«Ο Γκοντάρ στα σαγόνια των δεινοσαύρων και ο Ίθαν Χοκ σε ερμηνεία για Όσκαρ» Οι ταινίες της εβδομάδος από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Κάποτε, πριν μερικές δεκαετίες, οι θερινοί κινηματογράφοι έπαιζαν ταινίες του χειμώνα, όταν ακόμα το οικιακό video, το dvd και η συνδρομητική τηλεόραση δεν είχαν εμφανισθεί και όλα αυτά τα super duper τεχνολογικά θαύματα φάνταζαν παραμυθένια. Στα φωτογραφικά ταμπλό των κινηματογράφων διαβάζαμε την ένδειξη: «Δεύτερη Προβολή» και με αυτόν τρόπο απολαμβάναμε τα όποια έργα της χειμερινής περιόδου, που χάναμε ή ξαναβλέπαμε κάποια από αυτά. Φτηνό και το εισιτηριάκι, άλλωστε. Τα τελευταία χρόνια οι ταχύτητες άλλαξαν, η πληροφόρηση απόκτησε το δικό της τρελό ράλι και η ταύτιση μας με τα της αλλοδαπής ισορρόπησε την κατάσταση, φέρνοντας, πια, ταινίες πρώτης προβολής και στις ασκεπείς, κατάφυτες, ελληνικές αίθουσες. Ως γνωστόν, το καλοκαιράκι στην χώρα μας είναι πεντάμηνης διάρκειας, ένεκα λαμπρού, ζεστού καιρού, οπότε τα θερινά εργάζονται, περίπου, όσο και οι χειμερινές αίθουσες. Το περίφημο «Ραντεβού τον Σεπτέμβριο» στις σόλο κινηματογραφικές σάλες – τα multiplex είναι παντός καιρού – κρεμάστηκαν ήδη στις προσόψεις των χειμερινών από τις αρχές του Ιουνίου, μήνας που ξεκινάει και η νέα σεζόν για τα κινηματογραφικά πράγματα στην χώρα μας, ας πούμε, καθώς η τέχνη του σινεμά είναι μια αδιάκοπη διαδικασία. Πρώτης προβολής έργα και στα θερινά τα τελευταία χρόνια. Είναι όμως πρώτης διαλογής οι ταινίες; Το σίγουρο πάντως, να αναφέρω, ότι στην Ελλάδα τα γραφεία διανομής δεν «καίνε» τα καλά χαρτιά τους το θέρος, παρά «αδειάζουν» τα ράφια τους το καλοκαίρι από ταινίες μέτριου ενδιαφέροντος και κάτω. Από τον Ιούνιο έως τον Σεπτέμβριο οι καλές ταινίες είναι μετρημένες στα μισά δάκτυλα του ενός χεριού. Ελάχιστες από αυτές του καλοκαιρινού τριμήνου θα παραμείνουν ευχάριστα στα σαλόνια της μνήμη μας. Οι υπόλοιπες απλά θα αφομοιωθούν αισθαντικά στο νικηφόρο περιβάλλον μιας βραδινής εξόδου σε θερινό σινεμά και ίσως κάτι απομείνει από την μετριότητα τους. Το έχουμε γράψει αρκετές φορές, ακόμα μια δεν βλάπτει. Ο κινηματογράφος είναι σπουδαίο ταξίδι και ευφραίνει την ανθρώπινη ψυχή, την ποτίζει πολιτισμό και διευρύνει ορίζοντες, όσο γίνεται. Απολαύστε σινεμά με ή χωρίς παρέα καθισμένοι κάτω από τον σκούρο ουράνιο ωκεανό – από τις λίγες χώρες του κόσμου που έχουμε αυτή την πανέμορφη δυνατότητα – και αφεθείτε στην Τέχνη των τεχνών. Ακόμα και χαζομαρίτσα να είναι η ταινία, η αίσθηση της επαφής μαζί της είναι αυτό που μετράει.             

