fbpx

«Ο ‘Αγ(ρ)ιος Λαρς φον Τρίερ», της Νότας Διαμαντοπούλου

Νότα Διαμαντοπούλου

Νότα Διαμαντοπούλου

notadiamantopoulou@gmail.com

Κερδίζεις την αισθητική της ακολασίας μέσα από μια δαιμονική καταιγίδα που σβήνει τα ίχνη από το πρόσωπο του θεού.

Η κόλαση είναι μέσα μας. Κάθε εφιάλτης που αναπαριστά χαμένα, αγαπημένα μας πρόσωπα. Κάθε μνήμη που μας πονάει, μας ρίχνει στη Δαντική κόλαση. Κάθε φοβία που μας στοιχειώνει, ελπίζοντας κάποτε να μη φοβόμαστε το φόβο.

«Το σπίτι που έχτισε ο Τζακ», βρίθει από το αίμα εξήντα ενός ανθρώπων. Ένας κατά συρροήν δολοφόνος, σαδιστής μα και «κύριος Πνευματώδης», όπως αποκαλεί τον εαυτό του. Αρχιτέκτονας στο επάγγελμα, φτιάχνει πρόχειρα και χαλάει το σπίτι που θέλει να κατοικήσει, πέντε φορές, όσα και τα κεφάλαια της ταινίας. Όπως στο Νυμφομάνιακ, έτσι κι εδώ τα κεφάλαια μας εντάσσουν στην ιστορία του θύτη-θύμα. Μια ιστορία που δεν έχει να κάνει με την τρέχουσα ηθική, μα με την ανθρώπινη ύπαρξη και τη φιλοσοφία της.

Ο Τρίερ «χρησιμοποιεί» την ποίηση και τη μουσική. Τα εμβόλιμα πλάνα του Γκλεν Γκουλντ, που είχε μια ερωτική σχέση με το πιάνο του, νοσοφοβικός, κρυμμένος απ την κοινωνία και φοβούμενος το κρύο. Σαν το κρύο που ο Τζακ κρατά φυλαγμένα τα θύματα, τρόπαια του.

«Η Τίγρη» του «καταραμένου» ποιητή Γουίλιαμ Μπλέικ, ενυπάρχει μέσα στο δολοφόνο και την κόλαση της εκδίκησης και του μίσους. Σ αυτή την κόλαση προσπαθεί να εμβαθύνει και ο Τρίερ.

Ο Τζακ μας μιλά για το πώς «οι κτηνωδίες που διαπράττουμε στη φαντασία μας  είναι εσωτερικές επιθυμίες, που δεν μπορούμε να διαπράξουμε στον ελεγχόμενο πολιτισμό μας. Πιστεύω πως ο παράδεισος και η κόλαση είναι ένα και το αυτό. Η ψυχή ανήκει στον παράδεισο και το σώμα στην κόλαση».

Όταν κάποιος προσπαθήσει να οριοθετήσει, όπως ο Καντ, τις θεωρίες του γούστου, καταλήγει να δώσει προβάδισμα στην ηθική σημασία της τέχνης, χωρίς ωστόσο να παύει, ψάχνοντας και την τρομακτική της όψη. Ο Ιερώνυμος Μπος , είναι μια τέτοια περίπτωση.

Αυτή την πλευρά, την τρομερή, την απρόσιτη ο Τζακ τη γνωρίζει καλά. Είναι η πρώτη ύλη του, τα σώματα τα παγωμένα, τα θεμέλια του σπιτιού του, η τέλεια τέρψη του.

Η εσωτερική φωνή του, ο Βερτζ (Μπρούνο Γκανζ ), τον βοηθάει να τελειώσει τις μέρες του, αφήνοντας ατέλειωτο το «αριστούργημα» του, σαν άρχοντα – άγιο της κολάσεως. Τα φτερά του φόβου του, τον ωθούσαν να γνωρίσει την άλλη πλευρά, εκείνη της ψυχής, όπου ο ίδιος την είχε εντάξει στον παράδεισο.

Στο βιβλίο «η δολοφονία ως μία εκ των καλών τεχνών» ο Τόμας ντε Κουίνσυ, γράφει: «Το άτομο λαμβάνει συνείδηση της ελευθερίας του, διαβαίνοντας το δρόμο του κακού. Θα λεγα μάλιστα πως το κακό είναι το δοκίμι της ελευθερίας».

Ο Τζακ όμως καταβάλλεται από αγωνία και ενοχή, που τον ωθούν να περάσει απέναντι. Εγκλωβισμένος στη λάβα, τα κομμένα μονοπάτια, υπό τον οφθαλμό του Βερτζ (χείλος), σκαρφαλώνοντας το γκρεμίδι προς την αυλή του αιώνιου φωτός, δεν τα καταφέρνει.

Ο Τζακ γίνεται το σταυραδέρφι του Κάιν.