fbpx

Ο Λάκης Παπαδόπουλος συνομιλεί με τη Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου

smaragdamichalitsianou@gmail.com

«…Καλό είναι ό, τι μας δίνει η ζωή να το ρουφάμε. Να χαιρόμαστε την κάθε ημέρα και να ζούμε όχι τρελαμένοι από την επιτυχία, αλλά ούτε απογοητευμένοι από την αποτυχία.»

Στη λίστα με  τα σπουδαιότερα τραγούδια της σύγχρονης ιστορίας της ελληνικής μουσικής είναι το «Να σε εκδικηθώ»! Φέρει την υπογραφή του Λάκη Παπαδόπουλου στη μουσική και του Κυριάκου Ντούμου στους στίχους, ερμηνευμένο μοναδικά από τον συνθέτη και τον Δημήτρη Μητροπάνο, ύστερα από πρόταση του αξέχαστου τραγουδιστή. Ένα ντουέτο που είναι ιδιαίτερα αγαπημένο στον πολύ κόσμο, το οποίο συντροφεύει τα γλέντια, τις λύπες αλλά  και τις χαρές του. Τότε ειπώθηκε, ότι καταξιώθηκε ο Λάκης Παπαδόπουλος, ως ένας από τους κορυφαίους συνθέτες της γενιάς του, παρότι είχε συνθέσει τόσα τραγούδια, που εκπέμπουν μια ξεχωριστή γοητεία, όπως ο Κουρσάρος, που ερμήνευσε εκπληκτικά ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου.

Στις μεγάλες επιτυχίες του συμπεριλαμβάνονται τραγούδια, όπως: τα «Ήσυχα βράδια», «Τσάι γιασεμιού», «Έρχεται κρύο», «Της νύχτας τα ηχεία», «Εσύ εκεί», «Το παλιό μου παλτό», «Πάρε πασά μου», «Και θα χαθώ», «Γυριστρούλα», «Τα μπλε παπούτσια», «Σε ζητάω», «Έγινα για σένα Τούρκος», «Κάτι γλυκό», «Μενεξεδιά», «Δικαίωμα στο όνειρο», «Τσίχλα δίχως ζάχαρη», «Ανεμώνα του Σικάγου», «Ιωάννα και Μαριέττα», «Έλα γοριλλάκι», «Το βαλς της γειτονιάς», και τελειωμός δεν υπάρχει, τραγούδια που έκαναν χιλιάδες πωλήσεις δίσκων, άντεξαν στο χρόνο και τραγουδιούνται από όλες τις ηλικίες.

Όμως τα ιδιαίτερα μουσικά χαρίσματα του Λάκη Παπαδόπουλου ο πρώτος που τα είχε αφουγκραστεί ήταν ο Μάνος Χατζιδάκις. Πολύ νέος ο δημιουργός, ευρύτερα γνωστός και ως ο Λάκης με τα Ψηλά Ρεβέρ, έγραψε δύο τραγούδια για τους Μουσικούς Αγώνες της Κέρκυρας: Το «Και θα χαθώ», που τραγούδησε η Ισιδώρα Σιδέρη και τον «Σταθμό Λαρίσης», που τραγούδησε η Καίτη Χαρτόσια. Ο Μάνος Χατζιδάκις τα πέρασε και τα δύο. Μάλιστα όταν συναντήθηκαν στις σκάλες του ραδιομεγάρου της ΕΡΤ ο Χατζιδάκις είπε στο νέο ομότεχνό του: «Λάκη γράφεις ωραία τγαγούδια!».