«Jurassic World: Το Βασίλειο Έπεσε»

(Jurassic World: Fallen Kingdom)

 

  • Είδος: Δράση Περιπέτεια (και σε 3D)
  • Σκηνοθεσία: Χουάν Αντόνιο Μπαγιόνα
  • Με τους: Κρις Πρατ, Μπράις Ντάλας Χάουαρντ, Ρέιφ Σπαλ, Τόμπι Τζόουνς, Τζέιμς Κρόμγουελ, Τζεφ Γκόλντμπλουμ, Τεντ Λιβάιν, Μπ.Ντ. Γουόνγκ
  • Διάρκεια: 128’
  • Διανομή: UIP

Από τα πιο επιτυχημένα κινηματογραφικά franchise, δημιουργίας του δαιμόνιου Στίβεν Σπίλμπεργκ (είναι στην παραγωγή κι αυτής της ταινίας), που στηρίχθηκε στο ευφάνταστο βιβλίο του Μάικλ Κράιτον με χρονολογία γέννησης το 1993. Τα τελευταία 25 χρόνια οι, ανεξαρτήτου ηλικίας, φανατικοί θεατές των κλωνο-δεινοσαύρων έχουν απολαύσει περί τις πέντε περιπέτειες, αν δεν κάνω λάθος,  συμπεριλαμβανομένου και κάποια τυχάρπαστα, αποτυχημένα υβρίδια τους, που τόλμησαν να κλέψουν δόξα από το αρχικό δημιούργημα. Η αλήθεια είναι, ότι ο Σπίλμπεργκ σχεδίασε μόδα με τα υπερμεγέθη ερπετά. Σημειολογικά να αναφέρουμε, πως σε κάθε κινηματογραφικό Jurassic ακαταμάχητη παρουσία, ταυτισμένη άρρηκτα με το σύνολο των ταινιών και τον τίτλο, ως το ηθικό, ανθρωπιστικό πνεύμα του ζητήματος (το άλλοθι της απαράδεκτης ανομίας περί κλωνοποίησης των προϊστορικών ζώων)  είναι αυτό του ψηλού και συμπαθούς ηθοποιού Τζεφ Γκόλντμπλουμ, στον ρόλο του σκεπτικιστή επιστήμονα Μάλκομ, ο οποίος σε κάθε επεισόδιο προειδοποιεί τους ανθρώπους, «αφήστε τα γιγαντιαία ερπετά στην ησυχία τους. Είναι λάθος αυτό που κάνετε».  Όπου, λοιπόν, Jurrasic και Τζεφ μαζί, κάτι σαν τον «δεινοσαυρικό» αντίλογο ή την φωνή του φυσικού νόμου που ποτέ δεν εισακούστηκε και παραβιάστηκε κατάφορα. Ακόμα και στο sequel αυτής της new era Jurrasic, ο  Γκόλντμπλουμ εμφανίζεται για λίγο, ώστε να προειδοποιήσει ξανά και να τα πει χύμα ο άνθρωπος. Η ταινία, βέβαια, εν μέσω απαστράπτουσας περιπέτειας, αγωνίας, εξαιρετικών εφέ κρύβει μια «πονηριά», που είναι η έκπληξη της και δεν την μαρτυράω. Τόσο όμορφα δοσμένη, τόσο αριστοτεχνικά εναρμονισμένη στην συμπάθεια, την κατανόηση και την αγάπη, που είμαι σίγουρος, ότι θα την περάσετε επιδερμικά και όχι σκεπτικιστικά, κρώζοντας εσωτερικά μέσα σας: «Άει στο δαίμονα, κι εδώ;!;!;» Έτσι γίνεται. Η δύναμη της προπαγάνδας χρησιμοποιεί όλα τα μέσα, φυσικά και το ανθρώπινο συναίσθημα κυρίως, για να περάσει με τρόπο και ηρεμία, γλυκά και ανώδυνα το μήνυμα της, δίχως να δημιουργεί κλυδωνισμούς και αναταράξεις. Η αφύπνιση και η αντίδραση του καθενός θα είναι η ανατροπή.

