fbpx

«Ο «αιρετικός» Λαρς Φον Τρίερ αποδομεί και ξαναγράφει την κινηματογραφική ιστορία των serial killers», οι ταινίες της εβδομάδας από τον Γιώργο Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

Γιώργος Noir Παπαϊωσήφ

gpapaiossif@intownpost.com

Οι δολοφόνοι κατ΄ εξακολούθηση, πάντα ασκούν γοητεία στο κινηματογραφικό πανί. Από τον Τζακ τον Αντεροβγάλτη, τον Γάλλο Ανρί Ντεζιρέ Λαντρί, τον Στραγγαλιστή της Βοστώνης, και τον Ζοντιακ που ήταν υπαρκτά πρόσωπα και η δράση τους απασχόλησε την κοινωνία, έως τον Μ τον δολοφόνο του Ντίσελντορφ, τον Νόρμαν Μπέιτς και τον κανίβαλο Χάνιμπαλ Λέκτερ, που γεννήθηκαν από τους νόες συγγραφέων, οι serial killers γεμίζουν τις αίθουσες. Στους μεν και τους δε, δηλαδή στους υπαρκτούς και τους φανταστικούς κατά συρροή δολοφόνους ανάμεσα τους φιγουράρισαν πλήθος άλλων κινηματογραφικών «σφαγέων» αθώων γυναικών, ανδρών, παιδιών.

Είναι να θέτεις αμέτρητα ερωτήματα στον εαυτό σου, για πιο λόγο υφίσταται αυτή η νοσηρή επιθυμία του ανθρώπου στον τελετουργικό φόνο και στην αιμολαγνεία. Η φιλοσοφία διακρίνει τα όρια και αναφέρει, πως η ανθρώπινη φύση μετασχηματίζεται μέσα από τον πόνο και από την φρίκη. Για να προσεγγίσεις το θετικό αναγκαστικά διασχίζεις το αρνητικό. Για να αναστηθείς πρέπει να σταυρωθείς. Πρώτα γνωρίζεις το κακό και μετά το καλό, κι ούτω καθ΄ εξής. Το αόρατο ερώτημα που έχει τεθεί ανά τους αιώνες στα ενδιάμεσα των γραμμών κάθε σοβαρού πονήματος περί σκότους και θανάτου είναι εάν τελικά υπάρχει το «κακό» και εάν ο θάνατος έχει σχέση με το αποκαλούμενο κακό. Δυο ερωτήματα που «γονατίζουν» την σκέψη και όσο η ανθρώπινη ζωή στην σύγχρονη κοινωνία υποβαθμίζεται σε κόστος, τότε η φιλοσοφική γονυκλισία καταλήγει σε αγύριστο ταξίδι στην άβυσσο.

Δύσκολα ε; Δεν θα το έλεγα, διότι σε εισιτήρια έρχονται πρώτες οι ταινίες που εμπεριέχουν βία, ανωμαλία και αίμα. Όσο πιο πολύ βία και θάνατο προβάλλει το κινηματογραφικό προϊόν, τόσο αυξάνεται η προσέλευση των θεατών στις σκοτεινές αίθουσες. Ο άνθρωπος, πια, τρέφεται πνευματικά από την βία, το αίμα και τον τρόμο, άλλοτε σε εύπεπτες μορφές παρουσίασης, άλλοτε σε πιο βαριές και ασήκωτες. Το αστείο είναι πως παραμένει στην επιφάνεια του προϊόντος και δεν εμβαθύνει μερικά επίπεδα παρακάτω και αυτό γιατί είναι πλέον αμόρφωτος, αδιάβαστος, χειραγωγήσιμος και καταπίνει ευχάριστα κάθε τι νοσηρό που σερβίρεται για να ικανοποιήσει τα αναδυόμενα βαρβαρικά του ένστικτα.

Η φρίκη υπάρχει παντού στο σινεμά ακόμα και στα αθώα animations, τα παιδικά, τηλεοπτικά προγράμματα, ακόμα και στην τροφή που χρειαζόμαστε για να ταΐσουμε το βιολογικό μας σύμπαν και να επιβιώσουμε. Ο άνθρωπος είναι πια είναι κανίβαλος, ένας serial killer που πουλάει φούμαρα για φιλοσοφία ζωής, κομπάζει περί ευ ζην ενώ ο ίδιος καθημερινά εγκληματεί, παντοιοτρόπως.

Εάν προσέξετε καλά τα προφίλ θα διαπιστώσετε, πως οι πιο διάσημοι κατ΄ εξακολούθηση δολοφόνοι διαθέτουν μορφωτικό επίπεδο αρκετά ενδιαφέρον και υψηλό, είναι διαβασμένοι, έχουν άποψη για την ανθρώπινη ύπαρξη – νοσηρή βέβαια αλλά είναι τεκμηριωμένη από  την πλευρά τους – είναι ευκατάστατοι οικονομικά, έχουν εμμονές, είναι άδειοι από συναίσθημα, προτείνουν ευταξία, καλαισθησία και είναι άκρως πειθαρχημένοι στο δαιμονικό τους έργο. Υπέροχα πλάσματα για τους ψυχίατρους, που θα αυξήσουν τις τιμές τους στην ακαδημαϊκή κοινότητα παρουσιάζοντας τα σκότη και τις σκιές της ανθρώπινης φύσης, δια μέσου των προϊόντων της κτηνώδους κοινωνίας.