Μεγάλη η χαρά μου που βρεθήκαμε με το Λάκη Παπαδόπουλο. Ήταν μια κουβέντα που αποκάλυψε έναν ευρηματικό, εύστροφο, ασυμφιλίωτο, πολύ ευαίσθητο, σεμνό, σαρκαστικό, δημιουργικό αλλά και ασυμβίβαστο, εκπληκτικό χιουμορίστα, θαρραλέο μπροστά στα κακώς κείμενα της κοινωνίας και της πολιτικής. Άνθρωπο που δεν τον χάλασε η επιτυχία, τόσο σεμνό, αφήνοντας το χνάρι του στο ελληνικό τραγούδι με το ξεχωριστό προσωπικό του στυλ. Ο Λάκης Παπαδόπουλος έχει να δώσει πολλά ακόμα, ενώ βρίσκεται στη ζωντάνια της ωριμότητάς του.

Καθίστε αναπαυτικά και απολαύστε τον.

Ο Λάκης Παπαδόπουλος και ο Δημήτρης Μητροπάνος

 

Μετά από 35 χρόνια επιτυχημένης καριέρας στο ελληνικό τραγούδι με χιλιάδες συναυλίες στο ενεργητικό σας, τι έχετε να θυμηθείτε; Όχι μόνο από τραγούδια, συζητήσεις και όνειρα που άλλα πραγματοποιήθηκαν και άλλα περιμένουν το πλήρωμα του χρόνου για να βγουν στο φως, αλλά και από στιγμές;

Τριάντα πέντε χρόνια δεν είναι λίγο. Τι να πρωτοθυμηθώ. Είναι ατέλειωτη η διαδρομή συναυλιών. Είναι πολλά τα χρόνια που λείπω μακριά από την Αθήνα. Ούτε λίγο, ούτε πολύ, για να σας πω, το 1/3 της ζωής μου είναι έξω. Όταν γυρίζω στην Αθήνα νιώθω κενός. Δηλαδή, είναι σαν ξένη η Αθήνα απέναντί μου. Νιώθω μοναξιά και είναι δικαιολογημένο. Οι άνθρωποι κάνουν σχέσεις, φιλίες, ανταλλάσσουν επισκέψεις. Η δική μου ζωή είναι ένα ταξίδι. Από μικρός θυμάμαι, μη βρίσκοντας τίποτα εδώ στην Αθήνα, μπήκα σε ένα κρουαζιερόπλοιο και για τρεισήμισι χρόνια γύριζα τη γη. Από τότε το ίδιο συνεχίζω, μόνο που οι περισσότεροι σταθμοί μου τώρα πια είναι μες στην Ελλάδα, μου αρέσει η Ελλάδα, όλα τα σημεία της Ελλάδας και οι άνθρωποι παντού. Έχω φθάσει στο σημείο πλέον να με αναγνωρίζουν στο δρόμο, όχι όλοι, όπου και να πάω, αλλά αυτό με ευχαριστεί, δεν με φέρνει σε δύσκολη θέση.

Είναι γεγονός ότι σας λατρεύει το μεγάλο κοινό.

Κι εγώ λατρεύω τον κόσμο και ιδιαίτερα τον καθημερινό κόσμο και δεν θέλω να τον ενοχλήσω, να του χαλάσω την ηρεμία του, την ησυχία του πηγαίνοντας στη δουλειά το πρωί ή το βράδυ περνώντας την Πανεπιστημίου να κάνω  βίντεο κλιπ. Το σιχαίνομαι αυτό. Γι΄ αυτό τα βίντεο, μέχρι τότε που ήταν της μόδας, τα έκανα σε κλειστούς χώρους. Όποτε επιλέγαμε ανοικτούς χώρους δεν έβγαινα καλά, φαινόταν το μάγκωμα.

Γράψατε τραγούδια για όλους τους ερμηνευτές. Τραγούδια που αγαπήσαμε πολύ. Γνωρίσατε αχαριστία σε κάποιες από τις συνεργασίες σας;