Το θεαματικό πάρκο της ιουρασικής περιόδου που βρίσκεται στο νησί Νούμπλαρ, τρία χρόνια μετά από το μεγάλο μακελειό είναι εγκαταλελειμμένο στην τύχη του, παραδομένο στο απόλυτο χάος δίχως ανθρώπινη παρουσία με όλα τα προϊστορικά ζώα (φυτοφάγα και σαρκοφάγα) ελεύθερα να έχουν δημιουργήσει τον δικό τους ζωτικό χώρο. Η ίδια η φύση, κατανοώντας το παραβατικό του θέματος , όπως συνεχώς αντιμετωπίζει τέτοιες καταστάσεις, ενεργοποιεί το ηφαίστειο του νησιού για να σβήσει από τον χώρο κάθε τι που δεν ανήκει σε αυτόν. Η αρχική εταιρεία, που είχε την ιδέα της κλωνοποίησης των δεινοσαύρων και της κατασκευής του πρώτου πάρκου, (Τζουράσικ Πάρκ 1993) θέλει άμεσα να διασώσει ένδεκα σημαντικά είδη δεινοσαύρων, πριν ακόμα το ηφαίστειο εξαφανίσει κάθε τι έμβιο. Η εν λόγω εταιρεία με επικεφαλής έναν φιλόδοξο χαρτογιακά, τον Ίλαϊ Μιλς (Ρέιφ Σπαλ – καλός) επιστρατεύει την ακτιβίστρια, υπέρ της διάσωσης των τεράστιων ζώων, Κλερ (Μπράις Ντάλας Χάουαρντ – καλή) και τον Όουεν (Κρις Πρατ – καλός) για να ηγηθούν της προσπάθειας διάσωσης των εναπομεινάντων δεινοσαύρων από το επερχόμενο καταστροφικό συμβάν, λέγοντας τους, πως επιθυμεί να μεταφέρει τα ζώα σε άλλο νησί για να ζήσουν μόνα τους μακριά από τους ανθρώπους. Ο Όουεν εντέλλεται να βρει την Μπλε, την επικίνδυνη ράπτορα, που την μεγάλωσε ο ίδιος και ακόμα αγνοείται στην άγρια φύση. Η Κλερ έχοντας αποκτήσει σεβασμό για αυτά τα πλάσματα, βάζει σκοπό της ζωής της να τα σώσει. Φτάνοντας στο νησί, κι ενώ η λάβα αρχίζει να ξεχύνεται, η σταυροφορία διάσωσης αποκαλύπτεται πως συνιστά μια συνωμοσία που απειλεί να οδηγήσει τα ζώα όχι σε προστατευμένο ελεύθερο περιβάλλον, όπως είχε υποσχεθεί ο Ίλάϊ, αλλά στα χέρια του αδίστακτου μεσίτη Γκούναρ Έβερσολ (Τόμπι Τζόουνς – υπέροχος) για να πουληθούν ζωντανά σε βαθύπλουτους συλλέκτες. Τα δεινοσαυράκια μεταφέρονται στην Καλιφόρνια για να εκπλειστηριαστούν κρυφίως από την κοινή γνώμη, που έχει αποφασίσει λογικώς και φυσικώς, τα ψυχρόαιμα, ογκώδη ζώα να τελειώσουν την ζωή τους με την καταστροφή του νησιού. Και στην έπαυλη της ηλιόλουστης Καλιφόρνιας, ως γνωστόν, γίνεται το έλα να δεις.

Καλή παραγωγή, ακόμα πιο εξελιγμένη πάνω στο ψηφιακό υπερθέαμα των δεινοσαύρων, καθώς η εταιρεία, ναυαρχίδα στο χώρο των οπτικών εφέ ILM ανέλαβε να δώσει «σάρκα κι οστά» στους δεινοσαύρους (νέες επιστημονικές μελέτες απέδειξαν πως δεν ήταν μόνο γκρι χρώματος, οπότε πλέον απέκτησαν και στη μεγάλη οθόνη χρώμα – τηρουμένων των αναλογιών) χρησιμοποιώντας animatronics αλλά και CGIs. Σε συνεργασία με παλαιοντολόγους, η δημιουργική ομάδα έφτιαξε το σκελετό των δεινοσαύρων σε κανονικές, για δεινόσαυρο διαστάσεις, και μετά προσέθεσε κίνηση μέσα από πολύπλοκες διαδικασίες προσομοίωσης. Ο σκηνοθέτης των ταινιών: «Ορφανοτροφείο» (2007), του «The Impossible» (2016) και του εκπληκτικού «7 Λεπτά Μετά τα Μεσάνυχτα» (2016), ο Ισπανός 43χρονος, Χουάν Αντόνιο Μπαγιόνα, τα πάει περίφημα, διατηρώντας σωστά τον ρυθμό της περιπέτειας, της δράσης και της αγωνίας, με τα ψηφιακά εφέ να μετασχηματίζουν το φανταστικό σε ρεαλιστικό. Τα γυρίσματα της ταινίας έγιναν στη Χαβάη (όπως άλλωστε και κάθε ταινία Jurassic) και στα Pinewood Studios της Αγγλίας. Η νέα εποχή του κινηματογραφικού Τζουράσικ με τον Κρις Πρατ και την Μπράις Ντάλας Χάουαρντ, δυο αρκετά δυνατά πρόσωπα της μεγάλης οθόνης που έδεσαν μεταξύ τους, όχι υψηλών υποκριτικών απαιτήσεων, δημιούργησαν καλό νακ στους θεατές και ακριβώς μετά την προ τριετίας επιτυχία, άνοιξαν διάπλατα τον ολοκαίνουργιο τόμο με τα πολλά κεφάλαια, καθώς όπως ακούγεται η τρίτη κατά σειρά συνέχεια της new era Jurrasic με σκηνοθέτη ξανά τον Κόλιν Τρεβόροου (Jurassic World (2015)), ετοιμάζεται και προβλέπεται να βγει στις σκοτεινές αίθουσες το 2021. Ο Σπιλμπεργκόσαυρος ξέρει πάντα που βρίσκεται η καλή φλέβα χρυσού.    