Ο ένας από τους επτά σοφούς του κόσμου, ο δικός μας Έλλην, Βίας ο Πριηνεύς το έγραψε ξεκάθαρα: «Οι πλείστοι άνθρωποι κακοί» και δεν χρειάζεται μετάφραση. Ο Καρλ Γιούνγκ και ο Άλφρεντ Άντλερ, αναφέρουν, πως άπαντες οι άνθρωποι είναι εν δυνάμει εγκληματίες σε κατάσταση ύπνου, εννοώντας, φυσικά, την εγκληματική σκέψη ως προς την αφαίρεση ανθρώπινης ζωής, γιατί ζωές αφαιρούμε ασυλλόγιστα καθημερινά για να γεμίσουμε το αδηφάγο έντερο μας. Μπορεί να μην είναι ανθρώπινες, αλλά πού στον δαίμονα εδράζεται το οικουμενικό συναίσθημα σου όταν στέκεσαι απέναντι από τον χασάπη με την άσπρη ποδιά, την φουλ ματωμένη και ζητάς να συνεχίσει να λερώνει με αίμα τον μπαλτά του για να σου κόψει πλάτη, μπούτι, θώρακα, κρανίο, εντόσθια, μέση κάποιου ζώου για να φας εσύ και τα τέκνα σου; Ανατριχιαστικό είναι ε;

«Το Σπίτι που Έχτισε ο Τζακ»

(The House that Jack Built)

 

  • Είδος: Θρίλερ
  • Παραγωγή: Δανία, Γαλλία, Γερμανία, Σουηδία, (2018) 
  • Σκηνοθεσία: Λαρς φον Τρίερ
  • Με τους: Ματ Ντίλον, Μπρούνο Γκανς, Ούμα Θέρμαν, Ράιλι Κίο
  • Διάρκεια: 155’
  • Διανομή: Seven Films

Έπρεπε από κάπου να πιάσω το νήμα. Από το τέλος, από την αρχή ή από την μέση για να ξεκινήσω. Όχι, το νήμα δεν είναι καθόλου μπερδεμένο, ούτε κουβαριασμένο. Είναι απλωμένο στρωτά, σχηματικά, αλληγορικά, έχει καμπύλες, ευθείες, γωνίες, επίπεδα. Αναζητάει όμως ένα δικό σου σημείο εκκίνησης, αυτό που ταιριάζει καλύτερα στην ιδιοσυγκρασία σου, από την στιγμή που αποδέχεσαι την σκέψη του, για να ξεκινήσεις. Μοιάζει με μάντραμ, αυτές τις επαναλαμβανόμενες προσευχές, που δίνουν παλμό στον προσωπικό σου διαλογισμό για να κατανοήσεις την υπερδύνηση της σύγχρονης ανθρωπότητας, για να διαβάσεις καλύτερα τον πίνακα της άρνησης που εμείς οι ίδιοι έχουμε κατασκευάσει αιώνες τώρα, για να μην γλιστρήσεις στα ματωμένα, βραχώδη σκαλοπάτια και κομματιαστείς. Είναι μια ολόκληρη ιστορία αυτό το θέμα και έχει να κάνει με τον εγκληματία, τον «κοντό» ή τον «ψηλό» άνθρωπο, το νοσηρό μυαλό και την απανθρωπιά της σκέψης μας. Ο καθρέπτης του άθλιου ανθρώπου, που εγκληματεί καθημερινά. Μια τέτοια αρχή χρειαζόμουν για την πολλαπλή ανάγνωση της καινούργιας ταινίας του Δανού «προβοκάτορα» και «εμπρηστικού» Λαρς φον Τρίερ.

Η αλήθεια είναι, ότι με βασάνισε αρκετά.

Αρχικά την κοίταξα από το μεγάλο παράθυρο της βεράντας και ανατρίχιασα με τα ειδεχθή εγκλήματα φάτσα κάρτα. Κατόπιν στήθηκα αθόρυβα στην λεπτή χαραμάδα της πόρτας, μεταμορφώθηκα σε σκοπόφιλος για να παρατηρήσω το ανθρωπο-τέρας να κατακρεουργεί ψυχρά, τελετουργικά γυναίκες. Σκιάχτηκα, ρε γαμώτο! Κατέληξα να τοποθετήσω λαίμαργα το μάτι μου στην κλειδαρότρυπα και απενοχοποιημένα να συλλάβω το δαιμονικό του θέματος και μαζί του να φωτογραφίσω έναν «απατεώνα» σκηνοθέτη. Το πρώτο με φυλάκισε, ενώ το δεύτερο το χρησιμοποίησα ως ανάθεμα και αφορισμό για να τον πετάξω μακριά από το μυαλό μου.

