«Ο Θάνατος και οι Αρχαίοι Έλληνες Φιλόσοφοι”. Γράφει ο Μιχάλης Μπατής

Μιχάλης Μπατής

Μιχάλης Μπατής

mixalis.mpatis@gmail.com

      Ο Φάουστ στο υπαρξιακό του ταξίδι και στην ερώτηση που θέτει με σχεδόν παιδική αφέλεια «πιστεύεις στον Θεό;» και ο ίδιος απαντά «ποιος τολμάει να ειπεί πιστεύω στο Θεό;» ή δεν πιστεύω αφού έχουμε πλήρη άγνοια… 

 Η  άγνοια είναι αναγκαίο να οδηγεί στην έρευνα που προσφέρουν όχι μόνο οι θετικές επιστήμες, αλλά και η κριτική φιλοσοφία. Το ερώτημα όμως παραμένει. Για την Καινή Διαθήκη όμως δεν είναι η ίδια η φυσική ζωή που μετράει, αλλά η ζωή που ο Θεός μεταδίδει χωρίς να μπορεί  και να υπάρξει καν διάλογος πάνω σ’ αυτό.  Ο θάνατος και το παρακείμενο οριστικό και αμετάκλητο τέλος της πορείας της ανθρώπινης ζωής είναι το καλύτερο συστατικό στην εδραίωση μιας μετά Χριστό θρησκείας. Και αυτός ο έλεγχος διαμέσου του θανάτου εξασκείται με τρόπο βάναυσο και εκβιαστικό.

Οι Εξ άμβωνος ιερείς της δις χιλιετούς θρησκείας τρομοκρατούσαν τα πλήθη με τη σκιά του θανάτου ως μέσο ελέγχου της πίστης τους, επομένως και της πειθαρχίας τους, σε ένα θρησκευτικό σχήμα που απέκλειε την όποια φιλοσοφία θανάτου πέραν της «Άφεσης Αμαρτιών» και της «Επουράνιας Λύτρωσης» μετά θάνατον. Η ψυχαναγκαστική πειθώ στην πίστη μιας ζωής άνευ φόβου θανάτου, μετά θάνατον, αποκλείει την όποια ενασχόλησή μας με αυτόν σε επίπεδο φιλοσοφικό και όχι πλέον θρησκευτικό. 

 Ουσιαστικά κατά την περίοδο του χριστιανισμού η αλήθεια αναζητείται εκτός των ορίων των φυσικών γνωστικών δυνάμεων του ανθρώπινου νου καθ’ ότι «ο Θεός ούτε ψηλαφείται, ούτε υπό ανθρωπίνων χειρών θεραπεύεται» (Πραξ. 17, 25-29). Έτσι «βρίσκεται» μακριά από τις πρακτικές ανάγκες και ουσιαστικά του αισθήματος της φυσικής αλήθειας, αλλά με βάση την θεία αποκάλυψη την οποία ενίσχυσε η επαφή του Ελληνικού πνεύματος και η επικοινωνία με τους Ανατολικούς λαούς. (Πέρσες, Φοίνικες, Εβραίοι, Χετταίοι, Σουμέριοι, Αιγύπτιοι, Ασσύριοι, Βαβυλώνιοι. Απ’ αυτούς, οι Εβραίοι καλλιέργησαν εν μέρη τη γη της πίστης στους Έλληνες, ενώ οι Έλληνες της γνώσης σε όλους). Ας δούμε όμως πώς οι αρχαίοι Έλληνες Φιλόσοφοι απαντούν στο υπαρξιακό αυτό ερώτημα  του Φάουστ, λέγοντας σχετικά με τον θάνατο πως το ερώτημα του θεού οφείλουμε να το αναγνωρίζουμε ως την αιώνια απορία, η οποία κατά τον Αριστοτέλη είναι το αεί ζητούμενον και αεί απορούμενον που μας καλεί να αναζητήσουμε.     