«Στο Βαθύ Γαλάζιο»

(Submergence)

 

  • Είδος: Ερωτική περιπέτεια
  • Σκηνοθεσία: Βιμ Βέντερς
  • Με τους: Τζέιμς ΜακΑβόι, Αλίσια Βικάντερ, Αλεξάντερ Σίντικ, Ρέντα Καντέμπ
  • Διάρκεια:112’
  • Διανομή: Seven Films

Προσωπική μου εκτίμηση είναι, ότι ο σπουδαίος και βραβευμένος Γερμανός auter Βιμ Βέντερς, ο δημιουργός των υπέροχων ταινιών, που έμειναν βαθιά ριζωμένες στις σινεφίλ επιλογές μου, όπως: «Στο Πέρασμα του Χρόνου» (1976), «Ένας Αμερικανός Φίλος» (1977), «Παρίσι Τέξας» (1984), «Τα Φτερά του Έρωτα» (1987) και το «Μέχρι το Τέλος του Κόσμου» (1991), κατάφερε να αλλάξει αρκετά σημαντικά στην αρχιτεκτονική του πέριξ και του εντός της ανθρώπινης εσωτερικότητας σινεμά. Ο Βέντερς, μαζί με τον Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ και τον Βέρνερ Χέρτζογκ, θεωρείται από τους βασικούς εκπροσώπους του ρεύματος του Νέου Γερμανικού Κινηματογράφου, που, βέβαια, η οπτική προσέγγιση των θεμάτων του ήταν εντελώς διαφοροποιημένη από αυτές του  Φασμπίντερ και του Χέρτζογκ, κάτι που εικονοποιήθηκε ολοκληρωτικά προς το τέλος της πρώιμης κινηματογραφικής του περιόδου (1969 – 1973) και της μετέπειτα μετάβασης του στην Αμερική. Καταγράφτηκε ως ένας πρωτοπόρος, ένας ευαίσθητος και ερωτικός κινηματογραφικός αφηγητής, που παρά την δωρική, γερμανική παιδεία και την λιτότητα των λέξεων οι εικόνες του κατάφεραν να αλώσουν κάθε τι άκαμπτο στις αισθήσεις μας. Για μένα ο Βέντερς, έπειτα από μια αξιόλογη, δημιουργική κινηματογραφική πορεία, σταμάτησε να καινοτομεί το 1991, εισερχόμενος στις επαναλήψεις και στον ήπιο, βατό διάλογο με τα θέματα που καταπιανόταν. Επίσης, ως εξαιρετικός ντοκιμαντερίστας που είναι, το 1999 τίναξε την μπάνκα στον αέρα με το «Buena Vista Social Club». Από τούδε και στο εξής, απλώς γυρίζει ντοκιμαντέρ και ταινίες.      

