fbpx

Ο Γιώργος Πράτανος μιλάει στην Τίνα Πανώριου

Τίνα Πανώριου

Τίνα Πανώριου

panoriout@gmail.com

«…Δυστυχώς, οι σημερινοί  60αρηδες και οι 70αρηδες κατέστρεψαν τη χώρα με τη μανία τους για δύναμη και πλούτο. Και φυσικά με την ανοχή όλων μας.»

Ο Γιώργος Πράτανος γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1978. Το 2002 ξεκινά από σύμπτωση τη δημοσιογραφική του καριέρα και ανακαλύπτει πως είναι το επάγγελμα που θα τον φέρει απέναντι σε ήρωες παντός τύπου, ενώ εκείνος θα διηγείται τις ιστορίες τους. Το 2005 μετακομίζει στην Αθήνα. Έχει εργαστεί στο About Thessaloniki, το Μακεδονία TV, το Alter, το Down Town, το Nitro, το Vice, το People. Σε ένα από τα ρεπορτάζ του γνώρισε την οικογένεια του Πάτροκλου Σταύρου, θετού γιου της Ελένης Καζαντζάκη, που αποτέλεσε και το ερέθισμα για να ερευνήσει πτυχές της ζωής και του έργου του πιο σπουδαίου Έλληνα στοχαστή της νεότερης Ελλάδας.

 

Τι σας ώθησε να καταπιαστείτε με αυτήν την συγκεκριμένη ιστορία ,κ Πράτανε, την  26 Οκτωβρίου 1957, αποφράδα μέρα της ταφής του Νίκου Καζαντζάκη;

Μία συζήτηση με τον Σωτήρη Χατζάκη (Ηθοποιός, Σκηνοθέτης, πρώην Διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου, πρώην Διευθυντής του ΚΘΒΕ). Μιλούσαμε γενικά για ιστορίες αχαριστίας του επίσημου Κράτους προς σημαντικούς Έλληνες και του διηγήθηκα τα όσα διαδραματίστηκαν τις 10 ημέρες που μεσολάβησαν από το θάνατο μέχρι την ταφή του Κρητικού διανοούμενου. Έβλεπα στο βλέμμα του την έκπληξη καθώς η εξιστόρηση κορυφώθηκε. Μετά από μακρά σιωπή μου ζήτησε να του γράψω την ιστορία για να την ανεβάσει στο θέατρο. Φυσικά και αρνήθηκα, αφού δεν είχα την ανάλογη εμπειρία. Εκείνος επέμεινε. Μετά από μια εβδομάδα, αφού είχε κατακάτσει ο ενθουσιασμός μου, ξεκίνησα την έρευνα. Ήταν τόσα πολλά τα ευρήματα που δεν χωρούσαν ούτε τα μισά σε μια θεατρική παράσταση. Έτσι, αποφάσισα να γράψω το μυθιστόρημα και στη συνέχεια να μετατραπεί σε θεατρικό έργο.

Φαντάζομαι ή έρευνα σας πήρε χρόνο Πού βρήκατε πληροφορίες για την Ελένη Καζαντζάκη (είναι στιγμές που μοιάζει σαν την έχετε προσωπικά γνωρίσει), τον νεαρό τότε Φρέντυ Γερμανό;

Αν και είναι μυθιστόρημα προσπάθησα οι ήρωες να είναι όσο πιο κοντά στην πραγματική τους διάσταση. Παρακολούθησα και διάβασα συνεντεύξεις τους, έψαξα τα βιβλία τους, για να ανακαλύψω το στιλ τους, τον τρόπο που μιλούσαν, ακόμη και το ρυθμό ομιλίας τους. Ειδικά στην περίπτωση της Ελένης, είχα την αμέριστη βοήθεια ενός από τους πιο καταπληκτικούς ανθρώπους που έχω γνωρίσει στη ζωή μου. Της Νίκης Σταύρου. Και πίστεψε με, έχω γνωρίσει πολλούς ανθρώπους!

Μιλήστε μας λίγο για την κ. Σταύρου, που είναι και η διευθύντρια των εκδόσεων Καζαντζάκη

Πρόκειται για μια χαρισματική γυναίκα: Έξυπνη, με παιδεία κι ευγένεια, σφαιρική γνώση, κριτική ματιά, εργατική. Αφοσιωμένη στις υψηλές αξίες και στη διάδοση των έργων του Νίκου Καζαντζάκη. Η θετή γιαγιά της και νονά της, Ελένη Καζαντζάκη, είναι συνυπεύθυνη για την εξέλιξη της, μαζί φυσικά με τους γονείς της: Τον Πάτροκλο και τη Μαίρη Σταύρου. Πλέον, ως πνευματική δικαιούχος του έργου του Νίκου Καζαντζάκη κάνει εξαιρετική δουλειά. Είναι ένας άνθρωπος κόσμημα που με τιμά με τη φιλία της.

Μιλώντας για τον Φρέντυ Γερμανό. Η κηδεία του Καζαντζάκη ήταν το πρώτο του μεγάλο θέμα  έτσι δεν είναι; Την στήλη των φαρμακείων έγραφε έως τότε;

Ναι, αλήθεια είναι. Έγραφε τις στήλες των φαρμακείων και ταυτόχρονα μάθαινε τα μυστικά της δουλειάς. Λίγες ημέρες πριν την κηδεία, ο αρχισυντάκτης του τον έστειλε να κάνει μια συνέντευξη με την Αμερικανίδα σταρ, Τζέιν Μάνσφιλντ, το αντίπαλο δέος της Μέριλιν Μονρόε. Συνέβησαν τραγελαφικα περιστατικά εκεί, που περιγράφονται στο βιβλίο.

Γράφετε κάπου στην ιστορία σας, ότι ο Ωνάσης παρεχώρησε αεροπλάνο για να μεταφερθεί η σορός του συγγραφέα στην Κρήτη; Ευφυής η κίνηση ούτως η άλλως;

Ευφυέστατη. Ο Ωνάσης ήξερε να πουλάει. Δεν είχε συμπληρωθεί χρόνος από τη στιγμή που πήρε στα χέρια του την Ολυμπιακή. Ήθελε, μάλιστα, να στείλει αεροπλάνο στη Γερμανία για την παραλαβή της σορού, αλλά είχε αργήσει. Βέβαια, η κίνηση αυτή βοήθησε για να μην πυροδοτηθεί μεγαλύτερη ένταση. Έβγαλε από τη δύσκολη θέση τόσο τους συγγενείς του Καζαντζάκη, όσο και το Κράτος και την Εκκλησία.

Μέσα από τις σελίδες του «Ανεπιθύμητου Νεκρού» περνάει όλο το κλίμα της παράξενης, συντηρητικής, σκληρής κοινωνίας της δεκαετίας του ΄50, σε μια Αθήνα, μια χώρα, που προσπαθούσε να ξεπεράσει το σοκ των δύο πολέμων. Έχουν αλλάξει όμως ριζικά, ουσιαστικά τα πράγματα στην μικρή μας πατρίδα, έχουν κατακρημνιστεί τα τότε κατεστημένα, τι νομίζετε;

Δυστυχώς η οικονομική κρίση μας έχει πάει δεκαετίες πίσω. Μια κοινωνία σε κατάθλιψη, φοβισμένη για όσα της ξημερώνουν, κοιτάζει το παρελθόν με νοσταλγία, λες και τότε δεν υπήρχαν προβλήματα. Είναι ένα από τα θέματα που προσπαθώ να αναδείξω. Η απάντηση σε όλα τα ερωτήματα βρίσκεται στο σύστημα αξιών των ανθρώπων: Την πίστη στην ελευθερία και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Η νοσταλγία μιας άλλης εποχής που στρεβλά ωραιοποιείται έχει να κάνει με τη συντήρηση. Οι νέες γενιές πρέπει να βρουν την αυτοπεποίθηση και να στήσουν τις στερεές βάσεις που θα χρειαστούν για να ζήσουν μια ζωή με αξιοπρέπεια και χαρές. Δυστυχώς, οι σημερινοί 60αρηδες και οι 70αρηδες κατέστρεψαν τη χώρα με τη μανία τους για δύναμη και πλούτο. Και φυσικά με την ανοχή όλων μας.

«Έτσι νικιέται ο θάνατος, με πράξεις που δεν μπορεί η λήθη να σκεπάσει.»

Αλλάζοντας σελίδα, ξεκινήσατε την δημοσιογραφία το 2002 σε καλές εποχές. Σήμερα σε ζόρικούς καιρούς την βγάζει καθαρή ένας νέος δημοσιογράφος σε Θεσσαλονίκη και Αθήνα, τι λέτε;

Δύσκολα. Όπως όλοι, όμως. Μην φανταστείτε πως κέρδιζα πακτωλό εκατομμυρίων. Αυτά συμβαίνουν σε δημοσιογράφους – σταρ και δεν είχα ποτέ το όνειρο να γίνω τέτοιος. Με ενδιαφέρει η έρευνα, η ανάδειξη ιστοριών που εμπνέουν και ανθρώπων που αφιερώνουν τη ζωή τους για το κοινό καλό.

Ο «Ανεπιθύμητος Νεκρός» είναι το πρώτο σας μυθιστόρημα; Θα ακολουθήσει και δεύτερο σύντομα;

Θα φανεί. Μέχρι στιγμής βιώνω πρωτόγνωρα συναισθήματα με την ενθουσιώδη υποδοχή του βιβλίου. Και φυσικά προέχει η θεατρική  μεταφορά του.

Κλείνοντας, γράφετε στο εξώφυλλο του βιβλίου σας για τον Καζαντζάκη, ένα από του μεγαλύτερους συγγραφείς όλων των εποχών: «έζησε ελεύθερος γιατί δεν φοβόταν να πεθάνει».  Ήταν όμως έτσι αναρωτιέμαι; Υπεράνω και μπροστά στον θάνατο;

Ο Καζαντζάκης γνώριζε πως πεθαίνει. Αποδεικνύεται από μια σειρά επιστολών του σε φίλους, αλλά και από τα όσα γράφει στις πρώτες σελίδες του βιβλίου του Αναφορά στον Γκρέκο. Λίγες ημέρες πριν πεθάνει, έχασε και ακόμη ένα Νόμπελ Λογοτεχνίας. Αν και φαινόταν πως ήταν το φαβορί. Για άλλη μια φορά το Ελληνικό Κράτος είχε καταφέρει να αποτρέψει μια τεράστια τιμή από έναν Έλληνα. Ωστόσο εκείνος ζήτησε από την Ελένη να στείλει μια θερμή συγχαρητήρια επιστολή προς τον νικητή, τον Αλμπέρ Καμί. Θεωρώ πως αυτό αποδεικνύει το μεγαλείο του ανδρός. Νοσηλευόμενος επί μήνες στην κλινική του Φράιμπουργκ, άρρωστος και αδύναμος, χάνει για άλλη μια φορά την ύψιστη τιμή που μπορεί να έχει παγκοσμίως ένας λογοτέχνης. Και πώς αντιδρά; Στέλνοντας συγχαρητήρια στον νικητή. Έτσι νικιέται ο θάνατος, με πράξεις που δεν μπορεί η λήθη να σκεπάσει. Ο Καμί απάντησε στην Ελένη Καζαντζάκη ένα μήνα μετά, σημειώνοντας πόσο θα άξιζε το Νόμπελ ο Καζαντζάκης.

Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις: Διόπτρα