 Ο Ασκραίος Ησίοδος υποστηρίζει πως ο ύπνος και ο θάνατος θεωρούνται αδέλφια και ο θάνατος είναι καλοδεχούμενος όταν έρχεται στην ώρα του καθώς δεν δωροδοκείται, διότι είναι ο μόνος από τους θεούς ο οποίος «ου δώρων ερά». Σχετικά με τον θάνατο λέει ο μάντης Τειρεσίας στον Οδυσσέα προλέγοντας τα τέλει της ζωής του βλ. (Οδ. λ 134-137, σε νεοελληνική απόδοση του καθ. Δημ. Μαρωνίτη).

«Ο θάνατος σού λέω θα σε ‘βρεί απόμακρα απ’ τη θάλασσα,

Ήσυχος και γλυκός, τέτοιος θάρθει για να σε σβήσει

σε βαθιά, μεστά γεράματα και γύρω σου λαοί,

όλοι θα ζούν ευτυχισμένοι.

Αυτός ο λόγος μου, είναι αλάνθαστος και αληθινός».

 Και ο ίδιος ο Όμηρος χαρακτηρίζει τον Ύπνο και τον Θάνατο ως δίδυμα αδέλφια,  καθώς στον  στ.  Π 672 της Οδύσσειας γράφει «Ύπνω και Θανάτω δυδιμάωσιν».

      Ο θάνατος αποτελεί μια τομή, ίσως την κυρίαρχη τομή, στη ζωή αλλά και στη σκέψη του ανθρώπου. Την τομή αυτή την χαράζει αρχικά η γνώση η οποία ξεχωρίζει τους ανθρώπους από ζώα πληρώνοντας όμως (ο άνθρωπος) ακριβό αντίτιμο στη γνώση του θανάτου: Η γνώση ήταν αυτή που τύφλωσε τον Οιδίποδα και σκότωσε την Ιοκάστη, που παντρεύτηκε τον γιό της από άγνοια, αυτή που μετέτρεψε τον Αδάμ και την Εύα σε ανθρώπους από ζώα για να γνωρίσουν αργά ή γρήγορα τι σημαίνει να πεθάνεις…

Mια και ο άνθρωπος δεν μπόρεσε να σταθεί αλύγιστος και υπέκυψε στη δειλία του, αφού απομακρύνθηκε από το γνώθι σαυτόν, αφήνοντας την άγνοια και τις εσωτερικές  αγωνίες και αναμονές να κυβερνούν τη ζωή του. Έτσι μπροστά στο φόβο και στο πρόβλημα του θανάτου που στήθηκε επί του ιδεολογικού πεδίου, εκεί παίχτηκε η μάχη του ορθολογισμού με τη θεοκρατία και συνακόλουθα την τυφλή υποταγή στην άγνοια, απέναντι στη φιλοσοφία και τη διαλεκτική μέθοδο, αλλά και της ελευθερίας με τη δουλεία, της αλήθειας με το ψέμα, του πολιτισμού με τη βαρβαρότητα. Βλέπουμε λοιπόν πως την τομή και για τον θάνατο τη χαράζει η γνώση.

Στο πεδίο αυτό (το μεταφυσικό) κινείται και ο «φόβος Κυρίου» όπως και ο φόβος του θανάτου με αποτέλεσμα να εκμεταλλεύονται τις ανθρώπινες αδυναμίες και ατέλειες, αλλά και να κατατρομοκρατούν τους ανθρώπους με την κόλαση και τους κολασμούς. Η κόλαση και ο παράδεισος αποτελούν το δίπολο της ψυχικής πίεσης που ασκείται στους πιστούς, καθώς ο θάνατος είναι μία φυσική έννοια και όχι θεοκρατική διαστρέβλωση.

Δεν υπάρχει ο Κάτω κόσμος∙ γιατί κανείς νεκρός δεν γύρισε να μας πει πως είναι. Όμως ο φόβος μπροστά στο θάνατο είναι η αιτία που έπλασε ο άνθρωπος τον Κάτω κόσμο και τον Άδη και τον προσδοκώμενο εσχατολογικό λυτρωμό. Ο καθηγητής Γιατρομανωλάκης Γιώργιος τελειώνει το βιβλίο του (Ο θάνατος και αρχαίοι Έλληνες) με τη φράση : «στην Ελληνική αρχαιότητα η τραγωδία είναι που γεννήθηκε πρώτη, το ρομάντζο ήρθε μετά». Και ο νοών νοείτω.