 Ο Βρετανός πράκτορας της ΜΙ6, Τζέιμς Μούρ (Τζέιμς ΜακΑβόι – υπέροχος) που πλασάρεται ως μηχανικός αρδευτικών έργων στην υποσαχάρια Αφρική των τζιχαντιστών, σε ανάπαυλα μερικών ημερών από την επικίνδυνη δουλειά του, ξεκουράζεται σε ένα ήσυχο, παραθαλάσσιο πανδοχείο της Νορμανδίας. Εκεί γνωρίζει την βιο-μαθηματικό των θαλασσών Ντάνι Φλάντερς (Αλίσια Βικάντερ – παραδόξως πολύ καλή) και μεταξύ τους αναπτύσσεται ένας μεγάλος έρωτας. Ένας έρωτας που πρέπει να διακοπεί, εφόσον ο Μουρ έχει αναλάβει την δύσκολη αποστολή με ρίσκο την ζωή του, να ταξιδέψει στη Σομαλία και να διεισδύσει στον πυρήνα της τζιχαντιστικής Αλ Κάιντα, αποτρέποντας τις αποστολές θανάτου με βομβιστές. Η δε επιστήμων Ντάνι πρέπει να καταδυθεί στα 3.500 μέτρα κοντά στις νήσους Φερόες με το μικρό, κίτρινο υποβρύχιο και κίνδυνο της ζωής της για να ανακαλύψει την προέλευση της ζωής, που θα αλλάξει όχι μόνο τις συνθήκες του δικού μας πλανήτη αλλά και των διαστημικών αποικήσεων. Ο Μουρ συλλαμβάνεται από τους τζιχαντιστές πριν ακόμα πατήσει το πόδι του στη Σομαλία. Βασανίζεται  και φυλακίζεται με την υπόνοια ότι είναι πράκτορας των μυστικών υπηρεσιών της δύσης, ανήμπορος να έρθει σε επικοινωνία με την αγαπημένη του Ντάνι. Η βιο-μαθηματικός που ταξιδεύει στο πλοίο εργαστήριο ετοιμάζεται για την μεγάλη της έρευνα στον σκοτεινό βυθό, αλλά η σκέψη της είναι στον Τζέιμς που δεν έχει λάβει κάποιο νέο του.

Βέριταμπλ Σκώτος ο καταπληκτικός ΜακΑβόι, ορίτζιναλ Σουηδή η Βικάντερ και η κινηματογραφική χημεία, παρά το αντίξοον των καταγωγών τους, δένει, προσφέροντας ένα όμορφο ζευγάρι στην μεγάλη οθόνη. Το σενάριο της Έριν Ντίγκνάμ είναι βασισμένο στο ομότιτλο βιβλίο του Σκωτσέζου δημοσιογράφου και πολεμικού ανταποκριτή JM Ledgard. Ο Βέντερς κινηματογραφεί υπέροχα τις αχανείς νορμανδικές ακτές, ενώ ο φακός του καταδύεται στον έρωτα των δυο ανθρώπων με κλειστά πλάνα, πλαισιωμένος από τα ουμανιστικά αναγνώσματα περί ζωής και θανάτου του Τζον Ντόου, αλλά και από το αίμα της σαρία την στιγμή του λιθοβολισμού μιας μουσουλμάνας στη Σομαλία. Ευαίσθητος και ρεαλιστικός ο Βέντερς συμπλέκει καλά τα δυο στοιχεία, αυτό του νερού που είναι η Ντάνι και αυτό της γης που εκπροσωπεί τον Τζέιμς, για να βιώσουν οι ήρωες τις προσωπικές τους αβύσσους ο ένας μακριά από τον άλλον. Ωραία, ρομαντικά, εύρυθμα καθ’  όλη την διάρκεια των δοκιμασιών του φινετσάτου ρομάντζου μέχρι που φτάνουμε στο δια ταύτα της θρησκευτικο-πολιτικής σύγκρουσης της πολιτισμένης Δύσης και του τριτοκοσμικού Ισλάμ, όταν ο αιχμάλωτος ήρωας αποκτά χάρη ζωής από τον αρχηγό των πολεμιστών της τζιχάντ και συνομιλεί με τον μορφωμένο, πιστό μουσουλμάνο γιατρό, Δρ Σαντίτ ( Αλεξάντερ Σίντικ, πολύ καλός), αλλά και με το ταγμένο, αδίστακτο πρωτοπαλίκαρο τζιχαντιστή Σαίφ (Ρέντα Καντέμπ – πολύ καλός). Τα επιδερμικά επιχειρήματα και από τις δυο πλευρές, που και οι δυο πλευρές θέλουν να καλυτερεύσουν τον κόσμο, ταρακουνάνε αισθητά το συνολικό, ερωτικό οικοδόμημα της ταινίας και οι ρωγμές που δημιουργούνται στους τοίχους χαλάνε τον εσωτερικό διάκοσμο για να οδηγηθεί η ταινία σε ένα φινάλε τόσο γλυκερό και δεδομένο που σου χαλάει την διάθεση. Πάντως είναι η πρώτη ταινία που καταγράφει τις εικονικές εκτελέσεις της τζιχάντ σε δυτικούς αιχμαλώτους και την εφαρμογή του σκληρού, ισλαμικού δίκαιου, την σαρία.           