Τον χαρακτήρισα εξαιρετικό σκηνοθέτη και μεγάλο «απατεώνα» για να προστατευθώ. Από τι όμως; Να προστατευθώ από εσένα που είσαι δίπλα μου και καθημερινά ταΐζεις με πτώματα ζώων την ύπαρξη σου, που δεν τα δολοφόνησες εσύ, αλλά κάποιος άλλος, εσύ όμως τα τρως τελετουργικά μαγειρεμένα, όπως με κάποιο τελετουργικό τρόπο τα εξόντωσε κάποιος για να τραφείς εσύ. Κι αυτό δεν σε νοιάζει, βέβαια, δεν σε ταράζει εφόσον πρόκειται για την τέρψη των ορέξεων σου. Ονοματίζεις το ζώο ως τον καλύτερο φίλο του ανθρώπου και όχι μόνο το δολοφονείς, αλλά το τρως. Υψίστου μεγέθους διαστροφή. Να προστατευθώ κι από εμένα, τον εαυτό μου, που είμαι ένας κατ΄ εξακολούθηση δολοφόνος σε κάθε βήμα της πορείας μου στην Γη. Κρίνω και σκοτώνω καθημερινά ανθρώπους με συνοπτικές διαδικασίες. Νομίζεις ότι διαφέρει από την ματωμένη, ανθρώπινη σάρκα, που ξεψυχά από τρόμο και πόνο; Θαρρείς, πως απέχει ενεργειακά η σκέψη από την πράξη; Τα ίδια ακριβώς είναι. Δεν μπορεί να είσαι κτήνος στην σκέψη και άγγελος στην πράξη ή αντιστρόφως.

Σε ενοχλεί ο βίαιος, ανθρώπινος θάνατος ή η θέα του αίματος, η ενέργεια του τεμαχισμού ενός σώματος; Γιατί ενοχλείσαι; Ρίξε μια ματιά από ψηλά, εάν έχεις το θάρρος φυσικά, και παρατήρησε αντικειμενικά τι έχουμε κατασκευάσει ως ανθρώπινα όντα. Ένα απίστευτου κάλλους, τεραστίων διαστάσεων οικοδόμημα άρνησης και θανάτου σε παγκόσμιο επίπεδο. Γιατί, λοιπόν, να σε τρομάζει ο serial killer Τζακ και να σου προκαλεί αηδία όταν κόβει ήρεμα και απαθώς με το ακονισμένο μαχαίρι του το βυζί της όμορφης κοπέλας για να το μεταμορφώσει σε πορτοφολάκι; Εσύ, κόβεις τα αρχίδια του γιού σου, τεμαχίσεις την αξιοπρέπεια της θυγατέρας σου, τους καθιστάς ευνούχους και νωθρούς της ζωής, μαμόθρευτα, αθεράπευτους εγωιστές, άβουλα, αδρανή πλάσματα και απαιτητικούς καλοπερασάκηδες.

Αυτό δεν είναι έγκλημα κατά συνείδηση και κατά συρροή; Γιατί να σου προκαλεί απέχθεια ο τρόπος που ακυρώνει την ανθρώπινη ζωή ο Τζακ και τον αποκαλείς σχιζοφρενή, τέρας και εγκληματία; Έχεις δει τον εαυτό σου πως μεταμορφώνεται όταν ωρύεσαι, ψεύδεσαι, αδικείς, κάνεις σαν τρελός, κλέβεις, φορτώνεις από έπαρση, οργανώνεις πολέμους, πατάς τον άλλον για να επιβιώσεις, για να επιβεβαιωθείς, για να κάνεις την πλάκα σου;  Και τέρας και σχιζοφρενής και εγκληματίας είσαι.

Ο ψυχρός Τζακ, αυτό το ανθρώπινο, άδειο από συναισθήματα κέλυφος είναι εγώ και εσύ. Καμιά διαφορά δεν έχουμε. Είμαστε ακριβώς οι υποχόνδριοι μηχανικοί και συνάμα οι ερασιτέχνες αρχιτέκτονες, όπως κι εκείνος, της ανθρώπινης σήψης σε καθημερινή βάση, που το οικοδόμημα μας είναι νοσηρό και ποτέ δεν τελειώνει. Αθόρυβοι και πειθαρχημένοι στο έργο μας όπως και εκείνος, αλλά τα μάλα αποτελεσματικοί και κοινωνικά αποδεκτοί.

Αυτή είναι η άκρη που επιλέγω να πιάσω, ώστε να τακτοποιήσω μέσα μου την ταινία του Τρίερ, που αρχικά τον πέρασα γενεές δεκατέσσερις, τον λοιδόρησα, θύμωσα μαζί του και τον κακολόγησα για το τερατούργημα που κατασκεύασε. Αυτό το επιτοίχιο ταπισερί της ανθρώπινης πτώσης, το πλεγμένο ακομπλεξάριστα, το απαλλαγμένο από μικροαστισμούς, που η κάθε του βελονιά του είναι ένα φιλοσοφικό μοιρολόι, άλλοτε βαθύ και σπαρακτικό, άλλοτε επιφανειακό και ακραίο. Ναι, αυτό το αριστούργημα!