 Εκπλήρωσα όλες τις ανάγκες μου και ιδιαίτερα με συνεργασίες. Με όλους έχω συνεργαστεί. Απλά, δίνοντας ένα καλό τραγούδι όλοι ωφελούνται, περισσότερο ο τραγουδιστής. Όχι δεν συνάντησα αχαριστία για να είμαι ειλικρινής, καθώς όμως βγαίνω και στο τραγούδι εκτός της μουσικής πολλές φορές δεν αναφέρομαι στους στιχουργούς όπως ο Κυριάκος Ντούμος ή η Σάννυ Μπαλτζή και εκεί μπορεί να υπάρχουν κάποια δικαιολογημένα παράπονα. Και πάλι δεν παρεξηγώ τους άλλους, που λένε το τραγούδι μου, θεωρώντας το και δικό τους γιατί κι εγώ το κάνω. Ως προς την αχαριστία, τι να πω. Να  σε πάρει ο άλλος να σου πει: «έβγαλα τόσα λεφτά, πάρε τα μισά»; Το θεωρώ λάθος και δεν θα δεχόμουν ποτέ.

Αναγνωρίζουν ότι τους δώσατε επιτυχίες;

Βέβαια, κατά καιρούς με τον τρόπο τους όλοι το αναγνωρίζουν. Κάποιος μάλιστα, που με το ζόρι επέμενα να πάρει ένα τραγούδι μου, τον πίεσα κυριολεκτικώς να το πει γιατί του πήγαινε πολύ, το τραγούδι προχώρησε και έγινε μεγάλη επιτυχία. Στο αεροδρόμιο που βρεθήκαμε κάποια στιγμή, μου λέει: «Μου έχεις κάνει ένα μεγάλο δώρο» και του απαντώ: «Εγώ το ήξερα  γι΄ αυτό και σε πίεζα και σε ευχαριστώ για την ευγένειά σου».

Με τόση σεμνότητα  το αντιμετωπίσατε;

Είμαι εργάτης της μουσικής. θαυμαστής της μουσικής. Μπορώ να ακούσω τραγούδια και να δακρύσω, όχι δικά μου. Και μερικά δικά μου καλούτσικα βγαίνουν. Αυτή η λατρεία για τα τραγούδια έχει ξεκινήσει από τότε που ήμουν πολύ μικρός.

Βγήκατε έφηβος στη μουσική σκηνή. Είχατε τρακ την πρώτη  φορά που τραγουδήσατε μπροστά σε κοινό;

Στα δεκατέσσερά μου χρόνια, όταν κυκλοφορούσαν και τα  δισκάκια  των 45 στροφών. Δεν υπήρχε ούτε πικ-απ στην Αθήνα. Τι να σας πω, είναι μεγάλη η ιστορία μου. Όχι, δεν είχα τρακ. Μια αγάπη υπήρχε για το τραγούδι και τη μουσική. Μια αγάπη, ένας έρωτας για την ηλεκτρική κιθάρα. Δύο έρωτες: οι γυναίκες και η ηλεκτρική κιθάρα.

Έχετε ξεπεράσει αισίως τα 350 τραγούδια ενώ πειραματιστήκατε με πολλά είδη και καταφέρατε να αντιστρέψετε την άποψη: «Ακόμη και αν έχεις γεννηθεί με χάρισμα, θέλει μεγάλη προσπάθεια για να μπορείς να το εξελίξεις.» Πώς το επιτύχατε;

Γεννήθηκα με μεγάλο χάρισμα και πάλεψα ακόμη και μέσα στην οικογένειά μου για να το κάνω γνωστό. Δεν είχα εμπιστοσύνη στον εαυτό μου. Ως παιδί δεν ήμουν… ο εγώ είμαι! Ήμουν ο τελευταίος κρίκος του ζουρνά. Αν δεν υπήρχε η μουσική τώρα θα βρισκόμουν το πολύ – πολύ κλητήρας σε τράπεζα. Εκείνα τα χρόνια η μουσική ήταν ντροπή και προσπαθούσαμε να μπούμε σε διάφορα άλλα επαγγέλματα. Πάντως στάθηκα τυχερός. Δεν απογοητευόμουν με τις αποτυχίες. Έδινα τραγούδια στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης δεν πέρναγαν, ξανάστελνα. Πέρασε ένα. Μετά έστειλα αλλού. Έστειλα στο Χατζιδάκι. Περάσανε δύο. Έκανα διάφορα πράγματα τα οποία με βοήθησαν και δεν άλλαξα ως άνθρωπος. Και τι σημαίνει  είμαστε οι πρώτοι; Αύριο γίνεται κάτι και δεν ζεις. Γι΄ αυτό καλό είναι ό, τι μας δίνει η ζωή να το ρουφάμε. Να χαιρόμαστε την κάθε ημέρα και να ζούμε όχι τρελαμένοι από την επιτυχία, αλλά ούτε απογοητευμένοι από την αποτυχία.