«Γκοντάρ, Αγάπη Μου»

(Le Redoutable)

 

  • Είδος: Βιογραφία
  • Σκηνοθεσία: Μισέλ Χαζαναβίσιους
  • Με τους: Λουί Γκαρέλ, Στεισί Μαρτίν, Μπερενίς Μπεζό
  • Διάρκεια: 107’
  • Διανομή: Feelgood Entertainment

Το ερώτημα που τίθεται βλέποντας την συγκεκριμένη ταινία –  μεταφορά του βιβλίου της πρώην γυναίκας του Ζαν Λικ Γκοντάρ, Ανέ Βιαζέμσκι, (δεν το έχω διαβάσει το βιβλίο) –  είναι το εξής: Είναι μια ταινία για τον Γκοντάρ, το «θείον βρέφος» της νουβέλ βαγκ; Αν ναι, τότε είναι προχειροδουλειά και τα μάλα αγιοποιημένη. Είναι μια ταινία για τον περιβόητο γαλλικό «Μάη του ΄68»; Εάν ναι, τότε είναι τόσο άδεια που…. «Μην βιάζεσαι, mon chéri…», αναφωνούν οι Γάλλοι. «Είναι μια ταινία που αφορά τον Γκοντάρ στον Μάη του ΄68, ντε!». Οπότε καταλαβαίνετε. Πιάσε το αυγό και κούρευτο. Ατμόσφαιρα, μουσική, στυλάκι, ξεγνοιασιά, Παρίσι late ’60, αντίδραση, επανάσταση και το πνεύμα του «ατίθασου», αμφισβητία Γκοντάρ να στριφογυρίζει σε κάθε πλάνο της ταινίας με στοχασμό και εξυπνακίστικα σχόλια. Αβαθές αποτέλεσμα για το «βύθιο», εμπνευσμένο γαλλόπουλο της νουβέλ βαγκ, που τόσα και τόσα έχουν γραφτεί και ειπωθεί. Ο σκηνοθέτης του επιτυχημένου «Artist», Μισέλ Χαζαναβίσιους τοποθετεί τον πολύ καλό Λουί Γκαρέλ (Όλα Όσα Αγαπήσαμε) στον ρόλο του Γκοντάρ, προσπαθώντας να προσδώσει παλμό και ενδιαφέρον στο συγκεκριμένο, ολίγον κομεντί biopic, αλλά από την πολύ προσπάθεια κουράζεται ο ίδιος και πέφτει σε ύπνο βαθύ. Το πως αποδίδει τον «Μάη του ΄68», είναι «ζήσε Μάη μου να φας τριφύλλι». Για αυτό τον λόγο κρατάω μικρά καλάθια οτιδήποτε αφορά τους σύγχρονους, Γάλλους σκηνοθέτες, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων. Φτιάχνουν κάτι καλό στην αρχή και αμέσως μετά αρπάζουν τον κάλαμον και αντί να πάνε για ψάρεμα τον ιππεύουν.

 Παρίσι 1967. Ο γνωστός σκηνοθέτης Ζαν Λικ Γκοντάρ γυρίζει την «Κινέζα» ( La Chinoise) με τη γυναίκα που αγαπά, την κατά είκοσι χρόνια μικρότερη του Ανέ Βιαζέμσκι (Στεισί Μαρτίν  – καλούτσικη). Ευτυχισμένοι και ερωτευμένοι καθώς είναι, παντρεύονται. Αλλά οι κακές κριτικές που παίρνει η ταινία οδηγούν τον δημιουργό στην ενδοσκόπηση. Ο Μάης του ΄68 θα εντείνει τη διεργασία και η κρίση που περνάει ο κινηματογραφιστής Γκοντάρ θα τον αλλάξει σε βάθος. Από διάσημος σκηνοθέτης θα μετατραπεί σε μαοϊστή περιθωριακό καλλιτέχνη, εξίσου παρεξηγημένο όσο και ακατανόητο.