Βρισκόμαστε κάπου στις Η.Π.Α., άγνωστο που και δεν μας ενδιαφέρει, την δεκαετία του ’70. Παρακολουθούμε τον εξαιρετικά ευφυή μηχανικό Τζακ (Ματ Ντίλον – καταπληκτικός!) για ένα χρονικό διάστημα, περίπου 12 ετών και γινόμαστε αυτόπτες μάρτυρες των πέντε δολοφονιών – οροσήμων που διέπραξε, οι οποίες καθόρισαν την εξέλιξή του ως κατά συρροή δολοφόνο. Βλέπουμε τα τεκταινόμενα από την οπτική γωνία του Τζακ. Ενός ανθρώπου που ισχυρίζεται, πως από μόνη της η κάθε δολοφονία είναι ένα έργο τέχνης. Όταν η αστυνομία άρχισε να βρίσκεται στα ίχνη του και να τον πλησιάζει, ο Τζακ λαμβάνει ολοένα και μεγαλύτερα ρίσκα, στην προσπάθειά του να δημιουργήσει το απόλυτο έργο τέχνης.Τι; Αυτό που επιθυμεί ο κάθε μικροαστός: Ένα σπίτι.

Στην πορεία ερχόμαστε αντιμέτωποι με τις περιγραφές του Τζακ για την προσωπική του κατάσταση, τα προβλήματα και τις σκέψεις του, το παρελθόν του, τις εμμονές του μέσα από μια ενδιαφέρουσα συζήτηση. Μια συζήτηση η οποία λαμβάνει χώρα περιοδικά με τον, αγνώστων λοιπών στοιχείων, Βερτζ – Βιργίλιος δηλαδή (Μπρούνο Γκανζ – πολύ καλός), που για το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας δεν τον βλέπουμε. Ένα γκροτέσκο μείγμα σοφίας που αναμιγνύεται με μια σχεδόν παιδική αυτολύπηση και ψυχοπαθητικές εξηγήσεις.

Άφοβος, τολμηρός καθόλου προσεκτικός, άψογος σκηνοθετικά, ο Δανός Λαρς φον Τρίερ στήνει στο ικρίωμα τον ανθρώπινο πολιτισμό, παλαιότερο και νεώτερο, μέσα από το πρόσωπο ενός ψυχοπαθούς serial killer. Δεν είναι προκλητικός, μηδέ διδακτικός, περισσότερο αγανακτισμένος είναι και αυτή η αγανάκτηση μετουσιώνεται σε φοβία και η φοβία σε επίθεση με όπλο το μέσο που γνωρίζει άριστα να χειρίζεται: Να κάνει καλό σινεμά.

Αποχωρεί από τον ανθρωποκεντρισμό και τις ψυχονοητικές ασθένειες των προηγούμενων ταινιών του και βάζει έναν άνθρωπο, ευφυή και βαθύτατα «προβληματικό» να νοικοκυρέψει την νοσηρότητα της ανθρώπινης κοινωνίας και να την μετατρέψει σε τέχνη. Ο φακός του Τρίερ είναι όπως η πένα του μυστικιστή, ποιητή και εικαστικού Γουίλιαμ Μπλέικ: Τρομακτική, αφοριστική, προφητική. Όλη η ταινία είναι μια κατάβαση στο φιλοσοφικό έρεβος, όπου στα ενδιάμεσα των τρομερών φόνων, ικανά να σε αποτριχώσουν κυριολεκτικώς, διαπρέπει ο αφηγηματικός διάλογος άλλοτε ως άλλοθι των πράξεων του Τζακ και άλλοτε ως τεκμηριωμένη άποψη, αποκάλυψη και λύτρωση μπροστά στο καθαρτήριο, όπως αυτό που περιγράφει ο Δάντη Αλιγκέρι. Η άθλια ζωή των ανθρώπων επί ξύλου κρεμάμενη βρίσκεται σε κρίση, αυτή την φορά από τον ίδιο τον άνθρωπο. Το βασίλειο της ανθρωπότητας διαμελίζεται. Κινδυνεύει η ζωή σου και φωνάζεις σπαρακτικά τους γείτονες για βοήθεια και ουδείς ασχολείται για να σωθείς. Το πεδίο ελεύθερο για τους δαίμονες και τα έργα τους, που θέλουν ένα κατάλυμα θανάτου γιατί αυτό αξίζει ο σημερινός άνθρωπος. Ο Δανός σκηνοθέτης τεχνικά αποδομεί όλη την ιστορία των serial killers και φτιάχνει ένα νέο είδος, διαφορετικό από όλους τους προηγούμενους, που δεν τον ενδιαφέρει ο θάνατος, αλλά η τέχνη της ζωής, η δική του νεκρή φύση, το natura morta από δολοφονημένα, άχρηστα, φοβισμένα, ανθρώπινα κορμιά και όχι από αθώα, σκοτωμένα ζώα ζωγραφισμένα σε πίνακες.