 Φυσικά έχει δίκιο ο εν λόγω καθηγητής σκεπτόμενος κανείς, ότι στη χώρα όπου γεννήθηκε η έννοια του Συμβολικού Μύθου, της Φιλοσοφίας, των Μυστηρίων, των Μυήσεων, αυτές οι δοξασίες είναι ανεπαρκείς για κάποιους θνητούς μεν αλλά όχι «κοινούς θνητούς». Και μιλώ βεβαίως για τους ιδιαίτερους εκείνους ανθρώπους της Ελλάδας, οι οποίοι φιλοσόφησαν στην έννοια του θανάτου και κατόρθωσαν να ξεπεράσουν τα σύνορά της μέσα από τη στάση ζωής τους, και μέσα από τον τρόπο με τον οποίο βίωσαν τη συνάφεια ΖΩΗΣ-ΘΑΝΑΤΟΥ. Όχι μόνο. Για εκείνους που δεν κράτησαν ζηλότυπα τις φιλοσοφικές αναζητήσεις τους για τον εαυτό τους, σαν μέλη σκληρού και τρομοκρατικού ιερατείου, αλλά προσπάθησαν με κάθε μέσο να τις διαλευκάνουν και για λογαριασμό των πολλών, «κοινών θνητών».

Ο Πλούταρχος θεωρούσε τις αντιλήψεις για μεταθανάτιες ανταμοιβές ή τιμωρίες «ανόητες δεισιδαιμονίες». «Για όλους τους ανθρώπους ο θάνατος είναι το τέλος της ζωής προς το επέκεινα, κάνοντας το φόβο πιο μακροχρόνιο από τον βίο, συνδέοντας με το θάνατο την αντίληψη περί κακών αθανάτων, και θεωρώντας  τη στιγμή που απαλλάσσεται από τα δεινά ότι τότε μπαίνει στα βάσανα, που δεν έχουν τελειωμό». Βλ. Πλουτ. «Περί δεισιδαιμονίας» (166F-167Α).

 Για το ίδιο θέμα ο Ηράκλειτος έλεγε, πως τα σκυλιά γαυγίζουν σ’ αυτούς που δεν γνωρίζουν∙ το ίδιο ισχύει και για το πρόβλημα του θανάτου, αφού κανένας δεν γνωρίζει περί τίνος πρόκειται. Καθ’ ότι το Σύμπαν – ο Κόσμος δεν αποτελεί δημιούργημα κάποιου θεού, αλλά ήταν, είναι και θα είναι «πυρ αείζωον». 

Οι αρχαίοι Έλληνες αντιμετώπιζαν το πρόβλημα του θανάτου ως φυσική εξέλιξη της ζωής καθώς θεωρούσαν τον άνθρωπο μέρος του Σύμπαντος, μέσα στο οποίο ενυπάρχουν τόσο η ζωή όσο και ο θάνατος. Κατά τον Σωκράτη η φιλοσοφία οδηγεί στην υπέρβαση του θανάτου και γι’ αυτό έλεγε πως ο φόβος του θανάτου είναι ανανδρία και αφροσύνη των ανθρώπων∙ και σ’ αυτό (δηλ. στον θάνατο) αναφερόταν όταν έλεγε «εν οίδα ότι ουδέν οίδα» με αποτέλεσμα την καταδίκη (δηλ. τον θάνατο), όπως το «ου γαρ οίδασι» του Ιησού ακολούθησε τον σταυρό. Το τραγικό στην καταδίκη του Σωκράτη δεν βρίσκεται στη δικαστική πλάνη ενός λαού που δεν ήξερε∙ αλλά στην τραγική σοφία ενός ανθρώπου που ήξερε.