«Βασικός Υποπτος»

(Spinning Man)

 

  • Είδος: Αστυνομικό θρίλερ
  • Σκηνοθεσία: Σάιμον Κάιζερ
  • Με τους: Γκάι Πιρς, Μίνι Ντράιβερ, Αλεξάντρα Σιπ, Οντέγια Ρας, Τζέιμι Κένεντι, Κλαρκ Γκρεγκ
  • Διάρκεια: 100’
  • Διανομή: Tanweer

O Έβαν Μπερτς (Γκάι Πιρς – καλός) είναι καθηγητής φιλοσοφίας. Έχει μία φαινομενικά ειδυλλιακή ζωή με τη γυναίκα του Έλεν (Μίνι Ντράιβερ – καλή) και τα δύο παιδιά τους. Όμως, το παρελθόν του Έβαν κρύβει μια σειρά από ακατάλληλες σχέσεις με φοιτήτριες. Έχοντας ήδη αναγκαστεί να μετακομίσει λόγω αυτής της ανάρμοστης συμπεριφοράς, η οικογένεια θα καταρρεύσει, όταν ο Έβαν θεωρηθεί ο βασικός ύποπτος για την εξαφάνισης μιας νεαρής φοιτήτριας (Οντέγια Ρας). Ο ντετέκτιβ Ρόμπερτ Μάλοϊ  (Πιρς Μπρόσναν – πολύ καλός) αναλαμβάνει την υπόθεση και παλεύει να ανακαλύψει την αλήθεια, πριν το επόμενο χτύπημα του Έβαν. Η πάντα υποστηρικτική Έλεν, αρχίζει να χάνει την πίστη της, καθώς είναι δύσκολο να ξεχωρίσει τι είναι αλήθεια και τι ψέμα. Εντωμεταξύ, ο Έβαν προσεγγίζει μια όμορφη φοιτήτρια, την Άννα (Αλεξάντρα Σιπ) με σκοπό να γίνει η επόμενη ερωμένη ή το επόμενο θύμα του.

Ενώ είναι ένα καλό αστυνομικό θρίλερ, που ασχολείται με την επιλεκτική, ανθρώπινη μνήμη και το στηρίζουν υπέροχα τόσο ο Γκάι Πιρς, όσο και ο Πιρς Μπρόσναν, το σενάριο (Μάθιου Άλντριχ) και η κινηματογράφηση της πλοκής από τον Σάιμον Κάιζερ προς το φινάλε νοσούν από αιφνίδιο αλληθωρισμό, μετατρέποντας το εύκολο σε ακατανόητο. Αμιγώς τηλεοπτικός σκηνοθέτης ο Κάιζερ, προφανώς του έπεσε «βαριά» το ομότιτλο βιβλίο του Τζορτζ Χαράρ (Spinning Man – 2003) ως ντεμπούτο στην μεγάλη οθόνη, κάτι που ούτε ο συν-σεναριογράφος του οσκαρικού animation «Coco», Μάθιου Άλντριχ κατάφερε να το συμμαζέψει. Κρίμα!   

«Κορίτσι για Φίλημα»

(I Feel Pretty)

 

  • Είδος: Κομεντί
  • Σκηνοθεσία: Άμπι Κον και Μαρκ Σίλβερσταϊν
  • Με τους: Έιμι Σούμερ, Μισέλ Γουίλιαμς, Έμιλι Ρατακόφσκι, Τομ Χόπερ, Ρόρι Σκόβελ
  • Διάρκεια: 110’
  • Διανομή: Spentzos Films