Κοιτάζει τον νυχτερινό ουρανό, τον ευχαριστεί για την ξαφνική καταιγίδα, όταν το νερό της βροχής καθαρίζει τον δρόμο από το αίμα της τελευταίας του σφαγής. Ο Ματ Ντίλον στον πιο δυνατό ρόλο της καριέρας του και ο Τρίερ σε ένα ορατόριο για γερές σκέψεις. Αν είναι ακραία η ταινία με τις τρομερές σκηνές των δολοφονιών; Ναι είναι, πολύ ακραίες. Ε, και; Αυτό σε ενοχλεί; Ο ρεαλισμός και η έκφραση του θανάτου, που πηγάζει από την ψυχοπάθεια σε ταράζει; Το ότι είσαι στημένος νυχθημερόν στην τηλεόραση και βλέπεις τον δηλητηριασμένο λαϊκισμό να σε δολοφονεί τελετουργικά, υπομονετικά μέρα με την ημέρα δεν ενοχλείσαι;  

Προπηλάκισαν τον σκηνοθέτη στο φεστιβάλ των Κανών τα σοκαρισμένα στρουθία και οι ταραγμένοι από το θέαμα θεατές, ξέρετε η γνωστή, νοσηρή κάστα της 7ης Τέχνης των ειρωνικών σχολίων, της δηθενιάς και του μη μου άπτου, για το πως διαχειρίστηκε ο Τρίερ την ανθρώπινη ύπαρξη και το σώμα στην ταινία. Τον αποκάλεσαν, προχειρολόγο, φασίστα και υβριστή. Κρίνουν την ακίδα στο μάτι του Δανού, παραβλέποντας το δοκάρι στον οφθαλμό τους. Αυτός είναι ο στρουθοκαμηλισμός μας, η πτώση μας. Σήμερα ο Λαρς φον Τρίερ χλευάζεται ως παράφρων, αύριο όμως θα τιμάται ως ιδιοφυία.

«Alpha»

 

 

  • Είδος: Περιπέτεια εποχής
  • Παραγωγή: ΗΠΑ (2018)
  • Σκηνοθεσία: Αλμπερτ Χιούς
  • Με τους: Κόντι Σμιτ-ΜακΦι, Γιοχάνες Χαουκούρ Γιοχάνεσον
  • Διάρκεια: 93’
  • Διανομή: Feelgood Entertainment

Ευχάριστη, καλοφτιαγμένη ψηφιακά περιπέτεια για όλη την οικογένεια. Θέμα που ακολουθεί τα επιτυχημένα χνάρια του «Ασπροδόντη» και την σχέση του ανθρώπου με το βασίλειο των ζώων. Προσεγμένη παραγωγή, περιπέτεια, συναίσθημα και σκηνοθεσία με ρυθμό, ιδανική για να παρακολουθήσεις την πλοκή άνευ κούρασης και βαριεστιμάρας.

Το πανέμορφο τετράποδο που επιλέχθηκε για να υποδυθεί τον λύκο Alpha είναι ένα τσεχοσλοβάκικο λυκόσκυλο, που μπορεί να εκπαιδευτεί και μοιάζει πολύ στον πρόγονο του, τον λύκο. Η ράτσα αυτή δημιουργήθηκε την δεκαετία του ’50 από τον στρατό και είναι διασταύρωση γερμανικού ποιμενικού και του λύκου των Καρπαθίων, όπως αναφέρουν οι πληροφορίες. Περιττό να προσθέσω, πως ο πεντάχρονος Τσακ είναι κούκλος και παίζει απίθανα, κλέβοντας τις εντυπώσεις. Στην σχέση του πρωταγωνιστή και του «λύκου» η παραγωγή έκανε θαύματα, καθότι όπου συμμετέχουν ζώα, και δη προϊστορικά, ως γνωστόν τα πράγματα είναι πολύ δύσκολα, οπότε τον λόγο λαμβάνει η ψηφιακή τεχνολογία. Ο 22χρονος Αυστραλός πρωταγωνιστής Κόντι Σμιτ-ΜακΦι (τον είδαμε στον «Δρόμο» στον ρόλο του πιτσιρικά γιου του Βίγκο Μόρντενσεν το 2009), εδώ υποδύεται τον Κέντα, τον νεαρό, φιλόζωο, γιο του αρχηγού της φυλής, που ήρθε η στιγμή να ενηλικιωθεί ακολουθώντας τους πολεμιστές στο ετήσιο σκληρό κυνήγι για να φέρουν τροφή στον καταυλισμό πριν τον χειμώνα.