Ο Λάκης Παπαδόπουλος και ο Διονύσης Σαββόπουλος
Λάκης Παπαδόπουλος και η Αρλέτα
Ο Λάκης Παπαδόπουλος με τον Γιάννη Ζουγανέλη στο θρυλικό μουσικό στέκι Αχ Μαρία

«Γι΄ αυτό υπάρχουν οι πολιτικοί για να ωραιοποιούν τα πράγματα και τις καταστάσεις. Αυτό επιβάλει το επάγγελμά τους.»

Λάκης Παπαδόπουλος, Γιάννης Ζουγανέλης, Ισιδώρα Σιδέρη, Ελεωνόρα Ζουγανέλη και Λαυρέντης Μαχαιρίτσας

Εξακολουθείτε να έχετε την άποψη, ότι  ο λαός μας δεν έχει ιδιαίτερη κουλτούρα στη μουσική και είναι του τσιφτετελιού, το οποίο το σιχαίνεστε όπως έχετε πει;

Ναι είμαι αυτής της άποψης. Έχει πέσει πολύ νταχτιρντί στη ζωή μας. Από μικρός αυτό θυμάμαι και δεν αλλάζει. Είναι η διασταύρωση δύο πολιτισμών η Ελλάδα. Είναι και Αφρική και Ευρώπη. Είναι πιο κοντά και από την Ιταλία. Και στην Ισπανία, που  συνορεύει με το Γιβραλτάρ και χωρίζεται από το Μαρόκο υπάρχει πολύ νταβαντούρι. Κρόταλα και κύμβαλα στα τραγούδια και τους ρυθμούς των Ισπανικών τραγουδιών. Είμαστε προς τα εκεί. Μεγάλωσα σε ένα σπίτι, που ο πατέρας μου εκτός από δικηγόρος ήταν και ψάλτης. Αγαπούσαμε διαφορετικές μουσικές και στυλ. Ο πατέρας τη βυζαντινή, η οποία έχει πολύ μεγάλη σχέση με τους αμανέδες, οπότε Βυζάντιο, άρα και ανατολή. Στην άλλη μεριά εγώ, που ήμουν του ελαφρού τραγουδιού. Τότε ακούγαμε και παίζαμε λατινοαμερικάνικα, Ιταλικά τραγούδια, γαλλικά, αμερικάνικα. Μετά μπήκε η Αγγλία στον χάρτη με τους Μπητλς, κι εκεί διαμορφώθηκαν τα γούστα μας.

Παρόλα αυτά έχετε κάνει λαϊκά τραγούδια και τσιφτετέλια.

Πράγματι. Στον καινούργιο δίσκο για την Αρλέτα έχει μπει ένα τσιφτετέλι το οποίο είναι εκπληκτικό. Όποιος μουσικός το ακούει, λέει: «πως γίνεται αυτό;». Αλλά είναι ελάχιστα αυτού του είδους τα τραγούδια. Ένα ζεϊμπέκικο, ένα χασάπικο σε έναν από τους τρεις δίσκους που κάνω. Υπάρχουν άνθρωποι που είναι προορισμένοι γι΄ αυτό το είδος. Όπως με ρωτάνε, παραδείγματος χάρη, γιατί δεν κάνω μουσική για τον κινηματογράφο και για το θέατρο. Υπάρχουν παρέες που έχουν τους δικούς τους προσανατολισμούς. Έτυχε ο άλλος να είναι ανιψιός ενός σκηνοθέτη. Αυτός θα κάνει μουσικές για τον κινηματογράφο, γιατί να κάνω. Είμαι από διαφορετικό ανέκδοτο… Αλλού. Παρόλα αυτά η ζωή μου χαμογέλασε κι είμαι ευχαριστημένος. Νιώθω σαν κατάσκοπος σε ένα χώρο ξένης μουσικής που δεν με γουστάρει ιδιαίτερα. Όμως, τελικά, με γουστάρει. Κι εγώ τον γουστάρω αυτό το χώρο γιατί είναι ο καλύτερος, είναι η καλύτερη φίλη που υπάρχει.