Η τσουπωτή, νεαρά, Νεοϋρκέζα Ρενέ (Έιμι Σούμερ – πολύ καλή) γνωρίζει άριστα πόσο σημαντική είναι η εμφάνιση στους ανθρώπους και για αυτό τον λόγο αρχίζει την γυμναστική για να ρίξει κιλά και να ανεβεί η αυτοπεποίθηση της. Εργάζεται μάλιστα στον διάσημο οίκο γυναικείων καλλυντικών «ΛεΚλερ» (η χειρότερη υπάλληλος είναι Ελληνίδα τοπ μόντελ), χωμένη κάπου σε ένα υπόγειο στο ηλεκτρονικό αρχείο, που δεν την ανταμώνει ανθρώπου μάτι, παρά μόνο ο χύμα αμπλαούμπλας συνάδελφός της Ίθαν (Ρόρι Σκόβελ, καλός). Με χαμηλή αυτοεκτίμηση και ναυαγισμένη την αυτοπεποίθηση της η καλόκαρδη Ρενέ συγκεντρώνει φουλ της γκάφας σε ότι κάνει. Ένα βαρβάτο πέσιμο από το ποδήλατο της γυμναστικής κοπανάει το κεφάλι και ξαφνικά αντικρίζει τον εαυτό στον καθρέφτη ως συλφίδα και κουκλάρα, ενώ όλοι οι υπόλοιποι συνεχίζουν να την βλέπουν όπως κανονικά είναι. Η αυτοπεποίθηση της ανεβαίνει στα ουράνια και αρχίζει να συμπεριφέρεται με την ίδια καλή καρδιά αλλά ως μανεκέν. Η περίεργη και απότομη αλλαγή της δημιουργεί προβλήματα στις αγαπημένες της φίλες της (εξ΄ ίσου παχουλές), αλλά την εκτοξεύει στον θόλο της μεγάλης εταιρίας, πλάι στην εγγονή της ιδρύτριας, την Άβερι Λεκλέρ( Μισέλ Γουίλιαμς, πολύ καλή), αλλά και στην συμπάθεια και την εκτίμηση της ίδιας της ιδιόρρυθμης προέδρου, Λίλι Λεκλέρ (αγέραστη και υπέροχη η Λορίν Χάτον). Οι ιδέες της για το λανσάρισμα μιας πιο οικονομικά προσιτής σειράς γυναικείων καλλυντικών την φέρνουν στην πρώτη γραμμή της δράσης. Επίσης, γνωρίζει και ένα τυπάκο, που όπως όλοι, έτσι και αυτός γοητεύεται από την μπριόζα και ακομπλεξάριστη προσωπικότητα της παχουλής Ρενέ, η οποία νομίζει ότι είναι στιλάκι.

Ταινία ορόσημο για τον ευτραφή, γυναικείο πληθυσμό, ταινία με πρωταγωνίστρια την Έιμι Σούμερ («Κατακούτελα», «Όμηροι Διακοπών») η οποία είναι χάρμα οφθαλμών. Είναι ο σωματότυπός της προς το Large μέγεθος και, μάλλον, για τις ανάγκες της ταινίας θα ανέβηκε στο X-Large, άλλα στο σύνολο της δεν είναι αποκρουστική. Διαθέτει λαμπερό χαμόγελο, ωραία πόδια και αλέγρα διάθεση που σκλαβώνει. Αμερικανιά που έχει κάτι από «Μαρία η Άσχημη» και κάτι από το «Βαριά Ερωτευμένος» (Shallow Hal) των αδελφών Φαρέλι. Γουστόζικο με το γνωστό χάπι έντ.          

«Ακρότητες»

(First Reformed)

 

  • Είδος: Κοινωνικό
  • Σκηνοθεσία: Πολ Σρέιντερ
  • Με τους: Ίθαν Χοκ, Αμάντα Σέιφριντ, Σεντρίκ Κάιλς, Βικτόρια Χιλ
  • Διάρκεια: 113’
  • Διανομή: Spentzos Films

Ο Αιδεσιμότατος Έρνστ (Ίθαν Χοκ) είναι ένας μοναχικός πρώην στρατιωτικός που τώρα είναι πάστορας μιας μικρής εκκλησίας στην Νέα Υόρκη. Η εκκλησία του είναι πλέον ένα τουριστικό αξιοθέατο που επισκιάζεται από μία άλλη  κοντινή εκκλησία, την Άφθονη Ζωή, με υπερσύγχρονες εγκαταστάσεις  και πλήθος πιστών. Όταν μια έγκυος πιστή παρακαλεί τον αιδεσιμότατο να συμβουλεύσει τον ακτιβιστή σύζυγό της, ο κληρικός νιώθει να βυθίζεται στο δικό του οδυνηρό παρελθόν αλλά και στο εξίσου δυσοίωνο μέλλον του ενώ η πίστη του δοκιμάζεται σοβαρά.

Ο 72χρονος σκηνοθέτης Πολ Σρέιντερ («Επάγγελμα Ζιγκολό», «Η Αγριόγατα»), στο σενάριο και την σκηνοθεσία δίνει μια ατμοσφαιρική ταινία, θίγοντας ζητήματα σχετικά με την θρησκευτική πίστη και την εμπορευματοποίησή της, την καταστροφή του περιβάλλοντος και την βία. Η ερμηνεία του Ίθαν Χοκ είναι απίθανη.