Στο ολιγόλογο σενάριο, καθότι το σημείο στήριξης της ταινίας είναι η επικοινωνία του νεαρού με τον λύκο, η παραγωγή έπρεπε να βρει μια διάλεκτο που να είναι άγνωστη και να έχει κάποια επαφή με την παλαιοιστορία της Ευρώπης του 20.000 π.χ. και τους Κρο Μανιόν. Λόγω έλλειψης φυσικά κάποιου αρχείου της γλώσσας αυτής, η παραγωγή απευθύνθηκε σε μία ομάδα ανθρώπων που έχει δημιουργήσει γλώσσες για το «Game of Thrones», το «Avatar», το «Superman». Χρειάστηκαν τέσσερις μήνες σκληρής δουλειάς και τελικά επινοήθηκε μία λειτουργική γλώσσα με λεξιλόγιο 500 λέξεων. Οι ηθοποιοί πήραν από ένα εγχειρίδιο με φωνητικές οδηγίες, έκαναν μαθήματα, το έριξαν στην μελέτη για να μάθουν τη γλώσσα όχι και τόσο επιτυχημένα, βέβαια, αλλά δεν είναι το ζητούμενο. Η φωτογραφία εκπληκτική, καθώς ο φυσικός διάκοσμος της ταινίας είναι από τοπία του Καναδά και από το «Πάρκο των Δεινοσαύρων», ένα μνημείο παγκόσμιας κληρονομίας της Unesco, εκεί που έχουν ανακαλυφθεί 150 πλήρεις σκελετοί δεινοσαύρων, χρονολογημένοι στα 75 εκατομμύρια χρόνια πριν.

Στην Ευρώπη του 20.000 π.Χ., μετά το τέλος των παγετώνων, ο νεαρός Κέντα, αφού περνάει την δοκιμασία της λόγχης είναι έτοιμος να ακολουθήσει μαζί με τον αρχηγό και πατέρα του τους καλύτερους της φυλής του στο ετήσιο κυνήγι για την εξασφάλιση της τροφής. Κατά την διάρκεια της επικίνδυνης θήρευσης, ο Κέντα τραυματίζεται και πέφτει σε ένα χάσμα που δεν είναι προσβάσιμο. Τον θεωρούν νεκρό, ο σκληρός πατέρας του στεναχωριέται για την απώλεια, τον αφήνουν και μόλις τελείωσαν το κυνήγι έφυγαν. Ο νεαρός είναι ζωντανός, μόνος και πρέπει να μάθει να επιβιώνει μόνος του στην άγρια φύση. Εξημερώνει έναν λύκο που τραυμάτισε ο ίδιος και τον έχει εγκαταλείψει η αγέλη του, κι έτσι μαθαίνουν να στηρίζονται ο ένας στον άλλον. Γίνονται γρήγορα σύμμαχοι και αντιμετωπίζουν αμέτρητους κινδύνους και δυσκολίες για να επιστρέψουν στους δικούς τους, πριν αρχίσει ο χειμώνας.

Ο 46χρονος, Αμερικανός παραγωγός και σκηνοθέτης Αλμπερτ Χιούς, έπειτα από το κινηματογραφικό του ντεμπούτο «Ο Εκλεκτός» (The Book of Eli – 2010) με τον Ντένζελ Γουάσινγκτον, ταινία που την σκηνοθέτησε παρεάκι με τον αδελφό του Άλεν, γνωστοί και ως Χιούζ Μπράδερς, άνευ αδελφού αυτή την φορά κατασκευάζει τον «Alpha». Έντιμο παιδικό concept, που θα λειτουργήσει στον διάδρομο που ανοίγεται σιγά σιγά προς Χριστούγεννα μεριά. Ε, μαζί με τα δεκάχρονα μπορούν να την δουν και οι μπαμπάδες «νταντάδες».         

«Colette»

 

 

  • Είδος: Βιογραφία εποχής
  • Παραγωγή: Αγγλία, Η.Π.Α. (2018)
  • Σκηνοθεσία: Γουός Γουέστμορλαντ
  • Με τους: Κίρα Νάιτλι, Έλεανορ Τόμλινσον, Φιόνα Σο, Ντόμινικ Γουέστ
  • Διάρκεια: 111’
  • Διανομή: Οdeon – Audio Visual

Εκθαμβωτική και απαστράπτουσα η Κίρα Νάιτλι. Όσο μεγαλώνει ομορφαίνει, 33 Μάηδων σήμερα, ωριμάζει και η ατέλεια του προγναθισμού της, γίνεται ολοένα και πιο γοητευτική. Ο σκηνοθέτης Γουός Γουέστμορλαντ την φωτίζει μοναδικά, την στήνει σωστά, ο Τζάιλς Νάτζενς την φωτογραφίζει χάρμα και η ωραία Κίρα ανταποκρίνεται με χάρη. Ευχαριστιέσαι να την βλέπεις. Το θέμα τώρα είναι άκρως φεμινιστικό, γυναικείο, αφού αφορά την βιογραφία της γνωστής, εμβληματικής Γαλλίδας συγγραφέα της αβάν γκαρντ Κολέτ (28 Ιανουαρίου 1873 – 3 Αυγούστου 1954) που μέσα από το έργο της έγινε σύμβολο της γυναικείας χειραφέτησης κατά τον 20ο αιώνα.