 Πίστευαν επίσης πως οι θεοί προσφέρουν απλόχερα τα αγαθά στους θνητούς και αυτοί, σεβόμενοι τους αθάνατους ευεργέτες, οφείλουν να τα απολαύσουν μέχρι τελευταίας ευκαιρίας. Διαφορετικά, θα προσβάλλουν τους γενναιόδωρους θεούς. Σύμφωνα με τις ιδέες αυτές, λοιπόν, εκτιμούν, αγαπούν και απολαμβάνουν την επίγεια ζωή, αντιμετωπίζουτας τον θάνατο με δέος αλλά και με σκεπτικισμό.    

Στην εποχή μας ο φόβος για το θάνατο, χτίζεται μέρα με τη μέρα και στο τέλος δικαιολογεί την ύπαρξή του. Ο τρόμος αυτός  εισέβαλε από την Ανατολή, και σ’ αυτόν βασίστηκαν οι θρησκείες.  Έτσι το πρόβλημα του θανάτου, όταν αντιμετωπίζεται σαν φόβητρο, γίνεται αντικείμενο ιδεολογικού εμπορίου από την εξουσία (θρησκευτική ή πολιτική). Είναι όμως ο φόβος του θανάτου φόβος έμφυτος στον άνθρωπο; Μήπως ο φόβος θανάτου στην πραγματικότητα δεν αποτελεί μια ορμέμφυτη, φυσική ψυχολογική κατάσταση αλλά μια κοινωνική φοβία η οποία του έχει επιβληθεί, χιλιετίες τώρα, από τους ταγούς των ιερατείων και από τις μελαγχολικές και ύποπτες καγκελαρίες των κρατικών μηχανισμών της κοινωνικής καταστολής;

Σε τι θα διαχώριζε πραγματικά ένα αγρίμι που νιώθει το θάνατο ως κάτι το επικείμενο κατά τη διάρκεια του κυνηγιού ή μετά από μια μονομαχία επικράτησης με έναν αντίπαλο, από την ανθρώπινη γνώση και αντίληψη του υλικού του τέλους;

Πρόκειται για ερωτήματα που δύσκολα μπορούμε σήμερα και κάτω από τις δικές μας συνθήκες ζωής να διαχωρίσουμε και να κατανοήσουμε επαρκώς. Ο άνθρωπος, ως ζώο της Φύσης, διαθέτει ασφαλώς το φόβο για το θάνατο, ως μέρος του προσωπικού του εξοπλισμού για την προστασία του σε κατάσταση κινδύνου. Αυτός όμως ο φόβος σε ποιο επίπεδο, σε ποια διάσταση οφείλει να ξεπεραστεί παράλληλα και ταυτόχρονα με την εξέλιξη του ανθρώπου και τη διάκρισή του από τους άλλους, κατώτερους εξελικτικά φυσικούς οργανισμούς; Εκεί είναι που κανείς θα έπρεπε να βαδίσει για να αντιληφθεί την ύπαρξή του ως μέρος της Φύσης, αλλά όχι απλά ως μέρος μιας Φύσης η οποία έχει δημιουργήσει οργανισμούς υλικούς τόσο διαφορετικούς και τόσο ποικίλους εξελικτικά.

Οι αρχαίοι Έλληνες, προσπαθώντας ακριβώς να ξεπεράσουν τους βιολογικούς τους φόβους για το θάνατο και να διαχωρίσουν τις ανθρώπινες κοινωνίες από τις αγέλες των ζώων, επινόησαν και εννόησαν το θάνατο από μια άποψη μη άρνησής του. Η αποστροφή στο θάνατο από τη μια και  η φιλοσοφική του προσέγγιση από την άλλη, διαχωρίζουν και απομακρύνουν αισθητά τη σημερινή κοινωνία μας από τις κοινωνίες των φιλοσοφούντων περί θανάτου. Η διαφορά έγκειται στην όποια προσπάθεια απομάκρυνσής μας από την ανυπαρξία συναίσθησης και αντίληψης του ίδιου του τρόμου ή, καλύτερα, πανικού για το θάνατο. Και αυτό μπορεί να πραγματοποιηθεί επιτυχώς μόνο μέσα από την περισυλλογή, την αναζήτηση, την περίσκεψη, το στοχασμό επί της αιτίας της ύπαρξης του θανάτου.

