fbpx

«Ο Κύριος & το Όπλο»

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

(The Old Man & the Gun) 

 

  • Είδος: Αστυνομική περιπέτεια
  • Παραγωγή: ΗΠΑ (2018)
  • Σκηνοθεσία: Ντέιβιντ Λόουερι
  • Με τους: Ρόμπερτ Ρέντφροντ, Σίσι Σπέισεκ, Κέισι Αφλεκ, Ντάνι Γκλόβερ, Τομ Γουέιτς
  • Διάρκεια: 93’
  • Διανομή: Odeon

Ηθοποιός φτιαγμένος από την στόφα των θρύλων του Χόλιγουντ. Σκηνοθέτης που αγαπήσαμε. Ο Ρόμπερτ Ρέντφορντ με αυτή την ταινία, όπως ο ίδιος δήλωσε, σηκώνει το χέρι και μας αποχαιρετά για πάντα. Ο τελευταίος ρόλος του ηθοποιού, υποδυόμενος έναν τζέντλεμαν κλέφτη, που ενώ έχει την επιλογή να αφήσει τις ληστείες και να ηρεμήσει στην αγάπη και την φροντίδα μιας καλοσυνάτης κυρίας, στα εβδομήντα οκτώ του χρόνια συνεχίζει να ξαφρίζει τα ταμεία των τραπεζών. Σημειολογικό για το δηλωμένο, οριστικό goodbye του μεγάλου ηθοποιού ή απλά συμβολικό, ότι όλα έχουν ένα τέλος, όσο γοητευτικό κι αν είναι το επάγγελμα του ηθοποιού; Αν και δεν είναι αποχαιρετισμός, αλλά ένας πυροβολισμός του ηθοποιού με τα δάχτυλα του σε σχήμα όπλου, όπως κάνουν τα πιτσιρίκια, ακούμε και τον ήχο από τα χείλη του, το κινηματογραφικό κάδρο του Ρέντφορντ θα παραμείνει αιώνια καρφωμένο στο σαλόνι των μεγάλων stars, μείνει δεν μείνει στις κινηματογραφικές ιστορίες, καθώς οι φήμες αναφέρουν, ότι ο ηθοποιός αρνείται τα περί αποχώρησης του από την ενεργό δράση, Εξ’ ου και ο «πυροβολισμός» του.      

Έπειτα από μια καριέρα έξι δεκαετιών, ο 82χρονος, γαλανομάτης, ξανθός, δημοκράτης Ρόμπερτ (για μας, πάντα ο ωραίος Μπομπ θα είναι όσα χρόνια κι αν κυλήσουν), είναι το δραστήριο, καλλιτεχνικό κύτταρο που πέρασε επιτυχημένα από όλα τα πόστα της κινούμενης εικόνας. Επέλεξε να πρωταγωνιστήσει σε μια ιστορία που ο ρόλος του κλέφτη τον σημάδεψε πολλάκις στην 7η Τέχνη: «Οι Δυο Ληστές», «Το Κεντρί», ακόμα και ως «Υπέροχος Γκάτσμπι», είναι ένας κλέφτης, ένας τυχοδιώκτης. Πάντα στην θέση του αντι-ήρωα, πάντα αισθαντικός και ρομαντικός και συνάμα αθεράπευτα δημιουργικός, ο «πατέρας» του γνωστού φεστιβάλ indie ταινιών «Sundance», προτεινόμενος δυο φορές για Όσκαρ και βραβευμένος μια φορά ως σκηνοθέτης για τους «Συνηθισμένους Ανθρώπους» (1980), συνεργάζεται για δεύτερη φορά με τον 38χρονο, Αμερικανό σκηνοθέτη Ντέιβιντ Λόουερι (Ο Πιτ και ο Δράκος του) ερμηνεύοντας έναν ξεχωριστό από τους γνωστούς ληστές τραπεζών που ξέρουμε, τον Φόρεστ Τάκερ. Το σενάριο είναι γραμμένο από τον σκηνοθέτη και τον Ντέιβιντ Γκραν, οποίος το δημοσίευσε το 2003 με τον ίδιο τίτλο στους «New Yorker», βασισμένο σε πραγματική ιστορία. Ο δε Μπομπ συμμετέχει στην παραγωγή.