Τα καλά τραγούδια μπορούν να αλλάξουν τον κόσμο κ. Παπαδόπουλε;

Εμένα  με αλλάζουν κάποια τραγούδια που ακούω και με τρελαίνουν. Βεβαίως, μπορούν να αλλάξουν τον κόσμο. Η εκ του μη όντως δημιουργία ενός τραγουδιού που πιάνει πολύ κόσμο τον αλλάζει.

Γνωρίσατε από κοντά το Μάνο Χατζιδάκι όταν πολύ νέος κάνατε εκπομπή στο Β΄ Πρόγραμμα. Με την ευκαιρία θα σας ζητούσα να μου σχολιάσετε το παρακάτω απόφθεγμά του, που ανεβαίνει συχνά στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης: «Η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει: Πάντα μ’ απασχολούσε το γνωστό εμβατήριο όσες φορές τ’ άκουγα. Έλεγα μέσα μου, τι άραγες εννοεί; Σκέφτηκα, σαν κάτι να φωτίστηκε μέσα μου, εφόσον η Ελλάδα δεν πεθαίνει ποτέ, πάει να πει πως και ποτέ δεν θα αναστηθεί».

Ο Χατζιδάκις ήταν έναν όροφο κάτω με τους επίγονούς του. Όσο για το εμβατήριο με συγκινεί πάρα πολύ, αλλά δεν συμφωνώ με την άποψή του. Μπορεί να μην έχει αναστηθεί ακόμα η Ελλάδα.

Παρεμπιπτόντως ξέρετε εσείς κάποιο κράτος στη γη να ανασταίνεται και να πεθαίνει; Εγώ δεν ξέρω. Είναι μεταφορική η έννοια. Εγώ θα έλεγα, ότι η Ελλάδα πάντα θα ζει, γιατί ποτέ δεν πέθανε, αλλά ούτε αναστήθηκε. Είναι και αυτή σε μια πορεία που υφίσταται.

Πρώτα απ΄ όλα έχουμε τον καλύτερο ήλιο της γης, τα καλύτερα παράλια της γης και μόνο από τον τουρισμό θα μπορούσαμε να ζούμε όλοι. Τώρα τα πολιτικά δεν μπορώ να τα αναλύσω καθώς είναι μια άλλη κουβέντα. Βέβαια εάν υπήρχε ένα  υπουργείο που όλη η προσοχή του θα ήταν στραμμένη στον τουρισμό, θα βοηθούσε προς αυτή την κατεύθυνση. Τι άλλο βγάζουμε; Μήπως  Μερσεντές. Τα Pony βγάζαμε τα οποία ήταν υπέροχα. Γιατί τα κόψανε; Μια φορά μετά από μια συναυλία είχαμε ανεβεί σε ένα Pony 15 άτομα. Με πήρανε κι εμένα μες στη νύχτα και κάναμε μπάνιο. Φανταστείτε με ένα  Pony.

