταδιώκει μανιωδώς τον Ισπανό μακίνο που αγωνίζεται ενάντια στο φρανκοκρατικό καθεστώς στην περιοχή. Η μητέρα της Οφήλια αρρωσταίνει συνεχώς και η μικρή  στο εξοχικό περιβάλλον συναντά μια νεράιδα για να την οδηγήσει σε ένα λάκκο στο κέντρο ενός λαβυρίνθου όπου συναντούν τον Φάυνο, που της λέει ότι είναι πριγκίπισσα από ένα βασίλειο στον υπόγειο κόσμο, εκεί που ο πατέρας της την περιμένει. Για να περάσει σε αυτό το βασίλειο πρέπει πρώτα να επιτελέσει τρεις δύσκολες και επικίνδυνες αποστολές. Η υπηρέτρια του σπιτιού, η Μερσέντες (Μαριμπέλ Βερντού – πολύ καλή) γίνεται φίλη της μικρής, η οποία υπηρέτρια είναι η αδελφή ενός από τους αντάρτες και στην πραγματικότητα τους υποστηρίζει. Σε έναν σκοτεινό, σκληρό και βίαιο κόσμο, η Οφήλια ζει τον μαγικό της κόσμο, προσπαθώντας να επιβιώσει και να ολοκληρώσει τις τρεις αποστολές για να ξαναδεί τον πατέρα, βασιλιά της.