Η νεαρή, όμορφη επαρχιωτοπούλα Σιντονί Γκαμπριέλ Κολέτ (Κίρα Νάιτλι – καλή) παντρεύεται τον κατά 14 χρόνια μεγαλύτερη της επιχειρηματία Ανρί Γκοτιέ Βιλάρ, με το ψευδώνυμο Γουίλι (Ντόμινικ Γουέστ – πολύ καλός). Ο Γουίλι απελευθερωμένος από ηθικούς και σεξουαλικούς περιορισμούς, τζογαδόρος, γυναικάς, κοινωνικότατος, γλεντζές, ένας αυθεντικός μπον βιβέρ βάζει την Κολέτ στα αστικά σαλόνια του Παρισιού, όπου έρχεται σε επαφή με τον κόσμο της τέχνης, της διανόησης και της λογοτεχνίας. Η επαρχιωτοπούλα αρχίζει να βρίσκει γουστόζικο και πολύ οικείο το περιβάλλον, αν και δυσκολεύεται να αντιμετωπίσει «ανοιχτόμυαλα» τις επαναλαμβανόμενες απιστίες του συζύγου της. Ο Γουίλι είναι ιδιοκτήτης ενός λογοτεχνικού εργαστηρίου από το οποίο εκδίδονταν βιβλία με το όνομά του, γραμμένα όμως από συγγραφείς-φαντάσματα. Στο χείλος της πτώχευσης και της έξωσης από χρέη και την κακή οικονομική διαχείριση του κεφλή Γουίλι, παρακινεί την Κολέτ να γράψει το πρώτο της διήγημα.

Έτσι γεννιέται η ηρωίδα Κλοντίν, σε μια αυτοβιογραφική ιστορία, που έκανε το Παρίσι στις αρχές του αιώνα να παραμιλάει, κάνοντας το βιβλίο ανάρπαστο. Μόνο που το όνομα της Κολέτ δεν αναγράφεται στο βιβλίο, λόγω του ότι ήταν σκάνδαλο για μια γυναίκα να ασκεί το επάγγελμα της συγγραφέως και ο σύζυγος πλασάρεται ως ο δημιουργός της Κλοντίν. Ο Γουίλι υστερεί σε συγγραφικό ταλέντο, έχει όμως φοβερό χάρισμα στο μάρκετινγκ κι έτσι μετατρέπει την Κλοντίν σε brand name, κυκλοφορώντας αρώματα, προϊόντα μακιγιάζ και σαπούνια. Είναι ο ίδιος που προτρέπει την Κολέτ να χρησιμοποιήσει λεπτομέρειες από την προσωπική τους ζωή στα μυθιστορήματά της, καθώς γνωρίζει καλά πώς να χρησιμοποιεί το σκάνδαλο για τη δημοσιότητα. Όταν όμως ο αρνείται να της δώσει τα συγγραφικά δικαιώματα του έργου, η σχέση τους κλυδωνίζεται με αποτέλεσμα η Κολέτ να αναζητήσει την αγάπη και την κατανόηση στις αγκαλιές διαφόρων γυναικών για να καταλήξει στη δυναμική αστή Μίσι, η οποία την παρακινεί να διεκδικήσει την καλλιτεχνική της φωνή παρά τους ψυχολογικούς εκβιασμούς που ασκεί ο σύζυγός της.

Ο 52χρονος, Άγγλος σκηνοθέτης Γουός Γουέστμορλαντ είναι μόνος του σε αυτή την ταινία, αφού ο στενός συνεργάτης και σύντροφος της ζωής του Ρίτσαρντ Γκλέιτζερ, έφυγε από την ζωή στις 10 Μαρτίου 2015, λόγω της Αμυοτροφικής Πλευρικής Σκλήρυνσης (ALS). Το ντουέντο είναι οι δημιουργοί της ταινίας «Still Alice: Κάθε Στιγμή Μετράει» (2014), που χάρισε την Χρυσή Σφαίρα και το Όσκαρ Ερμηνείας στην Τζούλιαν Μουρ. Εδώ, τα πράγματα είναι αγγλική υπόθεση, που σημαίνει φροντισμένη παραγωγή στην απόδοση της χρονικής περιόδου, καλή σκηνοθεσία, βατές ερμηνείες, στυλ και ατμόσφαιρα. Τεχνικά άρτια δηλαδή η ταινία, σεναριακά όμως χωλαίνει αισθητά και μοιάζει σαν ένα όμορφο, μάξι, βραδινό φόρεμα που μεταποιήθηκε σε μίνι φούστα περιπάτου. Η «θρυβώδης» φεμινίστρια, θεατρίνα, δημοσιογράφος και συγγραφέας Κολέτ, που προτάθηκε και για Νόμπελ Λογοτεχνίας της άξιζε καλύτερη μεταχείριση. Ο Ντόμινικ Γουέστ είναι απολαυστικός και η ωραία Κίρα Νάιτλι άρχισε ξανά να ψηλαφίζει τον διάδρομο για τον επόμενο, μεγάλο ρόλο που θα την οδηγήσει κάποια στιγμή στην τρίτη κατά σειρά υποψηφιότητα της για το βραβείο Όσκαρ.        