Η σφαιρική θεώρηση του απέθαντου σύμπαντος μέσα στο οποίο είμαστε αναπόσπαστα και σταθερά μέρη, η συναίσθηση της παράλογης ύπαρξης πανικού στον άνθρωπο για το θάνατο, όταν αυτό το σύμπαν αποδεικνύει περίτρανα τον αέναο χαρακτήρα του μέσα από μια συνεχή ανακύκλωση των μερών του, η διαρκής και επαναλαμβανόμενη αντικατάσταση και αποκατάσταση των στοιχείων του μέσα στην Τάξη εκ του Χάους, είναι τα Χρυσά Κλειδιά που μας εμπιστεύεται ο Αρχιτέκτονας και Εφευρέτης όλου αυτού που εμείς αποκαλούμε Κόσμο.

Εναλλαγή μετά αποκατάστασης, αέναη και διαρκής κίνηση, εξελικτική πορεία των πάντων, ΔΕΔΟΜΕΝΗ ΑΝΥΠΑΡΞΙΑ ΘΑΝΑΤΟΥ όπως την ορίζουν οι Αρχαίοι Φιλόσοφοι, ροή και ευθεία πορεία. Στο βίο ενός ανθρώπου, στην ανατολή και στη δύση, στην τακτική εμφάνιση των εποχών, στην κίνηση των άστρων και των πλανητών, στην μέχρι λεπτομέρειας ελβετικού ρολογιού λειτουργίας και σημασίας του παραμικρότερου συστατικού στοιχείου του σύμπαντος.

Πίσω από τους τοίχους των σχολών των αρχαίων στοχαστών, των μυστών του Θανάτου και των ερμηνευτών και λειτουργιών του Κόσμου και της ανθρώπινης ύπαρξης, ορίστηκαν οι παραπάνω έννοιες. Εκεί ορίστηκαν και οι μέθοδοι ανάτασης του ανθρώπου για μια απομάκρυνσή του από τα συναισθήματα πανικού που διακρίνει τα κτήνη. Εκεί συντελέσθηκε η μεγαλύτερη ανακάλυψη που κατάφερε ποτέ ο ανθρώπινος νους να αποκαλύψει: Την ψύχραιμη και γνωσιολογική προσέγγισή του προς το βιολογικό του θάνατο.

 Η σωστή χρήση του θανάτου στη μύηση της γνώσης ήταν ένα μεγάλο βήμα στην κατανίκησή του από τους αρχαίους στοχαστές. Νικούμε εκείνο που μας ορίζει και μας περί-ορίζει. Έτσι ερχόμαστε μπροστά, καταντικρύ στη θέα του θανάτου και συμβολικά θανατωνόμαστε για να διαλευκάνουμε το μυστήριο που τον περιβάλλει. Ο Συμβολικός Θάνατος ήταν μια πεπατημένη που ακολούθησε πλήθος μυστών. Αυτός γινόταν αντιληπτός ακόμη και σε λαϊκές γιορτές της αρχαιότητας και είχε λειτουργία διδακτική. Ο Άδωνις πεθαίνει και εγείρεται για να αποδείξει στον πολύ κόσμο την ανυπαρξία του πνευματικού θανάτου. Η Περσεφόνη χάνεται στα έγκατα της γης, στα βασίλεια των υλικών θανάτων για να επιστρέψει πνευματικά σαν αληθινή Θεά της ψυχικής Άνοιξης.

Σήμερα όμως ζούμε στην οντολογική λήθη μακριά από την αλήθεια στην οποία μας καταδικάζει η μέριμνα. Είμαστε της στιγμής, τι είναι, τι δεν είναι κανείς∙ ενώ ο άνθρωπος είναι σκιάς όναρ (ίσκιος ονείρου) έλεγε ο Αντιφώντας και συνεχίζει:.  «Εισί τινές οι τον παρόντα μεν βίον ου ζώσιν, αλλά παρασκευάζονται πολλή σπουδή, ως έτερον τινά βίον βιωσόμενοι, ου τον παρόντα, και εν τούτω παραλειπόμενος ο χρόνος οίχεται.».  Αυτό που έχει νόημα, είναι να μάθει να ζη κανείς, «γήινα, μέτρια, και εξαγνισμένα» γιατί, όταν θα έλθει η ώρα του θανάτου, αυτή θα είναι η ώρα του απόλυτου και ο καθένας περιέρχεται αυτόματα στην ίδια κατάσταση που βρίσκεται εκείνος που δεν γεννήθηκε ποτέ.

Δεν πρέπει λοιπόν κανείς να είναι ούτε Πεισιθάνατος*, ούτε ερασιθάνατος (εραστής του θανάτου) όπως δίδασκε ο Κυρηνέος Φιλόσοφος Ηγησίας, αλλά να ρουφάς την κάθε μέρα σου δίχως όμως να φτάνεις στην ύβρι, γιατί ξέρεις ότι θα ’ρθει μια στιγμή που δεν θα είσαι πια.  Η γνώση του θανάτου αποτελεί προϋπόθεση για τη δημιουργία ενός κόσμου ελλόγου, ελεύθερου και αληθινού∙ καθώς μία από τις συνέπειες του είναι η τραγικότητα η οποία προκαλεί  μεγάλη συγκίνηση και πόνο έχει δε σοβαρές συνέπειες στη ζωή του ανθρώπου.

 Καταλαβαίνει κανείς πως η έρευνα των Γραφών και η φιλοσοφία αποτελεί άλλης τάξεως θέμα∙ γιατί οι Γραφές στηρίζονται σε θέσφατα, ενώ η φιλοσοφία στον έρωτα για το στοχασμό, την αναζήτηση της αλήθειας και μέσα από αυτήν καταλήγει στη γνώση. Το να γνωρίζει κανείς τι είναι φιλοσοφία είναι κάτι∙ το να μη γνωρίζει όμως τίποτα ουσιαστικό για την αρχαία Ελλάδα είναι πληγή που δεν κλείνει με τίποτα, έστω και αν πολλοί είναι ανοιχτές εγκυκλοπαίδειες στο άκουσμα τού Μωϋσή, του Αβραάμ, του Ησαΐα, του Ιορδάνη, της Γαλιλαίας κ.α. όπως και το να θεωρεί τον Θεοδόσιο μέγα και αντίθετα τον Ιουλιανό Παραβάτη(!). Στην επιφάνεια λοιπόν και στο όνομα είμαστε Έλληνες, στην ουσία όμως; Απόδωτε  λοιπόν τα των ανθρώπων τοις ανθρώποις και τα του Θεού τω Θεώ. Αν και αυτό οδηγεί στην υπακοή στην κάθε εξουσία∙ πράγμα που δεν είναι ούτε της παρούσης, αλλά ούτε και στις προθέσεις του γράφοντος.

 Ολοκληρώνοντας να πούμε πως ο θάνατος είναι η αναπόφευκτη μοίρα μας∙ και επειδή αυτή είναι αναπόφευκτη «ου δώρων ερά» δηλ. δεν θέλει δώρα!

Η αθανασία μας βρίσκεται σε ότι αφήνουμε πίσω μας, δηλ. στα έργα και τις ημέρες μας βλέποντας τη ζωή όχι υπό το πρίσμα του συναισθήματος, αλλά υπό το πρίσμα του νου που οδηγεί στην ενδοκοσμική αθανασία. Κάτω από αυτό το πρίσμα, ο θάνατος μπορεί να είναι πραγματικά μια Πύλη Ζωής.

 

*Ηγησίας ο Πεισιθάνατος ήταν αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος της Κυρηναϊκής Σχολής, που έζησε τον 3ο αιώνα π.Χ. Έδρασε στην Αλεξάνδρεια όπου παρωθούσε τους ακροατές των παραδόσεών του στην αυτοκτονία. Ο βασιλιάς της Αιγύπτου Πτολεμαίος Α΄ απαγόρευσε τα μαθήματα του Ηγησία, γι΄αυτό το λόγο.