Είσαστε από τους πρώτους ανθρώπους της τέχνης που πήρατε θέση για τις τραγικές καταστάσεις που βιώνει ο λαός μας σημειώνοντας: «Έχει καταρρακωθεί ο Έλληνας, έχει δολοφονηθεί ψυχικά. Πάνε με τη βία, να μας κάνουν όπως στην Καραϊβική, που ήταν η κάστα των πολύ πλουσίων στις βίλες τους κι οι υπόλοιποι δούλοι τους». Μπορείτε σήμερα να κάνετε αισιόδοξες προβλέψεις για το μέλλον;

Τώρα μπήκαμε στο μαντρί, όπως μπήκε η Κύπρος. Όταν πηγαίνω καμιά φορά στην Κύπρο διερωτώμαι, για ποιο λόγο έγινε αυτό; Ήταν μια μικρή Ελβετία η Κύπρος. Δηλαδή όλο το παράνομο χρήμα πήγαινε εκεί. Θα ζούσαν με τους τόκους και θα ήταν ευτυχισμένοι άπαντες. Για ποιο λόγο; Άρα, υπάρχει κάποια εξουσία των πολύ πλουσίων, το οποίο αστείο είναι, ότι κι αυτοί πεθαίνουν. Τι να τα κάνει ο Ροκφέλερ που έχει τη μισή γη και τόσα χρήματα και φθάνει στα ογδόντα και στα ενενήντα. Δύο μέτρα γης αντιστοιχούν και σε αυτόν.

Είναι πολύ δύσκολα. Και που λένε ότι θα βγούμε από το μνημόνιο πολύ δύσκολα θα ορθοποδήσουμε. Διάβασα πριν από δύο χρόνια για την Πορτογαλία που είχε βγει. Τα μηνύματα  εκείνη την εποχή ήταν χειρότερα από εκείνα που ήταν στο μνημόνιο. Βγαίνεις από το μνημόνιο και δεν παίρνεις ούτε τα χρήματα του μνημονίου. Σου λένε: άντε προχώρα μόνος σου. Δεν υπάρχει βοήθεια από πίσω. Προχώρα μόνος σου στο ναρκοπέδιο. Κάποτε το είχα πει. Αφήστε ρε παιδιά τα κομματικά Ν.Δ, ΠΑΣΟΚ, διορίστε τρεις λογιστές από ένα κράτος που έχει πειθαρχία, όπως τους Εγγλέζους, τους Γάλλους, τους Αυστριακούς να κυβερνήσουν. Τώρα, υπάρχουν μόνο σκοπιμότητες.

Σε διαδηλώσεις κατεβαίνετε;

Όχι , ποτέ. Με πιάνει αγοραφοβία με τον πολύ κόσμο.

Μπορείτε να παρακολουθήσετε πολιτικές κουβέντες ή νομίζετε, ότι αυτοί που βγαίνουν στα παράθυρα κρύβουν παρά εκθέτουν τα πράγματα;

Παρακολουθώ και μου αρέσουν οι πολιτικές συζητήσεις. Σε όλες βλέπω δίκιο, οπότε κοντοστέκομαι και λέω στάσου… Τόσο πολλά ψέματα που ο καθένας τα φέρνει στα μέτρα του. Και πιο παλιά το ίδιο ακριβώς έβλεπα. Οι σκοπιμότητες είναι πολλές. Γι΄ αυτό υπάρχουν οι πολιτικοί, για να ωραιοποιούν τα πράγματα και τις καταστάσεις. Αυτό επιβάλει το επάγγελμά τους.

«…όποιος βλέπει άπορους να ψάχνουν τα σκουπίδια, κι έχει κάτι στην τσέπη του, εκείνη τη στιγμή να πει στο συνάνθρωπό του, που δεν έχει: «Σε παρακαλώ μου περισσεύει αυτό, πάρτο!»»