«Αδελφικοί Εχθροί»

(Frères Ennemis)

 

 

  • Είδος: Αστυνομικό Noir
  • Παραγωγή: Γαλλία (2018)
  • Σκηνοθεσία: Νταβίντ Ελοφέν
  • Με τους: Ματίας Σχούναρτς, Ρέντα Καντέμπ, Αντέλ Μπενσερίφ
  • Διάρκεια: 111’
  • Διανομή: Spentzos Film

Η συνέχεια για τον Γάλλο σεναριογράφο και σκηνοθέτη Νταβίντ Ελοφέν, έπειτα από την ταινία του 2014 «Μακριά από τους Ανθρώπους» με τον Βίγκο Μόρτενσεν και τον Ρέντα Καντέμπ, έρχεται με αυτό το neo-noir φιλμ, πάλι με τον Καντέμπ στον πρωταγωνιστικό ρόλο. Η φόρμα του είναι βγαλμένη από το υπογάστριο της παλιάς σχολής του γαλλικού νουάρ, αυτού του μελβιλικού σύμπαντος, με τους γκάνγκστερ και τους αστυνόμους, τους άγραφους κώδικες συμπεριφοράς, την ανδρική τιμή, την προδοσία, την τιμωρία, τις σχέσεις ανάμεσα σε παιδικούς φίλους και τους αντίθετους δρόμους που επέλεξαν να διαβούν, τον κύκλο αίματος που δεν κλείνει ποτέ. Όλα εμπεριέχονται στην ταινία του Ελοφέν μέχρι κορεσμού. Καλοφτιαγμένο είναι όχι κάτι το ιδιαίτερο, βέβαια, με νευρική κίνηση της κάμερας που δεν σταματάει να ακολουθεί τους πάντες και τα πάντα, τον καλό ήχο και ένα σενάριο δίχως υπερβάσεις να ανοίγει βήμα στις ήδη γνωστές αλέες των gangster stories.

Αξιόλογες οι σκηνές δράσης και διεκπεραιωτικές οι ερμηνείες, που θα περιμέναμε κάτι τις το παραπάνω από τον πολύ καλό, Γάλλο ηθοποιό Ρέντα Καντέμπ (Τζάνγκο, ο Βασιλιάς του Σουίνγκ – 2017), ο οποίος εδώ, ομολογώ, πως χάνει έδαφος από τον εξ’ ίσου αξιόλογο Βέλγο ηθοποιό Ματίας Σχούναρτς («Σώμα με σώμα» – 2012, «Μοσχαροκεφαλή» -2011)     

Ο Ντρις (Ρέντα Καντέμπ – καλός) και ο Μανού (Ματίας Σχούναρτς – καλύτερος) μεγάλωσαν σαν αδέλφια σε ένα κακόφημο και υποβαθμισμένο προάστιο του Παρισιού. Η ενηλικίωση τους οδηγεί να πάρουν τελείως διαφορετικούς δρόμους: Ο Μανού έμπλεξε με τον υπόκοσμο, ενώ αντίθετα ο Ντρις έγινε αστυνομικός. Όταν ένα μεγάλο αλισβερίσι για ναρκωτικά, που το παρακολουθεί στενά ο Ντρις πάει στραβά με την δολοφονία ενός ακόμα παιδικού τους φίλου – ενώ ήταν παρών ο Μανού ο οποίος γλύτωσε τον θάνατο -, οι δύο φίλοι συναντιούνται ξανά για να δώσουν την λύση και να ανακαλύψουν τους υπαίτιους. Ανάμεσα σε προδοσίες και πικρά συναισθήματα και παρά το μίσος τους ανανεώνουν το ισχυρό δεσμό που τους ενώνει με το μοναδικό κοινό τους σημείο, την ενστικτώδη αφοσίωση στο μέρος που έζησαν σαν παιδιά.

Σημ: Η εταιρία διανομής δεν έχει υποτιτλίσει το διαφημιστικό trailer της ταινίας

Προβάλλονται επίσης:

  • Η κοινωνική: «Με Διαβατήριο τη Γοητεία», του Μιλάντ Αλαμί (Danaos Films)
  • Η ταινία τρόμου: «Σκοτεινός Διάδρομος», του Ροντρίγκο Κορτές (Tanweer)
  • η κοινωνική «Οι Άντρες Δεν Κλαίνε» του Αλεν Ντρίζεβιτς (Neo Films)
  • και το δραματικό θρίλερ «Η μεγάλη νύχτα του Φρανσίσκο Σάνκτις», των: Φρανσίσκο Μάρκες, Αντρέα Τέστα (Weird Wave)