Ο κοστουμάτος, 70 plus με το ψεύτικο μουστάκι και αφοπλιστικής ευγένειας με το όνομα Φόρεστ Τάκερ (Ρόμπερτ Ρέντφορντ – καταπληκτικός) είναι ένας επαγγελματίας ληστής τραπεζών στην Αμερική της δεκαετίας του ΄80. Το περίστροφο το κουβαλάει μαζί του κάτω από την μασχάλη, απλά για να το δείχνει. Ποτέ δεν το χρησιμοποιεί, καθότι το αήττητο όπλο του είναι το χαμογελαστό πρόσωπο, η καλοσύνη, το ευπρεπές ντύσιμο και φυσικά το ώριμον της ηλικίας του. Με τον καλό λόγο στα χείλη, την ηρεμία και την ψυχραιμία αδειάζει τα συρτάρια των γκισέ δίχως να τον παίρνει κανείς χαμπάρι, παρά μόνο αυτός με τον οποίο έρχεται σε επαφή και είναι, είτε ο διευθυντής του υποκαταστήματος, είτε η ταμίας. Αθόρυβα, διακριτικά, ευγενικά ζητάει τα χρήματα, ο υπάλληλος γεμίζει τον δερμάτινο χαρτοφύλακα του για να αποχωρήσει ελαφροπάτητος από τον χώρο της τράπεζας ελάχιστα λεπτά πριν κτυπήσει ο συναγερμός στο πλησιέστερο Αστυνομικό Τμήμα. Τις κινητοποιήσεις των Αρχών τις παρακολουθεί από έναν αυτοσχέδιο δέκτη που είναι συνδεδεμένος στο αυτί του με ακουστικό. Όλες οι ληστείες είναι άψογα σχεδιασμένες από τον ίδιο και ως προς την εκτέλεση τους τον βοηθούν οι δυο επίσης ηλικιωμένοι φίλοι του, ο Τέντι (Ντάνι Γκλόβερ- καλός) και ο Γουέλερ (Τομ Γουέιτς – καλός). Ούτε πιστολιά δεν πέφτει, ούτε απειλές, ούτε γάτα, ούτε ζημιά και οι υπάλληλοι των τραπεζών, που νταραβερίστηκαν μαζί του, μόνο καλά λόγια έχουν να πουν για αυτόν στην Αστυνομία. Οι δραστηριότητες του γεράκου παράνομου κινούν το ενδιαφέρον του αστυνομικού Τζον Χαντ (Κέισι Άφλεκ – καλός), ο οποίος μαζί με τα δυο ανήλικα τέκνα του βρίσκεται μέσα στην τράπεζα για προσωπική του δουλειά, περιμένοντας στην ουρά να έρθει η σειρά του, ώστε να εξυπηρετηθεί, όταν στο διπλανό ταμείο, την ίδια στιγμή ο διευθυντής του καταστήματος γεμίζει την τσάντα του ληστή Τάκερ με χρήματα. Ο αστυνομικός Χαντ δεν πήρε μυρωδιά τι έπαιξε στην τράπεζα, κι όταν κατάλαβε τι γινόταν, έβαλε σκοπό να συλλάβει τον χαμογελαστό, ηλικιωμένο ληστή τραπεζών, ενώ συνάμα, από την έρευνα που διεξάγει για το παρελθόν του ηλικιωμένου Τάκερ, κτίζεται μια συμπάθεια ανάμεσα σε διώκτη και διωκόμενο.

Σε μια καταδίωξη της αστυνομίας στο εθνικό, οδικό δίκτυο, ο Τάκερ για να γλυτώσει από τους αστυνομικούς, σταματάει το αυτοκίνητο του δίπλα στο χαλασμένο φορτηγάκι της καλοστεκούμενης, ωραίας, ηλικιωμένης κυρίας με το όμορφο όνομα, της Τζουλ (Σίσι Σπέισεκ – καταπληκτική), δήθεν για την βοηθήσει. Μεταξύ τους αναπτύσσεται μια φιλία και ενώ της αφηγείται ποια είναι η δουλειά του, η Τζουλ «τσιμπιέται» μαζί του. Η αστυνομία και ακολούθως το FBI – έπειτα από το ξάφρισμα χρυσού σε μια τράπεζα – είναι στο κατόπι του Τάκερ. Ο γοητευτικός ληστής που έχει αρχίσει κι αυτός να αγαπάει την Τζουλ, παίρνει το μήνυμα από τους συνεργούς τους, πως θέλουν να σταματήσουν πια τις ληστείες και να αποσυρθούν σε θερμά κλίματα λόγω ηλικίας. Ο Τάκερ σκέφτεται σοβαρά κι αυτός να αποσυρθεί, να ζήσει μαζί με την γυναικούλα ήρεμα στο ράντζο της, αλλά όπως λένε οι σοφοί παλαιοί «πρώτα βγαίνει η ψυχή και μετά το χούι».

Η Σίσι Σπέισεκ και ο Ρόμπερτ Ρέντφορντ για την ιστορία να αναφέρουμε ότι βραβεύτηκαν με Όσκαρ την ίδια χρόνια. Η Σπέισεκ για τον ρόλο της κάντρι τραγουδίστριας Λορέτα Λιν στην ταινία του Μάικλ Άπτεντ «Η Κόρη του Ανθρακωρύχου» (Coal Miner’s Daughter – 1980) και ο Ρέντφορντ με το Όσκαρ Σκηνοθεσίας για την ταινία «Συνηθισμένοι Άνθρωποι» (Ordinary People -1980). Αυτοί οι δυο υπέροχοι ηθοποιοί εκπέμπουν μια κινηματογραφική ηρεμία, που μαζί με το απαλό μοντάζ και την μουσική επένδυση σε τζαζ και country blues ήχους ταξιδεύουν τον θεατή σε άλλη κινηματογραφική δεκαετία πιο χαλαρή, πιο σινεμαδίστικη. Στον κύκλο των σχέσεων του ήρωα με την Τζουλ και τον διώκτη του, τον αστυνομικό Χάντ, ο Μπομπ κινείται απίθανα, δίνοντας στον θεατή 93 απολαυστικά λεπτά, μιας ατμόσφαιρας που σχεδόν την έχουμε απολέσει στο κινηματογραφικό πανί. Δεν υπάρχει βία, αίμα, φωνές, χαλασμός και απανθρωπιά. Αυτό είναι το θαυματάκι του σκηνοθέτη Ντέιβιντ Λόουερι. Αν και η ταινία είναι καθαρόαιμο police story, δηλαδή, μια καταδίωξη της αστυνομίας για να τσακώσει έναν ληστή, ο Λόουερι χαμηλώνει τους ρυθμούς και την ένταση, αφήνοντας τους ανθρώπινους μηχανισμούς να λειτουργήσουν πιο ατμοσφαιρικά, ώστε η καλή αφήγηση να κερδίσει έδαφος και οι ευγενικές ματιές του στην αγάπη και την εκτίμηση να πιάσουν τόπο. Δυο ηλικιωμένοι άνθρωποι, εντελώς αντίθετοι μεταξύ τους, συνδέονται όπου και οι δυο θέλουν να ρουφήξουν την ζωή μέχρι την τελευταία της σταγόνα. Ο Ντέιβιντ Λόουερι δεν αδιαφορεί για την δράση και την εντάσσει, ανάλογα με το ειδικό βάρος του παράνομου ήρωα της ιστορίας,  σε ένα αντιηρωικό, συμπαθητικό πλαίσιο στο πρόσωπο του οικογενειάρχη αστυνόμου Κέισι Άφλεκ, ο οποίος είναι νυμφευμένος με αφροαμερικανή, διάγοντας κι αυτός έναν αρμονικό, ισορροπημένο οικογενειακό βίο. Μια εντελώς διαφορετική ματιά από τις συνηθισμένες του είδους που θέλουν τους αστυνομικούς προβληματικούς, διαφθαρμένους και με διαλυμένη οικογενειακή κατάσταση. Μια ευχάριστη διαδρομή ανθρωπιάς και χιούμορ από δυο ηλικιωμένους νεανίες της 7ης Τέχνης.