Ποια ήταν η πιο όμορφη και η πιο άσχημη ανάμνηση που έχετε  από τα παιδικά σας χρόνια;

Η πιο όμορφη στιγμή, που δεν ήμουν παιδί, ήταν όταν απολύθηκα από το στρατό μετά από 26 μήνες, σαν εξορία πάνω στα φυλάκια, σε ναρκοπέδια στα  Ελληνοβουλγαρικά σύνορα. Η πιο ευτυχισμένη μέρα της ζωής μου ήταν αυτή. Και μία άσχημη ημέρα ήταν, όταν κατέβηκα από του κρουαζιερόπλοιο γιατί οι γονείς μου ήθελαν να επιστρέψω. Είπα, λοιπόν, θα κατεβώ στον Πειραιά, θα χαιρετίσω τα κρουαζιερόπλοια στα οποία πέρασα την ωραιότερη περίοδο της ζωής μου. Θυμάμαι στην Καραϊβική να χορεύουμε ρέγκε από το πρωί μέχρι το βράδυ. Οι άνθρωποι ήταν σε ένα συνεχές παραλήρημα. Το ταξίδι με το πλοίο είναι υπέροχο. Όταν γύριζα ήξερα μέσα μου, ότι ποτέ δεν θα περάσω ξανά τόσο ωραία κι αυτό είναι αλήθεια. Δεν πα να έκανα όνομα, να με ξέρει ο κόσμος, διόλου με νοιάζει. Τουλάχιστον ζω αρκετά καλά.

Τι σας προκαλεί φρίκη;

Φρίκη μου προκαλούν οι βαρβαρότητες του ανθρώπου, οι επιδείξεις με το  κόψιμο κεφαλιών…

Τι ήταν αυτό που σας έκανε να κλάψετε, τελευταία;

Έχασα τη μητέρα μου σε μεγάλη ηλικία. Όταν ήταν στα τελευταία της καθόμουν κοντά της και της έβαλα δύο τραγουδάκια που μου άρεσαν όταν ήμουν μικρός. Την ρώτησα αν τα ξέρει. «Ναι!» μου απάντησε με κλειστά μάτια. Τότε έκλαψα. Έβαλα μετά να παίξει ένα τραγούδι της Γερμανίδας τραγουδίστριας της Κατερίνας Βαλέντε, τη μελωδία της αγάπης. Την ρώτησα, αν της άρεσε και μου είπε: «Ναι!». Μόνο σε τέτοιες στιγμές μπορείς να καταλάβεις, τον ρόλο που παίζει το συναίσθημα στον άνθρωπο. Και δεν πρέπει να το πνίγουμε αυτό. Νομίζω δε, ότι όταν άκουγε τα τραγούδια η μητέρα μου, τις περνούσαν οι πόνοι. Το ένιωθα.

Εσείς, πώς νιώθετε όταν βλέπετε ανθρώπους να ψάχνουν στα σκουπίδια;

Άλλη μεγάλη φρίκη. Κανονικά, όποιος βλέπει άπορους να ψάχνουν τα σκουπίδια, κι έχει κάτι στην τσέπη του, εκείνη τη στιγμή να πει στο συνάνθρωπό του που δεν έχει: «Σε παρακαλώ μου περισσεύει αυτό, πάρτο!»…

Ποια είναι η μεγαλύτερη πολυτέλεια που επιτρέπετε στον εαυτό σας;

Λάτρεψα και αγάπησα το νερό και τα μεγάλα κρουαζιερόπλοια, οπότε έχω πάθει λαμαρινίαση. Έτσι, μία φορά το χρόνο ή κάθε δύο χρόνια μπαίνω σε ένα κρουαζιερόπλοιο στα 20ήμερα προγράμματα που ξεκινούν από τον Πειραιά και φθάνουν μέχρι το Μαυρίκιο, τη Βραζιλία. Αυτά μου αρέσουν. Γιατί αυτά έκανα ως νέος και μου λείπουν.

Έχετε κάθε λόγο να είσθε περήφανος για το μοναχογιό σας τον Άγγελο. Διαθέτει τα προσόντα για να εξελιχθεί σε ένα σπουδαίο ζωγράφο. Πως είναι οι σχέσεις σας;

Εκρηκτικές! Τόσο πολύ αγάπη που τσακωνόμαστε. Τελικά μου μοιάζει. Είναι ωραίο και καλό παιδί …

Ο Λάκης Παπαδόπουλος και ο Γιάννης Γιοκαρίνης
Ο Λάκης Παπαδόπουλος και ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου